Friday, 1 May 2015

Η Ελληνική Θρησκεία & Περί της Πίστεως των Ελλήνων

Περί της Πίστεως των Ελλήνων

Η σημερινή άποψη που εκφράζουν μερικοί και λένε ότι πιστεύουν τους Θεούς είναι λάθος. Δεν υπήρχε τέτοια αντίληψη για τους Θεούς από τους προγόνους.  Οι πρόγονοι μας δεν πίστευαν στους Θεούς γιατί δεν υπήρχε τέτοια λέξη στην Ελληνική Θεολογία.

Οι πρόγονοι μας ακολουθούσαν τους Θεούς, όπως αυτό ξεκάθαρα δηλώνεται σε ένα από τα Δελφικά Παραγγέλματα:  Ἕπου θεῷ δηλαδή να ακολουθείς τον/τους Θεό/Θεούς. (Πηγή: Στοβαίος, Ανθολόγιον, ΙΙΙ, Ι, 173).

Η πίστη σύμφωνα με την άποψη του Πλάτωνα (βλ. Πολιτεία 519d έως το τέλος του 6ου βιβλίου) ανήκει στο κατώτερο γνωσιακό επίπεδο του ανθρώπου μαζί με την εικασία και αποτελεί τη χειρότερη μορφή γνωσιακής κατάστασης. Δηλαδή όταν πιστεύεις βλέπεις μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων γύρω σου. Δεν μπορείς να γνωρίσεις την ουσία τους. Δεν μπορείς να γνωρίσεις την αλήθεια. Η πίστη είναι η κατανάλωση έτοιμης τροφής που σου δίνουν οι άλλοι. Καταπίνεις ότι σου βάζουν στο στόμα, μόνο και μόνο επειδή πιστεύεις ότι είναι φαγητό, και ακόμη χειρότερα, επειδή έτσι σου είπαν οι άλλοι ότι είναι.

Όταν πιστεύεις συμπεριφέρεσαι σαν το πρόβατο, που ακολουθεί πιστά την αγέλη και υπακούει στον ποιμένα.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΠΟΙΜΕΝΕΣ


πηγη
http://www.hellenicreligion.com/

Ὡς “Ἑλληνικὴ Θρησκεία” θεωρεῖται τὸ σύνολο τῆς Ἑλληνικῆς θεογνωσίας καὶ θεολογικῆς-φιλοσοφικῆς ἐπιστήμης, καὶ τῶν διαχρονικὰ διαμορφωμένων ἀρχῶν καὶ ἀρετῶν, ὅπως μᾶς παραδόθηκαν μέσα ἀπὸ τὶς Ἱερὲς παρακαταθῆκες τῶν Ἑλλήνων Θεουργῶν, ποὺ ἔχουν διασωθεῖ μέχρι σήμερα, καὶ οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν στὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ Ἕλληνες μέσῳ τῆς Ἑλληνικῆς Θρησκείας ἀνέκαθεν ἀντλοῦσαν τὴν γνώση γιὰ τὸν κόσμο, τὸ σύμπαν, τὴν ψυχὴ καὶ τοὺς Θεούς.

Wednesday, 18 March 2015

Τα Τέσσερα Στοιχεία στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία

Σύμφωνα με την οντολογική θεωρία των τεσσάρων στοιχείων όλος ο κόσμος δομείται θεμελιακά από τέσσερα βασικά στοιχεία. Από αυτά, τις αλληλεπιδράσεις και τις αναμείξεις τους οικοδομούνται όλα τα υλικά και άϋλα, ορατά και αόρατα αντικείμενα του Σύμπαντος. Τα τέσσερα στοιχεία έχουν τα εξής ονόματα:
  • η Φωτιά
  • ο Αέρας
  • το Νερό
  • η Γη
Οι όροι παραπέμπουν στις αντίστοιχες φυσικές έννοιες της φωτιάς, των αερίων, του νερού και του εδάφους, λόγω παρεμφερών ιδιοτήτων, αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για υποτιθέμενα οντολογικά θεμέλια συστατικά της φύσης και όχι για τις γνωστές έννοιες της καθημερινότητας.


Η μεταφυσική θεωρία των τεσσάρων στοιχείων βρίσκεται στον πυρήνα της ελληνικής φιλοσοφίας και οι περισσότεροι φιλόσοφοι ασχολούνταν με αυτά. Ωστόσο δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους για το αν και ποιο στοιχείο είναι το βασικότερο και πλέον πρωταρχικό στη δημιουργία του κόσμου. Ο Θαλής ο Μιλήσιος (624-546 π.Χ.) υποστήριζε την άποψη, ότι τα υλικά σώματα αποτελούνται από το βασικό υλικό που είναι το νερό. Ο Αναξιμένης (585-525 π.Χ.) αντίθετα υποστήριζε ότι το βασικό υλικό είναι ο αέρας, και ότι τα άλλα δύο στοιχεία, το νερό και η γη αποτελούνται από συμπυκνωμένο αέρα. Ο Ηράκλειτος από την πλευρά του υποστήριζε ότι η φωτιά είναι το βασικό στοιχείο. Ο Πυθαγόρας δίδασκε ότι τα τέσσαρα στοιχεία αποτελούν μία Τετρακτύ αντιστοιχίζοντας την φωτιά προς τη μονάδα, τον αέρα προς τη δυάδα, το νερό προς την τριάδα και τη γη προς την τετράδα, όπως μας αναφέρει ο Ιάμβλιχος.Ο Εμπεδοκλής θεωρούσε ότι και τα τέσσερα στοιχεία είναι βασικά, και ότι το κάθε στοιχείο έχει βασικές ιδιότητες, έτσι ώστε από την σύνθεση των τεσσάρων αυτών στοιχείων να σχηματίζονται όλα τα υπόλοιπα υλικά.

Αργότερα, ο Πλάτωνας (περ. 428-347 π.Χ.) πρόσθεσε τον Αιθέρα και όρισε για κάθε στοιχείο ένα γεωμετρικό στερεό θέσεις που στην ουσία διδάσκονταν από τους Πυθαγόρειους :
Ο Θέων ο Σμυρναίος μάλιστα αναφέρει τα τέσσερα στοιχεία να αποτελούν την τέταρτη κατά σειρά τετρακτύν στο σύνολο των ένδεκα τετρακτύων που όπως υποστήριζε υπάρχουν στον κόσμο.Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) καθόρισε τις ιδιότητες των τεσσάρων στοιχείων (κρύο/ζέστη, ξηρό/υγρό) και έδωσε στον αιθέρα την υπόσταση του «πνεύματος» των υπόλοιπων τεσσάρων στοιχείων:
 
   Ζεστό
   Κρύο  
Ξηρό
    φωτιά
γη
Υγρό
    αέρας
  νερό

Οι στωικοί εξέλιξαν την θεωρία αυτή περισσότερο και υποστήριξαν ότι το «πνεύμα» είναι μείγμα της φωτιάς και του αέρα. Γιαυτό και τα δύο αυτά στοιχεία θεωρήθηκαν «πνευματικά» ή «ενεργά», ενώ τα υπόλοιπα δύο στοιχεία, η γη και το νερό θεωρήθηκαν «αδρανή». Από κει και ύστερα η θεωρία διαδόθηκε και έγινε αποδεκτή, παραμένοντας όπως ήταν και επικράτησε για πολλούς αιώνες, μέχρι τον μεσαίωνα. Και σήμερα όμως συνεχίζει να είναι έδαφος μελέτης της φιλοσοφίας τουλάχιστον για εκείνους που ασχολούνται με την Ελληνική φιλοσοφία, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, των Πυθαγορείων, αλλά και τον εσωτερισμό, τον αποκρυφισμό κ.α.


Με τις εκστρατείες του Μεγαλέξανδρου τα ελληνικά γράμματα εξαπλώθηκαν. Ο Πτολεμαίος, διάδοχος του Αλέξανδρου στην Αλεξάνδρεια, έκτισε έναν ναό γραμμάτων για τις μούσες, το «Μουσείο», ένα ίδρυμα που σήμερα θα το λέγανε Πανεπιστήμιο. Το Μουσείο αυτό, στο οποίο υπήρχε η περίφημη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, έγινε φημισμένο κέντρο μόρφωσης και γραμμάτων. Στον τόπο αυτό συνδυάστηκε η ελληνική φιλοσοφία με τις αιγυπτιακές γνώσεις περί της εφαρμογής της χημείας. Στην αρχαία Αίγυπτο η εφαρμογή της χημείας είχε καθαρά θρησκευτικό υπόβαθρο (π.χ. ταρίχευση των φαραώ), πράγμα που επηρέασε την ροή της θεωρίας των τεσσάρων στοιχείων. Αφενός η θεωρία αυτή πήρε ένα είδος θεολογικού χαρακτήρα, αφετέρου η θεωρία έγινε «εσωτερική», δηλαδή «μυστική» και άρχισε να γίνεται επίτηδες ακατανόητη για τους μη μυημένους.

Όταν οι Άραβες το 641 μ.Χ. κατέλαβαν την Αίγυπτο, θεσπίστηκαν την θεωρία των τεσσάρων στοιχείων και άρχισαν να την μελετούν με ενδιαφέρον. Τον τομέα αυτόν τον ονόμασαν «Αλ-Κιμία», δηλαδή «χημεία». Όταν οι Ευρωπαίοι με τις σταυροφορίες του 12ου και 13ου αιώνα ήρθαν σε επαφή με τους Άραβες, η αλχημεία μεταδόθηκε και στην Ευρώπη, όπου οι λεγόμενοι αλχημιστές την μελέτησαν και την επεξεργάστηκαν με ενδιαφέρον. Ο Παράκελσος τον 16ο αι. εξέφρασε την πεποίθηση, ότι τα τέσσερα στοιχεία έχουν σχέση με τα στοιχειακά, που τα διαχώρισε σε στοιχειακά της γης, του νερού, του αέρα και της φωτιάς. Επίσης η θεωρία των τεσσάρων στοιχείων θεσπίστηκε και από τους αστρολόγους, οι οποίοι κατέταξαν τα ζώδια σύμφωνα με τα τέσσερα στοιχεία. Συνολικά έχουμε λοιπόν τις εξής σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων στοιχείων και των διαφόρων επιστημών:
Στοιχείο
Γεωμετρικό σώμα
(Πλάτων)
Ιδιότητα
(Αριστοτέλης)
Ζώδιο
(Αστρολογία)

Κατεύθυνση

Αλχημιστικό σύμβολο
φωτιά
τετράεδρο
ζεστό + ξηρό
Κριός, Λέων, Τοξότης

Νότος

Element Feuer.png
αέρας
οκτάεδρο
ζεστό + υγρό
Δίδυμοι, Ζυγός, Υδροχόος

Ανατολή


Element Luft.png
νερό
εικοσάεδρο
κρύο + υγρό
Καρκίνος, Σκορπιός, Ιχθείς

Δύση

Element Wasser.png
γη
εξάεδρο
κρύο + ξηρό
Ταύρος, Παρθένος, Αιγόκερως

Βορράς

Element Erde.png

Tuesday, 10 March 2015

Αμβροσία Η τροφή των Θεών στην Ελληνική μυθολογία

Oι Έλληνες δίνοντας στους θεούς τους ανθρώπινα χαρακτηριστικά, συμπεριέλαβαν τις ιδιότητες, τα προτερήματα και τις αδυναμίες των ανθρώπων. Κι έτσι θεώρησαν φυσικό να έχουν και την ανάγκη της τροφής.H τροφή των Θεων απαγορεύονταν στους κοινούς θνητούς.

Η ΑΜΒΡΟΣΙΑ ΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

Η αμβροσία ήταν η τροφή των Θεών, όπως το νέκταρ υπήρξε το ποτό αυτών. Πριν βρεθεί η αμβροσία, οι Θεοί οσφραίνονταν μόνον την κνίσα των θυμάτων. Αρχικά, η τροφή αυτή εμφανίστηκε κατά την γέννηση του Διός, ρέουσα από το κέρας της Αμάλθειας. Κατά το έπος της Οδύσσειας, οι Πελείες έφεραν την αμβροσία στον πατέρα Δία˙μέσα στις Πλαγκτές όπου μία από αυτές πάντοτε χάνεται, αλλά ο Ζευς πλάθει άλλη προς αντικατάσταση αυτής:

«Και ουδέ πουλί ταίς προσπερνά, αλλ’ ουδέ η περιστέραις
οπού του Δία του πατρός την αμβροσία φέρων˙
ως και απ’ αυταίς κάθε φοράν η γλυστρή πέτρ’ αρπάζει˙
αλλά να κλεισ’ ο αριθμός στέλνει ο πατέρας άλλην»
(Οδυσ. Μ, 62 –65).

Κατά την ποιήτρια Μυρώ την Βυζαντία, ''την αμβροσία κόμισαν στον Δία, όταν ήταν παιδί στην Κρήτη, οι Πελειάδες, το δε νέκταρ αετοί και ο Ζευς, νικώντας τον πατέρα του, τον αετό εποίησε αθάνατο και τον πήρε στον ουρανό, εκείνους κατέστησε προπομπούς του θέρους και του χειμώνος.'' Κατα εναν άλλο μύθο, μνημονευόμενο από τον Πρόκλο, η Δήμητρα παρασκεύαζε την αμβροσία και το νέκταρ για τους αθανάτους.

Αρχικά η αμβροσία δήλωνε την αθανασία και την μεταχειρίζονταν αντ’ αυτής. Πίστευαν ότι όπως ο άνθρωπος ζει από την τροφή, έτσι και οι Θεοί διατηρούνταν αθάνατοι μέσω της αμβροσίας.Εν τούτοις, μέσω της αμβροσία και οι κοινοί θνητοί κατέστησαν αθάνατοι. Με αυτό τον τρόπο, η Αφροδίτη κατέστησε δια της αμβροσίας αθάνατη τη Βερενίκη:

«Ω Διωναία Κύπρι, συ μεν αθάνατον από θνητής,
κατ’ ανθρωπίνην παροιμίαν, εποίησας την Βερενίκην,
αποστάξασα αμβροσίαν εις τους κόλπους αυτής».
(Θεοκρ. XV, 106-108)

Επίσης, η Αθηνά, κατ’ εντολή του Διός, ρίχνει στο στήθος του Αχιλλέα το νέκταρ και την ευχάριστη αμβροσία για να τον απαλλάξει από την πείνα:

«... και τροφήν να πάρη αυτός (ο Αχιλλεύς) δεν θέλει
αλλά κατέβα την γλυκειά να στάξης αμβροσίαν
και νέκταρ μέσ’ τα στήθη του, να μην τον πνιξ’ η πείνα».
(Ιλ. Τ, 345-347)

Κι εδώ η αμβροσία συγχέεται με το νέκταρ υπό την υγρή μορφή.

Ο Πλάτων, στην αλληγορία των ενώσεων των ψυχών, προσθέτει το νέκταρ ως ποτό, μετά την αμβροσία: «ελθούσης δε αυτής ο ηνίοχος προς την φάτνην τους ίππους στήσας παρέβαλεν αμβροσίαν τε και επ’ αυτή νέκταρ επότισε».

Σπανίως η αμβροσία συναντάται ξεχωριστά από το νέκταρ, σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ των δύο τούτων λέξεων σημειώνεται μόνο η διαφορά του κατ’ ιδίαν γενικού όρου. Στην Οδύσσεια πάντα μόνο η αμβροσία διακρίνεται ευκρινώς από το νέκταρ, στο γεύμα το οποίο η Καλυψώ παραθέτει στον Ερμή:

«Είπε η θεά, και τράπεζαν γεμάτην αμβροσίαν του θέτει,
και άμα κόκκινο νέκταρ του συγκερνάει
κ’ έτρωγ’ εκείνος κ’ έπινεν, ο μέγας αγροφόνος».
(Οδ. Ε, 92-94).

Παρακάτω, οι υπηρέτες της θεάς προσφέρουν στον φιλοξενούμενο Οδυσσέα την αμβροσία και το νέκταρ, αυτή την φορά ενωμένα:

«και αγνάντια κείνη εκάθισε εις τον θείον Οδυσσέα,
και νέκταρ της παράθεσαν η δούλαις και αμβροσία».
(Οδ. Ε, 198-199).

Και ο Ησίοδος λέει ότι οι θεοί τρώνε και το νέκταρ και την αμβροσία:

«Μα σαν εδώσανε σ’ αυτούς όσα χρειάζονταν όλα,
και νέκταρ και αμβροσία, αυτά που τρώνε μόνον οι θεοί,
τότε στα στήθη τράνεψεν η ρωμαλέα ψυχή τους».

Αυτός, ο ευσεβής ποιητής προσθέτει, ότι οι επί ψευδορκία ένοχοι θεοί δεν είναι πλέον δυνατόν να τραφούν με νέκταρ και αμβροσία:

«Όποιος λοιπόν χύνει νερό απ’ αυτό για να ορκιστή με ψέμα
από τους αθανάτους, πόχουν την κορυφή του χιονισμένου Ολύμπου,
ακέριο χρόνο κοίτεται χωρίς πνοή˙
δεν φέρνει μήτε μια φορά την αμβροσία στα χείλη του ή το νέκταρ,
για να τραφή, αλλά κοίτεται χωρίς αναπνοή, δίχως φωνή
σε μια στρωμασιά˙ μια φοβερή παράλυση τα μέλη του σκεπάζει».
(Ησ. Θεογ. 793-798).

