Sunday, 13 April 2014

Οι θρυλικοί ήρωες της Βοιωτίας Αμφίονας και Ζήθος

Ο Αμφίονας και ο Ζήθος γεννήθηκαν μέσα σε μια σπηλιά, κοντά στις Ελευθερές,στα όρια της Αττικής με τη Βοιωτία.Η Αντιόπη η μητέρα τους καταδιωκόταν από τον πατέρα της, τον Νυκτέα, επειδή είχε μείνει έγκυος από τον Δία.Η Αντιόπη ηταν ξακουστή για την ομορφιά της και οταν βλέποντάς την ο Δίας, έμεινε έκθαμβος και θέλησε να την κατακτήσει μεταμορφωμενος σε σάτυρο.Την είχε συλλάβει ο θείος της ο Λύκος μετά από όρκο που είχε δώσει στον πατέρα της πριν τον θάνατο του τελευταίου, και την πήγαινε στη Θήβα. Στον δρόμο την έπιασαν οι πόνοι του τοκετού και οι συνοδοί της αναγκάσθηκαν να την αφήσουν να γεννήσει στη σπηλιά τους δίδυμους Αμφίονα και Ζήθο.Ο Λύκος εγκατέλειψε μόνα τα νεογέννητα σε φαράγγι του Κιθαιρώνα και έφυγε με τη μητέρα τους στη Θήβα.

Τα τέκνα ανατράφηκαν από κάποιο βοσκό και μεγάλωσαν χωρίς να μάθουν τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκαν.Τα δυο αδέλφια καθώς μεγάλωναν στην ηρεμία της υπαίθριας ζωής, διαμόρφωσαν δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες, παρουσιάζοντας διαφορετικές κλίσεις και ταλέντα. Ο Ζήθος ήταν δυνατός και σκληρός, ο τύπος του πρακτικού ανθρώπου. Επιδόθηκε στα όπλα, στο κυνήγι, στην ποιμενική και την καλλιέργεια της γης. Ο Αμφίονας ήταν τρυφερός κι ευαίσθητος, ο τύπος του θεωρητικού ανθρώπου. Του άρεσε να καταπιάνεται με τη μουσική, αγαπούσε το τραγούδι ενώ στα χέρια του η λύρα έκανε τους ανθρώπους να φτάνουν σε έκσταση και τα ζώα να ημερεύουν. Ο Ζήθος έγινε ο γενναίος πολεμιστής κι ο ατρόμητος κυνηγός, που κανένας δεν του παράβγαινε στη δύναμη και στην επιδεξιότητα των όπλων και της σαΐτας το σημάδι, που δεν αγαπούσε παρά μονάχα της μάχης τον αχό και το σπαρτάρημα των θυραμάτων. Ο Αμφίονας ήταν ο αγαπημένος λυράρης του Απόλλωνα και οι μαγικές νότες της χρυσόχορδης λύρας, που του χάρισε ο αργυροδοξαράτος θεός κατάφερναν να σαλεύουν ακόμα και τα δέντρα και τα βράχια. Η αντίθεση αυτή του χαρακτήρα τους, κατέστησε τα δύο αδέλφια στα μάτια του κόσμου, ώστε να γίνουν οι εκπρόσωποι της μουσικής αρμονίας, αλλά και των χειρονακτικών τεχνών, του φιλοσοφικού στοχασμού, αλλά και της πρακτικής ζωής.Τα δυό παλληκάρια ζούσαν στο σπίτι του βοσκού δίχως να ξέρουν τους γονείς τους.
Κάποτε η Αντιόπη κατάφερε να δραπετεύσει και να τα βρει, αλλά εκείνα δεν την αναγνώρισαν ως μητέρα τους και την κράτησαν μάλιστα αιχμάλωτη.Μόνο με τη βοήθεια του Δία μπόρεσαν να την αναγνωρίσουν, οπότε μετά τιμώρησαν σκληρά τους διώκτες της, τον Λύκο και τη σύζυγό του Δίρκη, και εγκαταστάθηκαν με τη μητέρα τους στη Θήβα, όπου έγιναν θρυλικοί ήρωες της Βοιωτίας. Σε αυτούς αποδίδει ο μύθος την ανέγερση των πρώτων τειχών της «επτάπυλης» Θήβας: Ο Ζήθος βοήθησε να ανεγερθούν τα τείχη των Θηβών: Με τη μεγάλη του δύναμη μετέφερε στους ώμους του βράχους από τα γειτονικά βουνά, οι οποίοι, με τις θείες μελωδίες της λύρας του αδελφού του Αμφίονα, ανέβαιναν μόνοι τους και οικοδομούσαν τα τείχη. Ο Αμφίονας είχε μάθει αριστοτεχνικά να παίζει την επτάχορδη λύρα από τον θεό Ερμή (Απολλόδ. Γ 5, 5. Ορατίου Ωδή ΙΙΙ, 11, 1. Παυσ. Θ 17, 7. Ευσταθ. λ 263).

Οι δίδυμοι ήρωες ζούσαν ευτυχισμένοι στη Θήβα μέχρι που η σύζυγος του Αμφίονα, η Νιόβη, καυχήθηκε ότι είναι πολύ πιο ευτυχισμένη και εύτεκνη από τη Λητώ. Τότε τα παιδιά της Λητώς, οι θεοί Απόλλων και Άρτεμις, σκότωσαν τα παιδιά της Νιόβης και ο Αμφίονας αυτοκτόνησε.
Ο Παυσανίας (Θ 17, 4) μας παραδίδει ότι οι Θηβαίοι φρουρούσαν προσεκτικά τον τάφο του Αμφίονα γιατί, σύμφωνα με κάποιο χρησμό, αν οι κάτοικοι της γειτονικής πόλης Τιθορέας έπαιρναν ποτέ χώμα από τον τάφο και το μετέφεραν στον τάφο της Αντιόπης στην Τιθορέα, η περιοχή τους θα γινόταν εύφορη και η περιοχή γύρω από τη Θήβα άγονη.

