Saturday, 2 August 2014

Γίγαντες – Κύκλωπες – Εκατόγχειρες

γιγαντομαχία_γλυπτό από τον βωμό της Περγάμου_ 100 πΧ_ fotopedia
γιγαντομαχία_γλυπτό από τον βωμό της Περγάμου_ 100 πΧ_ fotopedia

Οι Γίγαντες αποτελούν κατηγορία πλασμάτων της Ελληνικής Μυθολογίας, τα οποία ήσαν τεραστίων διαστάσεων και διέθεταν υπερφυσικές δυνάμεις – ικανότητες. Για λόγους ιστορικής ακρίβειας και ομαδοποίησης πρέπει να αναφέρουμε ότι ως Γίγαντες είναι γνωστοί οι Θράκες Γίγαντες (Γιγάντιοι) οι οποίοι κήρυξαν πόλεμο κατά των θεών και προκάλεσαν την Γιγαντομαχία, αλλά βάσει των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών στους Γίγαντες ανήκουν οι παρακάτω «φυλές»:
Αλωάδες
Εκατόγχειρες
Θράκες Γίγαντες (Γιγάντιοι)
Κύκλωπες (Γηραιοί και Νέοι)

Αλωάδες
αλοάδες και άρτεμις_αθηναϊκός κρατήρας 500 πΧ_ μουσείο βασιλείας_ theoi.com
αλοάδες και άρτεμις_αθηναϊκός κρατήρας 500 πΧ_ μουσείο βασιλείας_ theoi.com

Ονομάζονταν οι δίδυμοι Γίγαντες Εφιάλτης και Ώτος οι οποίοι ήσαν γιοί του Αλοέως και της Ιφιμήδειας, ή του Ποσειδώνα και της Ιφιμήδειας. Οι Αλοάδες σε ηλικία 9 ετών (λέγεται ότι σε αυτήν την ηλικία είχαν ύψος περίπου 15 μέτρα) αποφάσισαν να πολεμήσουν εναντίον των θεών και έτσι τοποθέτησαν διαδοχικά την Όσσα επάνω στον Όλυμπο και το Πήλιο επάνω στην Όσσα, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να ανέβουν στον ουρανό και να επιτεθούν στους θεούς. Αυτήν την προσπάθεια προσπάθησε να την σταματήσει ο θεός Άρης, αλλά ηττήθηκε από τους Αλοάδες και φυλακίστηκε για δεκατρείς μήνες σε ένα χάλκινο δοχείο από το οποίο τον ελευθέρωσε ο Ερμής. Η εξόντωσή τους προήλθε από την θεά Αρτέμιδα όταν επιτέθηκε εναντίον τους μεταμφιεσμένη σε ελάφι στεκόμενη ανάμεσά τους……….οι δύο Γίγαντες σημάδεψαν το ελάφι με τα ακόντιά τους αλλά αστόχησαν και σκότωσαν ο ένας τον άλλο. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή τους σκότωσε ο θεός Απόλλων με τα βέλη του.

Εκατόγχειρες – Τριτοπάτορες
Οι Εκατόγχειρες ήσαν οι τρεις γιοί του Ουρανού και της Γαίας με θεϊκές δυνάμεις και οι οποίοι ήλεγχαν τις θύελλες και ανεμοστρόβιλους. Είχαν πενήντα κεφάλια και εκατό χέρια για να ελέγχουν τα φυσικά φαινόμενα που εξουσίαζαν. Υπήρχε και τέταρτος Εκατόγχειρας ο Τυφοεύς ο οποίος όμως ήταν γιος του Τάρταρου. Οι Εκατόγχειρες ήσαν αδελφοί με τους Κύκλωπες και τους Τιτάνες.
ζευς και τυφοεύς_αναπαράσταση υδρίας της χαλκίδας_540 πΧ_μουσείο μονάχου
ζευς και τυφοεύς_αναπαράσταση υδρίας της χαλκίδας_540 πΧ_μουσείο μονάχου

Αναλυτικά ήσαν οι: Βριαρεύς (ο οποίος παντρεύτηκε την Κυμοπόλεια – θηλυκό γίγαντα – κόρη του Ποσειδώνα) Κόττος, Γύης, Τυφοεύς (ο οποίος είχε τερατώδη διάπλαση και όπως θρυλείται το κεφάλι του άγγιζε τα άστρα. Ήλεγχε τους θυελλώδεις ανέμους και νικήθηκε από τον Δία).
Οι Τριτοπάτορες γεννήθηκαν από την Γαία και τον Ουρανό ή τον Ήλιο, προϋπήρχαν όλων, ήταν δαίμονες που φυλούσαν τους ανέμους και ήσαν ο Αμαλκείδης, ο Πρωτοκλής και ο Πρωτοκλέων. Ελατρεύοντο από τους Αθηναίους και ο ναός τους ονομαζόταν Ανάκειο.

Θράκες Γίγαντες (Γιγάντιοι)
Γίγαντες με πόδια ερπετού που προήλθαν από την Γαία και το αίμα που έσταξε στην Γη μετά τον ευνουχισμό του Ουρανού από τον Κρόνο και γεννήθηκαν στην Παλλήνη, την δυτικότερη από τις τρείς χερσονήσους της Χαλκιδικής. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή……..εξοργισμένη η Γαία επειδή οι Ολύμπιοι νίκησαν τους Τιτάνες, γέννησε τους Γίγαντες με σκοπό να επιτεθούν στον ουρανό παίρνοντας εκδίκηση. Επειδή όμως σύμφωνα με έναν χρησμό ουδείς μπορούσε να τους νικήσει χωρίς την συνδρομή θνητού, κλήθηκε ο Ηρακλής προκειμένου να βοηθήσει τους θεούς στην μάχη κατά των Γιγάντων. Τα ονόματά τους αναφέρονται παρακάτω:
Αγασθένης.
Άγριος: Ήταν μισός άνθρωπος και μισός αρκούδα. Ήταν αδελφός του Όρειου και γιός του Πολυφόντη και μιας αρκούδας.
Αιγαίος: Σκοτώθηκε από την Αρτέμιδα.
αλκυονεύς και ύπνος_αθηναϊκός κρατήρας 500 πΧ_ μουσείο paul getty_ theoi.com
αλκυονεύς και ύπνος_αθηναϊκός κρατήρας 500 πΧ_ μουσείο paul getty_ theoi.com
Αλκυονεύς: Ο γηραιότερος των Θρακών Γιγάντων ο οποίος ήταν αθάνατος όσο πολεμούσε στον τόπο που γεννήθηκε. Σκοτώθηκε από τον Ηρακλή ο οποίος τον παρέσυρε εκτός της Παλλήνης (τόπο γέννησης) αφού τον έπληξε με βέλος. Οι επτά πενθούσες κόρες του μεταμορφώθηκαν σε αλκυόνες.
Αρισταίος: Ο μοναδικός που επέζησε από την Γιγαντομαχία, αφού η μητέρα του Γαία τον μεταμόρφωσε σε σκαθάρι και τον έκρυψε στην Σικελία.
Δάμυσος: Ο ταχύτερος από τους Γίγαντες που πολέμησαν εναντίον των θεών. Σκοτώθηκε από τον κένταυρο Χείρωνα ο οποίος πήρε την ταχύτητά του και την τοποθέτησε στην φτέρνα του Αχιλλέα.
Έμφυτος 
αθηνά και εγκέλαδος_αθηναϊκός δίσκος 525 πΧ_μουσείο λούβρου_wikimedia
αθηνά και εγκέλαδος_αθηναϊκός δίσκος 525 πΧ_μουσείο λούβρου_wikimedia
Εγκέλαδος: Σκοτώθηκε από την Αθηνά η οποία τον έθαψε κάτω από το ηφαίστειο της Αίτνας.
Εύβοιος
Ευρύαλος
Ευρυμέδων: Βασιλιάς των Θρακών Γιγάντων ο οποίος ευθύνεται για την ήττα από τους θεούς.
Εύρυτος: Τον σκότωσε ο Διόνυσος με τον θύρσο (διονυσιακή ράβδος η οποία στην άκρη έχει κουκουνάρι).
Εύφορβος
Θεοδάμας
Θεόμισης
Θόων: Σκοτώθηκε από τις Μοίρες ο οποίες τον έδειραν μέχρι θανάτου με χάλκινες ράβδους.
Ιαπετός 
Ιππόλυτος: Τον σκότωσε ο Ερμής φορώντας το κράνος του Άδη (ήταν αόρατος).
Κλύτιος: Σκοτώθηκε από την Εκάτη με πυρσό.
Κοίος
Κρατίων: Σκοτώθηκε από την Αρτέμιδα.
Μίμας: Σκοτώθηκε από τον Ήφαιστο με καυτό μέταλλο.
Μόλιος: Αντίπαλος του θεού Ήλιου. Σκοτώθηκε στο νησί Αία και από το αίμα του λέγεται ότι φύτρωσε το φυτό μώλυ (Όμηρος)
Μύλινος: Από την Κρήτη, τον οποίο σκότωσε ο Δίας.
Λέων: Είχε μορφή λέοντα και σκοτώθηκε από τον Ηρακλή, ο οποίος αφού του αφαίρεσε την λεοντή κατασκεύασε μανδύα, τον οποίο έκτοτε φορούσε.
Όλυμπος: Γίγαντας από την Κρήτη (γιος της Γαίας) ο οποίος μεγάλωσε τον Δία, αλλά αργότερα παρότρυνε τους Γίγαντες να στραφούν εναντίον του.
Όρειος: Ήταν μισός άνθρωπος και μισός αρκούδα. Αδελφός του Άγριου και γιος του Πολυφόντη και μιας αρκούδας.
Ουρανίων
Παγκράτης
Πάλλας: Σκοτώθηκε από την Αθηνά η οποία τον έγδαρε και με το δέρμα του έφτιαξε φόρεμα (εξ’ ου και Παλλάδα).
Πελορεύς: Πολέμησε εναντίον των θεών χρησιμοποιώντας το βουνό Πήλιο. Σκοτώθηκε από τον Διόνυσο.
Περιβοία: Κόρη του βασιλέα των Γιγάντων Ευρυμέδοντα, γιγαντίων διαστάσεων.
ποσειδών και πολυβότης_αττικός κρατήρας 410-400 πΧ__αρχαιολογικό μουσείο βερολίνου_theoi.com
ποσειδών και πολυβότης_αττικός κρατήρας 410-400 πΧ__αρχαιολογικό μουσείο βερολίνου_theoi.com
Πολυβότης: Σκοτώθηκε από τον Ποσειδώνα, ο οποίος τον σκότωσε όταν του πέταξε ένα κομμάτι από την νήσο Κω, δημιουργώντας έτσι την Νίσυρο.
ηρακλής πορφυρίων και ήρα_αθηναϊκός αμφορέας 400 πΧ_μουσείο λούβρου
ηρακλής πορφυρίων και ήρα_αθηναϊκός αμφορέας 400 πΧ_μουσείο λούβρου
Πορφυρίων: Ο δυνατότερος από τους Θράκες Γίγαντες, ο οποίος κατά τον πόλεμο προσπάθησε να βιάσει την Ήρα, αλλά σκοτώθηκε από τον Δία και τον Ηρακλή.
Συκεύς: Κατά την Γιγαντομαχία έφυγε από την μάχη και η μητέρα του Γαία τον μεταμόρφωσε σε δένδρο (συκιά).
Τυφών: Σκοτώθηκε από τον Διόνυσο
Υπέρβιος
Φοίτιος
Κύκλωπες Γηραιοί (Ακμωνίδες)
κύκλωπες στο εργαστήριο του ηφαίστου_ρωμαϊκό ψηφιδωτό της Πομπηάς  100 μΧ_ αρχαιολογικό μουσείο νάπολι_ theoi.com
κύκλωπες στο εργαστήριο του ηφαίστου_ρωμαϊκό ψηφιδωτό της Πομπηάς 100 μΧ_ αρχαιολογικό μουσείο νάπολι_ theoi.com

Ήταν τρεις μονόφθαλμοι – αθάνατοι γίγαντες που σφυρηλάτησαν τους κεραυνούς του Δία. Μόλις γεννήθηκαν ο πατέρας τους Ουρανός τους φυλάκισε στα έγκατα της Γης, μαζί με τους αδελφούς τους Εκατόγχειρες και οι Τιτάνες όταν ανέτρεψαν τον Ουρανό τους μετέφεραν στα Τάρταρα. Τελικά ο Δίας και οι άλλοι θεοί τους απελευθέρωσαν και αυτοί σε αντάλλαγμα χάρισαν στον Δία τον κεραυνό, στον Ποσειδώνα την τρίαινα και στον Πλούτωνα (Άδη) το κράνος, που όποιος το φορούσε γινόταν αόρατος. Λέγεται ότι οι Γηραιοί Κύκλωπες ήταν συνολικά επτά. Οι τέσσερεις επιπλέον ήσαν οι γιοι του Βρόντη, οι οποίοι σκοτώθηκαν από τον Απόλλωνα προκειμένου να εκδικηθεί το θάνατο του γιου του Ασκληπιού, ο οποίος χτυπήθηκε από κεραυνό.
Αναλυτικά ήσαν οι: Βρόντης, Στερόπης, Άργης, Ευρύαλος, Ελατρεύς, Τράχιος, Αλιμήδης.

Κύκλωπες Νέοι
νέοι κύκλωπες
Η φυλή των νεότερων Κυκλώπων που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας στο ταξίδι του ήταν μια εντελώς διαφορετική φυλή, πιθανότατα δημιουργημένη από το αίμα του ευνουχισμένου Ουρανού που έσταξε στην γη. Γνωστότερος όλων είναι ο Πολύφημος, υιός του Ποσειδώνα και της νύμφης Θοώσης τον οποίο σκότωσε ο Οδυσσέας. Ίσως η πληροφορία ότι ο Πολύφημος είχε έναν οφθαλμό να είναι εσφαλμένη, καθότι ο Όμηρος στην Οδύσσεια αφενός δεν αναφέρει ότι ήταν μονόφθαλμος και αφετέρου μετά από προσεκτική ανάγνωση, συμπεραίνεται ότι διέθετε δύο οφθαλμούς.