Στον Πίνδαρο, ο Τάνταλος υπέκλεψε από τους ανθρώπους το νέκταρ και την αμβροσία, τα οποία τον είχαν καταστήσει αθάνατο:

«έχει δ’ απάλαμον βίον τούτον εμπεδόμοχθον (ο Τάνταλος),
μετά τριών τέταρτον πόνον, αθανάτων ότι κλέψαις
αλίκεσσι συμπόταις
νέκταρ αμβροσίαν τε
δώκεν, οίσιν άφθιτον».
(Πίνδ. ΙΙ. Ι, 61-65)

Οι Ώρες και η Γαία ενστάλαξαν σταγόνα προς σταγόνα πάνω στα χείλη του Αρισταίου το νέκταρ και την αμβροσία και του έδωσαν την αθανασία:

«εύθρονοις Ώραισι και Γαία
ανελών φίλας υπό ματέροις οίσει.
ται δ’ επιγουνίδιον κατθηκάμεναι βρέφος αυταίς,
νέκταρ εν χείλεσσι και αμβροσίαν στάξοισι, θήσονταί τε νιν αθάνατον
τοις δ’ Αρισταίον καλείν».
(Πίνδ. ΙΙ, ΙΧ, 60-65).

Η αμβροσία χρησιμοποιούνταν αντί αλοιφής, καθώς και ως καλλυντικό και αντισηπτικό μέσο. Οι Θεές αλείφονταν με αμβροσία για να διατηρούν αμάραντα τα κάλλη τους, οι δε θνητές γυναίκες χάρη στη χρήση της αμβροσίας φαίνονταν ωραιότερες. Επίσης οι πληγές με την αμβροσία επουλώνονταν ταχέως, οι δε νεκροί που αλείφονταν με αυτή καθίστατο άσηπτοι.

Η Ήρα με αμβροσία καθαρίζει το δέρμα της:
«Και πρώτα όλο το σώμα της το χαριτοπλασμένο
με αμβροσίαν εύμορφα καθάρισε και αλείφθη
λάδι άφθαρτο γλυκότατο με μύρα ευωδιασμένο».
(Ιλ. Ξ, 170-172).

Επίσης, η Αθηνά, με αμβρόσιον κάλλος καθαρίζει την Πηνελόπη:

«κ’ αμβρόσιο χρίσμα ελάμπρυνε τ’ ωραίο πρόσωπό της,
μ’ αυτό που η καλοστέφανη αλείφεται Αφροδίτη».
(Οδυσ. Σ., 192-193).


Καθώς αναφέρει ο Βιργίλιος (Aen. 12, 149), η αμβροσία χρησιμοποιείται από τους θεούς ως αλοιφή για την θεραπεία των πληγών.

Το σώμα του Σαρπηδόνα αλείφεται με αμβροσία για να προφυλαχθεί από την σήψη.

«...... και αφού τον χρίσης με αμβροσία, άφθαρτα ενδύματα ένδυσέ τον».
(Ιλ. Π. 670).

Επίσης εμφανίζεται και ως τρόπος ταριχεύσεως. Στην Ιλιάδα αναφέρεται πως η Θέτις ενστάλαξε νέκταρ και αμβροσία από τη μύτη, στο πτώμα του Πατρόκλου ως αντισηπτικά:

«και στα ρουθούνια του νεκρού ρόδινο στάζει νέκταρ
και αμβροσία άφθαρτον το σώμα να κρατήσηι».
(Ιλ. Τ, 38-39).

Πολλές φορές εξαίρεται και η εξαιρετική ευωδιά της αμβροσίας. Η Ειδοθέα θέτει μπροστά στη μύτη του Μενελάου την αμβροσία για την απομάκρυνση της κακής οσμής της φώκιας:

«............................... μας έπνιγε η βαρειά
των θαλασσόθρεπτων φωκών οσμή φαρμακωμένη˙
και ποιός βαστά να κοιμηθή με τέρας του πελάγου,
αλλά μας έσωσε αυτή με ανάσασι μεγάλη˙
εις τα ρουθούνια καθενός μας έθεσε αμβροσία
μυρόβολη, και την οσμήν αφάνισε του κύτους».
(Οδ. Δ, 441-446).


Από κάποιους συγγραφείς γίνεται λόγος για την πηγή της αμβροσίας μέσα στον κήπο των Εσπερίδων (Σαπ. Απ. 51. – Ευρ. Ιππ. 748). Προφανώς εννοείται εκεί μέσα ο αυτός ο τόπος όπου κατά την Οδύσσεια οι Πελείες φέρνουν την αμβροσία στον Δία, υποχρεούμενες να διέλθουν πετώντας μέσα από τις Πλαγκτές:

«Το να έχη πέτραις κρεμασταίς, και προς αυταίς βροντάει,
μέγα το κύμα της γλαυκής ‘στην όψιν Αμφιτρίτης˙
κείναις πλαγκταίς οι μάκαρες θεοί ταις ονομάζουν.
και ουδέν πουλί ταις προσπερνά, αλλ’ ουδ’ η περιστέραις,
όπου του Δία του Πατρός την αμβροσία φέρουν».
(Οδ. Μ, 59-63).


Τα νεογέννητα τέκνα των Θεών έπρεπε με νέκταρ και αμβροσία να τραφούν. Ακόμη και τα άλογα των Θεών με αμβροσία, ως ποώδους τροφής, τρέφονταν, αυτό δηλώνει ότι και αυτά συμμετείχαν στην αθανασία.

«τ’ άλογ’ αυτού σταμάτησεν η Ήρα η λευκοχέρα˙
τα ξόδεψε και ολόγυρα ,με καταχνιά τα ζώνει,
και αμβρόσιο φύλλο εβλάστησε να βόσκουν ο Σιμόεις».(27 - 28)
(Ιλ. Ε, 775-777).

Πολλοί συνέδεσαν το πολυσήμαντο της λέξεως αμβροσία με την ποικίλη χρήση του μελιού. Πράγματι δε, φαίνεται ότι το μέλι κρύβεται υπό την έννοια της αμβροσίας
(Ύμνος στον Ερμή 562: «θεών ηδεία εδωδή». – Απόλ. Ροδ. 4, 1131).

Για τον Δία, ως παιδί, υπάρχουν ως εκ τούτου δύο παραδόσεις˙ κατά την μεν έθρεψαν αυτόν οι Πελείες με αμβροσία και νέκταρ, κατά την άλλη δε μέλισσες μέσω του μελιού. Κατά τον γερμανό μυθολόγο Roscher, η αμβροσία ήταν μυθική παράσταση του μελιού, το οποίο έπεφτε από τον ουρανό πάνω στα φυτά ως δροσιά (αερόμελι, δροσόμελι) και συνεπώς θεωρούνταν ως τροφή ουρανία ή θεία. Τρωγόταν είτε ως φυσικό μέλι είτε μεταποιημένο σε ποτό (υδρόμελι, μελίκρατο). Σε αυτό συμφωνούν οι εκφράσεις της αμβροσίας και του νέκταρος προς τα του μελιού. Χρησιμοποιήθηκαν με μεταφορική σημασία πάνω στην ηδύτητα και χάρη του λόγου ή των ποιημάτων (Ιλ. Α, 249. - Ησίοδ. Θεογ. 83. – Πίνδ. Νέμ. 3, 74 κλπ).

Ο Ίβυκος μάλιστα χαρακτηρίζει την αμβροσία ως έχουσα εννεαπλάσια γλυκύτητα από το μέλι. Σχετικώς διαβάζουμε στον Αθήναιο. (ΙΙ, 39 b):
«Ίβυκος δε φησι, την αμβροσίαν του μέλιτος κατ’ επίτασιν εναπλασίαν έχειν γλυκύτητα, το μέλι λέγων ένατον είναι μέρος της αμβροσίας κατά την ηδονήν».

Τέλος, αμβροσία καλούνταν στις θρησκευτικές τελετές ο κυκεών από νερό, λάδι και διάφορους καρπούς, όπως μνημονεύεται από τον Αθήναιο (ΧΙ, 473):
«Η δ’ αμβροσία ύδωρ ακραιφνές, έλαιον, παγκαρπία».

Αρισταίος ο Αγροτικός Θεός


Ο Αρισταίος ήταν γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης, εγγονής της Ναϊάδας Κρέουσας και του θεσσαλού θεού-ποταμού Πηνειού.Τον Αρισταίο ανέθρεψαν η προγιαγιά του Γαία και οι Ώρες ή ο Κένταυρος Χείρωνας κατ’ άλλους. Στη συνέχεαι ανέλαβαν την εκπαίδευσή του οι Μούσες. Κοντά τους έμαθε την τέχνη της ιατρικής και της μαντικής. Από τις Νύμφες έμαθε την καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς, πώς να φροντίζει τα μελίσσια, πώς να παρασκευάζει τυρί από το γάλα και πώς να μπολιάζει τις αγριελιές για να βγάζουν καρπό.Οι Μούσες του έδωσαν τρία ονόματα. Τον ονόμασαν Νόμιο, Αρισταίο και Αγρέα.

Σύμφωνα με τον Πλίνιο ο Αρισταίος ανακάλυψε το ελαιοπιεστήριο, ώστε να παίρνει λάδι από τον καρπό του ελαιόδεντρου.Επίσης του αποδίδονται και εφευρέσεις σχετικές με το κυνήγι, όπως οι λάκοι και τα δίχτυα.
Ο Αρισταίος, με τη σειρά του, φρόντισε όσα γνώριζε να γίνουν κτήμα των ανθρώπων.Νυμφεύτηκε την Αυτονόη, την κόρη του Κάδμου, και απέκτησε μαζί της τον Ακταίωνα.Ο Αρισταίος σχετίζεται και με τον κύκλο του Ορφέα. Σύμφωνα με το Βιργίλιο, η Ευρυδίκη, γυναίκα του Ορφέα, βρήκε τραγικό θάνατο, από δάγκωμα φιδιού, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τον Αρισταίο που την καταδίωκε. Οι θεοί οργίστηκαν από την πράξη του και έστειλαν επιδημία στις μέλισσές του. Εκείνος, για να μάθει την αιτία της συμφοράς του, ζήτησε τη βοήθεια της μητέρας του. Η Κυρήνη τον έστειλε στον Πρωτέα κι εκείνος του αποκάλυψε πώς οι θεοί τον τιμώρησαν για το θάνατο της Ευρυδίκης.

Όταν κάποτε ξέσπασε λοιμός στις Κυκλάδες, την εποχή του Σείριου, που έκανε πολλή ζέστη, οι κάτοικοι ζήτησαν τη βοήθεια του Αρισταίου για να απαλλαγούν από τη συμφορά. Ο Αρισταίος για να τους βοηθήσει εγκαταστάθηκε στην Κέα, όπου έχτισε μεγάλο βωμό στο Δία και πρόσφερε καθημερινές θυσίες στο Δία και στο Σείριο. Ο Δίας εισάκουσε τις προσευχές του κι έστειλε τα μελτέμια (τους δροσερούς ανέμους), για να αλλάξουν το κλίμα στο νησί. Από τότε τα μελτέμια πνέουν όταν κάνει πολλή ζέστη και καθαρίζουν την ατμόσφαιρα των Κυκλάδων.Τιμήθηκε στην Αρκαδία γιατί δίδαξε στους Αρκάδες τη μελισσοκομία, την κατεργασία του μαλλιού και την τέχνη του κυνηγιού.Επίσης τον τιμούσαν και στη Λιβύη όπου είχε φυτέψει το φυτό σίλφιον από το οποίο έπαιρναν κάποιο φάρμακο κι ένα καρύκευμα.Σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη ο Αρισταίος δίδαξε στη Σαρδηνία και στη Σικελία την καλλιέργεια της ελιάς. Εκεί λατρεύτηκε ως γεωργική θεότητα, προστάτης των ελαιοκαλλιεργητών.

πηγη

Wednesday, 3 December 2014

Οι Iερές Eλιές της Αρχαίας Αθήνας

 Ο μύθος της διαμάχης μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνα για την πόλη του Κέκροπα είναι γνωστός. Ο Ποσειδώνας χτυπώντας την τρίαινα του έκανε να αναβλύσει μια πηγή, η Αθηνά εμφάνισε την πρώτη ήμερη ελιά με καρπό. Οι Αθηναίοι επέλεξαν την ελιά, η πόλη τους πήρε το όνομα της θεάς και έκτοτε μπορεί να είχαν πρόβλημα με το νερό αλλά ευδοκίμησαν λόγω του ευλογημένου καρπού.Από αυτή την πρώτη ιερή ελιά της Αθηνάς, γεννήθηκαν άλλες δώδεκα ελιές τις οποίες οι Αθηναίοι φύτεψαν στις ισάριθμες πύλες της Ακαδημίας, και με την σειρά τους από αυτές τις ιερές, Μορίες, ελιές σιγά σιγά δημιουργήθηκαν οι ιεροί ελαιώνες των Αθηνών. Αιώνες αργότερα οι Αθηναίοι διαπίστωσαν πως υπήρχαν πια ελαιόδεντρα που προέρχονταν από την πρώτη ελιά σε όλη την πόλη διάσπαρτα, αιωνόβια δέντρα τα οποία όρισαν εξίσου ιερά.Τα δέντρα αυτά τα ονόμασαν Μορίες, μάλλον από το μόριο-κομμάτι καθώς όλα προέρχονταν από μεταφυτεύσεις-μέρη/κομμάτια της πρώτης ελιάς που δέσποζε στον βράχο της Ακροπόλεως. Λέγαν όμως και έναν μύθο. Πως ο γιος του Ποσειδώνα, ο Αλιρρόθιος, με την προτροπή του χολωμένου θεού που είχε χάσει την διαμάχη για την πόλη, βάλθηκε κάποια στιγμή να κόψει όλες τις Μορίες, εκδικούμενος τους Αθηναίους. Αλλά προτού ακόμα ακουμπήσει το υψωμένο τσεκούρι στο πρώτο δέντρο αυτός έπεσε νεκρός. Έτσι λένε πως το όνομα προήλθε από τον Μόρο, τον θάνατο του Αλιρρόθιου.
Και πράγματι οι Αθηναίοι, οι πιο θεοσεβείς των ανθρώπων, είχαν σε τόση εκτίμηση όλες τις Μορίες που με νόμο αποφάσισαν πως τα ιερά δέντρα ανήκαν στην Πόλη ακόμα και αυτά που βρίσκονταν σε ιδιόκτητα κτήματα. Έστω μια Μορία μόνη της στην αυλή του σπιτιού κάποιου Αθηναίου, ήταν ιερή επομένως ανήκε στην πόλη και έπρεπε να προστατεύεται. Για τον λόγο αυτό γύρω από τις Μορίες που βρίσκονταν εκτός του ιερού ελαιώνα η πόλη σήκωνε έναν σηκό (φράχτη) και αυτός και η ελιά ήταν υπό την ευθύνη του ιδιοκτήτη του κτήματος. Μάλιστα καθώς οι Αθηναίοι ήταν έξυπνοι και γνώριζαν πως και οι ίδιοι όταν δεν επιβάλλεται ο νόμος, ο καθείς κοιτάει το συμφέρον του, είχαν θεσπίσει και ένα ειδικό ελεγκτικό σώμα τους "επιγνώστες", επιφορτισμένο με το καθήκον να ελέγχουν την κατάσταση των Μοριών. 
Ο ιδιοκτήτης έπρεπε να φροντίζει την ιερή ελιά και τον φράχτη, πράγμα πολύ σημαντικό καθώς η ποινή σε περίπτωση καταστροφής ήταν θάνατος μετά από απόφαση του ειδικού για ιερά ζητήματα δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου. Ακόμα και αν για κάποιο λόγο, παρά της φροντίδες το δέντρο ξεραίνονταν ο κορμός του έπρεπε να παραμείνει εκεί, καθώς μπορεί να πέταγε πάλι βλαστό.

Ένα τέτοιο θαύμα είχε μάλιστα συμβεί με την πρώτη ιερότερη των ιερών ελιά στην Ακρόπολη, όταν αυτή είχε πυρποληθεί από τους Πέρσες. Γυρνώντας οι Αθηναίοι στην κατεστραμμένη και λεηλατημένη πόλη τους είχαν αντικρίσει τα ιερά τους καμένα και διαλυμένα από τους βαρβάρους. Και το χειρότερο..., ή ίδια μοίρα είχε χτυπήσει την πρώτη Μορία, την οποία αντίκρισαν και αυτή να καπνίζει καμένη. Καταρρακώθηκαν οι Αθηναίοι τότε, καθώς η Ελιά αυτή ήταν η ίδια η Πόλη τους και η σύνδεση με την θεά τους. Όμως ως εκ θαύματος, εκεί μέσα στα ερείπια, από τον καπνισμένο κορμό ένα νέο βλαστάρι ξεπετάχτηκε και πήραν θάρρος. Μάλιστα μέχρι να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους και τα νέα απαραίτητα για την Πόλη τείχη, η ελιά από αυτό το βλαστάρι μεγάλωσε με αφύσικη ταχύτητα. Όταν πια ο καινούργιος Παρθενώνας χτίστηκε στον βράχο η Μορία ήταν πάλι ολόκληρο δέντρο και η αγαπημένη Πόλη της θεάς μεγαλούργησε και πάλι.