Αναφέρεται ότι ο Ζήθος έλαβε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο ως ένας από τους αρχηγούς των Βοιωτών.
 Η ιστορία των αδελφών Αμφίονα και Ζήθου, κυκλοφορούσε κατά την αρχαιότητα σε πολλές παραλλαγές, Αυτό προκύπτει από τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίες πηγές. Οι διαφορετικές εκδοχές βασικά αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο έφυγε η Αντιόπη από τη Θήβα.
Ο Ευριπίδης έκανε μια σύνθεση αυτών των παραδόσεων, κι από την ποικιλία των μύθων έγραψε την τραγωδία “Αντιόπη”. Η επιλογή και η σύνθεσή του επεκράτησε σαν ένας πλέον ενιαίος μύθος. Έχουν διασωθεί κάποια αποσπάσματα, από τα οποία φαίνεται πως βασική υπόθεση του έργου ήταν η σύγκρουση δύο ανθρώπινων τύπων, του θεωρητικού Αμφίονα και του πρακτικού Ζήθου. Έχουμε την αντιπαράθεση δύο πλευρών της ζωής, που εκφράζεται μέσα από τον χαρακτήρα και τις πράξεις δυο ανθρώπινων τύπων, που είναι δίδυμοι, που έχουν κυηθεί στην ίδια κοιλιά. Αυτή η αντίθεση, που προκύπτει από την φύση, οδηγεί στην εξέλιξη, παράγει έργο, δίνει ώθηση για κινητικότητα και υπερνίκηση της αδράνειας.
Την ίδια αντίθεση συναντούμε και σε άλλες περιπτώσεις της μυθολογίας μας, όπως στην περίπτωση του Κάστορα και του Πολυδεύκη, του γήινου και του ουράνιου, του θνητού και του αθάνατου. Η Μυρώ από το Βυζάντιο, ποιήτρια επών και ελεγείων, λέει πως ο Αμφίων πρώτος ίδρυσε βωμό για τον Ερμή και σ’ αντάλλαγμα πήρε απ’ αυτόν τη λύρα. Λένε πως ο Αμφίων τιμωρείται στον Άδη, γιατί κι αυτός είχε μεμφθεί τη Λητώ και τα παιδιά της. Το επικό ποίημα “Μινυάς” κάνει λόγο για την τιμωρία του Αμφίονα, αναφερόμενο από κοινού στον Αμφίονα και στο Θράκα Θάμυρι. Όταν η οικογένεια του Αμφίονα ξεκληρίστηκε από επιδημική αρρώστια και όταν το γιο του Ζήθου τον σκότωσε από κάποιο λάθος η μητέρα του και ο ίδιος ο Ζήθος πέθανε από λύπη, οι Θηβαίοι επανέφεραν το Λάιο και τον έκαναν βασιλιά». Σε κατάλογο μουσικών, που βρέθηκε στη Σικυώνα, ο Αμφίονας βρισκόταν στην κορυφή, ενώ η παράδοση αναφέρει πως ανάμεσα στους μουσικούς, όπως οι Ορφέας, Θάμυρις, Λίνος, Αρίων, ο μουσικός της Θήβας θεωρούνταν ο αρχαιότερος.Το ορμητήριο των δύο αδελφών, όταν εξεστράτευσαν κατά της Θήβας, ήταν η Εύτρησις, κοντά στα Λέυκτρα, στα νοτιοδυτικά της Θήβας. Οι δυο γιοι της Αντιόπης είχαν πριν οχυρώσει την Εύτρηση, όλως αργότερα θα οχυρώσουν και τη Θήβα. 
Ο τύμβος των Αμφίονα και Ζήθου ανακαλύφθηκε και ανασκάφτηκε κατά τα έτη 1971-73 από τον αρχαιολόγο Θεόδωρο Σπυρόπουλο, στον λόφο που βρίσκεται πίσω από το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο, προς το βόρειο τμήμα της πόλης. ( Θ.Σπυρόπουλος, “ Αμφείον : Έρευνα και Μελέτη του Μνημείου του Αμφείου Θηβών ”, 1981 ). Τo πιο σημαντικό στον τύμβο του Αμφείου έγκειται στο γεγονός πως είναι το μοναδικό κτίσμα στην Ελλάδα με σχήμα κλιμακωτής πυραμίδας, ανάλογο με αυτήν του Ζοζέρ στην Αίγυπτο, που αποτελεί το αριστούργημα του Ιμχοτέμπ.Το μνημείο αυτό ανάγεται στην προμυκηναϊκή- πρωτοελλαδική περίοδο, ενώ ο κιβωτιόσχημος τάφος στην κορυφή του λόφου ανάγεται στην Μεσοελλαδική εποχή. Δηλαδή το Αμφείο είναι ένα πανάρχαιο μνημείο, σύγχρονο των Αιγυπτιακών βαθμιδωτών πυραμίδων της 5ης και 6ης Δυναστείας ( 2500-2000 π.χ.).