Άλλοι Γίγαντες ήσαν οι παρακάτω:
Άγρειος: Ήταν γιός της Γαίας και σκοτώθηκε από τις Μοίρες με ορειχάλκινες ράβδους.
Άλπος: Σικελός Γίγαντας, γιός της Γαίας ο οποίος σκοτώθηκε από τον Διόνυσο.
Άναξ: Γιός της Γαίας και του Ουρανού από την Μίλητο της Λυδίας και πατέρας του γίγαντα Αστέριου.
ηρακλής εναντίον ανταίου_αθηναϊκό δοχείο 480 πΧ_ μουσείο nationale gerite italy_ theoi.com
Ανταίος: Υιός του Ποσειδώνα και της Γαίας και βασιλιάς της Λιβύης, ο οποίος πάλευε μέχρι θανάτου με όσους επισκέπτονταν το βασίλειό του και με τα κρανία τους έχτιζε την οροφή του ναού που ήταν αφιερωμένος στον πατέρα του. Ο Ανταίος αντλούσε την δύναμή του από την μητέρα του Γαία όσο πατούσε στο έδαφος. Σκοτώθηκε από τον Ηρακλή ο οποίος ακολουθώντας την συμβουλή της θεάς Αθηνάς, αφού τον σήκωσε ψηλά τον έσφιξε συντρίβοντας τα πλευρά.
Αντιφάτης: Γιός του Ποσειδώνα και της Γαίας, βασιλιάς των Λαιστρυγόνων (ανθρωποφάγοι Γίγαντες) τους οποίους αντιμετώπισε ο Οδυσσέας.
Αντιφάτιδες (σύζυγος και κόρη): Ήσαν θηλυκοί Γίγαντες, γεγονός σπάνιο στην Ελληνική μυθολογία. Η κόρη περιγράφεται ως «πανύψηλη και παντοδύναμη» και η σύζυγος καθήμενη στον θρόνο «ψηλή σαν βουνό».
ερμής εναντίον άργους πανόπτου_αθηναϊκό βάζο 500 πΧ_ιστορικό μουσείο βιέννης_ theoi.com
ερμής εναντίον άργους πανόπτου_αθηναϊκό βάζο 500 πΧ_ιστορικό μουσείο βιέννης_ theoi.com
Άργος Πανόπτης: Γίγαντας με εκατό μάτια ο οποίος ζούσε στην Αργολίδα και είχε ορισθεί από την Ήρα να φυλάει την νύμφη Ιώ, την οποία είχε μεταμορφώσει σε λευκή αγελάδα όταν συνέλαβε τον Δία να ερωτοτροπεί μαζί της. Ο Δίας προκειμένου να σώσει την ερωμένη του έστειλε τον Ερμή ο οποίος σκότωσε με το ξίφος του τον Άργο και ελευθέρωσε την Ιώ.
Αστέριος: Γίγαντας από την Λυδία γιός του Άνακτα (βλ. Άναξ).
Άζειος: Γίγαντας από την Αρκαδία ο οποίος πολέμησε στον πόλεμο με τους Τιτάνες. Ήταν πρόγονος των Αρκάδων βασιλέων.
Βορεάδες Γίγαντες: Τρείς γιοί του Βορέα (βόρειου ανέμου) και της Χιόνης, οι οποίοι ήσαν αρχιερείς της Υπερβόρειας φυλής.
Γηγενείς: Ήταν φυλή Γιγάντων (γιοί της Γαίας) οι οποίοι είχαν έξι χέρια έκαστος και σκοτώθηκαν από τους Αργοναύτες στην Μυσία.
Ηρακλής και Γυριόνης_αττικός αμφορέας 550-540 πΧ__μουσείο λούβρου theoi.com
Ηρακλής και Γυριόνης_αττικός αμφορέας 550-540 πΧ__μουσείο λούβρου theoi.com

Γηρυόνης: Γίγαντας με τρία σώματα, γιός του Χρυσάορα και της Καλλιρόης, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλής σε έναν από τους 12 άθλους του.
Δάμασην: Γίγαντας από την Λυδία ο οποίος νίκησε έναν δράκοντα που τρομοκρατούσε την περιοχή.
Εχιδνάδης: Γίγαντας με πόδια ερπετού, γιός της Έχιδνας ο οποίος σκοτώθηκε από τον Άρη.
Θούριος: Ο συγκεκριμένος Γίγαντας λέγεται ότι πολέμησε με τον Ηρακλή.
Κακός: Λατίνος γίγαντας με φλογισμένη αναπνοή τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλής.
Κυμοπόλεια: Ανήκε στις Αλιάδες (θαλάσσιες νύμφες) ήταν κόρη του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης και σύζυγος του Εκατόγχειρα Βριάρεως.
Λαιστρυγόνες: Φυλή ανθρωποφάγων Γιγάντων γιών του Ποσειδώνα και της Γαίας τους οποίους αντιμετώπισε ο Οδυσσέας στο ταξίδι του. Ζούσαν στην γη όπου ο «ήλιος δεν δύει ποτέ».
Οπλόδαμος: Αδελφός των Θρακών Γιγάντων ο οποίος τους ώθησε σε πόλεμο προς βοήθεια της Ρέας όταν της επιτέθηκε ο Τιτάνας Κρόνος αφού έμαθε ότι έκρυβε τον νεογέννητο Δία.
Οιόλυκα: Ήταν Αλιάδα (θαλάσσια Νύμφη) κόρη του Εκατόγχειρα Βριάρεως.
Ρόδιοι Γίγαντες: Φυλή Γιγάντων της Ρόδου.
ταλώς και αργοναύτες_αθηναϊκός κρατήρας_μουσείο  ruvo ιταλία
ταλώς και αργοναύτες_αθηναϊκός κρατήρας_μουσείο ruvo ιταλία

Ταλώς: Ορειχάλκινος μηχανικός Γίγαντας που είχε κατασκευάσει ο Ήφαιστος και ο οποίος περιπολούσε στο νησί Κρήτη. Σκοτώθηκε από την Μήδεια, όταν προσπάθησε να εμποδίσει τους Αργοναύτες να αποβιβασθούν στο νησί. Είχε δοθεί σαν δώρο από τον Δία στην ερωμένη του Ευρώπη για να την προστατεύει όταν της χάρισε την Κρήτη.
απόλλων τίτυος και λητώ_αθηναϊκή πελίκη 440 πΧ_μουσείο λούβρου
απόλλων τίτυος και λητώ_αθηναϊκή πελίκη 440 πΧ_μουσείο λούβρου

Τίτυος: Παράνομος Γίγαντας, υιός της Γαίας, ο οποίος σκοτώθηκε από τον Απόλλωνα και την Αρτέμιδα, όταν αποπειράθηκε να βιάσει την μητέρα τους Λητώ, ενώ αυτή πήγαινε στους Δελφούς.
Ύλλος: Γίγαντας από την Λυδία της Ανατολίας.
Χάρυβδις: Κόρη του Ποσειδώνα η οποία ήταν από τους θεούς αλυσοδεμένη στα στενά της Μεσσήνης (Σικελία) απέναντι της Σκύλλας και με την αναπνοή της δημιουργούσε θαλάσσιες δίνες. Αναφέρεται από τον Όμηρο ως θεά της παλίρροιας.
Χθόνιος: Γιός της Γαίας τον οποίο η Γαία ώθησε να πολεμήσει κατά του Διόνυσου, υποσχόμενη να του δώσει την Αφροδίτη.
Χρυσάωρ: Γιός της γοργόνας Μέδουσας και του Ποσειδώνα, ο οποίος στην μυθολογία εμφανίζεται συνήθως ως Γίγαντας αλλά συναντάται και ως φτερωτός αγριόχοιρος, όπως ο αδελφός του Πήγασος ως φτερωτό άλογο.
o ωρίων αναζητώντας το φως του_πίνακας  νικολά πουσέν στο μητροπολιτικό μουσείο τέχνης 1658_wikipedia
o ωρίων αναζητώντας το φως του_πίνακας νικολά πουσέν στο μητροπολιτικό μουσείο τέχνης 1658_wikipedia

Ωρίων: Ήταν ένας εμφανίσιμος Γίγαντας (γιός του Ποσειδώνα και της Ευρυάλης) ο οποίος είχε την ικανότητα να περπατά επάνω στο νερό. Αρχικά υπηρετούσε τον βασιλιά της Χίου Οινοπίωνα ως κυνηγός, αλλά όταν βίασε την κόρη του Μερόπη τυφλώθηκε και εξορίσθηκε από το νησί. Τότε ταξίδεψε μέχρι την Λήμνο για να ζητήσει βοήθεια από τον πατέρα του Ποσειδώνα προκειμένου να βρει το φως του. Ο Ποσειδών του έδωσε για συνοδεία τον βοηθό του Κεδαλίωνα για να τον συνοδέψει στο μέρος που ανατέλλει ο θεός Ήλιος προκειμένου να ξαναβρεί την όρασή του, γεγονός που συνέβη. Στην επιστροφή ο Ωρίων κατέληξε στην Δήλο, ή την Κρήτη όπου κυνηγούσε μαζί με την θεά Αρτέμιδα, η οποία μετά τον θάνατό του, τον μετέτρεψε σε αστερισμό.
Πηγές – Βιβλιογραφία
theoi.com
Όμηρος: «Ιλιάδα», «Οδύσσεια» 8ος αι. π.Χ
Ησίοδος: «Θεογονία» «Κατάλογοι Γυναικών» 8ος – 7ος αι. π.Χ
Πίνδαρος: «Ωδές» 5ος αι. π.Χ
Απολλόδωρος: Βιβλιοθήκη – ελληνική μυθογραφία 2ος αι. μ.Χ
Καλλίμαχος: Ύμνοι 3ος αι. π.Χ
Κουίντος Σμυρναίος: Πτώση της Τροίας – ελληνικά έπη 4ος αι. μ.Χ
Παυσανίας: Περιγραφή της Ελλάδας 2ος αι. μ.Χ
Διόδωρος Σικελιώτης: Βιβλιοθήκη Ιστορίας – ελληνική ιστορία 1ος αι. π.Χ
Γάιος Ιούλιος Υγίνος: Ιστορίες – αστρονομικά 2ος αι. μ.Χ
Οβίδιος: Μεταμορφώσεις – λατινικό έπος 1ος αι. π.Χ – 1ος αι. μ.Χ
Βιργίλιος: Αινειάδα – λατινικό έπος 1ος αι. π.Χ
Βιργίλιος: Γεωργικά – λατινικό ειδυλλιακό 1ος αι. π.Χ
Προπέρτιος: Ελεγείες 1ος αι. π.Χ
Πλίνειος ο πρεσβύτερος: Φυσική Ιστορία – λατινική εγκυκλοπαίδεια 1ος αι. μ.Χ
Σενέκας ο νεώτερος: Ηρακλής – λατινική τραγωδία 1ος αι. μ.Χ
Πούμπλιος Παπίνιος Στάτιος: «Θηβαΐς» «Δάση» – λατινικά έπη 1ος αι. μ.Χ
Νόννος ο Πανοπολίτης: Διονυσιακά – ελληνικό έπος 5ος αι. μ.Χ

source

Monday, 5 May 2014

Ηλιακό ρολόϊ στο Δίον

Μεγάλη προσπάθεια καταβλήθηκε από τους αρχαίους ΄Ελληνες για τη σωστή μέτρηση του χρόνου. Αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν δυο κατηγορίες οργάνων/μηχανισμών: τα υδραυλικά ρολόγια που είχαν κοινό πρόγονό τους την κλεψύδρα («κλέπτειν ύδωρ») και τα ηλιακά ρολόγια, που πρόγονό τους είχαν τον γνώμονα και τα σκιοθηρικά όργανα. Τον γνώμονα πρωτοκατασκεύασε ο Αναξίμανδρος, ενώ του πρώτου ηλιακού ρολογιού εφευρέτης και κατασκευαστής ήταν ο Απολλώνιος ο Περγαίος (από την Πέργη της Παμφυλίας), ο τρίτος σε αξία μαθηματικός της εποχής μετά τον Αρχιμήδη και τον Ευκλείδη. Εκτός από τα ηλιακά ρολόγια ασχολήθηκε και με την κατασκευή υδραύλων, δηλαδή υδραυλικών μουσικών οργάνων που λειτουργούσαν με νερό. Διασώθηκαν 4 έργα του και χάθηκαν 17 (!)
 

Τα ηλιακά ρολόγια είναι η πιο διαδεδομένη ομάδα μηχανισμών και οργάνων της ελληνιστικής περιόδου, αρχιτεκτονικά ευρήματα μοναδικά στο είδος τους παρά τη στατική μορφή τους. Αποτελούνταν από ένα γνώμονα που έριχνε τη σκιά του πάνω σ’ ένα σύστημα εγχάρακτων ενδείξεων που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «ανάλημμα».Το ανάλημμα περιλάμβανε δυο καμπύλες : η πλησιέστερη προς το γνώμονα αντιπροσώπευε την άκρη της σκιάς την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου και είχε μικρότερο μήκος. Η δεύτερη και πιο μακριά καμπύλη αντιπροσώπευε την πορεία της σκιάς την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου.Μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στις δύο καμπύλες αντιπροσώπευε την διαδρομή της σκιάς στις ημέρες της ισημερίας και όριζε την κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά.Οι δυο καμπύλες συνδέονταν με γραμμές που σχημάτιζαν έντεκα ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία επέτρεπαν την ανάγνωση της ώρας.
 

Το κεντρικό τμήμα, στο οποίο έπεφτε η σκιά το μεσημέρι, προσδιόριζε τη διεύθυνση Βορρά-Νότου.Τα ηλιακά ρολόγια ήσαν τοπικής χρήσεως σ’ αντίθεση με τα μεταφερόμενα ηλιακά ρολόγια, που αποτέλεσαν εξέλιξή τους και χρησίμευσαν επί πλέον είτε ως αστρονομικά όργανα είτε ως ναυτικά

Sunday, 4 May 2014

Κούροι και Κόρες


Κούρος Αναβύσσου (Κροίσος - 530 π.Χ.)
Κούρος Αναβύσσου (Κροίσος – 530 π.Χ.)

Κούροι: Ο Κούρος, ο «ανδρόπαις», είναι τύπος αγάλματος της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής, ο οποίος απαντάται κατά την Αρχαϊκή εποχή και πιο συγκεκριμένα από τις αρχές του 7ου μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. (600 – 480 π.Χ.). Πρόκειται για τον τύπο της όρθιας, γυμνής και αγένειας ανδρικής μορφής, η οποία ευρίσκεται σε στάση μετωπική και άκαμπτη, σχεδόν ιερατική, με το βάρος του σώματος ισοδύναμα μοιρασμένο στα δύο πόδια, που πατούν σταθερά στο έδαφος και με τα δύο πέλματα, με ελαφρώς προβεβλημένο – προτεταμένο το αριστερό πόδι, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά του σώματος (οι παλάμες των χεριών είναι σφιγμένες σε γροθιές, οι οποίες ακουμπούν ή σχεδόν ακουμπούν στους μηρούς) και με «δαιδαλικού» τύπου κόμμωση. Σε κάθε περίπτωση, οι κούροι διακρίνονται για τη συμμετρία τους, την ακαμψία τους και το ιδιαιτέρως μεγάλο, αρχικώς, μέγεθός τους (ξεπέρασαν ακόμη και τα 5 μέτρα – π.χ. ο κολοσσός των Ναξίων στη Δήλο, οι κούροι από το ιερό του Ποσειδώνος στο Σούνιο και ο κούρος της Σάμου).

Κούρος Σουνίου (ναός Ποσειδώνος - 600 π.Χ.)
Κούρος Σουνίου (ναός Ποσειδώνος – 600 π.Χ.)