Είναι ενδιαφέρον πως ίσως τα μόνα πολιτειακά αξιώματα της Αθηναϊκής δημοκρατίας που δεν είχαν ενιαύσια θητεία ήταν ο άρχων βασιλεύς και οι αθλοθέτες. Ένας από τους λόγους φαίνεται να είναι εντελώς πρακτικός καθώς και ο μεν και οι
 δε είχαν υπό την ευθύνη τους την οργάνωση της εορτής των Παναθηναίων. Προφανώς ήταν τόσο σημαντική η εορτή και τόσο πρακτικοί άνθρωποι οι Αθηναίοι που έπρεπε οι υπεύθυνοι αξιωματούχοι να μην αλλάζουν προτού ολοκληρώσουν το έργο τους, την διεξαγωγή δηλαδή της εορτής και των αγώνων. Όπως στις περισσότερες μεγάλες εορτές των Ελλήνων έτσι και στα Παναθήναια δεν υπήρχαν μόνο αθλητικοί διαγωνισμοί αλλά και  μουσικοί, ακόμα και ομορφιάς. 
Επειδή μάλιστα η Αθήνα ήταν πλούσια και δυνατή πόλη τα έπαθλα ήταν αξιοσέβαστα. Οι νικητές των μουσικών αγώνων έπαιρναν δώρο χρυσά και ασημένια στεφάνια Αυτοί που κέρδιζαν τον διαγωνισμό ομορφιάς  έπαιρναν πανέμορφες ασπίδες, ενώ τέλος οι νικητές των αθλητικών αγώνων έφευγαν με τους γνωστούς Παναθηναϊκούς αμφορείς γεμάτους λάδι. Καθώς οι αθλητικοί αγώνες είχαν μεγαλύτερη σημασία και ήταν πιο λαοφιλείς από τους άλλους δεν πρέπει να κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε πως οι νικητές ήταν ριγμένοι σε σχέση με τους κιθαρωδούς. Το λάδι που έπαιρναν οι πρώτοι είχε μεγαλύτερη ίσως αξία από τα χρυσά στεφάνια.Γιατί το λάδι αυτό προέρχονταν από τις Μορίες ελιές, κρατικές και ιδιωτικές. Με την οργανωτική ευθύνη του επωνύμου άρχοντα το μάζευαν οι αθλοθέτες κάθε χρόνο και το τοποθετούσαν στον θησαυρό στην Ακρόπολη μέχρι την διεξαγωγή των αγώνων. Μάλιστα επειδή γνωρίζουμε κάποιους καταλόγους νικητών και πόσους αμφορείς (συνολικά πάνω από 1113) ελάμβαναν ως δώρο μπορούμε να υπολογίσουμε (δεχόμενοι πως το λάδι από τις Μορίες πρέπει να δίνονταν ώς απαρχή/δεκάτη της παραγωγής όπως σε κάθε ιερό), όλα τα ιερά ελαιόδεντρα της Αττικής.   Το Αττικό λάδι (όπως και τα Σύκα) απαγορευόταν να εξαχθεί. Η μόνη περίπτωση που γινόταν αυτό ήταν με τους  Παναθηναϊκούς αμφορείς που λάμβαναν δώρο οι νικητές. Αυτοί οι αμφορείς με τα ~40 λίτρα ιερό λάδι, πωλούνταν σε άλλες πόλεις το βάρος τους χρυσό κάνοντας του νικητές που τους είχαν λάβει πλούσιους. Οι ίδιοι οι αμφορείς και το λάδι τους ήταν τόσο σημαντικοί και για τους μη Αθηναίους, με αποτέλεσμα να έχουμε ταφές πλουσίων της Σικελίας, με τέτοιους αμφορείς ως κτερίσματα για τον τάφο.
http://mythagogia.blogspot.gr/2013/10/blog-post_19.html

Friday, 28 November 2014

Ο σκύλος και ο άνθρωπος στην Αρχαία Ελλάδα


Ο σκύλος στην Αρχαία Ελλάδα είχε σεβαστή θέση στην καθημερινή ζωή των προγόνων μας και υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας. Αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε από τις αναρίθμητες αναφορές που γίνονται για το σκύλο στα έργα τους, την τέχνη τους, τους μύθους και τις ιστορίες τους.
Από την ελληνική μυθολογία βλέπουμε ότι πολλά τέρατα είχαν την μορφή σκύλου, όπως η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ο Κέρβερος κ.ά. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι την εποχή δημιουργίας της μυθολογίας, ο σκύλος να ήταν ακόμα άγριο και μη εξημερωμένο ζώο.
Με την πάροδο όμως του χρόνου, ο σκύλος εξημερώθηκε και αποτέλεσε πολύτιμο και χρήσιμο συνοδό σε αρκετές εργασίες.
- See more at: http://www.dogsworld.gr/genika/skylos-arxaia-ellada/#sthash.LdrJ1Qx1.dpuf
Ο σκύλος στην Αρχαία Ελλάδα είχε σεβαστή θέση στην καθημερινή ζωή των προγόνων μας και υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας. Αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε από τις αναρίθμητες αναφορές που γίνονται για το σκύλο στα έργα τους, την τέχνη τους, τους μύθους και τις ιστορίες τους.
Από την ελληνική μυθολογία βλέπουμε ότι πολλά τέρατα είχαν την μορφή σκύλου, όπως η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ο Κέρβερος κ.ά. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι την εποχή δημιουργίας της μυθολογίας, ο σκύλος να ήταν ακόμα άγριο και μη εξημερωμένο ζώο.
Με την πάροδο όμως του χρόνου, ο σκύλος εξημερώθηκε και αποτέλεσε πολύτιμο και χρήσιμο συνοδό σε αρκετές εργασίες.
- See more at: http://www.dogsworld.gr/genika/skylos-arxaia-ellada/#sthash.LdrJ1Qx1.dpuf
Ο σκύλος στην Αρχαία Ελλάδα είχε σεβαστή θέση στην καθημερινή ζωή των προγόνων μας και υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας. Αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε από τις αναρίθμητες αναφορές που γίνονται για το σκύλο στα έργα τους, την τέχνη τους, τους μύθους και τις ιστορίες τους.Από την ελληνική μυθολογία βλέπουμε ότι πολλά τέρατα είχαν την μορφή σκύλου, όπως η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ο Κέρβερος κ.ά. Αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι την εποχή δημιουργίας της μυθολογίας, ο σκύλος να ήταν ακόμα άγριο και μη εξημερωμένο ζώο.Με την πάροδο όμως του χρόνου, ο σκύλος εξημερώθηκε και αποτέλεσε πολύτιμο και χρήσιμο συνοδό σε αρκετές εργασίες.

Υπάρχουν δύο μύθοι που εξηγούν το λόγο που ο σκύλος αποτελεί εδώ και χιλιάδες χρόνια τον πιο πιστό σύντροφο του ανθρώπου.Ο πρώτος μύθος, μας λέει πως ο κύν ήταν δημιούργημα του θεού Ήφαιστου. Για το λόγο αυτό, απολάμβανε μεγάλης εκτίμησης σε σημείο σχεδόν ισότητας με τους ανθρώπους, σε αντίθεση με τους αρχαίους Αιγυπτίους που είχαν μια πιο απόμακρη σχέση με τα ζώα (τα λάτρευαν μεν αλλά χωρίς να έχουν καθημερινή επαφή μαζί τους). Ο θεός Απόλλων εξημέρωσε το σκύλο και τον δώρισε στην αδελφή του θεά Αρτέμιδα, προκειμένου να τη συνοδεύει στο κυνήγι (κύναν άγω).Ενας άλλος μύθος αναφέρει ότι ο σκύλος είναι αποτέλεσμα αναπαραγωγής του Κέρβερου (του σκύλου που φύλαγε τον Άδη), την οποία επέτυχε ο Μολοσσός, ο εγγονός του Αχιλλέα. Για την ιστορία, τον Κέρβερο τον αιχμαλώτισε ο Ηρακλής και τον πήγε στον Ευρυσθέα, από τον οποίο τον έκλεψε ο Μολοσσός.

Πέραν όμως, από τους μύθους, οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν με τα ζώα και στο επιστημονικό πεδίο. Ο πανεπιστήμονας και φιλόσοφος Αριστοτέλης, στο έργο του «περί ζώων ιστορία», κάνει μια λεπτομερή μελέτη γύρω από τα είδη και τη φύση των σκύλων δείχνοντας έτσι τη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι στο ζώο αυτό. Συγκεκριμένα, κατατάσσει του Μολοττικούς κύνες και τους Ινδικούς κύνες στην κατηγορία βραχυκεφάλων κυνών. Υπενθυμίζουμε  ότι η λέξη Μολοσσός είναι η αρχαία ονομασία της Ηπείρου. Ακόμα και στην καθημερινή ζωή των μεγάλων ανδρών ο κύνας έπαιξε σημαντικό ρόλο. Ο Μέγας Αλέξανδρος ως μαθητής του Αριστοτέλη, ήταν κυνόφιλος.Όσο ήταν στην Πέλλα είχε μια θηλυκή σκυλίτσα (Μολοττικός κύων) και αργότερα στην Περσία κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του κατά του Πέρση Δαρείου, αγόρασε έναν αρσενικό σκύλο (Ινδικός κύων) και μάλιστα έναντι αδρής αμοιβής, ονόματι Περίττα. Αργότερα, έδωσε το όνομά του σε μια πόλη που ίδρυσε εκεί.Ανάγλυφο στο Μουσείο Λούβρου που απεικονίζει την συνάντηση του Αλέξανδρου με τον Διογένη, δεξιά απο το άλογο του διακρίνεται ένας σκύλος, πιθανόν του ιδίου.

Mία απο τις σημαντικότερες ενδείξεις για αυτήν την σχέση αγάπης και συντροφιάς μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων με τους σκύλους, που διαρκεί πάνω απο 3.000 χρόνια, μας την δίνει ο πατέρας της Ελληνικής ιστορίας Όμηρος στην Οδύσσεια (ραψωδία ρ΄300-309), όπου περιγράφει το γνωστό και συγκινητικό περιστατικό του θανάτου του σκύλου του Οδυσσέα (ονόματι Άργος) τη στιγμή που αναγνωρίζει τον αφέντη του ντυμένο ζητιάνο, που γύρισε μετά από 10 έτη απουσίας.Σχέση μοναδική. Συντροφικότητα που προκαλεί συγκίνηση.Ο κατάκοιτος σκύλος Άργος, παρ’ όλα τα χρόνια απουσίας του αφέντη του, μπόρεσε να τον αναγνωρίσει αφήνοντας σε εμάς, όπως και στον Οδυσσέα το δάκρυ να κυλήσει και να αγγίξει την καρδιά μας. Αβίαστα ερωτήματα έρχονται στο νου μας: Τι δέσιμο είχαν ο αφέντης με το σκύλο του, κάνοντας τον πολυταξιδεμένο και σκληρό από τις κακουχίες Οδυσσέα να δακρύσει; Τι είναι αυτό που μπορεί να οδηγήσει ένα άλογο ον να δεθεί συγκινησιακά με ένα λογικό; Μήπως η επικοινωνία αυτή δηλώνει την ύπαρξη της ψυχής; Μήπως, ως άνθρωποι πρέπει να δώσουμε μεγάλη βαρύτητα στη ψυχή μας και στην επικοινωνία με τη φύση, στην οποία άλλως τε είμαστε συγκάτοικοι με τα άλλα ζώα;

Οι αρχαίοι Έλληνες αντιλήφθηκαν από πολύ νωρίς τη διαφορετική σχέση που έχει ο σκύλος με τον άνθρωπο. Σχέση φιλική, σχέση συνεργασίας. Σχέση πάνω απ’ όλα εμπιστοσύνης, όπως επίσης και φιλοσοφικής συντροφιάς. Πριν από τον μεγάλο φιλόσοφο Σωκράτη, που άλλαξε τα δεδομένα της σκέψης πάνω σε βαθειά και αιώνια προβλήματα τη ανθρωπότητας, υπήρχαν οι λεγόμενοι κυνικοί φιλόσοφοι. Αυτοί, γύριζαν στους δρόμους των πόλεων και μιμούνταν τη ζωή των σκύλων. Ζούσαν σε πιθάρια ή σε βράχους προκειμένου να ταπεινωθούν και να φιλοσοφήσουν. Άλλως τε, μη ξεχνάμε την εικόνα που μας έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό με τον μεγάλο αρχαίο φιλόσοφο Διογένη να περιφέρεται μέρα μεσημέρι στους δρόμους της Αθήνας κρατώντας φανάρι και έχοντας συντροφιά έναν σκύλο, αναζητώντας άνθρωπο, όπως έλεγε, υπονοώντας την ποιοτική έννοια της λέξης.Ο σκύλος λοιπόν, τιμήθηκε από όλους τους Έλληνες της αρχαίας εποχής, τοποθετώντας τον ακόμα και στο σύμπαν (αστερισμός του κυνός), εκφράζοντας έτσι την υπέρτατη αγάπη τους για το ζώο. Το γεγονός αυτό αν μη τι άλλο, δείχνει ότι ο σκύλος αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας της ζωής τους. Η καθημερινότητα δεν άλλαξε στο πέρασμα των αιώνων και ο σκύλος παραμένει γύρω μας, δίπλα μας. Είναι ανάγκη να δούμε μέσα από την παρουσία του τη σταθερή κοινωνική σχέση του με τον άνθρωπο, καταδικάζοντας και αποτρέποντας την κακοποίησή τους από μερίδα συνανθρώπων μας.

Ο Ευριπίδης στην ομώνυμη τραγωδία του αναφέρει ότι η Εκάβη, αφού πρώτα είδε όλα τα παιδιά της νεκρά ή αρπαγμένα, μεταμορφώθηκε από τους θεούς, που τη λυπήθηκαν, σε σκυλί. Μία παραλλαγή λέει ότι η Εκάβη μεταμορφώθηκε σε σκύλο όταν την κατεδίωξαν για εκδίκηση οι σύντροφοι του Πολυμήστορα. η Εκάβη λατρεύθηκε σαν θεά με ιερό ζώο το σκυλί.Άλλος ένα Ελληνικός μύθος της αρχαιότητας έκανε αναφορά σε μηχανικούς σκύλους που είχαν σταλεί να προστατέψουν το παλάτι του Αλκίνοου. Οι Θεοί ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένοι με τον βασιλιά Αλκίνοο και μέσω της τέχνης του Ήφαιστου, του χάρισαν χρυσούς και ασημένιους, αθάνατους και πανίσχυρους μηχανικούς σκύλους για την προστασία του παλατιού του.

Ο Ξενοφώντας, ο Έλληνας ιστορικός που έγραψε για τα κυνηγόσκυλα τον 4ο αιώνα π.X. υποστήριζε ότι τα πιο καλά ονόματα είναι τα σύντομα, μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα, για να μπορεί κάποιος να τα προφέρει με ευκολία.
Η σημασία του ονόματος ήταν επίσης σημαντική για το ηθικό τόσο του ιδιοκτήτη όσο και του σκύλου: ονόματα που είχαν σχέση με την ταχύτητα, τη γενναιότητα, τη δύναμη, την εμφάνιση και άλλες αρετές ήταν προτιμητέα. Ο Ξενοφώντας για παράδειγμα φώναζε το σκύλο του Ορμή. Η μυθική κυνηγός Αταλάντη φώναζε το σκύλο της Αύρα. Σε ένα αρχαίο Ελληνικό αγγείο του 560π.Κ.Ε. απεικονίζεται η Αταλάντη και άλλοι ήρωες μαζί με τα κυνηγόσκυλά τους κυνηγώντας τον περίφημο Καλυδώνιο Κάπρο. Πάνω στο αγγείο ο αγγειογράφος κατέγραψε τα ονόματα επτά σκύλων: Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.
Στην κλασσική αρχαιότητα το κυνήγι (λαγού, ελαφιού, αρκούδας, αγριογούρουνου) για τροφή και για διασκέδαση ήταν αρκετά διαδεδομένο, και όσοι κυνηγοί χρησιμοποιούσαν σκύλους για αυτό το σκοπό τους φρόντιζαν ιδιαίτερα. Δύο εγχειρίδια κυνηγιού της αρχαίας Ελλάδας που σώζονται σήμερα είναι γραμμένα από δύο Έλληνες ιστορικούς, τον Ξενοφώντα και τον Αρριανό και έχουν αρκετές πληροφορίες και συμβουλές για την σωστή ανατροφή των κυνηγόσκυλων.
- See more at: http://www.dogsworld.gr/genika/skylos-arxaia-ellada/#sthash.LdrJ1Qx1.dpuf
Ο Ξενοφώντας, ο Έλληνας ιστορικός που έγραψε για τα κυνηγόσκυλα τον 4ο αιώνα π.X. υποστήριζε ότι τα πιο καλά ονόματα είναι τα σύντομα, μονοσύλλαβα ή δισύλλαβα, για να μπορεί κάποιος να τα προφέρει με ευκολία.Η σημασία του ονόματος ήταν επίσης σημαντική για το ηθικό τόσο του ιδιοκτήτη όσο και του σκύλου: ονόματα που είχαν σχέση με την ταχύτητα, τη γενναιότητα, τη δύναμη, την εμφάνιση και άλλες αρετές ήταν προτιμητέα. Ο Ξενοφώντας για παράδειγμα φώναζε το σκύλο του Ορμή. Η μυθική κυνηγός Αταλάντη φώναζε το σκύλο της Αύρα. Σε ένα αρχαίο Ελληνικό αγγείο του 560π.Κ.Ε. απεικονίζεται η Αταλάντη και άλλοι ήρωες μαζί με τα κυνηγόσκυλά τους κυνηγώντας τον περίφημο Καλυδώνιο Κάπρο. Πάνω στο αγγείο ο αγγειογράφος κατέγραψε τα ονόματα επτά σκύλων: Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.Στην κλασσική αρχαιότητα το κυνήγι (λαγού, ελαφιού, αρκούδας, αγριογούρουνου) για τροφή και για διασκέδαση ήταν αρκετά διαδεδομένο, και όσοι κυνηγοί χρησιμοποιούσαν σκύλους για αυτό το σκοπό τους φρόντιζαν ιδιαίτερα. Δύο εγχειρίδια κυνηγιού της αρχαίας Ελλάδας που σώζονται σήμερα είναι γραμμένα από δύο Έλληνες ιστορικούς, τον Ξενοφώντα και τον Αρριανό και έχουν αρκετές πληροφορίες και συμβουλές για την σωστή ανατροφή των κυνηγόσκυλων.Οι σκύλοι συνόδευαν τους Αρχαίους Έλληνες όχι μόνο στο κυνήγι αλλά και στο τραπέζι που ετοίμαζαν μετά. Εκεί μοιράζονταν με τους τετράποδους φίλους τους κομμάτια από τα θηράματα όπως κουνέλια, ελάφια ,και αγριογούρουνα.Μετά το τραπέζι, ο ιδιοκτήτης σκούπιζε τα χέρια του με ένα κομμάτι ψωμί και το έδινε στον σκύλο του μαζί με μία ιδιαίτερη λιχουδιά, βοδινό συκώτι ψημένο στα κάρβουνα πασπαλισμένο με κριθάρι. Αν ο σκύλος του υπέφερε από παράσιτα στο έντερο, του έδινε το φλοιό από το σιτάρι.