Όπως αναφέρει ο ίδιος ο αρχαιολόγος, που ανέσκαψε τον λόφο, στο περιοδικό “ Τρίτο Μάτι ”, για την τοποθεσία και την ονοματοθεσία του λόφου υπήρχαν βάσιμες και ασφαλείς καταγραφές της αρχαίας παράδοσης. Οι τραγικοί μας ποιητές του 5ου και 4ου π.χ. αιώνα, που η θεματογραφία των δραματικών τους έργων υπήρξε ο “ Θηβαικός Κύκλος ”, όπως ήταν αναγκαίο τοπογράφησαν τις θέσεις των φυσικών και μνημειακών αναφορών τους, στα πλαίσια των οποίων εξελίχθηκε η δράση των ηρώων των τραγωδιών τους. Ο Αισχύλος, όπως προκύπτει από την τραγωδία “ Επτά επί Θήβας ”, κάνει μια λαμπρή αναφορά αλλά και περιγραφή για τα φυσικά ορόσημα της Θηβαϊκής ακρόπολης, της περίφημης Καδμείας, επίσης περιγράφει και τις πύλες του τείχους. Όλοι οι μελετητές της Θηβαϊκής μνημειακής τοπογραφίας, όπως ο Fabricius, o Willamowitz και ιδιαίτερα ο Αντ. Κεραμόπουλος, συμφωνούν στην τοπογραφική θέση του Αμφείου, δηλαδή πως είναι ο λόφος που βρίσκεται βόρεια της Καδμείας. Απ’ αυτήν τον χωρίζει ένας αυχένας, που ήταν βαθύτερος αρχικά, όμως ρηχότερος σήμερα λόγω προσχώσεων. Ο Αισχύλος ( “ Επτά επί Θήβας”, 526 ) γράφει:
« Τον δε πέμπτον αυ, λέγω
πέμπταισι προσταχθέντα βορραίαις πύλας
τύμβον κατ’ αυτόν διογενούς Αμφίονος ».
Είναι προφανές πως “ αι Βορραιαί Πύλαι ”, που αναφέρει ο Αισχύλος, μόνο στο βόρειο άκρο της ωοειδούς Καδμείας μπορούν να τοποθετηθούν, η οποία μάλιστα σ’ αυτό το άκρο στενεύει. Απέναντι απ’ αυτές τις πύλες υπάρχει μόνον ο λόφος και ο τύμβος των Διογενών αδελφών, που φέρει το όνομα “ Αμφείον ”. Γύρω απ’ αυτό το λόφο απλώνεται η εύφορη Θηβαϊκή πεδιάδα, το αρχαίο “Αόνιον Πεδίον ”. O Αισχύλος επίσης αναφέρει το ταφικό μνημείο ως μετέωρο, δηλαδή σαν υψηλό ορόσημο. Στην τραγωδία “ Ικέτιδες ”, 662, γράφει :
« Αρμάτων δ’ οχήματα ( ορώ )
ένερθε σεμνών μνημάτων Αμφίονος ».
Ο Ευριπίδης ιστορεί πως ο Παρθενοπαίος για να παρατάξει τον στρατό του προ των πυλών της Καδμείας, αυτών που λέγονται “ Βορραίες ” ή “ Ωγύγιες Πύλες ”, παρέκαμψε τον λόφο με το μνήμα του Ζήθου ( Ευριπίδου, “ Φοίνισσαι, 145 ) : « αμφί μνήμα Ζήθου περά ». Σχετική είναι και η αναφορά του Παυσανία : « Ζήθω δε και Αμφίονι εν κοινώ Γης χώμα έστιν ου μέγα ». Έτσι ο περιηγητής του 2ου μ.Χ. αιώνα αναπαράγει την παράδοση που θέλει τους Θηβαίους Διόσκουρους να έχουν ταφεί στο ίδιο μνήμα, αλλά περιγράφει και τον τύμβο, που επισκέφθηκε.
Τον κοινό τάφο αποκάλυψε ο Θ. Σπυρόπουλος κατά την περίοδο 1970-1973, οπότε η μυθολογική παράδοση ενός σεπτού και σημαντικού μνημείου του προϊστορικού πολιτισμού της πατρίδας μας, αποδείχτηκε πέρα για πέρα ακριβής. Ο τύμβος, που κάλυπτε τον κοινό τάφο, αποδείχτηκε πως δεν ήταν απλά χώμα. Ήταν μια κατασκευή σε σχήμα κόλουρου κώνου, φτιαγμένη με πλίνθους, όπου στο βόρειο τμήμα της είχε γίνει ο κιβωτιόσχημος τάφος των δυο ηρώων. Ανακαλύφτηκε μια μνημειώδης ταφική εγκατάσταση με πελώρια καλυπτήρια πλάκα και διπλή πόρτα στη βόρεια πλευρά της.Ο τάφος δεν ήταν ανέπαφος, αλλά συλημένος. Σ’ αυτόν βρέθηκαν διασκορπισμένα σκελετικά λείψανα και τρία χρυσά κοσμήματα κρινοπαπύρων ύψους 33mm ( χιλιοστών ), με διπλή αντιθετική σπείρα στη βάση των ανθήρων και στέλεχος που κατέληγε σε θηλιά ανάρτησης. Σίγουρα θα υπήρχαν περισσότερα τμήματα από ένα ή δύο περιδέραια, τα οποία αναδείκνυαν το βασιλικό και ιερατικό αξίωμα των Διοσκούρων. Τα χρυσά κοσμήματα, από τα ωραιότερα του Ελληνικού χώρου, και τα άλλα ευρήματα του τάφου ( σκύφος, σαλτσιέρα ) χρονολογούν την κατασκευή του τάφου και του τύμβου, που τον καλύπτει, κατά τους πρωτοελλαδικούς ΙΙ χρόνους, δηλαδή κατά την περίοδο 2700-2400 π.χ.
Οι κλιτύες του λόφου του Αμφείου έχουν διαμορφωθεί τεχνητά σε επάλληλα κωνικά άνδηρα, ώστε το όλο μνημείο να αποκτήσει κλιμακωτή μορφή πυραμίδας με τέσσερις βαθμίδες, με στόχο να είναι ορατό από μακριά ( τηλεφανές ). Ο λόφος, λοιπόν, είχε λαξευτεί ώστε να πάρει το τρίβαθμο σχήμα, στην κορυφή του οποίου χτίστηκε ο τύμβος με τον κοινό τάφο του Αμφίονα και του Ζήθου. 
Ζήθος ονομάζεται ο μεγαλύτερος κρατήρας πάνω στον δορυφόρο Θήβη του πλανήτη Δία.