Είναι, ωστόσο, σημαντικό να ειπωθεί, ότι στις αρχές του 5ου αιώνα (ύστερη Αρχαϊκή περίοδος) συντελέσθηκε μία σημαντική μεταβολή, καθότι τα νέα αγάλματα δεν μοίραζαν πλέον το βάρος στα δύο σκέλη, αλλά, λυγίζοντας ελαφρά το ένα, άφηναν το βάρος στο άλλο. Το μέγεθός τους μειώθηκε και υπήρξε σ’αυτούς μία πιο ρεαλιστική απεικόνιση του ανθρώπινου σώματος (σε φυσικό μέγεθος ή σε μικρότερο), με «σπάσιμο» της απόλυτης ακαμψίας (η πλαστικότητα αντικαθιστά τη γραμμική απόδοση των μυών και της ανατομίας, όπου παρατηρείται πλέον κίνηση και των χεριών, τα οποία λυγίζουν σταδιακά περισσότερο και απελευθερώνονται από τα πλευρά και τους μηρούς). Ένα από τα πρώτα έργα, στα οποία έχει αποτυπωθεί αυτή η πλήρης μεταβολή είναι το «παιδί του Κριτίου» (περί το 480-485 π.Χ.), το οποίο ευρίσκεται στο μουσείο της Ακροπόλεως, ενώ μία αρχική μεταβολή είχε ήδη παρατηρηθεί και στον προηγηθέντα περίφημο κούρο της Αναβύσσου (Κροίσος – περί το 530 π.Χ.), ο οποίος ευρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Σε κάθε περίπτωση, την εξέλιξη των κούρων μπορεί κάποιος να την παρακολουθήσει στους αττικούς κούρους, αφενός διότι η Αττική ήταν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής έργων πλαστικής της Αρχαϊκής εποχής και αφετέρου διότι από την Αττική έχουμε μία πλήρη σειρά κούρων, οι οποίοι καλύπτουν όλη την Αρχαϊκή περίοδο, ήτοι από τα τέλη του 7ου αιώνα, με τους κούρους του Διπύλου και του Σουνίου, έως και τα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., με τον Αριστόδικο, με τον οποίο, ουσιαστικώς, κλείνει η σειρά των αττικών κούρων.
Κούρος Μερέντας (540-530 π.Χ.)
Κούρος Αναβύσσου (Κροίσος – 530 π.Χ.)

Το πρόσωπο ενός κούρου, είτε είναι απαθές και ανέκφραστο, είτε έχει το περίφημο «αρχαϊκό μειδίαμα». Αυτό το μειδίαμα των κούρων δεν είναι ψεύτικο και δεν οφείλεται σε μία αδεξιότητα των δημιουργών τους, όπως είχαν ισχυρισθεί κάποιοι στο παρελθόν. Αντιθέτως, αποτελεί μία χαρακτηριστική λεπτομέρεια, η οποία, μαζί με όλη την άλλη επεξεργασία του σώματος και, κυρίως, του προσώπου, εκφράζει τη χαρά και την απέραντη αγαλλίαση του ανθρώπου μπροστά στο θαύμα του κόσμου. Η στάση αυτή σφραγίζει την ώριμη, όπως χαρακτηρίζεται στην τέχνη, αρχαϊκή εποχή. Ούτε πριν, αλλά ούτε και μετά, υπάρχει αυτό το μειδίαμα. Στους πρώτους κούρους εντοπίζει ακόμη ο θεατής μία έκφραση υπεράνθρωπη ή δαιμονική, όπως είχε χαρακτηρισθεί παλαιότερα. Στους κούρους, όμως, οι οποίοι θα ακολουθήσουν, η χαρά θα δώσει τη θέση της σε μία σοβαρή έκφραση, άλλως σε μία στάση ευθύνης, η οποία φθάνει τα όρια του τραγικού στα τελευταία χρόνια της αρχαϊκής περιόδου.
Ο φαραώ Μυκερίνος και τοπικές αιγυπτιακές θεότητες
Ο φαραώ Μυκερίνος και τοπικές αιγυπτιακές θεότητες

Οι κούροι (μαζί με τις κόρες) θεωρούνται οι πλέον χαρακτηριστικές δημιουργίες της αρχαϊκής γλυπτικής. Τα πρωϊμότερα παραδείγματα χρονολογούνται στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. και προέρχονται από τις Κυκλάδες και τη Σάμο. Εμφανώς επηρεασμένα από την αιγυπτιακή παράδοση, είναι κολοσσιαίων διαστάσεων (έως 5 και πλέον μέτρα ύψος). Ωστόσο, σε αντίθεση με τα αιγυπτιακά αγάλματα, οι κούροι είναι γυμνοί, στοιχείο, το οποίο αποτελεί ελληνικό γνώρισμα. Οι Έλληνες δημιουργοί, λοιπόν, «γύμνωσαν» το αιγυπτιακό πρότυπο. Στη συνέχεια δε, ελευθέρωσαν τα χέρια από την πέτρα. Τα πρώϊμα παραδείγματα κούρων αντανακλούν τις πρώτες απόπειρες των Ελλήνων να εξοικειωθούν με το υλικό των γλυπτών και την τεχνική κατεργασίας του.
Κούρος Μερέντας (540-530 π.Χ.)
Κούρος Μερέντας (540-530 π.Χ.)

Οι κούροι φαίνεται, ότι αποτελούσαν το πρότυπο του νέου άνδρα, τη διαχρονική αναπαράσταση της ανδρικής ομορφιάς, όπως την αντίκριζαν καθημερινά οι αρχαίοι Έλληνες στους αθλητικούς αγώνες της αρχαϊκής κοινωνίας.  «Ο νέος άνθρωπος, στην πιο καλή του ώρα, θα στηθεί στα ιερά, ‘άγαλμα’ για τον θεό, είτε αποτελεί εικόνα του ίδιου του θεού, είτε εικόνα του ανθρώπου, που προσφέρεται στον θεό¨ και η ίδια αυτή μορφή θα υψωθεί επάνω στους τάφους των ανδρών, μνήμα της αλκής και της ομορφιάς τους, όχι εικόνα εφήμερη μιας συμπτωματικής στιγμής της ζωής τους».
Κούρος Κερατέας (μέσα 6ου αιώνα π.Χ.)
Κούρος Κερατέας (μέσα 6ου αιώνα π.Χ.)

Η ερμηνεία των κούρων εξακολουθεί να αποτελεί ένα αίνιγμα. Οι περισσότεροι μελετητές πιστεύουν, ότι αποτελούν εξιδανικευμένες απεικονίσεις ανδρών και όχι συγκεκριμένων προσώπων. Ωστόσο, η επιγραφή στη βάση του κούρου της Αναβύσσου (Κροίσου) έχει προκαλέσει συζητήσεις, ως προς το εάν αναφέρεται απλώς στο νεκρό ή και στη μορφή του αγάλματος. Άλλοι, εξάλλου, ερευνητές πιστεύουν, ότι, τουλάχιστον, ορισμένοι από αυτούς αποτελούσαν απεικονίσεις του θεού Απόλλωνα. Σε κάθε περίπτωση, κατά πολλούς ερευνητές, ευθύς εξαρχής, ο ίδιος ο γιγαντισμός των πρώτων – αρχικών κούρων τονίζει την αμφισημία του τύπου. Για παράδειγμα, οι κολοσσοί της Σάμου και του Σουνίου είναι οπωσδήποτε υπερφυσικοί για να αποτελούν απλώς την αναπαράσταση του θνητού, ο οποίος τους αφιέρωσε, ενώ ακόμα πιο απίθανο είναι να εικονίζουν τη θεότητα, στην οποία είχαν αφιερωθεί – στη μία περίπτωση την Ήρα και στην άλλη τον Ποσειδώνα. Επίσης, καίτοι σε πολλές περιπτώσεις (ιδίως στο Νάξιο κολοσσό της Δήλου) η εξειδίκευση είναι εμφανής, πιθανότατα δεν πρόκειται ούτε για αγάλματα του Απόλλωνα, όπως πολλοί ερευνητές πίστευαν παλαιότερα. Ούτως ή άλλως και πιθανότατα, αυτό το οποίο οι πιστοί επιθυμούσαν να προσφέρουν ήταν απλά ένα άγαλμα, ένα «ωραίο αντικείμενο», μία εικόνα απόλυτης ομορφιάς, που δεν αναπαριστούσε ούτε θεό, ούτε άνθρωπο, αλλά κάθε φορά έπλαθε από την αρχή την ιδέα του ανθρώπου και ταυτόχρονα, όπως ήταν φυσικό, την ιδέα του θεού.Σε κάθε περίπτωση, οι κούροι χρησιμοποιήθηκαν, τόσο ως ταφικά σήματα (επιτύμβια αγάλματα), όσο και ως αναθήματα σε ιερά (λατρευτικά και αναθηματικά αγάλματα).
Η εκπληκτικής ομορφιάς κόρη της Μερέντας (550-540 π.Χ.)
Η εκπληκτικής ομορφιάς κόρη της Μερέντας (550-540 π.Χ.)

Κόρες: «Απέναντι στον γυμνό νέο στέκεται η ντυμένη νέα». Η κόρη, το θηλυκό αντίστοιχο του Κούρου, είναι ο τύπος αγάλματος της Αρχαϊκής περιόδου, ο οποίος απεικονίζει ντυμένη γυναικεία μορφή, που είχε αντίστοιχη με τον κούρο αναθηματική ή ταφική χρήση. Σε αντίθεση με τους κούρους, ο τύπος της κόρης δεν είναι καθορισμένος με μεγάλη αυστηρότητα. Πέραν της τυπικής όρθιας και μετωπικής στάσεώς τους και την προβολή του ενός χεριού, με το οποίο κρατούν μία προσφορά, οι κόρες παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, κυρίως, ως προς τη μορφή του ενδύματος και τον τρόπο, που το φορούν, καθώς και ως προς τα κοσμήματα και τις κινήσεις των χεριών (άλλοτε μπροστά στο στήθος, άλλοτε προτεταμένα με την προσφορά και άλλοτε ανασύροντας το ένδυμα). Στις κόρες, λοιπόν, η εξέλιξη της τεχνοτροπίας επικεντρώνεται, κυρίως, στην απόδοση των ενδυμάτων. Τα γυναικεία ενδύματα απαρτίζονται από τρία κομμάτια: χονδρό μάλλινο πέπλο, ιμάτιο από λεπτό λινό και ιμάτιο ως πανωφόρι. Ορθογώνια και τα τρία, χρησιμοποιούντο με ποικίλους τρόπους και στερεώνονταν με κουμπιά και πόρπες, διαμορφώνοντας ενδιαφέρουσες πτυχώσεις. Σε κάθε περίπτωση, το νέο στοιχείο του ενδύματος «περιπλέκει περισσότερο το πλαστικό πρόβλημα, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες, αλλά συγχρόνως προσφέρει νέα στοιχεία για γλυπτική επεξεργασία, νέα εκφραστικά μέσα, πλουτίζει την κλίμακα της πλαστικής, που γίνεται έτσι πιο πολύφωνη και πολύτροπη. Η προσπάθεια του τεχνίτη να επιτύχει την αρμονική και ισότιμη συζυγία των δύο μελών, του σώματος και του ενδύματος, ήταν μακρόχρονη και επίπονη».


Επιμέλεια κειμένου και φωτογραφίες: Δημήτριος Κλούρας

Tuesday, 29 April 2014

Οι Σειρήνες μεσα στην Ελληνικη μυθολογία

Οι Σειρήνες ηταν κόρες του ποταμού Αχελώου και της μούσας Μελπομένης ,γυναικες εξαιρετικής ομορφιάς που έπαιζαν μουσική και τραγουδούσαν. Τα ονόματά τους ανταποκρίνονταν στην υπέροχη φωνή τους:Θελξιέπεια, Αγλαοφήμη, Μόλπη, Λίγεια, Παρθενόπη, Αλλαοφώνη κ.α. Ο Ησιοδός αναφέρει οτι ηρεμούσαν ακόμη και τους ανέμους.Στην Οδύσσεια ο περιπλανώμενος Οδυσσέας είχε ενημερωθεί από την Κίρκη για το γοητευτικό τραγούδι τους με το οποίο παγίδευαν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες, που πλησιάζοντας είτε ξεχνούσαν τον προορισμό τους, είτε κατασπαράζονταν απ΄ αυτές, κι έτσι διέταξε σε όλο το πλήρωμα του να βάλουν κερί στα αυτιά τους ώστε να μην ακούν το τραγούδι τους.Ο ίδιος ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι ώστε μόνο αυτος να ακούσει το τραγούδι τους ,αλλα να μη παρασυρθεί στη γοητεία τους.Πριν τον Οδυσσέα μόνο οι Αργοναύτες είχαν καταφέρει να περάσουν από την περιοχή τους, όταν ο Χείρων είχε προειδοποιήσει τον Ιάσονα να πάρει μαζί του τον Ορφέα ο οποίος με το τραγούδι του ξεπέρασε σε ομορφιά τις σειρήνες και κατόρθωσαν τελικά να διαφύγουν χωρίς απώλειες.

Για τις Σειρήνες υπάρχουν πολλές παραδόσεις μεσα στην Ελληνικη μυθολογία.Λέγεται ότι κάποτε κάλεσαν τις μούσες σε διαγωνισμό. Οι μούσες τις νίκησαν και για να τιμωρήσουν την αλαζονική τους συμπεριφορά τις μεταμόρφωσαν. Κατά μία άλλη παράδοση τις μεταμόρφωσε έτσι η θεά Αφροδίτη γιατί ήταν απρόσιτες στον έρωτα. Άλλοι πάλι λένε ότι ήταν φίλες της Περσεφόνης κι όταν ο Άδης την πήρε στον Κάτω Κόσμο, απαρηγόρητες εκείνες θέλησαν να φύγουν μακριά από τους ανθρώπους. Η Δήμητρα τις μεταμόρφωσε, γιατί άφησαν αβοήθητη την Περσεφόνη κι αυτές εγκαταστάθηκαν κάπου στη θάλασσα και εκδικούνταν τους ανθρώπους. Το σημείο που όλες οι παραλλαγές συμφωνούν είναι η μαγευτική μουσική τους. Σύμφωνα με την πυθαγόρεια αντίληψη αυτές δημιουργούν την ουράνια αρμονία.Την αντίληψη αυτή φαίνεται να ασπάζεται ο Πλάτων στο μύθο του Ηρός. Μάλιστα εδώ θεωρεί ότι είναι οχτώ και καθεμιά παράγει ένα μουσικό τόνο, μια νότα, ώστε όλες μαζί δημιουργούν την αρμονία των σφαιρών.Οι μοίρες σύμφωνα με τον Πλάτωνα τραγουδούσαν σύμφωνα με το αρμονικό σύστημα των Σειρήνων.