Από τους αρχαιολόγους που έχουν μελετήσει τα ταφικά έθιμα των αρχαίων Ελλήνων λίγοι έχουν ασχοληθεί με αυτή την ιδιαίτερη σχέση ανθρώπου και ζώου. Οπωσδήποτε όμως όσοι έτυχε να «πέσουν» επάνω σε ταφή ζώου, είτε μαζί είτε χώρια από το αφεντικό του, ανατρέχουν στις αρχαίες γραπτές μαρτυρίες και θυμούνται και τους σχετικούς μύθους. Ο Αιλιανός όσο και ο Πολυδεύκης στο Ονομαστικό του αναφέρουν παραδείγματα για ταφές σκύλων ή για σκύλους που ακολούθησαν το αφεντικό τους στον θάνατο αρνούμενοι τον αποχωρισμό. Μια άλλη μαρτυρία προέρχεται από τον Αιλιανό και αναφέρεται στον Εύπολη ο οποίος πέθανε στην Αίγινα και επάνω στον τάφο του πέθανε ο πιστός του σκύλος. Η θέση ονομάστηκε Κυνός Σήμα.



Οι σκύλοι συνόδευαν τους Αρχαίους Έλληνες όχι μόνο στο κυνήγι αλλά και στο τραπέζι που ετοίμαζαν μετά. Εκεί μοιράζονταν με τους τετράποδους φίλους τους κομμάτια από τα θηράματα όπως κουνέλια,ελάφια ,και αγριογούρουνα.
Μετά το τραπέζι, ο ιδιοκτήτης σκούπιζε τα χέρια του με ένα κομμάτι ψωμί και το έδινε στον σκύλο του μαζί με μία ιδιαίτερη λιχουδιά, βοδινό συκώτι ψημένο στα κάρβουνα πασπαλισμένο με κριθάρι. Αν ο σκύλος του υπέφερε από παράσιτα στο έντερο, του έδινε το φλοιό από το σιτάρι. - See more at: http://www.dogsworld.gr/genika/skylos-arxaia-ellada/#sthash.LdrJ1Qx1.dpuf

Thursday, 27 November 2014

Διόφαντος η αληθινή ευφυία στο πεδίο της θεωρίας αριθμών


Στην ιστορία των μαθηματικών υπάρχει κάποιος άνδρας που αποτελεί ίσως την πρώτη αληθινή ευφυία στο πεδίο της θεωρίας αριθμών. Μια από τις εργασίες του μάλιστα επηρέασε τόσο πολύ τους μεταγενεστέρους του ευρωπαίους αριθμοθεωριτικούς ώστε η γέννηση της να δικαιούται να χαρακτηριστεί ως μια μεγάλη στιγμή των μαθηματικών. Ο άνδρας αυτός είναι ο Διόφαντος και η εργασία που αναφέραμε τα περίφημα Αριθμητικά του. Υπάρχουν κάποιες φτωχές ενδείξεις που τοποθετούν τον Διόφαντο στον 1ο αιώνα, αλλά οι περισσότεροι ιστορικοί τον τοποθετούν στον 3ο αιώνα. Πέρα από το γεγονός ότι έζησε στην Αλεξάνδρεια, τίποτ' άλλο δεν είναι γνωστό για την προσωπική ζωή του. Η μεθοδολογία και η συλλογιστική του Διόφαντου στην αναζήτηση λύσης προβλημάτων σε μορφή εξισώσεων υπήρξε θεμελιώδης στην εξέλιξη του κλάδου των μαθηματικών, της Άλγεβρας.Αν και την Άλγεβρα την είχαν παρουσιάσει προγενέστεροί του, όπως ο Ευκλείδης, ο Θυμαρίδας, ο Νικομήδης κ.α., την εξέλιξε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται «πατέρας» της. Με την ανάπτυξη της Άλγεβρας έθεσε τις βάσεις σε μια σημαντική πτυχή των σύγχρονων μαθηματικών, τη Διοφαντική Ανάλυση, δίνοντας μια μεθοδολογία επίλυσης απροσδιόριστων εξισώσεων με πολλαπλές λύσεις. Επίσης θεωρείται πρόδρομος του μαθηματικού συμβολισμού, εισάγοντας πρώτος σύμβολα στις άγνωστες μεταβλητές των προβλημάτων.

Όταν πέθανε ο μαθηματικός Διόφαντος, οι μαθητές του, κατόπιν δικής του επιθυμίας, αντί άλλου επιγράμματος για τον τάφο του, συνέθεσαν ένα γρίφο, ως εξής: "ΔΙΑΒΑΤΗ, Σ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΑΝΑΠΑΥΕΤΑΙ Ο ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ. ΣΕ ΕΣΕΝΑ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΣΟΦΟΣ, Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ. ΑΚΟΥΣΕ. ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥ ΕΠΕΤΡΕΨΑΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΑ ΕΚΤΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ. ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΚΑΙ ΦΥΤΡΩΣΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΓΕΝΙ ΤΟΥ. ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΕΒΔΟΜΟ ΑΚΟΜΑ, ΗΡΘΕ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΤΟΥ Η ΜΕΡΑ. ΤΟΝ ΠΕΜΠΤΟ ΧΡΟΝΟ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ, ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ. ΤΙ ΚΡΙΜΑ, ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΑΡΟ ΤΟΥ ΓΙΟ. ΑΦΟΥ ΕΖΗΣΕ ΜΟΝΑΧΑ ΤΑ ΜΙΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ, ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗΝ ΠΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, Ο ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ ΒΡΗΚΕ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΣΤΗ ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ, ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ. "
Το επίγραμμα είναι από τους πιο γνωστούς μαθηματικούς γρίφους και από τη λύση του μαθαίνουμε ότι ο Διόφαντος πέθανε σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών. Η λύση του έχει έτσι: ο Διόφαντος πέρασε δέκα τέσσερα χρόνια ως παιδί, εφτά ως νέος και άλλα δώδεκα ως εργένης, οπότε παντρεύτηκε στα τριάντα τρία. Τον πέμπτο χρόνο του γάμου του, σε ηλικία τριάντα οχτώ ετών, απέκτησε ένα γιο, ο οποίος έζησε τα μισά χρόνια του πατέρα του, δηλαδή πέθανε στα σαράντα δυο, όταν ο Διόφαντος ήταν ογδόντα. Μετά τέσσερα χρόνια πέθανε κι ο ίδιος, όντας ογδόντα τεσσάρων ετών.


Ο Διόφαντος έγραψε τρεις μαθηματικές εργασίες: τα Αριθμητικά, από την οποία έχουν σωθεί μόνο έξι από τα δεκατρία βιβλία, Για τους Πολυγωνικούς Αριθμούς, από την οποία υπάρχει ένα μόνο μέρος και τα Πορίσματα, που έχουν χαθεί.
 

Τα Αριθμητικά είναι μια μεγάλη και εντελώς πρωτότυπη εργασία. Είναι μια αναλυτική αντιμετώπιση της αλγεβρικής θεωρίας αριθμών που χαρακτηρίζει το συγγραφέα ως έξυπνο δεξιοτέχνη αυτού του πεδίου. Πολλοί σχολιαστές ασχολήθηκαν με αυτή την εργασία, αλλά ο Ρεγιομοντάνος ήταν αυτός που στα 1463 ζήτησε μια λατινική μετάφραση του σωζόμενου ελληνικού κειμένου. Την πρόκληση αποδέχτηκε ο Ξυλάντερ (Xylander, εξελληνισμένο όνομα του Wilhelm Holzmann, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης) ο οποίος έκανε μια αξιέπαινη μετάφραση που συνοδευόταν από σημαντικά σχόλια. Η μετάφραση αυτή χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια από τον Γάλλο Μπάσε ντε Μεζιριάκ (Bachet de Meziriac), ο οποίος στα 1621 δημοσίευσε την πρώτη έκδοση του ελληνικού κειμένου μαζί με μια λατινική μετάφραση και σημειώσεις. Στα 1670 έγινε μια δεύτερη έκδοση της ίδιας αυτής μετάφρασης, δυστυχώς όμως αρκετά απρόσεκτη. Αυτή η δεύτερη έκδοση έχει ιδιαίτερη ιστορική σημασία, διότι περιείχε, ενσωματωμένες στο κείμενο τις περίφημες σημειώσεις που έκανε ο Φερμά στο περιθώριο, σημειώσεις που προκάλεσαν πολλές έρευνες στη θεωρία αριθμών. Αργότερα εμφανίστηκαν γαλλικές, γερμανικές και αγγλικές μεταφράσεις των Αριθμητικών. Το σύγγραμμά του Αριθμητικά,είναι το αρχαιότερο ελληνικό σύγγραμμα άλγεβρας
 

Το μέρος της Αριθμητικής που έχει σωθεί ασχολείται με την επίλυση 130 περίπου προβλημάτων μεγάλης ποικιλίας, που οδηγούν σε εξισώσεις πρώτου και δεύτερου βαθμού, και λύνεται επίσης μια πολύ ειδική κυβική εξίσωση. Το πρώτο βιβλίο περιέχει εξισώσεις με έναν άγνωστο, ενώ τα άλλα βιβλία ασχολούνται με απροσδιόριστες εξισώσεις δεύτερου βαθμού με δύο και τρεις αγνώστους. Είναι εντυπωσιακή η απουσία γενικών μεθόδων και η επινόηση έξυπνων μαθηματικών τεχνασμάτων που σχεδιάζονται για τις ανάγκες κάθε συγκεκριμένου προβλήματος. Ο Διόφαντος δεχόταν μόνο θετικές και ρητές λύσεις και στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ικανοποιημένος όταν έβρισκε μια λύση σε ένα πρόβλημα, έστω κι αν αυτό δεχόταν κι άλλες λύσεις.

Υπάρχουν μερικά αρκετά δύσκολα θεωρήματα που διατυπώνονται στα Αριθμητικά. Για παράδειγμα, βρίσκουμε, χωρίς απόδειξη αλλά με αναφορά στα Πορίσματα, την πρόταση ότι η διαφορά δύο ρητών κύβων είναι επίσης άθροισμα δυο ρητών κύβων — ένα ζήτημα που διερευνήθηκε αργότερα από τους Φρανσουά Βιέτ (Francois Viete) ντε Μεζιριάκ και ντε Φερμά. Υπάρχουν πολλές προτάσεις σχετικά με την παράσταση αριθμών ως αθροίσματος δυο, τριών ή τεσσάρων τετραγώνων, ένα πεδίο που διερευνήθηκε και ολοκληρώθηκε αργότερα από τους ντε Φερμά, Όυλερ και Ζοζέφ Λουί Λαγκράνζ (Joseph Louis Langranz).

Από την εποχή του Διόφαντου τουλάχιστον και δεν ξέρουμε ακόμη πόσο πιο πριν, οι έλληνες μαθηματικοί βρει τον τρόπο προβλήματα που λύνονταν συνήθως μια περίπλοκη σειρά αλγοριθμικών βημάτων, με πρακτική αριθμητική όπως λέγαμε στο δημοτικό σχολείο, να τα λύνουν μεταφράζοντας το πρόβλημα σε εξίσωση με τη χρησιμοποίηση κάτι αντίστοιχου με τον δικό μας σημερινό άγνωστο Χ. Δηλαδή να καταστρώνουν και εκείνοι μια εξίσωση και να φθάνουν πολύ πιο εύκολα στο αποτέλεσμα.

Η σημασία της ανακάλυψης που έγινε στην έδρα της Ιστορίας των Μαθηματικών από τους Χριστιανίδη και Σκούρα έγκειται στο ότι βρέθηκε και αποδείχθηκε πως ο μαθηματικός Θέων χρησιμοποίησε και σε άλλα πεδία την «αλγεβρική» μέθοδο του Διόφαντου, που ήταν μάλλον σε κοινή χρήση από τους τότε ανθρώπους, για τη λύση πρακτικών αριθμητικών προβλημάτων.

«Οι Άραβες δεν έκαναν τίποτε παραπάνω από το να μεταφράσουν και να διασώσουν κείμενα και δεν προσέθεσαν μια γραμμή στο σώμα των ήδη γνωστών μαθηματικών θεωριών».


Την εποχή του Μεσαίωνα της Ευρώπης οι Άραβες μελέτησαν και εμπλούτισαν την άλγεβρα και σ΄ αυτούς οφείλει και την ονομασία της (άλγεβρα = παραφθορά του όρου al-gabr = πλήρης / ολοκληρωμένη αριθμητική ή κατ’ άλλους προήλθε όμοια από το έργο Αράβων μαθηματικών του 9ου αι.: al – gabr w’ al-mugabala = ανασύσταση και μείωση). Έπειτα η άλγεβρα και η ανάλυση διαδόθηκαν στην Ιταλία μέσω κυρίως του Leonardo της Πίζας (Fibonacci), ο οποίος μετέφερε πολλές γνώσεις από τα ταξίδια του στην Ανατολή. Αργότερα, κατά τον 16ο αι., το έργο του Διόφαντου έγινε γνωστό και άρχισαν να δημοσιεύονται μεταφράσεις των Αριθμητικών. Από τους νεότερους μαθηματικούς ο Euler μελέτησε Διόφαντο και έδωσε παρόμοιες λύσεις με αυτόν στις εξισώσεις του.

Wednesday, 26 November 2014

Οι αρχαίες συγγραφικές πηγές για τον Μέγα Αλέξανδρο και την εκστρατεία του

Οι αρχαίες συγγραφικές πηγές για τον Μέγα Αλέξανδρο και την εκστρατεία του μπορούν να χωρισθούν σε δύο βασικές κατηγορίες, τις διασωθείσες και τις απολεσθείσες. Οι διασωθείσες αρχαίες πηγές μετρώνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού και όλες έχουν χάσματα μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης. Πρόκειται για τα έργα τριών Ελλήνων (Αρριανός, Πλούταρχος και Διόδωρος) και δύο Ρωμαίων (Κούρτιος και Ιουστίνος) συγγραφέων, κοινό δε χαρακτηριστικό τους είναι ότι ο παλαιότερος εξ αυτών συνέγραψε τουλάχιστον 250 χρόνια μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου. Επιπλέον τα διαθέσιμα χειρόγραφα είναι πάρα πολύ μεταγενέστερα αντίγραφα, τα μεν ελληνικά συνήθως είναι της Βυζαντινής περιόδου τα δε λατινικά του Μεσαίωνα. Εξ αυτών των πέντε αρχαίων συγγραφέων ο Αρριανός αποτελεί μόνος του ξεχωριστή κατηγορία και όλοι οι άλλοι αποτελούν τη λεγόμενη (τουλάχιστον στην αγγλοσαξωνική βιβλιογραφία) λαϊκή παράδοση (vulgata). Οι συγγραφείς της λαϊκής παράδοσης (άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο) χρησιμοποίησαν τον Αλέξανδρο και την εκστρατεία του ως υπόβαθρο για τη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων, τα οποία ως αναγνώσματα είναι φυσικά πολύ πιο ευχάριστα από το στεγνό στρατιωτικό σύγγραμμα του Αρριανού. Αναλυτικότερα αξιολογούνται ως εξής:

Αρριανός (Φλάβιος Αρριανός): γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Βιθυνίας (Ιζμίτ της σημερινής Τουρκίας) το 97 μ.Χ. και πέθανε περί το 175 μ.Χ. Σπούδασε στην Αθήνα και ο αυτοκράτορας Αδριανός τον διόρισε έπαρχο της Καππαδοκίας και ύπατο. Διέμεινε πολύ χρόνο στην Αθήνα και το 147-148μ.Χ. την έσωσε από εισβολή των Αλανών. Έγραψε ιστορικά, φιλοσοφικά και πολεμικά συγγράμματα με σημαντικότερο την «Αλεξάνδρου Ανάβαση» και το αναπόσπαστο συμπλήρωμά της, την «Ινδική». Είχε ως λογοτεχνικό πρότυπο τον Ξενοφώντα, τον οποίο μιμήθηκε με απόλυτη επιτυχία. Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να βρει κανείς πιο αξιόπιστες πηγές από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές των γεγονότων κι αυτό ακριβώς έκανε ο Αρριανός. Για την Ανάβαση βασίσθηκε κυρίως στους Πτολεμαίο και Αριστόβουλο και για την Ινδική στους Νέαρχο, Μεγασθένη και Ερατοσθένη. Όπου οι πηγές του διαφωνούσαν, κατέγραψε τις διαφωνίες και δεν επέλεξε τη μία ή την άλλη ή κάποια δική του εκδοχή. Έτσι, βοήθησε να μη χαθεί η πραγματικότητα μέσα στην ομίχλη του μυθιστορήματος και δικαίως είναι ο μόνος ιστορικός του Αλεξάνδρου, που δεν τοποθετείται στη λεγόμενη λαϊκή παράδοση.