Η μουσική πρακτική της αρχαίας Ελλάδας

Τη μεγάλη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες στη μουσική φανερώνουν πλήθος ποιητικές αναφορές, παραστάσεις και μύθοι.Ο Ορφέας με την λύρα του γοήτευε τ' άγρια θηρία, οι πέτρες, γοητευμένες από το παίξιμο του Αμφίονα, πήγαιναν χορεύοντας και έμπαιναν μόνες τους στη θέση που έπρεπε όταν πρωτοκτιζόταν η Θήβα, και ο Αρίωνας γοήτευε με την κιθάρα του τα δελφίνια της θάλασσας. Οι μύθοι αυτοί φανερώνουν μια βαθιά πίστη στη δύναμη της τέχνης των ήχων και παραπέμπουν σε πεποιθήσεις για τις μαγικές ιδιότητες της μουσικής, κοινές σε όλους σχεδόν τους μουσικούς πολιτισμούς του κόσμου.Η αρχαία ελληνική μουσική ήταν μονοφωνική. Από τις σωζόμενες πηγές μαρτυρείται επίσης ένα είδος ετεροφωνίας, ενώ η πολυφωνία φαίνεται ότι δεν ήταν σε χρήση. Το αρχαιοελληνικό μέλος ταυτιζόταν απόλυτα με την ποίηση με τρόπο που ήχος και λόγος συνταιριάζονταν σε ένα αδιαίρετο σύνολο, όπου ο ρυθμικός στίχος υπαγόρευε το ρυθμό της μελωδίας (μέτρο) και δενόταν μαζί του. Γι' αυτό και τις περισσότερες φορές, ποιητής και συνθέτης ήταν το ίδιο πρόσωπο. Έτσι το μέτρο της ποίησης καθόριζε και το μέτρο της μουσικής που έφτασε σε μεγάλη ποικιλία, παρακολουθώντας την πλούσια ποιητική μετρική και τους τρόπους της απαγγελίας.

Την πρώτη μορφή έντεχνης ποίησης και μουσικής τη συναντάμε στην μορφή του ομηρικού έπους. Σε αυτά τα χρόνια οι αοιδοί (ποιητές και μουσικοί ταυτόχρονα) ιστορούσαν - άλλοτε σε συμπόσια και άλλοτε σε επίσημες γιορτές και αγώνες - πολεμικές δόξες και κατορθώματα, συνοδεύοντας την απαγγελία τους με τη λύρα ή την κιθάρα. Φήμιος, Θάμυρης, Δημόδοκος είναι ονόματα αοιδών που αναφέρει ο Όμηρος σαν τους πιο ξακουστούς της εποχής του.Στους ίδιους καιρούς ήταν γνωστά και διάφορα άλλα λαϊκά τραγούδια, όπως ο θρήνος και ο ιάλεμος (μοιρολόι), ο λίνος (θρηνητικό τραγούδι για τον αποχωρισμό θέρους και φθινοπώρου), ο υμέναιος (τραγούδι του γάμου), ο κώμος (που έκλεινε τα γλέντια) και άλλα.Σε αντίθεση με την επική, η λυρική ποίηση, που αναπτύχθηκε τον 7ο και 6ο αιώνα, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα του ποιητή. Με τις ωδές, τους παιάνες, τα επινίκια, τα παρθένεια, τα επιθαλάμια, ανάδειξαν την άφταστη τέχνη τους σειρά ολόκληρη από λυρικούς ποιητές ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέοντας, ο Πίνδαρος, η Κόριννα, ο Στησίχορος είναι οι πιο γνωστοί της εποχής εκείνης.

Ο 5ος π.Χ. αιώνας είναι ο αιώνας ακμής της αττικής τραγωδίας και κωμωδίας, που φαίνεται να έχει τις ρίζες της στη λατρεία του Διονύσου και ιδιαίτερα στο διθύραμβο και σε άλλα χορευτικά τραγούδια, όπως τα φαλλικά, με σκωπτικό και άσεμνο πολλές φορές περιεχόμενο. Το νέο αυτό δραματικό είδος έδενε αναπόσπαστα ποίηση, μουσική και χορό. Έτσι τα χορικά μέρη, τραγουδιόνταν με συνοδεία αυλού, ενώ οι μονόλογοι και οι διάλογοι γίνονταν με συνοδεία λύρας ή κιθάρας.Η ενόργανη μουσική (αυλητική και κιθαριστική τέχνη) αναπτύσσεται και αυτή σε πολύ μεγάλο βαθμό από το β' μισό του 5ου αι. π.Χ. Στους διάφορους μουσικούς αγώνες, που διοργανώνονταν, οι καλύτεροι αυλητές και κιθαρωδοί, έπαιρναν χρηματικά ή άλλου είδους βραβεία. Ανάμεσά τους ακουστός ο αυλητής Σακάδας, θριαμβευτής στους Δελφικούς αγώνες, και ο Τιμόθεος από τη Μίλητο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενόργανη αυτή συνοδεία του τραγουδιού, χρησιμοποιούσε, πολλές φορές, διάφορα μετρικά μελωδικά στολίδια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως αλλοιωνόταν έτσι, και ο μονόφωνος χαρακτήρας της μουσικής, αφού μοναδικός σκοπός του ενόργανου ήχου, ήταν η υπογράμμιση του ρυθμού, που λογαριαζόταν ως το βασικότερο στοιχείο της μουσικής.