Πλάτων-Πολιτεία;'Επτά ημέρες έμειναν οι ψυχές στο λιβάδι και την όγδοη πορεύτηκαν σε ένα τόπο, όπου έβλεπαν ένα φως σαν ουράνιο τόξο, αλλά πολύ λαμπρότερο και καθαρότερο. Εκεί, μετά από μιας ημέρας δρόμο, είδαν να’ ναι τεντωμένες από τον ουρανό οι άκρες των δεσμών που το συγκρατούσαν. Αυτό το φως ήταν ο σύνδεσμος του ουρανού που συγκρατούσε την ουράνια περιφορά. Από τις άκρες των δεσμών του ήταν σφιχτά στερεωμένο το αδράχτι της Ανάγκης, το οποίο προκαλεί όλες τις κινήσεις . Το αδράχτι είχε στέλεχος και αγκίστρι από σκληρό μέταλλο και σφόνδυλο που ήταν κοίλος και περιείχε άλλους επτά σφονδύλους. Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες και περιστρέφονταν Σειρήνες, μια πάνω σε κάθε κύκλο. Κάθε Σειρήνα έβγαζε από μέσα της έναν ήχο και όλες μαζί σχημάτιζαν ένα αρμονικό ταίριασμα από νότες. Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων, πάνω στα γόνατα της Ανάγκης, παρακολουθούσαν καθισμένες πάνω σε θρόνους οι τρεις Μοίρες, η Λάχεσις, η Κλωθώ και η Άτροπος και τραγουδούσαν η καθεμιά πάνω στη μελωδία των Σειρήνων. Η Λάχεσις τα περασμένα, η Κλωθώ τα τωρινά και η Άτροπος τα μελλούμενα.''

Η νήσος των Σειρήνων ή Σειρηνουσσών δεν είναι επακριβώς ταυτοποιημένη ούτε και μυθολογικά. Οι διάφοροι μελετητές έχουν προτείνει πάμπολλες τοποθεσίες. Ωστόσο, κατά την επικρατούσα άποψη βρισκόταν στην παραλία της Καμπανίας πλησίον της Νεαπόλεως.

Sunday, 27 April 2014

Τα ηθικα διδάγματα των Ηρώων στα Ομηρικά Έπη

Τα Ομηρικά Έπη είναι γραμμένα με τέτοιον τρόπο, ώστε η θυσία να είναι γλυκιά και με μία αίσθηση ηρωισμού που να μη δημιουργεί τρόμο. Ωθούν τον αναγνώστη ν’ αγαπά, να θαυμάζει τον Αχιλλέα και να ταυτίζεται μ’ αυτόν. Αυτό γίνεται πολύ εύκολα όταν το άτομο ζει σε μία κοινωνία οργανωμένη και συχνά του ζητούνται παραπάνω από όσα θέλει να δώσει.Ο Αχιλλέας είναι το τραγικό πρόσωπο της Ιλιάδας, αλλά όλοι ταυτίζονται μαζί του. Είναι τόσο τέλεια γραμμένα τα Έπη, που, ενώ οι άνθρωποι συνήθως ταυτίζονται με το νικητή ηγέτη, στο έργο αυτό ταυτίζονται με το νεκρό ήρωα. Ξέρουν από την αρχή ότι ο Αχιλλέας σκοτώνεται και σκιρτάει η καρδιά τους κάθε φορά που διαβάζουν τους λόγους του εναντίον του Αγαμέμνονα, εναντίον της εξουσίας, εναντίον του συστήματος. Σκιρτάει η καρδιά των Ελλήνων, όταν ο αγαπημένος τους ήρωας απειλεί να γκρεμίσει μόνος του —κι αυτό έχει σημασία— τις πύλες της Τροίας. Απειλεί Θεούς και δαίμονες και δε διστάζει να απειλήσει και τον Απόλλωνα.Αυτό είναι και το αποκορύφωμα του έργου, η απαρχή της θυσίας. Οι Έλληνες ταυτίζονται μ’ έναν ήρωα άφοβο για τον οποίο ξέρουν, όπως κι ο ίδιος ξέρει ότι θα νικηθεί από τον Υιό τού μεγάλου Θεού και δε φοβούνται το θάνατο. Ο θάνατος για τον Έλληνα είναι απειροελάχιστο κόστος για μία τέτοια στιγμή μεγαλείου κι αποθέωσης.Σε ένα αυστηρό σύστημα πάντα θα βρεθεί ένας άνθρωπος να σηκώσει το ανάστημά του εναντίον της αδικίας και της εξουσίας. Η διαφορά όμως με τους άλλους λαούς είναι ότι θα τον εγκαταλείψουν στην τύχη του, θα τον αφήσουν να θυσιαστεί μόνος του, ενώ οι Έλληνες μ’ αυτήν την παιδεία θα ταυτιστούν με το μοναχικό άνθρωπο και θα του δώσουν τη δύναμή τους.

Στην κοινωνία που είναι οργανωμένη, πάντα υπάρχουν άνθρωποι όπως ο Αγαμέμνονας, ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, αλλά κι ο Θερσίτης. Όλοι αυτοί έχουν το ρόλο τους στην επίτευξη του στόχου. Όλοι προσπαθούν, ο καθένας με τον τρόπο του. Όμως αυτό που μένει από την Ιλιάδα είναι ότι σ’ έναν αγώνα στον οποίο είναι αρχηγός ο Αγαμέμνονας, αγαπημένος ήρωας και τραγικό πρόσωπο είναι ο Αχιλλέας κι αυτός που δίνει στο τέλος τη νίκη είναι ο πανέξυπνος Οδυσσέας. Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει θεϊκή επέμβαση άμεση, όλοι, εφόσον κάθονται στα συμβούλια, έχουν τη δική τους άποψη και κρίνονται. Δεν υπάρχει το απόλυτα σωστό που το γνωρίζει κάποιος. Όλοι προσπαθούν σύμφωνα με τις δυνατότητές τους. Ο Οδυσσέας χαίρει της εκτίμησης όλων, χωρίς να μειονεκτεί σε γενναιότητα, λόγω της εξυπνάδας του. Από τον πρώτο μέχρι και τον τελευταίο που συμμετέχει στην εκστρατεία, όλοι έχουν την ίδια άποψη για τον ήρωα. Στην κοινωνία μας ο βασιλιάς κι ο πρώτος της ιεραρχίας αξιωματικά είναι ο πιο έξυπνος κι ο πιο γενναίος. Ο Οδυσσέας χάνεται σ’ αυτήν την κοινωνία μέσα στα παρασκήνια, όπου συσκέπτονται οι μυστικοσύμβουλοι για να τιμάται ο βασιλιάς. Η Ιλιάδα μπορεί να βρίσκεται σ’ επίπεδο βασιλέων, αλλά κι εκεί υπάρχει ιεραρχία που, όταν καταπατάται αποφέροντας κέρδη, δείχνει το δρόμο προς την ελευθερία. Στην Ιλιάδα ο καθένας απολαμβάνει τις τιμές που του αντιστοιχούν, κανένας δεν μπορεί να κλέψει τη δόξα του άλλου.

Αν η Ιλιάδα χαρακτηρίζει την κοινωνία που συνθέτουν οι Έλληνες, η Οδύσσεια χαρακτηρίζει την προσωπική τους ζωή. Στην Οδύσσεια περιγράφεται η περιπέτεια ενός πανέξυπνου ανθρώπου, μέχρι να γυρίζει πίσω στην πατρίδα του. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει είναι τεράστιες κι ενώ ξεκινά μ’ ένα πλήθος συντρόφων και συμπολεμιστών επιστρέφει πίσω μόνος. Οι υπεράνθρωπες προσπάθειες του ήρωα να ξεπεράσει τρομερά εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο του και η τελική του μοναχική νίκη έχουν κι αυτές το νόημά τους στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανθρώπου. Ο Οδυσσέας σε καμία φάση του έργου δεν ξεφεύγει από την ανθρώπινη φύση του. Βρίσκεται συνέχεια μέσα στον κίνδυνο κι είναι επικεφαλής συντρόφων. Είναι άνθρωπος απλός, με την ίδια άνεση που κάνει το σωστό κάνει και το λάθος. Αγαπάει βαθύτατα τους Θεούς κι αυτοί του ανταποδίδουν αυτήν την αγάπη. Ο συνεχής κίνδυνος μέσα στον οποίο ζει αυτός κι οι σύντροφοί του τούς κάνει να σκέφτονται συνεχώς κι όλοι μαζί για να βρουν λύσεις.Σε άλλη περίπτωση ο πανέξυπνος Οδυσσέας θα επισκίαζε τους συντρόφους και θα υπήρχε περίπτωση να κρατήσει πνευματικά δικαιώματα. Πώς όμως να κρατήσει πνευματικά δικαιώματα κάποιος, που δεν έχει εξασφαλίσει ούτε καν τη δική του επιβίωση; Όταν παίρνει αποφάσεις που έχουν κόστος σε ζωές δεν μπορεί να διεκδικεί το αλάθητο όσο έξυπνος κι αν είναι. Μία από τις επόμενες φορές θα μπορούσε να ήταν και η δική του σειρά. Ό,τι σκέφτεται, το προφέρει στους συντρόφους του κι αυτοί με τη σειρά τους κάνουν το ίδιο. Σ’ ολόκληρο το έργο δύο φορές του δόθηκε ασφαλής γνώση μέσω των Θεών, ώστε να γυρίσει πίσω ασφαλής με τους συντρόφους του. Εδώ ακριβώς είναι η τραγική ειρωνεία. Με εξασφαλισμένη γνώση, έστω κι αν αυτή αποφέρει πνευματικά δικαιώματα, οι σύντροφοί του τόν πρόδωσαν. Ό,τι καλλιεργείται μέσω των Επών, για να δοθεί στους Έλληνες ως δώρο, αυτό τους πρόδωσε. Το τέλος του Έπους είναι κι αυτό εξίσου σημαντικό για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ανθρώπου. Ο μεγάλος Οδυσσέας επιστρέφει μόνος του. Μέσα από δοκιμασίες και βάσανα επιστρέφει κουρασμένος, λυπημένος και προπάντων ανθρώπινος. Ακόμα κι όταν έχει επιστρέψει, τίποτε δε γίνεται εύκολα και χρειάζεται αγώνας.
 
Η τελική νίκη του Οδυσσέα είναι η ελπίδα που προσφέρουν οι Θεοι στον άνθρωπο. Ο Οδυσσέας επέστρεψε, αφού κατέβαλε όλες τις δυνατές προσπάθειες ως άνθρωπος, αλλά μόνο μετά από θεϊκή επέμβαση. Αυτή η επέμβαση δε γίνεται υπό μορφή θαύματος με το οποίο ο Οδυσσέας από τη μία στιγμή στην άλλη επιστρέφει νικητής και δοξασμένος. Η επέμβαση προσφέρει διέξοδο.. και πάλι θα πρέπει να εξαντλήσει τις δυνατότητές του για να την εκμεταλλευτεί. Ακόμα και μετά την απόφαση των Θεών για την επιστροφή του, δεν είναι λίγες οι φορές που λύγισαν τα γόνατά του από το φόβο και την απελπισία. Οι Θεοί για τον Οδυσσέα παίρνουν θετικές αποφάσεις, αλλά αυτές οι αποφάσεις βοηθούν μόνο στην περίπτωση στην οποία θα βρει το κουράγιο να συνεχίσει.

Όλα αυτά τα στοιχεία που δίνει η Οδύσσεια, ως παιδαγωγικό μέσο ενός συστήματος, ωθούν τον άνθρωπο σε αναζήτηση προσωπικής ελευθερίας. Το σύστημα μπορεί να απαιτεί συλλογική προσπάθεια για να κατακτήσει αυτό που επιδιώκει, αλλά ο άνθρωπος μαθαίνει ότι αυτό που θα τον βοηθήσει είναι το προσωπικό του κουράγιο και η αλύγιστη θέληση. Ο Θεοι δε φτιάχνουν ανάμεσα στους Έλληνες εκλεκτούς, που παίρνουν άπειρη δόξα εξαιτίας τους. Οι αγαπημένοι τους είναι βασανισμένοι και μοναχικοί. Ό,τι δημιουργούν είναι δικό τους έργο, απλά η θεία πρόνοια τους βοηθά να σταθούν στα δικά τους ανθρώπινα πόδια, που τόσο εύκολα λυγίζουν.Τα δύο Ομηρικά Έπη δημιουργούν ανθρώπους που στην κοινωνική τους δραστηριότητα και στην καλύτερή τους στιγμή θ’ αγωνιστούν για την κατάκτηση του Ιλίου, ενώ στην προσωπική τους ζωή τα πάντα εξαρτώνται από τους ίδιους. Τα λάθη που θα πληρώσουν στην πλειοψηφία τους είναι δικά τους λάθη κι αυτό είναι που πρέπει να κατανοήσουν. Οι Θεοί δεν τιμωρούν με τους ανθρώπινους κανόνες. Δίνουν συμβουλές για να βοηθήσουν τον άνθρωπο και η καταπάτηση αυτών των συμβουλών είναι η πηγή των κακών. Όλα τα παραπάνω δείχνουν, χωρίς να είναι ιδιαίτερα αναλυτικά, γιατί οι Έλληνες δεν μπορούν κι ούτε θέλουν να κρατήσουν πνευματικά δικαιώματα.
 
Εξίσου σημαντικό μ’ αυτό είναι κι ένα άλλο στοιχείο, που δίνεται μέσω των Επών. Αυτό είναι ο έρωτας. Σ’ ένα έργο του οποίου η πλοκή έχει να κάνει μ’ έναν ανθρωποφάγο πόλεμο και βασιλιάδες γεμάτους δόξα και σοφία, κυριαρχεί ο έρωτας. Οι Θεοί ερωτεύονται και παιδιά αυτού του έρωτα είναι υπέρλαμπροι ήρωες ή πεντάμορφες νέες. Οι Θεοί με αυτόν τον τρόπο υποδεικνύουν στους θνητούς να αναζητούν τον έρωτα. Δεν υπάρχουν παιδιά μοιχείας, υπάρχουν μόνον παιδιά αγάπης, που κληρονομούν θεϊκά χαρακτηριστικά. Ο πόλεμος της Τροίας γίνεται αποκλειστικά για τον έρωτα. Ο Πάρης — αρνητικός ήρωας για τους Έλληνες, εφόσον είναι αντίπαλος — δεν είναι ούτε μπορεί να γίνει μισητός. Πώς μπορεί ένας Έλληνας, που κατανοεί τους έρωτες των Θεών, να μισήσει έναν άνθρωπο που έπεσε κι αυτός θύμα του έρωτα; Του δόθηκαν βασίλεια, του δόθηκε σοφία κι αντρειοσύνη, αλλά αυτός προτίμησε τον έρωτα. Αυτός είναι, που δείχνει στους ανθρώπους τι ακριβώς είναι να είσαι Θεός. Τα βασίλεια για τον Πάρη έχουν έγνοιες και σκοτούρες. Η θεϊκή ομορφιά όμως, όταν είναι δίπλα στον άνθρωπο, είναι ευτυχία. Η ευτυχία μέσω του έρωτα είναι η Θέωση για τον άνθρωπο.