Διόδωρος ο Σικελιώτης: γεννήθηκε στο Αγύριο (Ατζίρα) της Σικελίας περί το 90 και πέθανε περί το 30 π.Χ. Το σύγγραμμά του, «Βιβλιοθήκη Ιστορική», πραγματεύεται την παγκόσμια ιστορία από την αρχαιότητα μέχρι την αρχή των Γαλατικών πολέμων (59 π.Χ.) του Ιουλίου Καίσαρα. Η σχετικά σύντομη πραγματεία του για τον Αλέξανδρο θεωρείται ότι προέρχεται κυρίως από τον Κλείταρχο, και δευτερευόντως από τον Φύλαρχο, τον Δούριδα και τον Πολύβιο. Έγραψε εξαρτημένος από τις πηγές του, οι οποίες πολλές φορές αναγνωρίζονται από τους ειδικούς μέσα στο κείμενό του. Το έργο του παρά τα μειονεκτήματά του είναι συνολικά ευχάριστο ως ανάγνωσμα και λόγω της απλής γλώσσας του ήταν δημοφιλέστατο στα χρόνια του Βυζαντίου.

Πλούταρχος: γεννήθηκε το 46 μ.Χ. στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας και πέθανε μετά το 127 μ.Χ. Δεν έγραψε ιστορία, αλλά περιέγραψε τους χαρακτήρες διαφόρων προσωπικοτήτων. Τα έργα του, απ’ τα οποία αντλούμε πληροφορίες σχετικά με τον Αλέξανδρο και την εκστρατεία, είναι πρωτίστως το «Αλέξανδρος-Καίσαρ», δευτερευόντως το «Δημοσθένης-Κικέρων», ενώ σχετικές πληροφορίες υπάρχουν και σε άλλους «Βίους Παράλληλους». Οι λεπτομέρειες που μάς δίνει για τις τελευταίες ημέρες του Αλεξάνδρου, σχεδόν ταυτίζονται με εκείνες του Αρριανού και φαίνεται να προέρχονται από τις Βασίλειες εφημερίδες.

Κούρτιος: είναι ο συγγραφέας του πληρέστερα διασωθέντος έργου για τον Αλέξανδρο στα λατινικά. Ωστόσο τα περισσότερα από τα υπάρχοντα χειρόγραφα είναι πολύ κακής ποιότητας, κι επιπλέον έχουν χαθεί τα δύο πρώτα από τα συνολικά 10 βιβλία του έργου, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουμε με βεβαιότητα ούτε το όνομα του συγγραφέα, ούτε πότε έζησε, ούτε τον τίτλο του έργου. Το πλήρες όνομα του συγγραφέα μάλλον ήταν Κούιντους Κούρτιους Ρούφους, ενώ ο τίτλος του έργου σε όσα χειρόγραφα εμφανίζεται, αναφέρεται άλλοτε ως «Ιστορία», άλλοτε ως «Η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Μακεδόνα» και άλλοτε ως «Η ιστορία του μεγάλου Μακεδόνα, Αλεξάνδρου». Είναι εντελώς ασαφές πότε συνέγραψε ο Κούρτιος, αλλά η κυρίαρχη τάση σήμερα τον θέλει σύγχρονο του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κλαύδιου (41-54 μ.Χ.) ή του Βεσπασιανού (69-79 μ.Χ.). Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι κανένας άλλος συγγραφέας δεν φαίνεται να γνώριζε το έργο του Κούρτιου από το χρόνο της συγγραφής του ως τον Μεσαίωνα. Αρκετοί μελετητές τον θεωρούν ως πολύτιμη πηγή πληροφόρησης με το σκεπτικό ότι είναι ο μοναδικός αρχαίος συγγραφέας, που μας παραθέτει κάποια συγκεκριμένα περιστατικά ή πληροφορίες. Δυστυχώς όμως σε όσα περιστατικά ή πληροφορίες διαθέτουμε κι άλλες πηγές, αποδεικνύονται τα μειονεκτήματα του Κούρτιου. Σημαντικότερα από αυτά είναι η ανεπάρκειά του σε στρατιωτικά θέματα, η διατύπωση σημαντικών ισχυρισμών και εν συνεχεία η αναίρεσή τους, μία σειρά από σοβαρότατα γεωγραφικά σφάλματα και πάνω απ’ όλα η εξόφθαλμη λογοκλοπή από παλαιότερους συγγραφείς και η σχεδόν αυτούσια εμφύτευση στη διήγησή του περιστατικών, που συνέβησαν πριν ή μετά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου και φυσικά με άλλους πρωταγωνιστές.

Ιουστίνος: το πλήρες όνομά του ήταν Μάρκους Ιουνιάνους (ή Ιουνιάνιους) Ιουστίνους, πρέπει να ήταν εκλατινισμένος Γαλάτης κι εμφανίσθηκε στη Ρώμη ως δάσκαλος της ρητορικής. Έγραψε στα λατινικά μία επιτομή (περίληψη) της ιστορίας του Τρόγου κάποια στιγμή μεταξύ 144 και 395 μ.Χ. Αν και θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ακρωτηριασμό και όχι για περίληψη, το αποτέλεσμα ήταν ότι η Επιτομή του Ιουστίνου διασώθηκε ως τις ημέρες μας, ενώ από την κολοσσιαίας έκτασης Ιστορία του Τρόγου διασώθηκαν λίγα μόνο αποσπάσματα. Ο ίδιος ο Ιουστίνος λέει ότι από τα 44 βιβλία του Τρόγου σταχυολόγησε «το πιο αξιόλογο υλικό» και ότι δημιούργησε «ένα είδος ανθολογίας», παραλείποντας «ό,τι δεν διαβαζόταν εύκολα ή δεν προέβαλλε την ηθική».

Εκτός από τους παραπάνω συγγραφείς πληροφορίες για τον Αλέξανδρο και την εκστρατεία του βρίσκουμε και σε αποσπάσματα μη διασωθέντων ιστορικών καθώς και σε τοπικές πηγές (επιγραφές και παπύρους) των χωρών που κατέκτησε. Η αξιολόγηση αυτού του υλικού χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ακόμη και την οπτική γωνία του συγγραφέα τους, πολύ δε δυσκολότερο είναι να ελέγξουμε την αξιοπιστία του. Η δήλωση του Πλούταρχου «αυτό το γνωρίζω από τον Σωτίωνα, που λέει ότι το άκουσε από τον Ποτάμωνα τον Λέσβιο» μας δίνει μία πολύ καλή εικόνα της αναξιοπιστίας κάποιων (αν όχι των περισσοτέρων) απ’ αυτούς. Κάποιοι άλλοι ιστορικοί απέδωσαν στον Καλλισθένη τον κομπασμό ότι η εικόνα του Αλεξάνδρου και των έργων του καθώς και η αποδοχή ή απόρριψη της θεϊκής καταγωγής του εξαρτώνταν από τον ίδιο τον Καλλισθένη και τα γραπτά του, με την ιδιότητα του διαπιστευμένου χρονικογράφου της εκστρατείας. Ο Ονησίκριτος πάλι δεν δίστασε να γράψει ότι ο Αλέξανδρος διέκοψε την καταδίωξη του Δαρείου, για να επιδοθεί σε πολυήμερη σεξουαλική παραλυσία με τη βασίλισσα των Αμαζόνων.

Για αρκετούς αιώνες μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου φαίνεται ότι κυκλοφορούσε ένας μεγάλος αριθμός επιστολών του Αλεξάνδρου προς διάφορους αξιωματούχους, ακόμη και προς τη μητέρα του, και αυτές τις επιστολές επικαλούνταν ως τεκμηρίωση των ισχυρισμών τους πολλοί συγγραφείς. Φυσικά είναι πολύ αμφίβολο αν οι επιστολές αυτές ήταν γνήσιες και με δεδομένα τα παραπάνω μάλλον πρέπει να θεωρούμε βέβαιο ότι ήταν πλαστές, ενώ σε μερικές περιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι κατασκευάσματα ακριβώς εκείνων, που τις επικαλούντο ως τεκμηρίωση. Με δεδομένη δε την ευρηματικότητα συγγραφέων, όπως ο Ονησίκριτος, ο Δούρις και ο Φύλαρχος, πρέπει να θεωρούμε εξ ορισμού πλαστή όλην αυτήν την αλληλογραφία.

Οι σωζόμενοι αρχαίοι συγγραφείς κατέγραψαν τα ονόματα και σχολίασαν ή αξιολόγησαν αποσπάσματα μερικών μη σωζόμενων ιστορικών του Αλεξάνδρου. Έτσι γνωρίζουμε μετά βεβαιότητος ότι συνέγραψαν ιστορία αφού προηγουμένως πήραν μέρος στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου ο Πτολεμαίος, ο Αριστόβουλος, ο Νέαρχος, ο Καλλισθένης, ο Ονησίκριτος και ο Χάρις, οι οποίοι αξιολογούνται ως εξής:

Αριστόβουλος ο Κασσανδρεύς: πήρε μέρος στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου, αλλά σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία άρχισε τη συγγραφή της ιστορίας του σε ηλικία 84 ετών. Αυτό σημαίνει ότι έγραψε αργότερα από τους Κλείταρχο, Ονησίκριτο, Χάρητα, Μαρσύα και Έφιππο, γι’ αυτό αρκετοί σύγχρονοι μελετητές θεωρούν ότι ανέμιξε τις δικές του αναμνήσεις με την ήδη πλούσια φιλολογία εκείνων των ημερών. Το βέβαιο είναι ότι συχνά διαφωνεί με όσα παραδίδει ο Πτολεμαίος. Επειδή πήρε μέρος στην εκστρατεία και γνώριζε πολλές και σημαντικές λεπτομέρειες, ο Αρριανός τον επέλεξε ως τη δεύτερη σημαντικότερη πηγή του.

Ευμένης ο Καρδιανός: σε σύγχρονους όρους θα λέγαμε ότι ήταν ο Διοικητής του Σώματος Στρατιωτικών Γραμματέων στο Επιτελείο του Αλεξάνδρου. Ήταν ο κυρίως υπεύθυνος για την ενημέρωση των Βασιλείων Εφημερίδων, δηλαδή του επισήμου ημερολογίου της Αυλής.

Καλλισθένης ο Ολύνθιος: γεννήθηκε περί το 370 ή 360 π.Χ., ήταν ανιψιός του Αριστοτέλη, αυστηρών αρχών και ανεξάρτητος χαρακτήρας. Συνέγραψε τα «Ελληνικά», που άρχιζαν από την Ανταλκίδειο Ειρήνη (387) και τελείωναν στην αρχή του Γ΄ Ιερού Πολέμου (354). Έθεσε τις συγγραφικές του ικανότητες στην υπηρεσία του πανελληνίου οράματος της Μακεδονικής Ηγεμονίας, ακολούθησε τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία και ύμνησε πανηγυρικά τα κατορθώματά του. Ήταν όμως από τους σημαντικότερους πολέμιους της προσκύνησης και το 327 οι αυλοκόλακες (ή ο ίδιος ο Αλέξανδρος) τον ενέπλεξαν στη συνωμοσία των παίδων και πέτυχαν την εκτέλεσή του. Η ιστοριογραφία του χαρακτηριζόταν από πλήθος φανταστικών στοιχείων, γι’ αυτό του αποδόθηκε η πατρότητα του «Μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου».

Νέαρχος του Ανδροτίμου: προσωπικός κι έμπιστος φίλος του Αλεξάνδρου. Ήταν από τους σημαντικότερους εταίρους και ναύαρχος από το 325 ως το θάνατο του Αλεξάνδρου (323). Τα απομνημονεύματά του είχαν τίτλο «Παράπλους» και απετέλεσαν μία από τις βασικές πηγές του Αρριανού.

Ονησίκρητος από την Αστυπάλαια: ήταν μαθητής του κυνικού φιλόσοφου Διογένη, πήρε μέρος στην εκστρατεία και πριν ακόμη πεθάνει ο Αλέξανδρος, άρχισε να γράφει την ιστορία του, στην οποία σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τον εμφάνιζε με φιλοσοφικά, κυρίως κυνικά, χαρακτηριστικά. Η ιστορία του δεν σώθηκε ως τις μέρες μας, αλλά ήταν πολύ γνωστή στους αρχαίους. Άρχιζε από την παιδική ηλικία του Αλεξάνδρου, εξιστορούσε την εκστρατεία και περιέγραφε ειδικότερα τους λαούς της Ινδίας, όπως δείχνουν τα ελάχιστα αποσπάσματα, που διασώθηκαν. Επειδή όμως αυτά, που περιέγραφε φαίνονταν παράδοξα στους συγχρόνους του, τον χαρακτήρισαν μυθιστοριογράφο και δεν είχαν καθόλου άδικο. Ο ίδιος κατέγραψε τον εαυτό του ως ναύαρχο, ενώ ο Νέαρχος τον κατέγραψε ως κυβερνήτη τριήρους και επιπλέον τον χαρακτήρισε (ούτε λίγο ούτε πολύ) ως βλάκα. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου ο Ονησίκριτος είχε το θράσος να διαβάσει στον Λυσίμαχο (βασιλιά πλέον των ευρωπαϊκών εδαφών) το τέταρτο βιβλίο του για την εκστρατεία, όπου περιλάμβανε το χονδροειδέστατο μύθευμά για τις επί 13 ημέρες ερωτικές παραλυσίες του Αλεξάνδρου με τη βασίλισσα των Αμαζόνων. Τότε ο Λυσίμαχος τον φιλοδώρησε με το ειρωνικό σχόλιο: «Καλά, κι εγώ πού ήμουνα τότε;».

Πτολεμαίος του Λάγου: συνέγραψε όταν ήταν πλέον βασιλιάς (Φαραώ) της Αιγύπτου, προφανώς προς το τέλος της ζωής του (ίσως μεταξύ 300 και 283 π.Χ.). «Η φήμη παρέλαβε αυτά τα ψέματα, που είπαν οι πρώτοι, τα διέσωσε ως τις μέρες μας και θα συνεχίσει να τα διαδίδει και στο μέλλον, αν δεν τα σταματήσει αυτό εδώ το σύγγραμμα» έγραψε οργισμένος ο Αρριανός (ΣΤ.11.) και κατά πάσα πιθανότητα εξίσου οργισμένος κι ο Πτολεμαίος θέλησε να αντιπαραθέσει αυτά, που ο ίδιος γνώριζε από πρώτο χέρι, σε όσα κυκλοφορούσαν ήδη ως ιστορία του Αλεξάνδρου. Εκτός από αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς ή πρωταγωνιστής σε συγκεκριμένα περιστατικά, ο Πτολεμαίος ως υψηλόβαθμος επιτελικός αξιωματικός είχε επιπλέον στη διάθεσή του τις Βασίλειες εφημερίδες. Το έργο του δεν διασώθηκε ως τις ημέρες μας στο σύνολό του, αλλά μόνο σε μερικά αποσπάσματα, που βρίσκουμε στην «Αλεξάνδρου Ανάβαση» του Αρριανού. Από τον Αρριανό παίρνουμε την εντύπωση ότι το έργο του Πτολεμαίου ήταν αρκετά απροκατάληπτο και ότι περιείχε έγκυρες γεωγραφικές και εθνολογικές πληροφορίες.

Χάρις ο Μυτιληναίος: έλαβε μέρος στην εκστρατεία ως εισαγγελεύς (τελετάρχης) και τα διασωθέντα αποσπάσματα του έργου του δεν επιτρέπουν τη συνολική αξιολόγησή του.

Δεν είναι μόνο οι παραπάνω όλοι όσοι συνέγραψαν ιστορία για την εκστρατεία του Αλεξάνδρου και τελικά δεν είναι τρομερή υπερβολή να πούμε ότι οποιοσδήποτε ήξερε γραφή και ακολούθησε από οποιαδήποτε απόσταση και θέση την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, έγραψε κι από ένα βιβλίο. Στην αρχαία γραμματεία καταγράφονται τα ονόματα και άλλων συγγραφέων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εντοπίζονται και αποσπάσματα του έργου τους στα έργα των συγγραφέων, από τους οποίους μνημονεύονται. Συνήθως γνωρίζουμε μόνο το όνομα αυτών των ιστορικών και σε σπανιότατες περιπτώσεις μπορούμε να αντιληφθούμε κάποια από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του έργου τους. Έτσι, παραμένει ανοιχτό ένα πεδίο πολύ ενδιαφέρον για τους ειδικούς, που προσπαθούν να προσδιορίσουν από ποιά παλαιότερη και μη διασωθείσα πηγή προέρχεται η μία ή άλλη πληροφορία κάθε εξεταζόμενου συγγραφέα.

Αναξιμένης ο Λαμψακηνός: ήταν ακραίος εκπρόσωπος της ρητορικής ιστοριογραφίας. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές είναι ο πραγματικός συγγραφέας της «Ρητορικής προς Αλέξανδρον», που αποδίδεται στον Αριστοτέλη λόγω μίας ενσωματωμένης ψευδεπίγραφης επιστολής. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένα άλλο έργο του ο «Τρικάρανος», το οποίο ο Αναξιμένης φρόντισε να αποδοθεί στον Θεόπομπο, για να τον εκθέσει. Έγραψε και για τον Αλέξανδρο, αλλά σώζονται ελάχιστα αποσπάσματα του έργου του.

Δούρις ο Σάμιος: το έργο του («Ιστορίαι» ή ίσως «Μακεδονικά») πρέπει να άρχιζε με το θάνατο του Αμύντα (359), του πατέρα του Φιλίππου, και να έφτανε ως τον Πύρρο της Ηπείρου (318-272). Ανήκει στους συγγραφείς, που επέλεξαν να δραματοποιήσουν τις διηγήσεις τους με τα μέσα της τραγικής τέχνης, σε σημείο ώστε να μην ξεχωρίζει η δημιουργία από την ιστοριογραφία. Χαρακτηριστική είναι η κατηγορία του Δούριδος κατά του Εφόρου και του Θεόπομπου ότι «παρέλειψαν τα περισσότερα στοιχεία της δημιουργίας, διότι δεν χρησιμοποίησαν ούτε δραματοποιήσεις ούτε ευχάριστες διατυπώσεις, αλλά ασχολήθηκαν μόνον με την καταγραφή [των γεγονότων]».