Από τη μουσική πρακτική της αρχαίας Ελλάδας υπάρχουν σήμερα ελάχιστα δείγματα με τη μορφή σημειογραφίας, ανάμεσα στα οποία, ολοκληρωμένα είναι μόνο τα παρακάτω: δύο Δελφικοί Ύμνοι, τρεις Ύμνοι στον Απόλλωνα και μια επιτάφια πλάκα (Επιτάφιος του Σεικίλου), που πάνω της έχει χαραγμένο ένα «σκόλιον». Τα υπόλοιπα λείψανα είναι αρκετά αποσπασματικά.Μα αν τα λείψανα της αρχαίας ελληνικής μουσικής είναι πολύ λίγα, οι θεωρητικές πληροφορίες που έχουμε γι' αυτήν είναι πολύ περισσότερες, έτσι που να μπορούμε να σχηματίσουμε κάποια γνώση της θεωρίας της. Αυτές τις πληροφορίες τις βρίσκουμε διάσπαρτες στα συγγράμματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στα Αρμονικά του Αριστόξενου, στα συγγράμματα του Ευκλείδη, στο Περί Μουσικής του Πλούταρχου, στα συγγράμματα Βυζαντινών, Λατίνων συγγραφέων και αλλού. Από τις πηγές αυτές παίρνουμε διάφορες θεωρητικές πληροφορίες, όπως π.χ. για τα τετράχορδα, τα γένη τους (διατονικό, χρωματικό, εναρμόνιο), τους τρόπους, τις αρμονίες, και τα «ήθη» αυτών.

Τις βάσεις της μουσικής θεωρίας και της μουσικής ακουστικής θεωρείται ότι τις έθεσε ο Πυθαγόρας με τους μαθητές του. Αυτός καθόρισε τη σχέση ανάμεσα στο ύψος του ήχου και στο μήκος της χορδής, κάνοντας πειράματα πάνω στον λεγόμενο «κανόνα» ή «μονόχορδο του Πυθαγόρα». Όσο μεγαλώνει το μήκος της χορδής, τόσο χαμηλότερος (βαρύτερος) γίνεται ο ήχος που παράγεται από αυτήν και το αντίστροφο. Πέρα από τους Πυθαγόρειους ασχολήθηκαν και άλλοι με τη θεωρία της μουσικής, ο Αριστοτέλης, ο Αριστόξενος, ο Πλούταρχος κ.ά. Ο Αριστόξενος μάλιστα με τα έργα του Ρυθμικά στοιχεία και Αρμονικά άρχισε να δίνει βασική σημασία, όχι στις μαθηματικές αναζητήσεις, όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι, αλλά στην πραγματική ακουστική σχέση ανάμεσα στους ήχους, όπως αυτή προέκυπτε από τη μουσική πρακτική. Η αντίθεση αυτών των δύο θεωριών διατηρήθηκε και καθόρισε δύο διαφορετικές πορείες στις μουσικοθεωρητικές έρευνες. Την εποχή του Αριστόξενου διαμορφώθηκε και ο μουσικός τονισμός των φθόγγων και ο προσδιορισμός του με συμβατικά σημεία. Για να αποδώσουν τους μουσικούς φθόγγους οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν γράμματα του αλφαβήτου σε διάφορες θέσεις (όρθια, ανάποδα, πλάγια), ενώ άλλη σημειογραφία χρησιμοποιούσαν για την φωνητική μουσική και άλλη για την οργανική.Όσο για τα μουσικά τους όργανα, αυτά ήταν έγχορδα, κρουστά και πνευστά. Τα έγχορδα ήταν συνήθως του τύπου της λύρας, όπως χέλυς, βάρβιτος, κιθάρα, φόρμιγξ, ψαλτήρι κ.α. Στα τέλη τουλάχιστον του 7ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται η άρπας (τρίγωνον), ενώ από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. μαρτυρούνται οι αρχαίες πανδουρίδες (έγχορδα του τύπου του λαούτου), οι οποίες θεωρούνται πρόγονοι του σημερινού ταμπουρά και μπουζουκιού, τόσο κατασκευαστικά, όσο και ετυμολογικά.

Στα πνευστά συγκαταλέγονταν συνήθως οι αυλοί, μονοί ή διπλοί, με διπλή συνήθως γλωσσίδα, σαν τον σημερινό ζουρνά και οι σύριγγες, μονοκάλαμες ή πολυκάλαμες. Κλασικός στην ελληνική λογοτεχνία είχε γίνει ο συνδυασμός της λύρας (ή κιθάρας) με τον αυλό. Ένα ακόμη όργανο της εποχής αποτελεί και η ύδραυλις, το οποίο, λόγω της μεγάλης του ηχητικής έντασης, χρησιμοποιούνταν συχνά σε εορταστικά και αθλητικά γεγονότα (π.χ. ιπποδρομίες).Κρουστά ήταν τα κρόταλα ή κρέμβαλα, τα τύμπανα, τα κύμβαλα, καθώς και διάφορα σείστρα και κουδούνια (κώδωνες). Η χρησιμοποίηση του κρουστών δεν ήταν τόσο διαδεδομένη στα αρχαία ελληνικά μουσικά δρώμενα, όσο στις διονυσιακές τελετές οργιαστικού χαρακτήρα, όπου γινόταν χρήση κυρίως τυμπάνων, κυμβάλων και κουδουνιών.Στην ελληνιστική εποχή ο λόγος, η μουσική και ο χορός αρχίζουν να διαχωρίζονται σε ξεχωριστούς κλάδους και να μην αποτελούν σαν και πρώτα μια τέλεια ενότητα. Έτσι, ο διθύραμβος, από ομαδικό, λατρευτικό τραγούδι που ήταν, τώρα τραγουδιέται από ένα πρόσωπο για να φανερωθεί και να επιβληθεί, ένα πνεύμα δεξιοτεχνίας. Αρχίζει η εποχή των "βιρτουόζων", που είναι περιζήτητοι και πληρώνονται μεγάλα ποσά.