Ο έρωτας παρουσιάζεται ανίκητος μέσα στα Έπη. Ο Αχιλλέας, μόνον εξαιτίας του έρωτα, απέχει των μαχών. Ο Αγαμέμνονας, εξαιτίας της στέρησης του δικού του έρωτα, κάνει υπέρβαση εξουσίας. Ο Οδυσσέας εγκαταλείπει θεές, που του υπόσχονται αιώνια δόξα κι αθανασία, για τον έρωτά του. Όλα αυτά, βέβαια, για τον έρωτα που είναι καθαρός και δεν προδίδεται. Η ιστορία της Ελένης είναι μία ιστορία γυναίκας που βρήκε έναν άλλο έρωτα κι αυτό βέβαια δεν είναι έγκλημα, απλά η κοινωνία ήταν πολύ καθυστερημένη, για να δεχτεί το δικαίωμα αυτό σε μία γυναίκα. Η πατριαρχία είναι η δεδομένη κατάσταση στην ελληνική κοινωνία κι απ’ αυτό μπορεί κάποιος να καταλάβει ποιοι έχουν το δικαίωμα στη Θέωση μέσω του έρωτα. Η θέση της γυναίκας είναι ισχνή σ’ ό,τι αφορά τα δικαιώματά της. Οι επιλογές της είναι πάντα σε προκαθορισμένα όρια. Είναι άτιμη και προσβάλλει τους ανθρώπους, όταν κι αυτή ως άνθρωπος αποφασίζει για την προσωπική της ευχαρίστηση και είναι τίμια κι ενάρετη όταν είναι μία σύζυγος, που μεγαλώνει τα παιδιά της ανεχόμενη τους έρωτες του άντρα της. Αυτή είναι η κατάσταση που επικρατεί στην Ιλιάδα και στην κοινωνία που περιγράφει κατά την έναρξη του πολέμου.

Όμως η Ιλιάδα δεν έχει στόχο να διαπαιδαγωγήσει μόνον τους άντρες και να τους μάθει πώς πρέπει να λειτουργούν μέσα σ’ ένα σύνολο και να πετυχαίνουν τους στόχους τους. Τους μαθαίνει και τι σημαίνει έρωτας και πού μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος, που δε σέβεται τους κανόνες του. Η Ελένη δεν κοιμήθηκε πρόστυχα μ’ ένα φιλοξενούμενο του άντρα της. Ερωτεύτηκε ένα όμορφο βασιλόπουλο. Πέρασε χίλιες σκέψεις μέσα από το μυαλό της για να αντισταθεί. Μία γυναίκα που ζει σε μία αντροκρατούμενη κοινωνία βασανίζεται πολύ για να πάρει μία τέτοια απόφαση. Αμύνθηκε, όσο μπορεί ν’ αμυνθεί άνθρωπος στον έρωτα. Όμως ο Μενέλαος πού ήταν; Εκείνη την ώρα έπρεπε να είναι δίπλα της και να τη στηρίξει. Αυτός όμως υπήρξε ένας τυπικός σύζυγος, που αντιλαμβάνεται τη γυναίκα του ως κτήμα του και που πάντα τη βρίσκει εκεί όπου την αφήνει.. αυτό όμως δε συνέβη αυτήν τη φορά. Ο Μενέλαος κι ο κάθε άντρας όταν είναι ερωτευμένος, δεν αφήνει το ταίρι του ούτε για μία στιγμή. Αυτός είναι ο έρωτας, μία συνεχής δυναμική κατάσταση. Όταν κάποιος δεν μπορεί ή δε θέλει να ακολουθεί τους κανόνες του, δεν μπορεί να έχει κι απαιτήσεις. Όμως οι απαιτήσεις υπάρχουν γιατί υπάρχει ο θεσμός του γάμου. Από εδώ ξεκινά ο Τρωικός πόλεμος.

Η Ελένη δεν έχει δικαίωμα να ερωτευτεί όπως όλοι οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν παραμελείται. Ο Μενέλαος μπορεί να βαστάει τις παλλακίδες του και να βιάζει όποια θέλει στους πολέμους στους οποίους συμμετέχει, αλλά η Ελένη πρέπει να είναι σωστή σύζυγος. Η προσφορά της Ελένης στο έργο είναι ότι στους μεν άντρες δείχνει ότι πρέπει να φροντίζουν να διατηρούν τον έρωτα, γιατί ποτέ δε θα μπορούν να προβλέψουν τίποτε. Στις δε γυναίκες ότι ακόμα και σε αυτήν τη θεοσκότεινη κοινωνία πρέπει ν’ απαιτούν από τους άντρες την προσήλωση ερωτευμένου και στην αντίθετη περίπτωση να τολμούν. Τόλμησε η Ελένη και μπορεί να μη δικαιώθηκε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η κάθε Ελένη δε θα δικαιώνεται.Στον αντίποδα αυτής της σχέσης Μενελάου κι Ελένης είναι η σχέση Οδυσσέα και Πηνελόπης. Ο τέλειος έρωτας. Μπορεί να ενώνονται με τα συζυγικά δεσμά, αλλά σε καμία περίπτωση αυτά δεν αντικαθιστούν την ερωτική προσήλωση. Η αιώνια αγάπη. Και οι δύο αρνούνται τα πάντα για τον έρωτά τους. Αν ο άντρας ονειρεύεται δόξες, πλούτη και προπαντός ως θνητός αθανασία, ο Οδυσσέας τα αρνείται για τον έρωτά του, για την αγάπη του. Θα ήταν αδικία, αυτός ο έρωτας να μην έφτανε στη λύτρωσή του. Λύτρωση γι’ αυτούς ήταν να ζήσουν και να γεράσουν μαζί.Όλα αυτά αποκαλύπτουν τι συμβαίνει στις σχέσεις των ανθρώπων και πώς αυτές οι σχέσεις επηρεάζονται από την ύπαρξη του θεσμού τού γάμου. Όταν κάποιος άνθρωπος ζει σε μία κοινωνία, όπου υπάρχει ο νόμιμος γάμος, πιστεύει ότι πάντα αυτός είναι κι ο μόνος δρόμος που εξασφαλίζει τη διατήρηση μίας σχέσης. Η μη προσαρμογή φαίνεται σαν να είναι πρόβλημα των ανθρώπων και όχι του θεσμού. Τα Έπη προσφέρουν τη γνώση του έρωτα που δεν μπορεί να κλειστεί μέσα σε θεσμούς και όταν υπάρχει δένει τους ανθρώπους τόσο πολύ, που ο οποιοσδήποτε θεσμός φαίνεται αστεία υπόθεση. Καμία συζυγική υποχρέωση δεν είναι δυσβάσταχτη για τον Οδυσσέα. Ο ίδιος είναι διατεθειμένος να κάνει πράγματα για τα οποία, αν υπήρχε θεσμός να τα επιβάλλει στους ανθρώπους, θα έκαναν επανάσταση.

Αν ο έρωτας, σύμφωνα με τον Πάρη, είναι το μυστικό της Θέωσης και της τελειότητας, αυτό που είναι το πιο σημαντικό, είναι η ίδια η ζωή. Αυτό το δώρο που λέγεται ζωή και δίνεται από τους Θεους σ’ όλους τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει δόξα ούτε μεγαλείο που να μπορούν να συγκριθούν με τη ζωή. Φτωχοί, πλούσιοι, ελεύθεροι, δούλοι, παίρνουν ακριβώς το ίδιο δώρο.Δεν υπάρχουν εκλεκτοί, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις.Διά στόματος Αχιλλέα οι άνθρωποι μαθαίνουν ότι ακόμα και η ζωή τού σκλάβου είναι πιο πολύτιμη απ’ όλες τις δόξες και τα μεγαλεία. Η βασιλεία στον κόσμο των νεκρών δεν έχει καμία αξία. Αν η θυσία του Αχιλλέα πρόσφερε στους Αχαιούς την Τροία, αυτοί οι λόγοι του δώσανε ελπίδα και χαρά σ’ όλους του ανθρώπους.
 
Απόσπασμα από το τρίτομο έργο: «ΥΔΡΟΧΟΟΣ»

Saturday, 26 April 2014

Ο ηρωικός κώδικας και η τραγικότητα των ηρώων στην Ιλιάδα

Το ηρωικό ιδεώδες φέρει πολλαπλά προσωπεία στην Ιλιάδα, αλλά καταλήγει τελικά στην ίδια βαθιά τραγικότητα. Ο ηρωικός κώδικας, η επιταγή του ''αἰεν αριστεύειν'', ''της τιμης εν ζωή'' και του ''κλέους μετά θάνατον'', βιώνεται από τους ήρωες της Ιλιάδας και ειδικά από τον Αχιλλέα και τον Έκτορα, σε μια κοινωνία που επενδύει τόσα στην αιδώ, ως μοίρα. Ο πόλεμος ως μέσο για κλέος αφθιτον και ως πηγή δυστυχίας είναι σε τελική ανάλυση στοιχεία τραγικώς αδιαχώριστα, ειδικά μάλιστα όταν ο αποτελεσματικότερος τρόπος για το αφθιτον κλέος είναι ακριβώς η φυσική φθορά.

Αντιλαμβανόμαστε πώς η απάντηση στο ερώτημα Τι εστι επικός ήρωας?, μας οδηγεί στα ενδότερα της Ιλιάδας, στην προσέγγιση των πιο σπουδαίων θεματων του ποιήματος: της σχέσης ανάμεσα στην (ιδανική) ζωή και τον (ιδεώδη) θάνατο.Ο ηρωικός κώδικας πάνω από όλα είναι το στοιχείο που προσδίδει στο ποίημα το πιο ιδιάζον και πιο διαχρονικό λογοτεχνικό του γνώρισμα.

Η Ιλιάδα είναι πρωτίστως το ποίημα εκείνο στο οποίο δύο μοναδικοί, απαράμιλλοι ήρωες, που προσδιορίζουν ουσιαστικά ο ένας τον άλλο, κινούνται αναπόφευκτα, νομοτελειακά, αλλά και πάλι απολύτως συνειδητά και ελεύθερα, προς τον χαμό τους – για να παραφράσουμε τον όρκο των Αθηναίων εφήβων: μόνοι, ακόμη κι αν μάχονται μετὰ πολλῶν. Η απομόνωση του Αχιλλέα και στο τέλος του Έκτορα από τους συμπολεμιστές τους προαναγγέλλει γραμματολογικά την απομόνωση του τραγικού ήρωα, όπως θα τη δούμε κυρίως στον Σοφοκλή.

Οι μεγάλοι ήρωες, τόσο ο Αχιλλέας όσο και ο Έκτορας, είναι εξ ορισμού οντολογικώς απομονωμένοι, ακριβώς διότι το τραγικό τους μεγαλείο αποτελεί στην ουσία, όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο, μορφή εκκεντρισμού: συνιστά ακραία εκδοχή – ή εξώθηση στα άκρα – της κυρίαρχης κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας του επικού κόσμου. Την «υγιή», μετρημένη εκδοχή του ηρωικού ιδεώδους εκπροσωπούν στην Ιλιάδα πιο χαρακτηριστικά, όπως είπαμε, ο Γλαύκος και ο Διομήδης. Τη διαφορετική έκβαση που θα μπορούσαν να πάρουν τα πράγματα, χωρίς κατ’ ανάγκην υποτιμητικές εκπτώσεις στην τιμήν, υπαινίσσονται επίσης ματαιωμένες πράξεις, όπως η μονομαχία του Μενελάου και του Πάρη. Την εκπροσωπεί ακόμη, αλλά με τη μορφή του τραγικού αδυνάτου, όπως είδαμε, η στιγμιαία παλινδρόμηση του Έκτορα.Η τραγικότητα όμως των ηρώων αυτών τους επενδύει με μια αξιοπρέπεια μοναδική: από αυτή την άποψη είναι ανώτεροι και από τους θεούς.

Καθώς λοιπόν καταρρέει η φαινομενική αντίθεση Αχιλλέα και Έκτορα, ο ηρωικός κώδικας στην ιδιαίτερη ιλιαδική εκδοχή του μας ενδιαφέρει ως κώδικας λογοτεχνικής ερμηνείας, διότι αναδεικνύει μια ακόμη σημαντική διάσταση της Ιλιάδας: ο ηρωικός κώδικας συνέχει, δεν διαχωρίζει τους αντιμαχομένους. Η «ορθή» ερμηνεία της Ιλιάδας, συνεπώς, απαιτεί συνειδητό «μπλοκάρισμα» της μοντέρνας αντίληψης της ιστορίας υπό το πρίσμα της εθνικής συνείδησης.

Σε μια εποχή κατά την οποία αρχίζουν να διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις μιας ελληνικής εθνοσυλλογικότητας, και παρά το γεγονός ότι οι κατοπινότερες γενιές (αρχαίων) Ελλήνων θα δουν τον τρωικό πόλεμο ως το αρχέτυπο της σύγκρουσης μεταξύ Ελλάδας και Ασίας, η Ιλιάδα η ίδια κινείται υπεράνω της διάκρισης μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων. Ο ηρωικός κώδικας στην Ιλιάδα είναι ένα κοινό σύνολο αξιών, μια ιδιαίτερη ανθρωπολογία, που προσδιορίζει είδος ανθρώπου, το οποίο κρίνεται με διττή αναφορά, αφενός στους «υφισταμένους» του, τους απλούς και ταπεινούς βροτούς, και αφετέρου στους «προϊσταμένους» του, τους θεούς. 

O Οδυσσέας και οι ικανότητές του στην Ιλιάδα

Στην Ιλιάδα ο Οδυσσέας παρουσιάζεται από τον όμηρο ως ένας ανδρείος πολεμιστής, συνετός βασιλιάς και πολυμήχανος αρχηγός. Η άποψή του πάνω σε πολλά θέματα υιοθετείται από τους άλλους αρχηγούς καθώς όλοι τον σέβονταν. Εξάλλου η τριάδα Νέστωρ, Οδυσσέας και Ιδομενέας αναγνωρίζονταν ως οι πιο αξιόπιστοι σύμβουλοι. Κατά την διάρκεια του πολέμου ο Οδυσσέας αναδεικνύεται σε συμφιλιωτική και ενωτική δύναμη μεταξύ των Ελλήνων. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τον Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα, μετά την διαμάχη για την Βρισηίδα, και μεταπείθει τον Αγαμέμνονα όταν απογοητευμένος από τις στρατιωτικές ήττες σκέφτεται να εγκαταλείψει την Τροία. Καταφέρνει ακόμη να συγκρατήσει τον μαινόμενο Αχιλλέα όταν μετά τον θάνατο του Πατρόκλου θέλει να επιτεθεί στους Τρώες άμεσα και απροετοίμαστα.