Έφιππος ο Ολύνθιος: ήταν σύγχρονος του Αλεξάνδρου, ίσως να πήρε μέρος στην εκστρατεία και τα διασωθέντα αποσπάσματα του έργου του δείχνουν ότι έκανε σφοδρή κριτική στον Αλέξανδρο.

Κλείταρχος: δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία και φαίνεται να συνέγραψε μεταξύ 323 και 300 π.Χ., δηλαδή μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου και μάλλον πριν από τον Πτολεμαίο. Έγραψε ρητορικά και τραγικά, το έργο του ξεκινούσε με την άνοδο του Αλεξάνδρου στο θρόνο της Μακεδονίας (336) και τελείωνε με το θάνατό του. Φαίνεται να έχει αντλήσει τις πληροφορίες του από τον Ηρόδοτο, το Θουκυδίδη και το Θεόπομπο, ειδικά στις εθνογραφικές και γεωγραφικές περιγραφές της Περσίας και Ινδίας. Είναι ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της λαϊκής παράδοσης (vulgata) με τη χαρακτηριστικά μυθιστορηματική διήγηση.

Μαρσύας ο Πελλαίος: σύγχρονος του Αλεξάνδρου και αδελφός του Αντίγονου. Στο βαθμό, που μπορούν να αξιολογηθούν τα διασωθέντα αποσπάσματα του έργου του («Μακεδονικά») φαίνεται ότι έγραψε από την παραδοσιακή μακεδονική άποψη, που δεν συμμερίσθηκε τη θεοποίηση του Αλεξάνδρου.

Μεγασθένης: έζησε στο τέλος του 4ου και στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα. Έκανε πολλά ταξίδια ως πρέσβυς στον Σανδράκοτο, βασιλιά των Πραισίων. Το έργο του «Ινδικά» σε 4 βιβλία ήταν γενικά εθνογραφικό με σημαντικές πληροφορίες για τη γεωγραφία, την πανίδα και τη χλωρίδα της Ινδίας, τη ζωή, τα ήθη καθώς και παραδόσεις των κατοίκων, για τις οποίες όμως κατηγορείται ότι ανέμιξε ελληνικούς και ξένους μύθους. Περίληψη του βιβλίου του μας δίνει ο Διόδωρος, ενώ αποσπάσματά του βρίσκουμε στο Στράβωνα και τον Αρριανό.

Τρόγος (Πομπήιος Τρόγος): ήταν εκλατινισμένος Γαλάτης και γεννήθηκε στη Ναρβωνική Γαλατία (περίπου τη σημερινή Προβηγκία της Γαλλίας), ίσως στη σημαντικότερη πόλη της το Βάσιον (Βαιζόν λα Ρομαίν, στα ΒΑ της Οράγγης). Την εποχή του Αυγούστου (64 π.Χ.-14 μ.Χ.) συνέγραψε μία παγκόσμια ιστορία με τον παράδοξο τίτλο «Φιλιππικές Ιστορίες» (ίσως μιμούμενος τον Θεόπομπο), όπου περιελάμβανε τα περί τον Αλέξανδρο και την εκστρατεία του. Το έργο του χάθηκε στο σύνολό του και διασώθηκε μόνο μία επιτομή του από τον Ιουστίνο.

Φύλαρχος: άκμασε μεταξύ 200 και 250 π.Χ. Ο Πολύβιος και ο Πλούταρχος τον κατηγορούν ότι αντί να ασχοληθεί με τη διαπίστωση και τη μετάδοση της αλήθειας, όπως πρέπει να κάνει ένας ιστοριογράφος, υπηρέτησε τον εντυπωσιασμό με κάθε θυσία, ώστε να πετύχει την επίδραση στο συναίσθημα. Είναι κι αυτός τυπικός εκπρόσωπος της λαϊκής παράδοσης, δηλαδή ανήκει στους συγγραφείς, που επέλεξαν να δραματοποιήσουν τις διηγήσεις τους με τα μέσα της τραγικής τέχνης, σε σημείο ώστε να μην ξεχωρίζει η δημιουργία από την ιστοριογραφία.

Ψευδοκαλλισθένης: «Το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου», που ψευδώς αποδίδεται στον Καλλισθένη εμφανίζεται για πρώτη φορά σε διάφορες παραλλαγές της ελληνιστικής περιόδου. Αυτές ενσωμάτωναν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό φανταστικές επιστολές του Αλεξάνδρου κυρίως προς την Ολυμπιάδα και τον Αριστοτέλη, καθώς και άλλες συγγραφές, όπως για τον υποτιθέμενο διάλογο του Αλεξάνδρου με τους γυμνοσοφιστές και για τις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Όλο αυτό το συνοθύλευμα συνενώθηκε σε ενιαίο μυθιστόρημα μάλλον τον 3ο μ.Χ. αιώνα και είναι απίστευτα τα σφάλματα και οι υπερβολές του, αλλά ακόμη πιο απίστευτος είναι ο (γνωστός) αριθμός γλωσσών, στις οποίες μεταφράσθηκε. Πολύ νωρίς μεταφράσθηκε στα λατινικά, αιθιοπικά, παλαιοπερσικά, σε διάφορες γλώσσες της Ινδίας, της Μαλαισίας και της Ιάβας, ενώ σημαντικότερη απ’ όλες ήταν η αρμενική μετάφραση. Από το ελληνικό «πρωτότυπο» προέκυψαν στα χρόνια του Βυζαντίου οι παραλλαγές στη βουλγαρική, σερβική, ρωσική, γεωργιανή, τσεχική, πολωνική και ρουμανική γλώσσα. Από τη λατινική μετάφραση προέκυψαν τον Μεσαίωνα οι διασκευές στην προβηγκιανή, αγγλική, φλαμανδική, γερμανική, σουηδική, ισπανική, ιταλική, δανική και ισλανδική γλώσσα. Ως τις αρχές των νεωτέρων χρόνων «Το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου» δεν σταμάτησε να μεταφράζεται, να παραλλάσσεται και να διαμορφώνει παγκοσμίως τη λαϊκή εικόνα του Αλεξάνδρου. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα υπήρξε αγαπημένο λαϊκό ανάγνωσμα με τίτλο «Η Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου».

Εδώ αξίζει να κάνουμε μία σύντομη αναφορά στις σημαντικότερες περσικές πηγές για τον Αλέξανδρο.

Φιρντουσί ή Φιρντουζί: γεννήθηκε το 932 και πέθανε το 1025. Ήταν ο μεγαλύτερος Πέρσης ποιητής και είναι για τους Πέρσες ό,τι ο Όμηρος για τους Έλληνες. Μπήκε στην Αυλή του σουλτάνου Μαχμούτ Σεμπουτεκίν και ανέλαβε τη συγγραφή ποιητικού έργου με θέμα τις πράξεις των αρχαίων Περσών βασιλέων. 30 χρόνια αργότερα ολοκλήρωσε τους 60.000 στίχους του «Σαχ-Ναμέ» (Βιβλίο των Βασιλέων), όπου κάνει λόγο για τον Σικάνταρ (Αλέξανδρο). Τον παρουσιάζει όμως ως γιο Πέρση βασιλιά και Ελληνίδας και ετεροθαλή αδελφό του Ντάρα (Δαρείου).

Νιζάμι: ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Πέρσες ποιητές. Γεννήθηκε το 1141 στο Γκεντζέ της Ατροπατηνής Μηδίας (Αζερμπαϊτζάν) και πέθανε το 1203, ένα χρόνο αφού ολοκλήρωσε το «Σικανταρνάμα» (βιβλίο του Αλεξάνδρου), που διαιρείται σε δύο μέρη, το «Σικάνταρνάμα ε μπάρα» (βιβλίο του Αλεξάνδρου κατά ξηράν) και το «Σικάνταρνάμα ε μπάχρ» (βιβλίο του Αλεξάνδρου κατά θάλασσαν).

Εν κατακλείδι, οι σωζόμενες αρχαίες πηγές είναι πράγματι λίγες και συχνά παρέχουν ελλιπείς ή αντικρουόμενες πληροφορίες, ενώ υπάρχουν αμφιβολίες ακόμη και για το όνομα συγκεκριμένων προσώπων. Λόγου χάριν, η τελευταία σύζυγος του Φιλίππου ίσως ονομαζόταν Κλεοπάτρα ή ίσως Ευρυδίκη και ο υπεύθυνος για τις βασίλειες εφημερίδες αλλού αναφέρεται ως Ευμένης κι αλλού ως Ευμενής. Το πρόβλημα της ασυμφωνίας των πηγών είναι χαρακτηριστικότερο στην Ινδία, όπου σχεδόν κάθε αρχαίος συγγραφέας αναφέρει λαούς άγνωστους στους υπόλοιπους συγγραφείς. Τέλος, οι αρχαίες πηγές παρέχουν εξίσου αντικρουόμενες ή ελλιπείς πληροφορίες και σε θέματα χρονολόγησης, ενώ όσο βαθύτερα στην Ασία ακολουθούμε τον Αλέξανδρο, τόσο δυσκολότερη γίνεται η ταυτοποίηση των αρχαίων τοπωνυμίων με τα σημερινά.

Ωστόσο όλα τα παραπάνω προβλήματα δεν καθιστούν αδύνατη την ανασύνθεση των γεγονότων. Κι αυτό διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ακόμη και τα τέσσερα αποδεκτά Ευαγγέλια έχουν διαφορές μεταξύ τους, ότι στη ζωή του Ιησού υπάρχει ένα τεράστιο χρονολογικό χάσμα κι ότι η ιστορική επαλήθευση από μη χριστιανικές πηγές των παραδιδομένων έχει αποδώσει πολύ φτωχά αποτελέσματα. Και φυσικά όλα αυτά δεν εμπόδισαν καθόλου τη δημιουργία της σημαντικότερης μονοθεϊστικής θρησκείας.

Έτσι, για το σχηματισμό της πλήρους εικόνας και την κάλυψη των κενών στην ιστορία του Αλεξάνδρου αναγκαστικά συνδυάζονται πληροφορίες απ’ όλους τους σωζόμενους ιστορικούς, ανεξαρτήτως της μεταξύ τους συμβατότητας. Εμείς απλώς πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η εικόνα, που συνθέτουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ίσως μοιάζει λιγότερο στον Αλέξανδρο και περισσότερο στον Φρανκενστάιν ή στον Μυνχάουζεν. Βέβαια, το σημαντικότερο πρόβλημα είναι ότι ο καθένας έχει δημιουργήσει στο μυαλό του μία συγκεκριμένη και εντελώς αδιαπραγμάτευτη εικόνα του Αλεξάνδρου και αναζητά επιλεκτικά, πότε στον έναν και πότε στον άλλο συγγραφέα, τις «αποδείξεις» ότι ο δικός του Αλέξανδρος είναι ο πραγματικός.

source:
http://www.alexanderofmacedon.info/greek/SOURCESgr.htm

Sunday, 2 November 2014

Ιερά,Βωμοί και προσωνύμια του Θεού Άρεως

Γυναικοθήνας

 Στην αγορά της Τεγέας υπήρχε παράστασις του Αρεως πάνω σε στήλη. Ο Αρης αυτός έχει το προσωνύμιο Γυναικοθήνας διότι κατά τον Λακωνικό πόλεμο, όταν έγινε η πρώτη εισβολή του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Χαρίλλου (υιού του βασιλέως Πολυδέκτη, ο οποίος ήτο αδελφός του νομοθέτου Λυκούργου), οι γυναίκες της Τεγέας πήραν όπλα και έκαναν ενέδρα κάτω από τον λόφο τον ονομαζόμενο Φυλακτρίδα. Οταν έγινε η σύγκρουση των αντιπάλων στρατών και οι άνδρες εκατέρωθεν επιτελούσαν τολμηρά κατορθώματα πολλά και αξιομνημόνευτα, τότε λοιπόν φάνηκαν ξαφνικά κατά των εχθρών οι γυναίκες, οι οποίες και έτρεψαν τους Λακεδαιμονίους σε φυγή. Η Μάρπησσα που επονομαζόταν Χοίρα, ξεπέρασε στην τόλμη τις άλλες γυναίκες. Ανάμεσα στους Σπαρτιάτες που αιχμαλωτίστηκαν ήταν και ο ίδιος ο Χάριλλος, τον οποίον ελευθέρωσαν χωρίς λύτρα, αφού με όρκο βεβαίωσε τους Τεγεάτες πως οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα εκστρατεύσουν ποτέ κατά της Τεγέας, αλλά πάτησε τον όρκο του. Λένε πως οι γυναίκες τότε θυσίασαν χωριστά από τους άνδρες, ευχαριστώντας τον Θεό Αρη γιά την νίκη, και δεν έδωσαν στους άνδρες κρέας από το σφάγιο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εδώθη στον Αρη το προσωνύμιο. (Θοίνη είναι το γεύμα, η ευωχία). (Παυσανίας, VIII 48, 4-5)

Αφνειός

 Στην Αρκαδία υπάρχει ένα βουνό, το Κρήσιο, στο οποίο υπάρχει ιερό του Αφνειού. Σύμφωνα με Τεγεατική παράδοση, ο Αρης συνευρέθη με την Αερόπη, κόρη του Κηφέα, υιού του Αλέου. Η Αερόπη πέθανε κατά τον τοκετό, το βρέφος όμως εκρατήτο από την νεκρή μητέρα του και βύζαινε γάλα άφθονο, πράγμα που είχε γίνη με την θέληση του Αρεως. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ονομάζουν τον Θεό Αφνειό (πλούσιο, άφθονο). Στο παιδί λένε πως έδωσαν το όνομα Αέροπος. (Παυσανίας VIII 44, 7-8)

Ιππιος Βωμός του Ιππίου Αρεως στην Ολυμπία.

 Στην είσοδον προς το λεγόμενον έμβολον (του ιπποδρόμου) από την μία μεριά υπάρχει βωμός του Ιππίου Αρεως και από την άλλη της Ιππίας Αθηνάς. (Παυσανίας V 15,6)

Θηρίτας Θεράπνη Λακωνίας. 

Το ιερό του Αρεως ήτο το παλαιότερον από όλα τα ιερά του τόπου. Το λατρευτικό άγαλμα, κατά την παράδοση, το έφεραν οι Διόσκουροι από την Κολχίδα. Επονόμαζαν τον Θεό Θηρίτα, από την Θηρώ, η οποία λέγεται πως ήταν τροφός του Αρεως. Το όνομα όμως Θηρίτας ίσως το άκουσαν από τους Κόλχους διότι οι Ελλαδίτες δεν ξέρουν καμμία τροφό του Αρη με αυτό το όνομα. (Παυσανίας ΙΙΙ 19, 7-8) Κατά την δική μου γνώμη, ο Αρης επονομάσθηκε Θηρίτας (θηριώδης) όχι από την τροφό αλλά γιατί όταν κάποιος έρχεται σε μάχη με εχθρό, πρέπει να είναι σκληρός, όπως ο Αχιλλεύς ο οποίος κατά τον Ομηρο (Ω-41) *σαν λέων γνωρίζει μόνο την αγριότητα* (Λέων δ'ως άγρια οίδεν).

Πάτρα

Πολύ κοντά στο λιμάνι υπήρχε άγαλμα χάλκινο του Αρεως. (Παυσανίας VII 21,10)
Θερσίλειο Μεγαλοπόλεως - Αρκαδία Βωμός του Αρεως του οποίου αρχικά λένε πως υπήρχε και ιερό. (Παυσανίας VIII 32,3)

Στον δρόμο από το Αργος προς Μαντίνεια έχει γίνη ένα διπλό ιερό που έχει μια είσοδο από την δύση και μιά από την ανατολή. Στο ανατολικό μέρος του ιερού υπάρχει ξόανο της Αφροδίτης και στο δυτικό του Αρεως. Τα αγάλματα αυτά, λένε πως είναι αναθήματα του Πολυνείκη και των Αργείων που είχαν εκστρατεύση μαζί του για να τον βοηθήσουν. (Παυσανίας ΙΙ 25,1)

Γερόνθρες - Λακωνία Αλσος με ναό του Αρεως. Εχουν μια γιορτή για τον Θεό κάθε χρόνο, κατά την οποία απαγορεύεται στις γυναίκες να μπούν στο άλσος. (Παυσανίας ΙΙΙ 22,7)
Λυκόσουρα - Αρκαδίας Βωμός του Αρεως μέσα στο ιερό του Πανός.
 
Αθήνα

Στην αγορά των Αθηνών, κοντά στον ανδριάντα του Δημοσθένους, είναι το ιερόν του Αρεως, όπου υπάρχουν δύο αγάλματα της Αφροδίτης, ένα του Αρεως που το δημιούργησε ο Αλκαμένης και ένα της Αθηνάς. (Παυσανίας Ι 8,4). Τα αγάλματα που αναφέρει ο Παυσανίας μέσα στον Ναό, θεωρήθηκαν κατά καιρούς ως τα πρωτότυπα διαφόρων αντιγράφων που σώζονται. Η Αφροδίτη της Μήλου θεωρήθηκε αντίγραφο ενός από τα δύο μνημονευόμενα αγάλματά της, αποδιδομένου κι αυτού στον Αλκμένη. Το Αλκμένειο λατρευτικό άγαλμα του Αρεως θεωρήθηκε ως το πρωτότυπο του λεγομένου Αρη Borghese, όπου όμως δεν είναι εμφανή ουσιώδη γνωρίσματα της τέχνης του Αλκαμένη. Ο Αλκαμένης, που είναι σύγχρονος και λίγο νεώτερος του Φειδία, είχε την φήμη του ικανώτερου μετά τον Φειδία γλύπτη και χαλκοπλάστη της Αθήνας. Από το 1939, οπότε έγινε η ανασκαφή του χώρου, θεωρήθηκε βέβαιο πως ο Ναός του Αρεως ήταν μεταξύ των κτισμάτων που επί Αυγούστου κατέλαβαν τον κεντρικό χώρο της αγοράς. Λίγο μετά τα μέσα του 1ου π.Χ. αι. είχε αρχίσει η αναμόρφωση και ο εξωραϊσμός της αγοράς που συνεχίσθηκε ως τον 2ο αι. μ.Χ. Δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα το μέρος στο οποίο είχε κτισθεί για πρώτη φορά ο Ναός αυτός, αλλά επειδή κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια μεταφέρθηκαν στην Αθηναϊκή αγορά Ναοί ή οικοδομικό υλικό από απομακρυσμένους δήμους, όπως από το Σούνιο και το Θορικό, αυτό οδήγησε στην σκέψη πως και ο Ναός του Αρεως ήλθε στην Αθήνα από κάποιον δήμο.