Saturday, 12 April 2014

The ancient Greek Sundials

The Greek language and the Greek civilization dominated in the geographical region of modern Greece and in other regions near by the Mediterranean Sea. In these geographical regions the sun shines during the most days of the year.Thus, the sundials were very useful instruments for the measurement of time. Ancient Greek astronomers invented and constructed a variety of astronomical instruments for the measurement of time; among them we find sundials of different types. Nowadays, in Athens, there are seven ancient sundials of marble construction, which type differs due to the different shape of their dials’ surface.

They are kept in the National Archaeological Museum of Athens. The one of them is located in the Museum’s yard and the other six in the Prehistoric and Classical Antiquities Collection of the Museum. Another sundial is located in the cliff of the Acropolis.Astronomers and mathematicians of the Classical and the Hellenistic period contributed to the foundations of the science of astronomy by tracking the movements of the celestial bodies and devising methods to project their orbits on the Earth’s surface.From their works, or from references to them made by subsequent authors, it is possible to obtain information concerning observations of the stars, astronomical notions, the solutions of astronomical problems and also about the construction of astronomical instruments.Some of the most eminent ancient Greek astronomers and philosophers who observed the stars invented and constructed astronomical instruments and attempted to measure time with them were:

-Thales of Miletus (624-546 BC) predicted the solar eclipse of May 28, 585 BC also used a geometrical method to measure the height of the pyramids based on their shadow 
-Anaximander of Miletos (610-540 BC) was the first to create a gnomon
-Aristarchus (310-250 BC) of Samos supported the view of the heliocentric system

-Eudoxus of Knidos (409-356 BC) had also created astrolabus and dioptra, by which he was capable to make astronomical observations

-Apollonius of Perga (261-190/179 BC)developed the theory of epicycle in order to calculate the orbits of the planets, a theory also used by Hipparchus (2nd century BC). It should be mentioned that Hipparchus was the first astronomer who created a full star catalog, by recording 850 stars, from which 350 were already mentioned by Aratus

Moreover, Heron of Alexandria (1st century BC–1st century AD) constructed a dioptra to measure the distance between stars and the Earth

Finally, one of the most significant astronomers of the antiquity was Claudius Ptolemy (2nd century AD) whose work, and especially Syntaxis Mathematica (Almageste), had a major impact in Astronomy.
Moreover Vitruvius in his list mentions some additional names of ancient inventors and constructors of sundials, who flourished from the 6th to the 3rd century BC.The sundials constructed by them had a grid of hour lines and curves, by which they could determine the hour of the day, the solstices and the equinoxes.The contribution of those who tackled problems of conic sections to the construction of conical sundials was essential. For example, Apollonius of Perga, one of the most significant astronomers of the Alexandrine school, is considered the prime investigator of conic sections due to his treatise Conics. According to Eutocius (6th century, a well-known commentator of the works by Archimedes), the mathematician and geographer Dionysodorus of Caunus(circa 250-190 BC), was known for his solution of the problem of dividing the sphere into parts of given proportions a solution which included conic sections. According to S. Gibbs the oldest conical sundial (the one with no. 3049 G) is dated in the ends of the 3rd century BC which is when Dionysodorus lived. Therefore it seems that the solution of the problem of the construction of a conical sundial became possible in about that time period.

The sundial consists of two parts: the surface of the dial (in which are carved the hour lines and the curves of summer solstice, winter solstice and equinoxes) and the  gnomon, which is inclined from the plane of the horizon at an angle equal to the geographical latitude of the region.Its function is the following: The rays of the sun create a shadow in the surface of the dial due to the existence of the gnomon. In this way,the trajectory of the sun in the sky is s hown in the surface of the dial, through the movement of the shadow.There are many types of sundials, such as the conical, flat, spherical type, which consist of many subtypes. The type of each sundial is mainly defined from the shape of the surface of the dial. Many sundials were constructed for
time measurements for specific geographical regions and others for adornment in ancient buildings.The sundials were widely used in Greek antiquity for the measurement of time during the sunny days of the
calendar year and for the determination of the seasons.

The ancient sundials of Athens


The sundials of Athens date from the Hellenistic, the Roman period and the period of late antiquity.In the
National Archaeological Museum of Athens there are seven sundials of marble construction. The six of them are parts of the Prehistoric and Classical Antiquities Collection of the Museum and the other one, which is heavier, is located in the Museum’s yard. The index numbers of the sundials are No 3156, 3157, 3158, 3159, 3220, 13365 and 13366. The sundials with index numbers 3156, 3157, 3158 and 3159 were recovered from the ancient Dionysus Theater, which is located under the southern cliff of the Acropolis; the place where the other sundials with index numbers 3220, 13365 and 13366 were discovered is unknown. Another sundial alike to those of the Museum is located in the cliff of in the ancient rock of the Acropolis.
Elaborately study of the characteristic parameters of these sundials (apart from the Acropolis’ one), such as the angle formed between the cone’s axis and the generatrix, the geographical latitude of operation and the original gnomon’s length, has been made.

The sundial with index number 3156 is of conical type with a gnomon; the sundials with index numbers
3157 and 3158 are of conical type without a gnomon; these with index numbers 3220 and 3159 are cylindrical sundials; this with index number 13365 is a flat sundial and that with index catalog 13366 is a semi-spherical one.Most of them are preserved in rather good condition.One of them has a gnomon (index No. 3158) and another one (index No.13366) has many cracks and damages. In all dials’ surfaces there are carved hour lines and in some of them are discernible the curves (the summer solstice curve; the winter solstice curve and the curve of equinoxes).The sundials of Athens are considered as very important archaeological and scientific findings with a major contribution in the science of Astronomy.Most of them are preserved in rather good condition and function rather accurately for their geographical latitude of operation that they were made for. Their geographical latitudes correspond to these of the regions of the ancient Greek world.This evidence shows that sundial makers in Antiquity Greek not only were good sculptors but also had made detailed astronomical observations.