Η γενναιότητα και η πολεμική του ικανότητα εξυμνούνται πολλές φορές από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, πιο πολύ όμως στις νυχτερινές του εκστρατείες. Με τον Διομήδη κατάφεραν να εισχωρήσουν στην Τροία και να κλέψουν το παλλάδιο, ενώ σε άλλο χρονικό σημείο πήγαν στο στρατόπεδο των Θρακών, σκότωσαν πολλούς από αυτούς στον ύπνο τους και έκλεψαν τα άλογα του βασιλιά τους. Κατά τους νεκρικούς αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου κατάφερε με την βοήθεια της Αθηνάς να νικήσει στον αγώνα δρόμου. Στη συνέχεια νίκησε τον Αίαντα τον Τελαμώνιο (στους νεκρικούς αγώνες προς τιμή του Αχιλλέα) κερδίζοντας την πανοπλία του νεκρού Αχιλλέα και προκαλώντας την αυτοκτονία του Αίαντα με το σπαθί που του είχε χαρίσει ο Έκτορας.

Η πιο καταλυτική συνεισφορά του Οδυσσέα στο Τρωικό Πόλεμο όμως ήταν έμπνευση του Δούρειου Ίππου. Το ξύλινο αυτό κατασκεύασμα, δείγμα στρατηγικής ευφυίας, κατασκευάστηκε από τον Eπειό σύμφωνα με τις οδηγίες του Οδυσσέα. Όταν ολοκληρώθηκε, ο Οδυσσέας οδήγησε στο εσωτερικό του Ίππου δεκάδες Αχαιούς και περίμεναν καρτερικά τους «θριαμβευτές» Τρώες. Οι Τρώες, αφού πίστεψαν ότι οι Αχαιοί εγκατέλειψαν της ακτές της Τροίας και τους άφησαν ως δώρο τον Δούρειο Ίππο, τον οδήγησαν στο εσωτερικό της πόλης και άρχισαν ξέφρενα γλέντια. Με το πέσιμο της νύχτας όμως, οι κρυμμένοι στο εσωτερικό του Ίππου Αχαιοί, εξόρμησαν και κατάφεραν να καταλάβουν την απροστάτευτη πόλη σχετικά εύκολα. Αυτό σήμανε και το τέλος του Τρωικού Πολέμου.

Μύθος και πλοκή στην Οδύσσεια

Σε σύγκριση προς τον Ιλιαδικό μύθο ,ο μύθος της Οδύσσειας διαθέτει μεγαλύτερη θεματική ποικιλία και αφηγηματική γοητεία, αλλά σε προσεκτικότερο έλεγχο αποδεικνύεται μάλλον δύσχρηστος σε κάποια σημεία του, ίσως και προβληματικός. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι ο ποιητής της Οδύσσειας συμπλέκει στην εξέλιξη του έπους και άλλα ετερόκλητα στοιχεία. Στον βαθμό δηλαδή που ο νόστος του Οδυσσέα αποτελεί κεφάλαιο των μετατρωικών νόστων (για τους οποίους διαθέτουμε την περίληψη ενός ομότιτλου έπους), εντάσσεται ομαλά στα ευρύτερα συμφραζόμενα του τρωικού μύθου, τα οποία και συστήνουν το δεύτερο, μεταπολεμικό του μέρος. Από την άποψη αυτή η Οδύσσεια παραμένει, κατά το πρότυπο της Ιλιάδας, έπος ηρωικό, για τον πρόσθετο λόγο ότι φιλοξενεί στο εσωτερικό της πρωταγωνιστικούς ήρωες του ιλιαδικού έπους, εκτός από τον Οδυσσέα. Η «Μνηστηροφονία» εξάλλου (η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της οποίας καλύπτουν το δεύτερο μισό της Οδύσσειας) σκηνοθετείται λίγο πολύ ως αριστεία, η οποία, παρά τις ιδιόρρυθμες διαφορές της, παραπέμπει στις ιλιαδικές αριστείες.
Γύρω όμως από τον μεταπολεμικό αυτό επικό άξονα περιστρέφονται και κάποια, λίγο πολύ άσχετα, θέματα, τα οποία έχουν διαφορετική προέλευση και ανάλογο ήθος και ύφος. Στο πλαίσιο, λόγου χάριν, των «Μεγάλων Απολόγων», εμφανίζονται και συμπλέκονται διηγήσεις που προδίδουν εξερευνητικό ανθρωπογεωγραφικό ενδιαφέρον, καθώς και αφηγηματικά επεισόδια παραμυθικά και τερατικά, που ανήκουν στον κόσμο της εξωτικής φαντασίας. Και οι δύο αυτές θεματικές ομάδες προέρχονται σίγουρα από αφηγημένες ταξιδιωτικές περιπέτειες, εντοπισμένες σε απόμακρα μέρη. Φαίνεται εξάλλου πως μια αρχαιότερη διήγηση της αργοναυτικής εκστρατείας τροφοδότησε τους «Απολόγους» με τέτοια αφηγηματικά παράδοξα, τα οποία ο ποιητής της Οδύσσειας τα μετέτρεψε σε ριψοκίνδυνα κατορθώματα του Οδυσσέα στην εξέλιξη του μετατρωικού του νόστου.Αν τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στον εξωτερικό νόστο του ήρωα (προτού δηλαδή πατήσει ο Οδυσσέας το πόδι του στην Ιθάκη), στον αφηγηματικό κορμό του εσωτερικού τώρα νόστου (όταν ο Οδυσσέας βρίσκεται πια και κινείται στην Ιθάκη), εύκολα αναγνωρίζονται ίχνη μιας νουβέλας (ανάλογης προς τη δική μας δημοτική παραλογή) με θέμα της τον γυρισμό του ξενιτεμένου. Απόδειξη το σύμπλεγμα των αναγνωρισμών του Οδυσσέα, ή ο όμιλος των μνηστήρων, οι οποίοι πιέζουν την Πηνελόπη να ξαναπαντρευτεί διαλέγοντας κάποιον ανάμεσά τους. Το θέμα αυτό αναλογεί επίσης στη νουβέλα του ξενιτεμένου συζύγου, ο οποίος γυρίζει αργά, αγνώριστος και ανέλπιστος σπίτι του, τη μέρα που η γυναίκα του ετοιμάζει δεύτερο γάμο. Μόνο που οι μνηστήρες της Οδύσσειας πολλαπλασιάζουν αυτό τον δεύτερο γαμπρό της νουβέλας, τον οποίο ο ξενιτεμένος οφείλει να εξουδετερώσει για να ανακτήσει τη γυναίκα του και το σπιτικό του. Αλλά και το άθλημα του τόξου, που επιλέγει η Πηνελόπη στην Οδύσσεια, για να δοκιμάσει τους μνηστήρες της, θυμίζει ανάλογα νοβελιστικά αθλήματα πρώτου γάμου, όπου ο νικητής παίρνει ως έπαθλο την επίδοξη νύφη. Όλα αυτά τα -παράταιρα μάλλον σ᾽ ένα ηρωικό έπος- στοιχεία ο ποιητής της Οδύσσειας τα συνταιριάζει καλά με το θέμα της μνηστηροφονίας. Και αυτό είναι σημαντικό κατόρθωμα της πλοκής.

Το άλλο σημαντικότερο αποτέλεσμα της πλοκής αναγνωρίζεται στον τρόπο με τον οποίο συμπλέκει ο ποιητής της Οδύσσειας τον νόστο του Οδυσσέα με τους νόστους άλλων επικών ηρώων. Οι νόστοι αυτοί (οι περισσότεροι από τους οποίους φιλοξενούνται στην Οδύσσεια) σχηματίζουν μια συνολική τυπολογία, που μοιράζεται σε τρεις επιμέρους, τυπικές επίσης, κατηγορίες.Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν νόστοι με ευτυχισμένο και άμεσο τέλος. Παράδειγμα ο νόστος του Νέστορα, τον οποίο διηγείται ο ίδιος στην τρίτη ραψωδία του έπους. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει νόστους που πραγματοποιούνται δίχως καθυστέρηση, απολήγουν όμως σε τραγικό τέλος και συνεπάγονται εκδικητικού τύπου εμπλοκές. Κορυφαίο παράδειγμα ο νόστος του Αγαμέμνονα, ο οποίος κατασφάζεται ανελέητα από τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ενώ την εκδίκηση του στυγερού αυτού φόνου την αναλαμβάνει αργότερα ο Ορέστης. Πρόκειται για τραγικό νόστο που διασπείρεται σε περισσότερα μέρη της Οδύσσειας: τον υπαινίσσεται ο Δίας ήδη στη «Θεών Αγορά» της πρώτης ραψωδίας· τον εξιστορούν διεξοδικότερα ο Νέστορας και ο Μενέλαος στην τρίτη και στην τέταρτη ραψωδία· τον διηγείται συνοπτικά, αλλά σπαρακτικά, ο ίδιος ο Αγαμέμνονας στη «Μεγάλη Νέκυια» της ενδέκατης ραψωδίας και τον ξαναθυμάται στη «Μικρή Νέκυια» της εικοστής τέταρτης. Τέλος, στην τρίτη κατηγορία, που την εκπροσωπεί μέσα στην Οδύσσεια ο Μενέλαος, ανήκουν οι περιπετειώδεις και ριψοκίνδυνοι νόστοι, που εκκρεμούν πολλά χρόνια και συνεπάγονται μερικές απώλειες, προτού καθυστερημένα συντελεστούν.

Σ᾽ αυτό το τυπικό πλαίσιο νόστων, που θα μπορούσαμε να τους ονομάσουμε και ελάσσονες, ξεχωρίζει με την ιδιαίτερη σημασία και φυσιογνωμία του ο επιβλητικός νόστος του Οδυσσέα, ο οποίος αποτελεί το κεντρικό θέμα της Οδύσσειας. Αναλογικά συγγενεύει περισσότερο με τον νόστο του Μενελάου, μολονότι σε κρίσιμα σημεία τον υπερβάλλει. Η δική του εκκρεμότητα διαρκεί δέκα ολόκληρα χρόνια έναντι των οκτώ του Μενελάου. Συγκριτικά καλύπτει μεγαλύτερο χώρο (πραγματικό και φανταστικό) από τον νόστο του Μενελάου, από τον οποίο λείπουν οι εξωτικοί σταθμοί. Η καθήλωση του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς δεν έχει μόνο μεγαλύτερη διάρκεια από εκείνη του Μενελάου στο νησί Φάρος, μπροστά στην Αίγυπτο, αλλά θέτει και οριακά διλήμματα στον ήρωα, ο οποίος πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη της προηγούμενής του ζωής· να προκρίνει το γήρας και τη θνητότητα, αντί της αγηρασίας και της αθανασίας που του προσφέρει η Καλυψώ. Τέλος, σε ό,τι αφορά τις απώλειες των συντρόφων, ο ολοκληρωτικός αφανισμός των εταίρων του Οδυσσέα αποτελεί μοναδική εξαίρεση στη σχετική παράδοση· ακόμη και ο Μενέλαος χάνει τους μισούς μόνο συντρόφους του. Παρά ταύτα, οι δύο αυτοί νόστοι αποτελούν συγγενικό ζεύγος με τα κοινά σημεία που διαθέτουν, ανάμεσα στα οποία διακρίνονται και οι ανάλογες οδηγίες νόστου από τον Πρωτέα προς τον Μενέλαο και από τον Τειρεσία προς τον Οδυσσέα.

Το απροσδόκητο όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι ο νόστος του Οδυσσέα, υποθετικά έστω, εμπεριέχει και τις δύο άλλες μορφές νόστου: τον άμεσο και ευτυχή, που αντιστοιχεί, λόγου χάριν, στον Νέστορα· αλλά και τον άμεσο και τραγικό, που αναλογεί στον Αγαμέμνονα. Συγκεκριμένα: στην τρίτη ραψωδία της Οδύσσειας, όπου ο Νέστορας διηγείται στον Τηλέμαχο τον δικό του νόστο, τον βεβαιώνει ότι στην αρχή τον ακολούθησε και ο Οδυσσέας μέχρι την Τένεδο, μαζί με τους μισούς Αχαιούς, που συμφώνησαν με τον Μενέλαο πως πρέπει να μπουν αμέσως στα καράβια τους, παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής, εγκαταλείποντας δίχως καθυστέρηση τη λεηλατημένη και ρημαγμένη Τροία. Μετά όμως ο Οδυσσέας (σύμφωνα με τη διήγηση του Νέστορα πάντα) άλλαξε γνώμη και γύρισε πίσω στην Τροία, για να σμίξει με τον Αγαμέμνονα, ο οποίος επέμενε πως έπρεπε πρώτα οι Αχαιοί να θυσιάσουν εκατόμβη στη θεά Αθηνά, για να μαλακώσουν τον χόλο της, και ύστερα να επιστρέψουν στην πατρίδα. Εκδοχή που σημαίνει ότι: θα μπορούσε και ο Οδυσσέας να έχει την καλή τύχη του Νέστορα, επιστρέφοντας αμέσως και δίχως απώλειες στην Ιθάκη, αν έμενε σταθερός στην πρώτη του απόφαση και δεν πήγαινε με το μέρος του Αγαμέμνονα, καθυστερώντας έτσι τον νόστο του.Αυτή όμως η έλξη του Οδυσσέα προς τον Αγαμέμνονα δεν σταματά εδώ. Εξελίσσεται, και δραματοποιείται στην πορεία του έπους ως πιθανή αναλογική σύμπτωση της μοίρας του Οδυσσέα με την τραγική μοίρα του βασιλιά των Μυκηνών. Την πιθανότητα αυτή την υπαινίσσεται προκαταβολικά ο Δίας στη «Θεών Αγορά» της πρώτης ραψωδίας, υπενθυμίζοντας το αποτρεπτικό παράδειγμα του Αιγίσθου, ο οποίος έσμιξε παράνομα με την Κλυταιμνήστρα, σκότωσε βάναυσα τον Αγαμέμνονα, ώσπου τον αφάνισε η φονική εκδίκηση του Ορέστη. Το συντελεσμένο όμως αυτό παράδειγμα των Μυκηνών (Αγαμέμνονας-Αίγισθος-Κλυταιμνήστρα-Ορέστης) αναλογεί στο πιθανό παράδειγμα της Ιθάκης. Φτάνει οι μνηστήρες να μιμηθούν τον Αίγισθο, η Πηνελόπη να ενδώσει στις ερωτικές ορέξεις τους, και ο Τηλέμαχος να αντιγράψει τον εκδικητικό ρόλο του Ορέστη. Η πιθανή αυτή αναλογία επαναλαμβάνεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε κομβικά σημεία του έπους και σαν μαύρο σύννεφο επισκιάζει συνεχώς τον νόστο του Οδυσσέα, ώσπου να διαλυθεί με τη μνηστηροφονία. Επομένως, ο νόστος του Οδυσσέα, κρατώντας τα δικά του διακριτικά χαρακτηριστικά, παραπέμπει και στους άλλους τυπικούς νόστους που φιλοξενεί το έπος της Οδύσσειας· κατά κάποιον τρόπο τους συναιρεί και γίνεται έτσι αντιπροσωπευτικός φορέας όλων των νόστων.