 Ιερά του Αρεως δεν ήταν πολλά στους δήμους, ένα όμως αξιόλογο φαίνεται πως υπήρχε στις Αχαρνές. Είναι γνωστό πως ως τα Ρωμαϊκά χρόνια οι Αχαρνείς είχαν στον δήμο τους τον ιερέα του Αρεως επώνυμο του έτους. (επί ιερέως του Αρεως Απολλοφάνου το κοινόν των Αχαρνέων). Οπωσδήποτε βέβαιον είναι πως ολόκληρος ο Ναός του Αρεως μαζί με το κρηπίδωμά του και με τον βωμό του διελύθη στην παλαιά του θέση και μετεφέρθη επί Αυγούστου στην αγορά της Αθήνας. Η εξέταση των λίθων του έδειξε πως κατά την διάλυση σημειώθηκε με γράμματα η ακριβής θέση καθενός, ώστε κατά την νέα συναρμολόγηση, να μην χρησιμοποιηθή κανένας ούτε σε άλλη θέση, ούτε αντεστραμμένος. Τα γράμματα χαράχθηκαν εκεί οπου μετά την συναρμολόγηση των λίθων θα ήταν αόρατα.

Κρασί και βότανα στη γη του Πανός

Απόσπασμα των Δειπνοσοφιστών του Αθήναιου αναφέρεται σε κάποιους οίνους με περίεργες ιδιότητες: «Ο Θεόφραστος λέει ότι στην Ηραία της Αρκαδίας παράγεται οίνος, ο οποίος πινόμενος τους μεν άντρες εξίστησι, τις δε γυναίκες τις κάνει να τεκνοποιούν. Λέει, ακόμη, ότι στην περιοχή της Κερύνιας στην Αχαΐα, φύεται γένος αμπέλου από την οποία παράγεται ένα είδος οίνου που κάνει τις εγκύους γυναίκες να αποβάλλουν· αποβάλλουν δε ακόμη και εάν φάνε τα σταφύλια της. Ο οίνος της Τροιζήνος καθιστά όσους τον πίνουν αγόνους. Στη δε Θάσο παράγουν έναν οίνο υπνωτικό και άλλον που φέρνει αϋπνία».Οσο, όμως, θαυμαστό ποτό και εάν είναι ο οίνος με γνωστές από την αρχαιότητα υπνωτικές και αφροδισιακές ιδιότητες, τέτοιες επιπτώσεις στην υγεία των ανθρώπων δεν μπορούσε να έχει. Οι «θαυμαστές» αυτές ιδιότητες ήταν αποτέλεσμα της πόσης σκευαστών οίνων, όπως ονομάζει ο Διοσκουρίδης την πληθώρα των φαρμακευτικών οίνων, των οποίων περιγράφει τον τρόπο παρασκευής. Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι οι σκευαστοί οίνοι αποκτούν τη δύναμη του φυτού που μιγνύεται, γι' αυτό όσοι έχουν επίγνωση της δύναμης των φυτών είναι σε θέση να γνωρίζουν και τη δύναμη των σκευαστών οίνων, αλλά οι οίνοι αυτοί είναι ακατάλληλοι για τους υγιείς ανθρώπους.

Ο υπνωτικός

Τόσο ο Διοσκουρίδης όσο και ο Θεόφραστος, περιγράφουν τη δύναμη των διαφόρων βοτάνων, δηλαδή τις φαρμακευτικές τους ιδιότητες. Είναι γνωστό, επί παραδείγματι, ότι υπάρχουν βότανα που προκαλούν χαλάρωση και βοηθούν όσους έχουν προβλήματα ύπνου· αφεψήματα ή και δισκία αυτών των βοτάνων χρησιμοποιούνται σήμερα στη φαρμακευτική ή και ως ομοιοπαθητικά. Στην αρχαιότητα, ένα από τα πιο γνωστά υπνωτικά ήταν ο μανδραγόρας.Στο Συμπόσιο του Ξενοφώντα, όταν ο οικοδεσπότης προτείνει να αρχίσει ο πότος γιατί όλοι είχαν πια διψάσει, ο Σωκράτης συμφώνησε λέγοντας: «Ηρθε η ώρα να πίνουμε φίλοι μου, γιατί το κρασί ποτίζοντας τις ψυχές κοιμίζει τις λύπες όπως ο μανδραγόρας κοιμίζει τους ανθρώπους, ενώ ξυπνάει την εγκαρδιότητα όπως το λάδι ζωντανεύει τη φλόγα».Ο Διοσκουρίδης περιγράφει λεπτομερώς πώς παρασκευαζόταν ο μανδραγορίτης οίνος με προσθήκη φλοιού ρίζας του φυτού, αλλά παρέχει και την πληροφορία ότι σε μεγαλύτερες δόσεις ήταν θανατηφόρος.Εκτός από τον μανδραγόρα υπήρχαν και άλλα βότανα που προκαλούσαν ύπνο, όπως π.χ. η αριστολοχία, ένα από τα γνωστά βότανα της Αρκαδίας. Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, οίνος μέλας αυστηρός, στον οποίον είχε προστεθεί ξυσμένη ρίζα αριστολοχίας, προκαλούσε ύπνο.Ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι στη Θάσο έφτιαχναν έναν οίνο για την καταπολέμηση της αϋπνίας. Υπήρχαν, όπως υπάρχουν και σήμερα, βότανα που έφερναν ύπνο. Αντίθετα, όπως μια κούπα καφέ προκαλεί σε πολλούς ανθρώπους αϋπνία όταν πίνεται το βράδυ, έτσι και τότε υπήρχαν βότανα που όταν πίνονταν μέσα σε κρασί κρατούσαν τους Θασίους άγρυπνους

Ο εκτρωτικός

Ακόμη και μια απλή ανάγνωση του Διοσκουρίδη προκαλεί έκπληξη για το πλήθος των βοτάνων που αναφέρεται ότι εκτρωσμούς εργάσεσθαι. Και ο Πλουτάρχος επιβεβαιώνει: «ταις εγκύοις την βοτάνην παρείχον εκτρωτικήν δύναμιν έχουσαν».Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος, ενθαρρημένος από φιλοσόφους όπως ο Αριστοτέλης, ο οποίος υποστήριζε τον περιορισμό της τεκνοποιίας προς αντιμετώπιση της φτώχειας και των εγκλημάτων που θα μπορούσε αυτή να επιφέρει, έκανε χρήση πολλών ειδικών φαρμάκων για αμβλώσεις.Οσο για το «παράδοξο» που συνέβαινε στην Κερύνια της Αχαΐας να προκαλεί άμβλωση όχι μόνο το κρασί αλλά ακόμη και το σταφύλι, η απάντηση υπάρχει στον Διοσκουρίδη: «Γίνεται δε και φθόριος εμβρύων οίνος· μαζί με τα αμπέλια φυτεύεται ελλέβορος ή σίκυος άγριος (πικραγγουριά) ή σκαμμωνία, τη δύναμη των οποίων παίρνει η σταφυλή και ο εξ αυτής οίνος γίνεται φθόριος». Ως φυσικό, υπ' αυτές τις συνθήκες εκτρωτική δύναμη αποκτούσε και η ίδια η σταφυλή.Υπάρχει όμως μια ειδοποιός διαφορά· τα βότανα αυτά δεν τα φύτευαν επίτηδες στα αμπέλια. Σε πολλούς αμπελώνες φύτρωναν μόνα τους ως αυτοφυή παράσιτα. Εξάλλου, σε πολλές περιοχές ράντιζαν τα σταφύλια με τη ρίζα αυτών των φυτών ξυσμένη σε άλμη για προστασία από τις ακρίδες και άλλα παράσιτα, επειδή είχαν πολύ πικρή γεύση.Οποιος τύχαινε να φάει τα σταφύλια άπλυτα υφίστατο τις συνέπειες της δύναμης του βοτάνου που είχε χρησιμοποιηθεί ως «φυτοφάρμακο», όπως σήμερα τις παρενέργειες των χημικών σκευασμάτων φυτοπροστασίας. Ουδέν, λοιπόν, το θαυμαστόν και περίεργον σε αυτά που συνέβαιναν στους αμπελώνες της αχαϊκής Κερύνιας.

Ο γονήν σβέννων

Ενώ πληθώρα βοτάνων αναφέρονται ως εκτρωτικά και άλλα με αντισυλληπτικές ικανότητες, μόνο δύο από τα βότανα που περιγράφει ο Διοσκουρίδης αναφέρονται ανάμεσα στην ανδρική στειρότητα. Ο απήγανος, όταν το σπέρμα του πίνεται σε κρασί, καθώς και η ήμερη κάνναβη, όταν οι καρποί της φαγωθούν σε μεγάλη ποσότητα γονήν τε σβέννουσιν (νεκρώνουν το σπέρμα).Υπήρχαν, λοιπόν, βότανα πολύ κοινά της ελληνικής χλωρίδας, τα οποία δυνατόν να δικαιολογούν την επενέργεια του σκευαστικού οίνου της αργολικής Τροιζήνος που, σύμφωνα με τις πηγές, καθιστούσε αγόνους όσους το έπιναν. Δεν πρέπει όμως να υποθέσουμε ότι σκοπός ήταν το «δέσιμο» του άντρα, όπως τα μαγικά βοτάνια των μεσαιωνικών και νεότερων χρόνων. Ο μεν απήγανος πινόταν μέσα σε κρασί ως αλεξιφάρμακο, κατά των δηλητηρίων, η δε κάνναβη ήταν πολλαπλά χρήσιμο κλωστικό, ελαιοφόρο και βρώσιμο λαχανικό που, αντίθετα με την ινδική κάνναβη, περιέχει ελάχιστη ποσότητα της ψυχοδραστικής ουσίας τετραϋδροκανναβινόλης. Αλλά και τα δύο είχαν ως παρενέργεια τη δημιουργία αφροδισιακών προβλημάτων, όπως π.χ. ορισμένα αντιυπερτασικά σύγχρονα φάρμακα δημιουργούν προβλήματα στυτικής δυσλειτουργίας.

Ο αφροδισιακός

Η πρώτη φράση του θεοφραστικού αποσπάσματος που αφορά τους αρκαδικούς οίνους είναι δυσερμήνευτη λόγω του πολυσήμαντου του ρήματος εξίστημι, μία από τις πολλές έννοιες του οποίου ήταν «κάνω κάποιον να παραφρονήσει». Ετσι, ο Πλίνιος γράφει ότι ο οίνος της Ηραίας προκαλεί στους ανθρώπους τρέλα. Ομως, το ίδιο ρήμα έχει και την έννοια του διεγείρω, διερεθίζω και με αυτή την έννοια έχει αποδοθεί στη μετάφραση του Αθήναιου στο πλαίσιο της συλλογής των γαλλικών πανεπιστημίων.Στις αρχαίες πηγές αναφέρονται διάφορα βότανα, τα οποία εκτός των άλλων θεραπευτικών ιδιοτήτων τους, θεωρούντο αφροδισιακά όταν τα σπέρματα, ο βλαστός ή η ρίζα τους πίνονταν ανά περίπτωση μέσα σε γλυκό ή αυστηρό οίνο. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει το όρμιον, τον άνησσον, το δρακόντιον, το σατύριον και την ακαλήφη, την κοινοτάτη τσουκνίδα, της οποίας η σούπα θεωρείται και σήμερα εκλεκτό αφροδισιακό έδεσμα.

Η δεύτερη αυτή έννοια του ρήματος είναι συμβατή με το υπόλοιπο μέρος της επίμαχης φράσης, γιατί καθώς δεν υφίσταται παρθενογένεση, οι γυναίκες της Αρκαδίας δεν ήταν δυνατόν να τεκνοποιήσουν πίνοντας κρασί, όποιο θαυματουργό βοτάνι και αν είχε προστεθεί. Ο μόνος τρόπος ήταν εάν, πίνοντας τον αφροδισιακό σκευαστό οίνο, επωφελούντο της διέγερσης που αυτός προκαλούσε στους Αρκάδες άντρες τους. Ο Ιπποκράτης, στο περί γυναικείης φύσιος έργο του, αφού δώσει συμβουλές για όσα πρέπει να γίνουν ην βούλη γυναίκα κυήσαι και συστήσει την πόση οίνου, καταλήγει: τότε η γυναίκα μπορεί να κοιμηθεί με τον άντρα της.Παρά ταύτα καμιά από τις δύο έννοιες του ρήματος εξίστημι δεν πρέπει να αποκλεισθεί, εάν ληφθεί υπόψη ότι η δράση ορισμένων βοτάνων είχε άμεση εξάρτηση από την ποσότητα που ελαμβάνετο. Ας αναφερθεί το φυτό κόριον, ο κοινός κορίανδρος. Οταν ο σπόρος του πίνεται σε μικρή ποσότητα με γλυκό οίνο, σπέρματος εστί γεννητικός, γράφει ο Διοσκουρίδης, ενώ εάν ληφθεί σε μεγαλύτερη ποσότητα προκαλεί επικίνδυνη σύγχυση, γι' αυτό η πολλή και συνεχής πόση του πρέπει να αποφεύγεται.Ο κόριος οίνος μπορούσε, λοιπόν, να δρα ως αφροδισιακό, αλλά σε περίπτωση κατάχρησης να οδηγεί σε παραφροσύνη: η διττή έννοια του ρήματος εξίστημι.

Πηγη: http://www.kathimerini.gr/272717/article/epikairothta/ellada/krasi-kai-votana-sth-gh-toy-panos

Κρασί και αμπέλια στο βασίλειο της Πύλου και το ανάκτορο του Νέστορος


 Στη λεκάνη του Αιγαίου το αμπέλι είναι αυτοφυές. Η εποχή της εξημέρωσης του είδους δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί, γιατί με βάση τα τυπικά δείγματα που μπορούμε να έχουμε από τη Βοτανική, δεν γίνεται να ξεχωρίσουμε τις άγριες από τις ήμερες ποικιλίες του. Η Ελληνική λέξη «οίνος» και ο μυκηναϊκός τύπος της Fοίνος [wo-no] που ανήκουν σε ομάδα λέξεων της ίδιας σημασίας, που τις βρίσκουμε σ’ έναν πλατύ κύκλο γλωσσών της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής. Και η λέξη «άμπελος», που δεν μαρτυρείται άμεσα μυκηναϊκός τύπος της, εκτός από κάποιο κύριο όνομα που είναι παράγωγο της [a-pe-ri-ta-wo : ΑμπελιτάFων] και το επίθετο [wi-no-qo-so : FοίνοικFς = Οίνοψ], πιστεύεται ότι αποτελεί δάνειο από μια μεσογειακή γλώσσα.
 Το κρασί παριστάνεται μ’ ένα ιδεόγραμμα, που νομίζει κανείς ότι μοιάζει σαν αμπέλι με απλωμένους κλώνους πάνω σε ξύλινη κληματαριά.


Το ιδεόγραμμα του οίνου
Υπάρχει άλλη λέξη στα μυκηναϊκά για το αμπέλι [we-je-we: νιήFes, όνομ. Ενικού *υιεύς] που δεν θα την είχαν αντιληφθεί οι επιστήμονες, αν δεν υπήρχε η μνεία της σε ένα αρχαίο λεξικό [του Ησυχίου (Δ’ αιών μ. Χ.), όπου σημειώνεται το εξής λήμμα: «υιήν την άμπελον» -ονομ. *υιής, αντίστοιχος αρκαδικός ή κυπριακός τύπος του *υιεύς].
Σε πινακίδα της Κνωσού (Gv 863) αναφέρονται αμπέλια [wo-je-we], 420 ρίζες και συκιές 104, και σε κάποια φθαρμένη πινακίδα της Πύλου (Er 880) αναφέρονται 1100 τουλάχιστον αμπέλια [we-je-(we)] και πάλιν μετά από αυτά συκιές.
 Ο βασιλιάς της Πύλου θα μπορούσε αν ήθελε να βγει στην Ταράτσα του παλατιού του και να έχει από εκεί θαυμάσια θέα σε μια μεγάλη έκταση της δυτικής ακτής της Πελοποννήσου, στο νοτιότερο τμήμα της. Από το άλλο μέρος, κατά τα βορειοανατολικά, η ματιά του θα σταματούσε πέρα στις δαντελωτές κορφές του όρους Αιγάλεον ύψους 1218 μ. Και στα νότια πάλι ο βασιλιάς θα έβλεπε το βουνό που λέγεται σήμερα Λυκόδημος στα νότια του Ναβαρίνου. Ο κόλπος του Ναβαρίνου σχηματίζει ένα υπέροχο λιμάνι που προστατεύεται από το νησί Σφακτηρία. Ο γιαλός είναι αβαθής, αλλά παρέχει θαυμάσια αγκυροβόλια ακόμα και για μεγάλα πλοία. Οι αρχαίοι, βέβαια, όσον καιρό δεν χρησιμοποιούσαν τα πλοία τους, τα τραβούσαν έξω στην στεριά.
 