Friday, 28 March 2014

Παλλάδιον το Ξύλινο Αγαλμα που έπεσε από τον ουρανό

Το Παλλάδιον ήταν ενα ξύλινο άγαλμα που έπεσε από τον ουρανό και προστάτευε την Τροία. Ας δούμε την ιστορία του μεσα απο την Ελληνική μυθολογία.Η Αθηνά ανατράφηκε από τον Τρίτωνα τον γιο του Ποσειδώνα και της Αμφιτρίτης,μαζί με την κόρη του Παλλάδα. Τα δύο κορίτσια ήταν αχώριστα και συναγωνίζονταν στα παιχνίδια. Κάποια στιγμή ενώ ασκούνταν σε πολεμικές ασκήσεις, η Παλλάδα επρόκειτο να καταφέρει χτύπημα στην Αθηνά, εκείνη την στιγμή ο Δίας βλέποντας την σκηνή και φοβούμενος για την ασφάλεια της κόρης του, παρεμβάλλει μεταξύ τους την αιγίδα (δερμάτινη ασπίδα). Η Παλλάδα αιφνιδιάζεται και έτσι βρίσκει την ευκαιρία η Αθηνά να την χτυπήσει. Το χτύπημα όμως ήταν σοβαρό με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να πεθάνει Η Αθηνά προκειμένου να τιμήσει την μνήμη της κατασκευάζει ξύλινο άγαλμα με ύψος τρείς πήχεις το οποίο αναπαριστούσε την Παλλάδα, έχοντας τα πόδια ενωμένα και κρατώντας στο δεξί χέρι ακόντιο και στο αριστερό αδράχτι και αφού έδεσε στο στήθος του την αιγίδα, η οποία αιφνιδίασε την φίλη της, ανέβασε το άγαλμα στον ουρανό τοποθετώντας το δίπλα στον Δία. Αργότερα οταν Δίας αποπλάνησε την Ηλέκτρα, μία από τις Πλειάδες και όταν αυτή κατέφυγε στο άγαλμα για να γλυτώσει, ο θεός οργισμένος έριξε το Παλλάδιο στην Τροία.

Στην Φρυγία μολίς είχε έρθει  ο Ίλος, ο γιος του Τρώα ,οπου συμμετείχε σε αγώνες που διοργάνωσε ο βασιλιάς της περιοχής.Ο Ίλος κέρδισε και ο βασιλιάς ακολουθώντας έναν χρησμό, του έδωσε μια αγελάδα, ζητώντας του να βρει έναν τόπο στον οποίο θα ξάπλωνε η αγελάδα και ιδρύσουν μια νεα πολη. Ο Ίλος στη συνέχεια πήγε μακριά, και τελικά η αγελάδα ξάπλωσε στον λόφο της Άτιδος. Τότε ο Ίλος προσευχήθηκε στον Δία πιστεύοντας ότι αυτό ήταν θεϊκό σημάδι. Ήταν τότε που είδε το Παλλάδιο, να πέφτει από τον ουρανό και να προσγειώνεται μπροστά από την σκηνή του, με αποτέλεσμα να τυφλωθεί, καθότι το Παλλάδιο δεν μπορούσε να το αντικρύσει θνητός. Αλλά αργότερα, αφού έκανε προσφορές, ανέκτησε την όρασή του και στο ίδιο σημείο έχτισε την πόλη την οποία ονόμασε Ίλιον (Τροία) και έναν ναό στον οποίο τοποθέτησε το Παλλάδιο.

Το Παλλάδιο θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας για την προστασία της πόλης και χτίστηκε ενας ναός στην Ακρόπολη για την στέγασή του.Παλλάδια  χτίσθηκαν σε πολλές πόλεις της Τροίας προσανατολίζονταν προς τα άνω, καθότι είχαν σταλεί από τον ουρανό, ως υπόσχεση ασφάλειας της πόλης. Ένα από αυτά είχε κλαπεί από τους Αχαιούς κατά τη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου και τα υπόλοιπα μεταφέρθηκαν από τον Αινεία στην Ιταλία, όπου ονομάζονταν έκτοτε Πενάτες (Ρωμαϊκή θεότητα προστάτες της οικίας και της Ρώμης) και απεικονίζονταν ως δύο νεαροί που κρατούσαν δόρατα. Άλλοι ισχυρίζονται ότι οι Αχαιοί έκλεψαν ένα αντίγραφο, φτιαγμένο με σκοπό να τους παρασύρει και ότι ο Αινείας έφερε το Παλλάδιο στην Ιταλία, όπου φυλασσόταν επί εποχής Νούμα (ο δεύτερος βασιλιάς της Ρώμης) από τις Βεστιάδες (παρθένες οι οποίες επιμελούνταν την φωτιά στους ναούς της Βέστα στην Ρώμη και στις άλλες πόλεις). Άλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι υπήρξε ένα και μοναδικό Παλλάδιο, το οποίο είτε βρέθηκε από τον Ίλο, είτε από τον Δάρδανο, είναι αυτό που έκλεψαν οι Αχαιοί και ουδένα λόγο είχε ο Αινείας να περισώσει το άγαλμα αφού τελικά αποδείχθηκε άχρηστο στην προστασία της πόλης.

Σε κάθε περίπτωση, η φήμη του Παλλαδίου ήταν τέτοια που κατά την αρχαιότητα χτίσθηκαν πολλά αγάλματα σε πόλεις.