Στα αφηγηματικά εξάλλου κατορθώματα της πλοκής στην Οδύσσεια ανήκει και ο τρόπος που χειρίζεται ο ποιητής τόσο τους διακεκριμένους χρόνους του έπους του όσο και τους διακεκριμένους χώρους του. Η Οδύσσεια, διαφορετικά από την Ιλιάδα, δεν ρέει σε συνεχή χρόνο. Ο ποιητικός της χρόνος μοιράζεται στα δύο: στο αφηγηματικό της παρόν, που το δραστικό μέρος του παραμένει ολιγοήμερο, και στο αφηγηματικό του παρελθόν, που αποδεικνύεται μακρόχρονο. Το σημαντικότερο όμως στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση αναγνωρίζεται στη σύνθεση των δύο αυτών χρόνων, καθώς ο μακρός χρόνος εισχωρεί («εγκιβωτίζεται», όπως λέμε) στον μικρό χρόνο μαζί με το αφηγηματικό του περιεχόμενο.Η μέθοδος αυτή συνεπάγεται μια πρώτη διήγηση που αρχίζει στη μέση, σε κάποιο δηλαδή κρίσιμο σημείο του αφηγηματικού παρόντος. Αλλά, καθώς προχωρεί, οπισθοδρομεί, για να δώσει τη θέση της σε μια δεύτερη διήγηση, που αναφέρεται τώρα στο ποιητικό παρελθόν· πρόκειται για τη μακρά διήγηση των «Μεγάλων Απολόγων», που την αναλαμβάνει ο ίδιος ο Οδυσσέας στις ραψωδίες ι-μ. Μεσολαβούν τα οκτώ και κάτι χρόνια της καθήλωσης του ήρωα στο νησί της Καλυψώς. Και αυτά ανήκουν στο ποιητικό παρελθόν του έπους, εκτός από τις δύο τελευταίες μέρες, που μεταφέρονται στο ποιητικό παρόν και στις οποίες η Καλυψώ υπακούει στην εντολή του Δία, με εντολοδόχο θεό τον Ερμή, ελευθερώνει επιτέλους τον Οδυσσέα από τα ερωτικά της θέλγητρα και τον προπέμπει στον καθυστερημένο του νόστο, βοηθώντας και στην κατασκευή της σχεδίας του. Πρόκειται για την αφήγηση στο πρώτο μισό της πέμπτης ραψωδίας.

Το δεύτερο μισό, που ανήκει επίσης στο ποιητικό παρόν, αφιερώνεται στο έσχατο συντριπτικό ναυάγιο του ήρωα, που θα τον φέρει τελικά εξοντωμένο στις ακτές της Σχερίας. Έτσι πλέκεται το χρονικό δίχτυ της Οδύσσειας, όσο ακόμη εκκρεμεί ο εξωτερικός νόστος του πρωταγωνιστή της και αναβάλλεται η επιστροφή του στην Ιθάκη. Συνήθως γίνεται λόγος για αναδρομική διήγηση, που καθιέρωσε το τέχνασμα του φλας μπακ. Στην πραγματικότητα όμως αλλού βρίσκεται η πρωτοτυπία της χρονικής αυτής αναδρομής: πραγματοποιείται σε ενδιάμεσο σταθμό, στο νησί των Φαιάκων, και όχι, όπως θα περιμέναμε, στην Ιθάκη. Έτσι όμως φτάσαμε στο θέμα των διακεκριμένων χώρων της Οδύσσειας, που είναι τρία νησιά.Αφηγηματικά προηγείται το νησί της Καλυψώς, απόμακρος και απόκοσμος ειδυλλιακός τόπος ερωτικής απομόνωσης του Οδυσσέα, όπου παίζονται η ίδια η ανθρώπινή του φύση, η συζυγική του πίστη και βεβαίως η επιστροφή του στην Ιθάκη. Το δέλεαρ, όπως είπαμε, της Καλυψώς προς τον θνητό εραστή της είναι η προσφορά αγηρασίας και αθανασίας, με αντάλλαγμα την προτίμηση της λήθης αντί της επίμονης και βασανιστικής μνήμης. Τελικά ο ήρωας, με τη μεσολάβηση των θεών (της Αθηνάς κυρίως), αποδεσμεύεται από τον ληθαργικό κλοιό της Καλυψώς και επιστρέφει στην περιπέτεια του νόστου του, μόνος τώρα και δίχως εταίρους, καθώς όλοι τους έχουν αφανιστεί εδώ και χρόνια, μετά την ασέβειά τους στο νησί της Θρινακίας, όπου έσφαξαν και έφαγαν τα ιερά γελάδια του Ήλιου.

Ο δρόμος ωστόσο για την Ιθάκη εμποδίζεται ακόμη από τον θυμωμένο Ποσειδώνα, ο οποίος συντρίβει τη σχεδία του Οδυσσέα και τον αφήνει στο έλεος μιας ανελέητης καταιγίδας ανάμεσα σε θεόρατα κύματα. Παρά ταύτα, ο ήρωας σώζεται με το μαγνάδι της θαλασσινής Ινώς και, αναπλέοντας τις εκβολές ενός θεϊκού ποταμού, βγαίνει στη θαμνώδη στεριά της Σχερίας, όπου και πέφτει εξαντλημένος σε βαθύ ύπνο. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά: την άλλη μέρα, συγκινημένη μαζί του η Ναυσικά, κόρη του βασιλιά, οδηγεί τον Οδυσσέα με ασφάλεια στο βασιλικό παλάτι, όπου γενναιόδωρα τον υποδέχονται ο Αλκίνοος και η Αρήτη, τον συστήνουν στους Φαίακες, του προσφέρουν πλούσια δώρα ξενίας και του εξασφαλίζουν την προπομπή του με το μαγικό τους πλοίο. Εκεί, μπροστά στους Φαίακες, ύστερα από απαίτηση του Αλκινόου, αποκαλύπτει ο Οδυσσέας την ταυτότητά του και μαγεύει τους ακροατές του με τη διήγηση των «Απολόγων» του.Αν ο εξωτικός και ληθαργικός παράδεισος της Ωγυγίας συστήνει τον μεγάλο ερωτικό πειρασμό, τον οποίο, όψιμα έστω, αφήνει πίσω του ο Οδυσσέας, το νησί των Φαιάκων, σε σύγκριση προς το προπολιτισμικό νησί της Καλυψώς, είναι τόσο πολιτισμένο, που μοιάζει σχεδόν με πολιτισμική ουτοπία. Προσφέρεται επομένως, με τους αθλητικούς του αγώνες, με τους χορούς και με τα τραγούδια του τυφλού αοιδού Δημοδόκου, όσο κανένας άλλος τόπος, όχι μόνο για να διηγηθεί ο Οδυσσέας τα πάθη του νόστου του, αλλά και για να επιδείξει την αφηγηματική του δεξιοτεχνία, αντάξια ενός έμπειρου αοιδού-ραψωδού. Εντοπισμένοι λοιπόν οι «Μεγάλοι Απόλογοι» στη Σχερία, βρίσκουν την πιο πρόσφορη υποδοχή τους, που ασφαλώς δεν θα την είχαν στην Ιθάκη.

Η Ιθάκη (το τρίτο νησί που προβάλλεται στο αφηγηματικό παρόν της Οδύσσειας) είναι ακριβώς, σε αντίθεση τόσο προς την Ωγυγία όσο και προπαντός προς τη Σχερία, ένας χώρος όχι μόνο οδυνηρά πραγματικός αλλά και με διασαλευμένη, εξαιτίας των μνηστήρων, την ηθική και πολιτική του τάξη. Την αποκατάσταση της χαμένης αυτής τάξης συστήνει η Αθηνά στον νεαρό Τηλέμαχο στο πλαίσιο της πρώτης ραψωδίας, αλλά το δυσκατόρθωτο αυτό κατόρθωμα ανήκει στον ίδιο τον Οδυσσέα, που το πραγματοποιεί, με τη βοήθεια και του Τηλεμάχου, προοδευτικά στο δεύτερο μισό του έπους. Εντούτοις, ακόμη και μετά τη συντελεσμένη μνηστηροφονία η Ιθάκη κινδυνεύει από την εκδικητική στάση των Ιθακησίων, η οποία μόλις στην έξοδο του έπους κατευνάζεται, και επιτέλους το νησί του νόστου, με την παρέμβαση του Δία και της Αθηνάς, ηρεμεί. Επομένως, ο χρόνος της Οδύσσειας είναι διπλός και ο χώρος της τριπλός. Σ᾽ αυτό το πεντάγραμμο της οδυσσειακής πλοκής εγγράφεται ο μύθος του έπους.
Δ. Ν. Μαρωνίτης

Sunday, 20 April 2014

Οι Βιβλιοθήκες της αρχαίας Ελλάδας

Σε μια χώρα που γεννήθηκε το πνεύμα της επιστήμης και η φιλοσοφία, που η τέχνη έφτασε στο αποκορύφωμα της, που το θέατρο αποτέλεσε σχολείο υψηλού επιπέδου για όλες τις ηλικίες, σε μια χώρα που δεν υπήρξε πόλη χωρίς θέατρο – μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του πολιτισμού – δεν θα ήταν δυνατό να μην έχουν υπάρξει και αγαπηθεί και οι βιβλιοθήκες. Υπήρχαν βιβλιοθήκες στις αρχαίες Ελληνικές πόλεις; Εκτός από σποραδικές περιπτώσεις, οι αρχαίοι συγγραφείς δεν αναφέρονται στο θέμα αυτό. Υπάρχουν όμως, ευτυχώς, επιγραφικές πηγές που έρχονται να συμπληρώσουν το κενό.Οι αρχαίοι Έλληνες που τόσο καλλιέργησαν τις τέχνες και τα γράμματα, ήταν επόμενο να εκτιμήσουν την επινόηση και τη χρήση του αλφαβήτου σε τέτοιο σημείο, ώστε ο Σοφοκλής να βάλει στη χαμένη τραγωδία του «Αμφιάραος» ένα ηθοποιό να σχηματίζει με κινήσεις του χορού τα γράμματα, ενώ σε άλλη τραγωδία ­ επίσης χαμένη – του Αθηναίου Καλλία, 24 μέλη χορού υποδύονταν τα ισάριθμα γράμματα του αλφάβητου, χαρακτηριστική άλλωστε της γοητείας που είχε στους αρχαίους Έλληνες η χρήση των γραμμάτων είναι και η ωδή του Πινδάρου στο γράμμα Σ.Από χρόνους παλαιότατους πρώτοι οι τύραννοι ενδιαφέρθηκαν για τη διάδοση των ομηρικών επών, τα οποία φρόντισαν να περισυλλέξουν και να διασώσουν. Σ’ αυτούς ακριβώς τους χρόνους και μάλιστα στη διάρκεια της τυραννίδας, στην Αθήνα, του Πεισιστράτου, πρέπει να τοποθετηθεί και η ίδρυση των πρώτων βιβλιοθηκών στην Ελλάδα.

Όταν γίνεται λόγος για βιβλιοθήκες στην αρχαία Ελλάδα, η σκέψη μας ανατρέχει συνήθως στις γνωστές βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας, της Περγάμου και ίσως το πολύ – πολύ στις βιβλιοθήκες του Πανταίνου και του Αδριανού στην Αθήνα.Αλλά τόσο στην Αθήνα όσο και στις άλλες Ελληνικές πόλεις, όχι μόνο του μητροπολιτικού αλλά και του αποικιακού Ελληνισμού, υπήρξε ένας πολύ μεγάλος αριθμός βιβλιοθηκών, για τις οποίες δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε εκτός από την ύπαρξή τους. Την ύπαρξη αυτών των βιβλιοθηκών βεβαιώνουν περισσότερο επιγραφικές και λιγότερο φιλολογικές πηγές.Την ύπαρξη βιβλιοθηκών στην Αθήνα μαρτυρεί ο ιστορικός Πολύβιος μνημονεύοντας τον επίσης αρχαίο ιστορικό Τίμαιο. Λέει δηλαδή ο Πολύβιος ότι, όταν ο Τίμαιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις Συρακούσες, για να αποφύγει την πίεση του τυράννου Αγαθοκλή, κατέφυγε στην Αθήνα, όπου έζησε 50 (!) χρόνια ερευνώντας τις βιβλιοθήκες της πόλης του Κέκροπα. Από άλλες σποραδικές πληροφορίες που βρίσκονται σε φιλολογικές πάλι πηγές συμπεραίνεται ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός βιβλιοθηκών στον εκτός της μητροπολιτικής Ελλάδας ελληνισμό.
Συγκεκριμένα στην Ασία είχαν βιβλιοθήκες οι Ελληνικές πόλεις Έφεσος, Μίλητος, Αλικαρνασσός, Ηράκλεια του Πόντου, Κνίδος, Μύλασα, Νύσσα, Πέργαμος, Πριήνη, Προύσα, Σινώπη, Σμύρνη, Τέως, Αντιόχεια, Αφροδισιάδα, Καισαρεία, Ταρσός. Μαγνησία του Μαιάνδρου, Μαγνησία Σιπύλου, Ιασός, Θυάτειρα, Άσσος και Λάμψακος.Ανάλογες βιβλιοθήκες πρέπει να είχαν και οι ελληνικές αποικίες στη Δύση και στα παράλια της Β. Αφρικής. Κατά κάποια περίεργη όμως σύμπτωση δεν μνημονεύεται στις σωζόμενες επιγραφικές και φιλολογικές πηγές βιβλιοθήκη άλλη πλην εκείνης των Συρακουσών.Στην κυρίως Ελλάδα δεν υπήρχε πόλη χωρίς βιβλιοθήκη ή τουλάχιστον χωρίς δημόσιο αρχείο, συμπεριλαμβανομένων και των πιο μικρών πόλεων. Και είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρώτα συγγράμματα βιβλιοθηκονομίας γράφτηκαν από τον Έλληνα Αρτέμωνα, που καταγόταν από την Κασσάνδρεια. Ο Αρτέμων έγραψε δύο τέτοια συγγράμματα, που είχαν τίτλους «Περί βιβλίων συναγωγής» και «Περί βιβλίων χρήσεως».