Σ’ όλη αυτή τη γη που σήμερα είναι η ίδια, απλώνονταν περιβόλια και κήποι γεμάτοι από αμπέλια και άλλα φρούτα και λαχανικά. Οι Μυκηναίοι εργάτες πηγαινοέρχονταν και μοχθούσαν ανάμεσα στα περιβόλια. Όταν δεν ήταν απασχολημένοι στην πόλη, εργάζονταν κατά κανόνα σε αυτά. Μερικοί είχαν και κάποιο κομμάτι γης δικό τους, ένα λαχανόκηπο, ένα μικροσκοπικό περιβόλι, κοντά στο σπίτι τους που ήταν κτισμένο με τσατμά από οπτόλινθους ή ωμόπλινθους και δοκάρια. Οι πιο πολλές πόλεις της εποχής εκείνης μοιάζουν πολύ περισσότερο με μεγαλοχώρια παρά με κλασικές πολιτείες. Ολόκληρος ο μυκηναϊκός κόσμος στηρίζεται σε αγροτικές βάσεις:

Παρ’ όξω απ’ την αυλή, σιμά στη θύρα, έχει περιβόλι,
τεσσάρων ζευγαριών παντού καλοφραγμένο, που
δέντρα πλήθος φαίνονται αψηλά και φουντωμένα,
εκεί απιδιές, ροδιές, μηλιές με τα λαμπρά τα μήλα,
συκιές γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες.


 Σ΄ αυτή την περιγραφή της 7ης ωδής της Οδύσσειας αντιστοιχεί και η περιγραφή του περιβολιού του γερο-Λαέρτη, έξω από τα τείχη της Ιθάκης και ιδιαίτερα η σειρά Gv των πινακίδων των Μυκηναϊκών χρόνων με τα ιδεογράμματα της ελιάς, της συκιάς και των αμπελιών. Όταν γίνεται και σ’ αυτά λόγος για σταφύλια και ελιές, καθορίζουν οι πινακίδες με τα ιδεογράμματα με ακρίβεια πως πρόκειται για εδώδιμους καρπούς και όχι κρασί ή λάδι. Όλοι οι αγρότες εργάζονται σκληρά με την τσάπα, την αξίνα ή το σκαλιστήρι, σκάβουν, βωλοκοπούν, βοτανίζουν καθαρίζουν τη γη από τα ζιζάνια, κορφολογούν τα κλήματα, τρυγούν και απλώνουν σε αλώνια τα σταφύλια ή τα κρεμούν για να ξεραθούν.
 

Από τα μέσα του Αυγούστου αρχίζει ο τρύγος και συνεχίζει μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου. Η ύπαιθρος αντιβουίζει τότε από τις φωνές και τα τραγούδια των γυναικών, που κόβουν τα σταφύλια, και των ανδρών που μεταφέρουν τα γεμάτα καλάθια. Τα περισσότερα αμπέλια (Woϊnades) απλώνονται στις βουνοπλαγιές, πίσω από τις ξερολιθιές, που στεφανώνονται με αγκάθια: φυλάγονται από τις αλεπούδες και τους τράγους. Τα κλήματα (we-ve-we) τυλίγονται συχνά σε μεγάλα δέντρα ή στηρίζονται σε μικρούς πασσάλους. Ξέρουν ωστόσο να τα φυτεύουν γραμμωτά, σε απόσταση ένα μέτρο και ογδόντα με δυο μέτρα το ένα από το άλλο, να τα στηρίζουν και να κάνουν κληματαριές ή να τα αφήνουν να σέρνονται στο χώμα.


 Το Φθινόπωρο τα οργώνουν, τα κλαδεύουν με προσοχή τον χειμώνα, τα σκαλίζουν την Άνοιξη, τα βλαστολογούν στις αρχές του Καλοκαιριού και τα διατηρούν καθαρά όλες τις εποχές. Μόλις κόψουν τα σταφύλια τα βάζουν σ’ ένα αλώνι για δέκα μέρες και κατόπιν στη σκιά για πέντε ακόμη μέρες για να ζαχαρώσουν. Όταν θέλουν να κάνουν μούστο τα πατούν φρέσκα σ’ ένα μεγάλο κάδο, τον ληνό, που ήταν κατασκευασμένος από λαξεμένη πέτρα ή από ψημένη άργιλο. Ο μούστος τρέχει και μεταγγίζεται σε μια λεκάνη, που βρίσκεται από κάτω. Ψηλά πιθάρια θα γεμίσουν με εκατόν είκοσι ως διακόσια λίτρα μούστο ή θα τα τοποθετήσουν σε ξύλινα βαρέλια.
Ο μούστος ζυμώνεται, γίνεται ζύμωση και βράζει για 40-50 ημέρες όπου γίνεται η μετάγγιση. Είναι η στιγμή για μεγάλες χαρές. Οι Μυκηναίοι δοκιμάζουν, για πρώτη φορά, το αίμα του θεού του πατητηριού του Διονύσου. Η γιορτή του κρασιού είναι μια ξεχωριστή βραδιά μέσα στη μονοτονία της ζωής. Χιλιάδες άνθρωποι χορεύουν ξέφρενα ώσπου να αποκάμουν. Στήνουν χορό κοντά στο πατητήρι ή στον κάδο με το κρασί ή γύρω από τα ιερά δέντρα, που είναι κάτι περισσότερο από χορός είναι πραγματική τελετή. Στα βουνά της Βοιωτίας τρέχουν οι Μαινάδες, που τις ξετρελαίνει η παρουσία του θεού. Θα τον ξαναγιορτάσουν με διαλογικά τραγούδια (από αυτά γεννήθηκε ο διάλογος της Τραγωδίας) και χορούς τον Γενάρη, όταν το κρασί θα έχει γίνει και τον Μάρτη ή τον Απρίλη, όταν θα ξαναφουντώσουν τα αμπέλια. Κρασί στους καταλόγους, που περιλαμβάνουν συνήθως σιτηρέσια, δεν εμφανίζεται, ίσως ήταν πολυτέλεια. Όμως στη Πύλο έχουμε έγγραφο (Gn 428), όπου σημειώνεται χορήγηση κρασιού σε μικρές ποσότητες, ή μεγαλύτερη ποσότητα που χορηγείται σε κάποιον είναι 48 λίτρα –μπορεί όπως αυτός να αντιπροσώπευε ομάδα. Δυο άλλες ομάδες παίρνουν μόνον από 9,6 λίτρα καθεμιά.
 
 Ένα πολύ ευρύχωρο οίκημα στο ανακτορικό συγκρότημα στον Άνω Εγγλιανό, όπου βρέθηκαν αγγεία μεγάλης περιεκτικότητας, αναγνωρίστηκε από τους αρχαιολόγους ως οιναποθήκη και τούτο επιβεβαιώθηκε από την παρουσία σφραγισμάτων που φέρουν αποτυπωμένο το ιδεόγραμμα του κρασιού και χιλιάδες ποτήρια δίοπα. Στο κύριο Δωμάτιο του ανακτόρου περιέχονταν 35 πιθάρια για κρασί διευθετημένα σε σειρές. Σ’ ένα από αυτά υπάρχει και η λέξη μελίτιος [me-ri-ti-jo], δηλαδή κρασί με μέλι. Ας σημειωθεί επίσης ότι σε ορισμένα από τα 60 πήλινα σφραγίσματα που βρέθηκαν στην Αποθήκη του Οίνου υπήρχε ιδιαίτερο εγχάρακτο σημείο της Γραμμικής Β’ Γραφής δηλωτικό του κρασιού. Η Αποθήκη περιγράφεται στην Οδύσσεια γ’, 390-392.

"Ανάκτορο Νέστορος", αποθήκη Οίνου. Πρόκειται για ένα ανεξάρτητο δικάμαρο κτίσμα, μεγάλων διαστάσεων, εκτός των ορίων του ανακτόρου, εμβαδού 250 τ.μ. Είχε ιδιαίτερο Προθάλαμο, προορισμένο για τον υπεύθυνο της διάθεσης του κρασιού, και κύριο Δωμάτιο, που περιείχε 35 πιθάρια για κρασί, διευθετημένα σε σειρές, που βρίσκονταν στις πλευρές του μεγάλου δωματίου και σε διπλή σειρά κατά μήκος του κεντρικού του άξονα. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ορισμένα από τα 60 πήλινα σφραγίσματα που βρέθηκαν στην Αποθήκη υπήρχε ιδιαίτερο εγχάρακτο σημείο της Γραμμικής Β Γραφής, δηλωτικό του κρασιού.

Στα αντικείμενα των ανασκαφών από το Παλάτι του Νέστορος και των παρακειμένων νεκροταφείων που εκτίθενται στο Μουσείο της Χώρας Τριφυλίας περιλαμβάνονται και τα κεραμεικά όπου επικρατεί το χαρακτηριστικό Μεσσηνιακό δίδυμο κύπελλο, γνωστό ως δέπας αμφικύπελλον.
Από τους τάφους της Τραγάνας έχουμε αρκετά αγγεία, αντιπροσωπευτικά δείγματα του πρώτου Μυκηναϊκού ρυθμού (-1550/-1500), όπως γραπτά κύπελλα τύπου Keftiu με μεσαίο ανάγλυφο δακτύλιο, που μιμούνται μεταλλικά πρότυπα. Υπάρχουν δυο χρυσά κύπελλα από την Περιστεριά και τρία άλλα μικρότερα χρυσά κύπελλα με έκτυπες σπείρες, δείγμα του μεγάλου πλούτου στη θέση αυτή κατά την Πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή.
 

Τα πολλά ποτήρια στο παλάτι δείχνουν την ευρεία χρήση του κρασιού και σε θρησκευτικές τελετές, σε θυσίες, αλλά κυριότερα οι Μυκηναίοι πρόσφεραν κρασί στον ξένο για να τον καλωσορίσουν και να τον υποδεχτούν σαν άρχοντα.Εκτός από το κρασί στις προμήθειες του χειμώνα οι άνθρωποι της εποχής εκείνης έβαζαν να ξεραθούν και μερικά σταφύλια που τα έλιαζαν και τα έκαναν σταφίδες. Ο χωριάτης που έπινε λίγο κρασί, έδινε αντί για πληρωμή σε είδος ολόκληρη σχεδόν την παραγωγή του στους ανθρώπους των ιερών και των ανακτόρων, ως προσφορά και ως φόρο.Το σκουρόχρωμο ελληνικό κρασί αναδίδει ατμούς, είναι πλούσιο σε οινόπνευμα και είναι συχνά αρωματισμένο. Όταν δεν το προσφέρουν για σπονδή στις θεότητες και δεν το πίνουν στα επίσημα Συμπόσια, το εξάγουν σ’ όλους τους παράκτιους πληθυσμούς της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Διευκολύνει πάρα πολύ τις εμπορικές δοσοληψίες. Θολώνει το μυαλό των ηλιθίων, όπως του Κύκλωπα Πολύφημου, και διεγείρει τον ζήλο και την αγάπη των πολεμιστών, όπως του Αχιλλέα ή του Οδυσσέα. Είναι πιθανόν ότι μερικά από τα είκοσι πάνω-κάτω είδη κρασιών που ήταν γνωστά στο Αρχιπέλαγος κατά τον Μεσαίωνα, της Μονεμβασίας, το μοσχάτο, το αθήρι, το σαμιώτικο, ο ανθοσμίας (ένα γλυκό κρασί που έχει φθάσει μέχρι τα Madeira της Πορτογαλίας) ανάγονται στην απώτατη αρχαιότητα.



Αριστερά και Μέσον: Από τα περίφημα χρυσά κτερίσματα του θολωτού τάφου 3 της Περιστεριάς: (-1600). Διακρίνονται ένα μεγάλο χρυσό κύπελλο ύψους 13,5 εκ. και διάμετρο χείλους 19,5 εκ με ατέρμονα σπείρα, ένα χρυσό κύπελλο του τύπου Κεφτί με περιφερειακή ταινία στην μέση και από σειρά συνεχούς σπείρας στις δύο πλευρές της ταινίας (ύψους 7,5 εκ.), χρυσός αβαθής μόνωτος κύαθος με συνεχείς σπείρες και συγκεντρικούς στον πυθμένα του κύκλου (ύψους 4,5 εκ., διάμετρος χείλους 16 εκ.). Δεξιά: Κύπελο τύπου "Κεφτί" από τον Μυκηναϊκό οικισμό στην Τραγάνα,-1600.
 Οι Μυκηναίοι αρωμάτιζαν το κρασί και χαίρονταν το άρωμα κάποιου παλιού κρασιού, όπως το άρωμα του τριαντάφυλλου, της βιλέτας, του νάρκισσου, του ζουμπουλιού. Χαίρονταν με τη μυρωδιά του ξύλου του κέδρου, του έβενου και των άλλων δέντρων που έφτιαναν τα βαρέλια του κρασιού. Δεν ξέρουμε αν θεωρούσαν τους μαύρους καρπούς και το λάδι της αγριοδαμασκηνιάς (ράμνος) ως αρωματική, καθαρτική ή χρωστική ύλη.Είχαν πολύ διαφορετική από τη δική μας αντίληψη των γεύσεων και των χρωμάτων και έτσι η μαγειρική, η ιατρική και η μαγεία διαδραματίζουν και συγχέουν τους ρόλους τους. Ακόμη και για τον Πλάτωνα είναι τρεις τέχνες ή τεχνικές που είναι δύσκολο να τις ξεχωρίσουμε.
 

Όλοι οι λαοί της Εγγύς Ανατολής από την Αίγυπτο ως την Βαβυλωνία και από τη Μ. Ασία ως την Πελοπόννησο θεωρούσαν τα αρώματα σαν την ψυχή των πραγμάτων, ως την πιο ευαίσθητη έκφραση της προσωπικότητας των ανθρώπων και των θεών. Η ευχαρίστηση ή η αποστροφή που ένιωθαν τα ρουθούνια τους γι’ αυτά τα «αιθέρια έλαια», όπως τόσο σωστά τα ονόμαζαν, είχαν εν μέρει θρησκευτικό ή μυστικιστικό χαρακτήρα. Οι μυρωδιές σαν μια απέραντη γραφή τους βοηθούσαν για να δώσουν κάποια σημασία στον κόσμο. Φορτωμένες με σύμβολα, αξίες και τελικούς σκοπούς δεν προορίζονταν όπως σήμερα να διεγείρουν τις αισθήσεις: μιλούσαν στο μυαλό και στην καρδιά.Ο κόσμος του Αιγαίου ήξερε από πολύ νωρίς να φυτεύει, να μπολιάζει και να κλαδεύει με πολύ προσοχή στα κτήματα. Την εποχή του Τρωικού πολέμου, οι Αιγαίοι έπιναν κρασί μέσα σε μεγάλες κούπες με δυο λαβές και έτρωγαν σταρένιο ψωμί. Ήξεραν να φτιάχνουν ένα αρωματισμένο φαγητό με όλες τις μυρωδιές της Ελληνικής γης και να προσφέρουν ένα μυρωδάτο κρασί, που δεν ξέρει κανείς αν ήταν ποτό, ηδύποτο ή το αίμα του Διονύσου. Ήθελαν να φέρουν έναν άνθρωπο κοντά στον άλλο ή να τους κάνουν πιο ανθρώπινους. Αυτή ήταν η τέχνη να δέχονται. Αρκεί να διαβάσουμε την περικοπή από την ωδή Λ της Ιλιάδας, όπου την ωραία Εκαμήδη να ετοιμάζει ένα ορεκτικό για το γέρο-Νέστορα, το βασιλιά της Πύλου. Βρίσκουμε όλα σχεδόν τα στοιχεία στις πινακίδες: πάνω σ’ ένα ωραίο στιλβωμένο μαυρόποδο και χάλκινο τραπέζι, σερβίρει κρεμμύδι «γευστικό προσφάγι για να πίνουν» χλωρό μέλι, παλιό πράμνειο κρασί, κατσικίσιο τυρί, άσπρο αλεύρι.
 

Τα κείμενα δίνουν την εντύπωση ενός λαού εκλεπτυσμένου, ενός θαυμάσιου πολιτισμού, που τον διατρέχει το βλέμμα του Δία και οι φτερωτές πτέρνες του Ερμή. Μια χώρα πτωχική, άγονη, σχεδόν γεμάτη βράχια, ερημιές και βαλτοτόπια. Πώς αυτή η χώρα έγινε τόσο μεγάλη και τόσο πολιτισμένη, τόσο σπουδαία; Και δεν μιλούμε για τα χρυσά προσωπεία και τους χρυσούς θησαυρούς των Μυκηναίων αλλά για την κληρονομιά που άφησαν στον κόσμο: ένα πνεύμα, δηλ. ιδέες, εφευρέσεις, μια ηθική. Και ακόμη περισσότερο ένα θρησκευτικό, πολιτικό, δικαστικό, τεχνικό, στρατιωτικό λεξιλόγιο με το οποίο ακόμη εκφράζεται. Από τους Έλληνες προέρχεται ακόμη η αγάπη για την ελεύθερη συζήτηση για την αντιπαράθεση των ιδεών, την άμιλλα, τον ανταγωνισμό και από μια εποχή, την Μυκηναϊκή, διδάχτηκε τόσα πολλά η Ευρώπη, μια εποχή όπου μερικοί τολμηροί αμφισβητούσαν την εξουσία, ταξίδευαν και ανακάλυπταν άλλες χώρες και άλλους ήρωες να πιούν κρασί μαζί τους, να αντιπαρατεθούν ή να διασκευάσουν και να εκπολιτιστούν.

Ευρήματα της σκευοθήκης του ανακτόρου του Νέστορος με πληθώρα αγγείων πόσεως.
Αρχαιολογικό μουσείο Χώρας Μεσσηνίας.
 


ΒΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Πανεπιστήμιο Αθηνών
Βιβλιογραφία: ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΛΘ’ (39) 1998-2003
πηγη: http://aristomenismessinios.blogspot.gr/2014/05/blog-post_23.html