Βιβλιοθήκες στην Αθήνα

Όπως προαναφέρθηκε από τη διήγηση του Πολύβιου για τον Τιμαίο εξάγεται έμμεσα το συμπέρασμα ότι στο «κλεινό άστυ» υπήρχε μεγάλος αριθμός βιβλιοθηκών. Ωστόσο, οι σχετικές πληροφορίες είναι πολύ λίγες.Η παλαιότερη βιβλιοθήκη στην Αθήνα ανάγεται στους χρόνους του Πεισιστράτου, ο οποίος εκτός του ενδιαφέροντος που εκδήλωσε για την περισυλλογή και για την ταξινόμηση των Ομηρικών Επών, ίδρυσε πρώτος στην Αθήνα και δημόσια βιβλιοθήκη. Οι Αθηναίοι την επαύξησαν αργότερα με μεγάλη επιμέλεια και φροντίδα.Όταν ο Ξέρξης κυρίευσε την Αθήνα, το 480 π.χ, λεηλάτησε τη βιβλιοθήκη του Πεισιστράτου και μετέφερε τα συγγράμματά της στην Περσία. Αλλά στα χρόνια των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου ο Σέλευκος, ο Νικάνωρ, κατόρθωσε να ανεύρει τα συγγράμματα της βιβλιοθήκης του Πεισιστράτου και να τα ξαναστείλει στην Αθήνα.Στην πόλη της Παλλάδας υπήρξε ονομαστή βιβλιοθήκη και κατά τους χρόνους του Δημητρίου, του Φαληρέα, που έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και ζήλο για τα βιβλία. Ο Παυσανίας μνημονεύει την ίδρυση στην Αθήνα βιβλιοθήκης από τον αυτοκράτορα Αδριανό. Στην ίδρυση της βιβλιοθήκης αυτής αναφέρεται και ο Ευσέβιος.Η βιβλιοθήκη του Αδριανού στην Αθήνα ήταν πλούσια, επιβλητική και πολυτελής. Τα ερείπια και το μέγεθός της εντυπωσιάζουν και σήμερα τον επισκέπτη του χώρου της, που βρίσκεται στο τέλος της οδού Αιόλου.Από αρχαίες πηγές επιγραφικές, που επιβεβαιώθηκαν και από τις ανασκαφές του χώρου της Αγοράς των κλασικών χρόνων είναι γνωστή η ύπαρξη, στον επίσημο αυτό χώρο, της βιβλιοθήκης του Πανταίνου. Πρόκειται για 2 επιγραφές που αναφέρονται η μία στην ίδρυση και η άλλη στη λειτουργία αυτής της βιβλιοθήκης. Η πρώτη επιγραφή αναγράφει:
«Αθηνά Πυλιάδι … Αθηναίων ο ιερεύ Μουσών φιλοσόφων Τ. Φλάβιος Πάνταινος Φλαβίου Μενάνδρου διαδόχου υιός τας έξω στοάς, το περίστυλον, την βιβλιοθήκην μετά των βιβλίων, τον εν αυτοίς πάντα κόσμον, εκ των ιδιων … ανέθηκε.»
Η άλλη επιγραφή. που αποτελούσε μέρος του κανονισμού της βιβλιοθήκης αναγράφει:
«Βιβλίον ουκ εξενεχθησεται επεί ωμόσαμεν ανοιγήσεται από ώρας πρώτης μέχρι έκτης».
Η επιγραφή του 1ου αι.π.χ., που έχει δημοσιευτεί στο Inscriptiones Graecae ΙΙ, 1029. μας πληροφορεί για την ύπαρξη και λειτουργία και άλλης βιβλιοθήκης στην Αθήνα, γνωστής ως «εν Πτολεμαίω», ενώ η επιγραφή Ι.G.11.1009 προσφέρει ένδειξη ότι υπήρχε και στον Πειραιά βιβλιοθήκη.

Βιβλιοθήκες άλλων πόλεων στη μητροπολιτική Ελλάδα.

Εκτός από τις βιβλιοθήκες στην Αττική, υπήρχαν βιβλιοθήκες. όπως φαίνεται από σποραδικές πάντα πληροφορίες, τόσο στις φιλολογικές πηγές όσο και στις επιγραφικές και στις εξής πόλεις: Στους Δελφούς, όπως διαπιστώνεται από δελφική επιγραφή, η οποία αναφέρει ίδρυση βιβλιοθήκης από το Κοινό των Αμφικτυόνων (Bulletin de Correspodance Hellenique. 20, 1896, σ. 720), αλλά και στην Επίδαυρο υπήρχε βιβλιοθήκη, η οποία είχε αφιερωθεί στο θεό Ασκληπιό.Επίσης, έχει βρεθεί επιγραφή στη νήσο Δήλο, η οποία μνημονεύει οίκημα Ανδρίων, όπου υπήρχε συλλογή των έργων του ποιητή Αλκαίου. Εκτός από τη Δήλο είχαν βιβλιοθήκες και τα νησιά Σάμος, Ρόδος, Κως, Κρήτη και Κύπρος.Η ύπαρξη βιβλιοθήκης στη Ρόδο διαπιστώνεται πάλι επιγραφικά από απόσπασμα καταλόγου που περιείχε γύρω στα 50 συγγράμματα. Μεταξύ τους αναφέρονται και 2 συγγράμματα με τους τίτλους «Προς Ευαγόραν κυπριακών» (αντίγραφα δύο) «Αλεξάνδρω Εγκώμιον» (αντίγραφο ένα) και «περί της Αθήνησι Νομοθεσίας» (αντίγραφα πέντε).

Για βιβλιοθήκη στη Σάμο δεν σώζεται καμία πληροφορία στις επιγραφικές πηγές. Ο συγγραφέας ωστόσο των δειπνοσοφιστών Αθηναίος, ο οποίος συχνότερα από κάθε άλλον αρχαίο συγγραφέα αναφέρεται στις βιβλιοθήκες και σε βιβλιόφιλους, κάνοντας λόγο για τους Έλληνες εκείνους που είχαν γίνει διάσημοι στον αρχαίο κόσμο εξαιτίας των Πλούσιων βιβλιοθηκών τους, αναφέρει τον τύραννο της Σάμου Πολυκράτη, τον Αθηναίο Ευκλείδη, το γνωστό Αθηναίο τύραννο Πεισίστρατο, τον Νικοκράτη, τον Κύπριο, τους βασιλιάδες της Περγάμου Απάλους και Ευμένηδες, τον Αριστοτέλη, τον Ευριπίδη, τον Θεόφραστο και τον Νηλέα, ο οποίος απέκτησε τα βιβλία που περιείχαν οι βιβλιοθήκες των δύο τελευταίων μεγάλων ανδρών, δηλαδή του περίφημου Σταγειρίτη φιλόσοφου και τον διάδοχό του στη διεύθυνση της Περιπατητικής Σχολής, Θεόφραστον.Βιβλιοθήκη στην Κω αναφέρει επιγραφή (δημοσιευμένη στο Bulletin de Correspondance Hellenique, 59. 1935, σ. 421-425) η οποία περιέχει τα ονόματα των δωρητών της βιβλιοθήκης.Μεταξύ αυτών αναφέρονται και ο Διοκλής και ο γιος του Απολλόδωρος, που από κοινού πρόσφεραν τη δαπάνη για την ανέγερση του κτιρίου της βιβλιοθήκης, καθώς και για την αγορά 100 βιβλίων. Αναφέρονται, επίσης ο Εκαταίος ως δωρητής 200 συγγραμμάτων, ο Αγησίας ως δωρητής 200 δραχμών, ο Ξενοκλής που δώρισε 200 δραχμές και 100 βιβλία και άλλοι δωρητές,

Στην Κρήτη υπήρχε κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους βιβλιοθήκη δίπλα στο παλάτι της Κνωσού, όπως διαπιστώνεται από θραύσμα επιγραφής, που μνημονεύει τη βιβλιοθήκη αυτή. Στην Κύπρο αναφέρονται επίσης βιβλιοθήκες, τόσο από τον Αθήναιο όσο και από επιγραφή που μνημονεύει «επιμελητήν βιβλιοφυλακίου».Με βεβαιότητα διαπιστώνεται ύπαρξη βιβλιοθήκης και στη Σπάρτη από φιλολογικές πηγές, ενώ από επιγραφικές πηγές συμπεραίνεται ύπαρξη βιβλιοθήκης στη Μεσσηνία. Από άλλη φιλολογική πηγή είναι γνωστή και η λειτουργία βιβλιοθήκης στην πόλη των Πατρών.
Όσον αφορά στη Β. Ελλάδα, πρέπει να υπήρχε βιβλιοθήκη στην Πέλλα. Από αυτή φαίνεται ότι ο Ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος Παύλος έφερε στη Ρώμη τον πρώτο μεγάλο αριθμό ελληνικών συγγραμμάτων, μετά τη νίκη του επί του βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα.Η ύπαρξη βιβλιοθήκης στην Πέλλα, που πρέπει να υποθέσουμε ότι χρησιμοποιούσε και ο Μ. Αλέξανδρος, ως μαθητής του Αριστοτέλη, μας θυμίζει το σχετικό ενδιαφέρον που έδειξε ο νεαρός βασιλιάς με τη διαταγή που έδωσε μετά την κατάληψη της Περσίας, να ερευνηθούν τα ιερά περσικά βιβλία και όσα αναφέρονταν στη φιλοσοφία, την ιατρική, τη γεωργία και την αστρονομία να μεταφράζονταν στην ελληνική γλώσσα και να αποστέλλονταν στην Αλεξάνδρεια. Από άλλη, τέλος, αναθηματική επιγραφή της Μακεδονίας, που δημοσιεύτηκε στο B.C.H., 57,1933, σ. 316­320, διαπιστώνεται ύπαρξη βιβλιοθήκης και στην πόλη των Φιλίππων.

Αναφερόμενοι στις βιβλιοθήκες που μπορούμε να επισημάνουμε από ενδείξεις φιλολογικές και επιγραφικές, δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε και τη βιβλιοθήκη της Περιπατητικής Σχολής.
Τα συγγράμματά της μετά το θάνατο του Αριστοτέλη, περιήλθαν στην ευθύνη του διαδόχου του Θεοφράστου. Τα συγγράμματα του Θεοφράστου, μαζί με τα βιβλία του Αριστοτέλη, περιήλθαν στους σωκρατικούς φιλοσόφους Έραστο, Κορίσκο και στο γιο του Κορισκου, Νηλέα. Ο Νηλέας, μαθητής του Αριστοτέλη και του Θεοφράστου, κληρονόμησε τα βιβλία των δύο δασκάλων του και τα μετέφερε στην πόλη Σκήψη της Μ. Ασίας.Μετά το θάνατο του Νηλέα περιήλθαν σε ιδιώτες που τα είχαν αταξινόμητα και κατάκλειστα. Όταν οι τελευταίοι έμαθαν για το ζήλο, με τον οποίο οι βασιλιάδες της Περγάμου συγκέντρωναν βιβλία, τα έκρυψαν σε υπόγεια κρύπτη, όπου φθάρηκαν από την υγρασία και τα σκουλήκια. Οι απόγονοί τους τα πούλησαν σ’ αυτή την κατάσταση στον Απελλικώντα την Τηιο, ο οποίος, κατά τον Στράβωνα, ήταν «φιλόβιβλος μάλλον ή φιλόσοφος».
Για να αποκαταστήσει αυτός τα καταστραμμένα συγγράμματα, τα αντέγραψε εκ νέου ξαναγράφοντας από την αρχή ολόκληρα μέρη τους κι έτσι τα εξέδωσε γεμάτα λάθη. Κατά τον Αθήναιο, ωστόσο ο Νηλέας πούλησε τα βιβλία του Αριστοτέλη και του Θεοφράστου στον Πτολεμαιο, τον Φιλάδελφο και έτσι αποτέλεσαν αργότερα το πρότυπο για την οργάνωση των βιβλιοθηκών της Αλεξάνδρειας και της Περγάμου. Μετά το θάνατο του Απελλικώντα ο Σύλλας μετέφερε τα βιβλία του στη Ρώμη (Πλουτάρχου, Σύλλας 26,1-2).

Εκτός από τις δημόσιες βιβλιοθήκες υπήρχαν στην αρχαία Ελλάδα και πολλές ιδιωτικές. Ιδιωτική βιβλιοθήκη αξιόλογη είχε ο Ευριπίδης, καθώς και ο σύγχρονος του Πλάτωνα φιλόσοφος Μενέδημος, από την Ερέτρια. Ο Ισοκράτης (Αιγηνιτικός, 5) αναφέρεται σε κάποιο Θράσυλλο, που είχε σπουδαία συλλογή συγγραμμάτων περί μαντικής. Ο Πλούταρχος, τέλος, στη βιογραφία του Ζήνωνα, περιγράφει κατάστημα πωλητού βιβλίων στην Αθήνα, όπου οι πελάτες ερευνούσαν ή διάβαζαν τα συγγράμματα, όπως γινόταν και στις βιβλιοθήκες.

Γραφικές ύλες της αρχαίας Ελλάδας 

Όταν ακούει κανείς για γραπτά κείμενα στην αρχαία Ελλάδα, σκέπτεται συνήθως επιγραφές σε μάρμαρο ή συγγράμματα γραμμένα σε παπύρους ή περγαμηνές. Υπήρχαν όμως και κείμενα γραμμένα επί ποικίλης ύλης.Οι νόμοι του Σόλωνα π.χ. είχαν γραφεί σε ξύλινους κυλίνδρους, που ονομάζονταν «άξονες», καθώς και σε τριγωνόμορφες πινακίδες, τις «κύρβεις» που είχαν στηθεί πάνω στην Ακρόπολη.Ο Πλίνιος κάνει λόγο για επιγραφές χαραγμένες σε πλάκες μολύβδου, σώθηκε δε και μια πλάκα ανεπίγραφη χαλκού και άλλη σιδήρου (Ι.G.Α.321και322).Ο Ιώσηπος αναφέρει μολύβδινους χάρτες και ο Πλούταρχος ιστορεί ότι η ποιήτρια Αριστομάχη αφιέρωσε στους Δελφούς σύγγραμμα, που είχε μορφή μεταλλικού ειληταρίου. Άλλη χάλκινη πινακίδα βρέθηκε στην Ολυμπία με χαραγμένο επάνω τις ένα κείμενο συνθήκης, που έγινε μεταξύ Ηλείων και αντιπάλων τους.Χαράζονταν ακόμη επιγραφές πάνω σε πήλινες πλάκες (επί κεράμου), σε δέρματα, σε θαλασσινά όστρακα και σε οστά. Αλλά και πάνω σε ελάσματα χρυσού χαράσσονταν κείμενα, όπως π.χ. στα ορφικά χρυσά πλακίδια, τα γνωστά τόσο από την Κρήτη όσο και από την Ιταλία.Ως καθαρή όμως, Ελληνική επινόηση μπορούν να θεωρηθούν οι ξύλινες πινακίδες, οι επαλειμμένες με κερί. Οι πινακίδες αυτές επέτρεπαν τη συνεχή επανεγγραφή κειμένων μετά την απόσβεσή τους, γι’αυτό και τις χρησιμοποιούσαν κυρίως οι μαθητές για εξάσκηση.Όλες αυτές οι πληροφορίες προκύπτουν από τη μελέτη των φιλολογικών και των επιγραφικών πηγών. Από τις επιγραφές έχουμε και την πληροφορία ότι οι βιβλιοθηκάριοι των αρχαίων ελληνικών βιβλιοθηκών ονομάζονταν γραμματείς και επιμελητές των βιβλιοφυλακίων. [Αναδημοσίευση από το περιοδικό Αρχαιολογία
Επ. Βρανόπουλου -Δρα ­ Ιστορικού – Αρχαιολόγου

ΠΗΓΗ