Όταν κατά το δέκατο έτος του Τρωικού Πολέμου, πέθανε ο Πάρης, ο μάντης Έλενος και ο αδελφός του Δείφοβος φιλονίκησαν για το χέρι της Ελένης και όταν προτιμήθηκε ο Δείφοβος, τότε ο Έλενος εγκατέλειψε την πόλη και την κατοικία του στην Ίδη. Ήταν τότε που ο μάντης Κάλχας δήλωσε ότι ο Έλενος είχε στην κατοχή του τους χρησμούς που προστάτευαν την πόλη της Τροίας. Έτσι ο Οδυσσέας αφού έστησε ενέδρα, συνέλαβε τον Τρώα μάντη και αφού παρουσίασε την πολύτιμη «λεία» στο στρατόπεδο των Αχαιών, τον ανάγκασε να πει πώς θα μπορούσαν να καταλάβουν την Τροία. Ο Έλενος τότε προφήτευσε για κάθε θέμα που ερωτήθηκε, προτρέποντάς τους να φέρουν τα οστά του Πέλοπα, για να φέρουν τον Νεοπτόλεμο από τη Σκύρο, προκειμένου να πείσει τον Φιλοκτήτη (στην κατοχή του οποίου ήταν το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή) να έρθει από τη Λήμνο και να κλέψουν το Παλλάδιο , διότι όσο ήταν εντός των τειχών δεν μπορούσε να καταληφθεί η πόλη.


Αττικό ερυθρόμορφο κύπελλο, που απεικονίζει τον Διομήδη να κλέβει το μαγικό Παλλάδιο_ τέλη 5ου αιώνα π.Χ._μουσείο Ashmolean Πανεπιστήμιο Οξφόρδης

Μετά την ομολογία του μάντη, ο Οδυσσέας πήγε τη νύχτα στην Τροία και αφήνοντας τον Διομήδη να αναμένει, μεταμφιέστηκε και μπήκε στην πόλη ως ζητιάνος. Εκεί αναγνωρίσθηκε από την Ελένη, που τον βοήθησε να κλέψει το Παλλάδιο και αφού σκότωσε αρκετούς φρουρούς, το μετέφερε στα πλοία με την βοήθεια του Διομήδη. Όταν αργότερα ο Οδυσσέας ζήτησε τα όπλα του Αχιλλέα και αμφισβητήθηκε από τον Αίαντα, υπενθύμισε στους δικαστές την πράξη του, αναφερόμενος στον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο λέγοντας:

«Γιατί ο Οδυσσέας τολμά να βγει πέρα από τους φρουρούς, αφήνοντας τον εαυτό του στο σκοτάδι και μέσα της περνώντας μέσα από εχθρικά ξίφη, μπαίνει όχι μόνο στα τείχη της Τροίας, αλλά ακόμη και στην κορυφή της Ακρόπολης, κλέβοντας την θεά από το ιερό της και μεταφέροντας το άγαλμά της μέσα από τον εχθρό;………………….εκείνο το βράδυ κέρδισα την νίκη κατά της Τροίας …» (Οδυσσέας προς τους δικαστές. Οβίδιος, Μεταμορφώσεις 13.340).

……..και δείχνοντας προς το Παλλάδιο καταλήγει: «……αν δεν δώσετε σε εμένα τα όπλα, δώστε τα σε αυτήν» (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις 13.380).


Ωστόσο, άλλοι ισχυρίζονται πει ότι ο Οδυσσέας και ο Διομήδης έμαθαν από τον προφήτη Αντήνορα, που δήλωσε ότι η Τροία θα καταστραφεί εάν το Παλλάδιο μεταφερόταν έξω από τα τείχη της πόλης. Έτσι αφού μετέβη πήγε στην πόλη ως διαπραγματευτής, το πήρε από τον Αντήνορα ο οποίος πλησίασε την ιέρεια Θεανώ (σύζυγό του) και με απειλές και υποσχέσεις περί ανταμοιβής, πήρε από αυτήν το Παλλάδιο το οποίο έστειλε στον Οδυσσέα μέσω πιστών φίλων και συνεργών. Μετά την πτώση της Τροίας (η οποία ακολούθησε αμέσως μετά χάρη στο τέχνασμα του Δουρείου Ίππου) προέκυψε αντιπαράθεση μεταξύ του Αίαντα του Τελαμώνιου από τη μία πλευρά και του Οδυσσέα και Διομήδη από την άλλη, αλλά όχι λόγω της πανοπλίας του Αχιλλέα, όπως ορισμένοι ισχυρίζονται , αλλά λόγω του Παλλαδίου. Ο Αίας θεωρούσε τον εαυτό του ήρωα και ως εκ τούτου εκτιμούσε ότι το Παλλάδιο του ανήκε. Από την άλλη πλευρά, ο Διομήδης και ο Οδυσσέας ζήτησαν το Παλλάδιο, με την αιτιολογία ότι αυτοί ήσαν που το μετέφεραν. Όταν ο Αίας στη συνέχεια υποστήριξε ότι ο Αντήνωρ ήταν αυτός που είχε μεταφέρει το Παλλάδιο, οι ίδιοι που δεν έχουν προβλήματα, ο Διομήδης αντέδρασε, αλλά όχι και ο Οδυσσέας, ο οποίος υποστηρίχθηκε από τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο, αφού ουδείς άλλος τολμούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα κατορθώματα του Αίαντα.

Ωστόσο, είναι γνωστό ότι το έκαναν επειδή λόγω της μεσολάβησης του Οδυσσέα, επέστρεψε σώα και ασφαλής η Ελένη την οποία αγαπούσε ακόμη ο Μενέλαος. Διότι αν είχε γίνει το θέλημα του Αίαντα, η Ελένη θα είχε σκοτωθεί, καθότι πριν την άλωση της Τροίας, είχε δηλώσει ότι θα πρέπει να σκοτωθεί αυτός ο οποίος είχε προκαλέσει το θάνατο τόσων πολλών επιφανών ανδρών.

Η απόφαση των Ατρειδών (Αγαμέμνονα και Μενελάου) προκάλεσε αναστάτωση στο στράτευμα το οποίο χωρίσθηκε σε δύο παρατάξεις και όταν την επόμενη μέρα ο Αίας βρέθηκε νεκρός, ο Οδυσσέας φοβούμενος αυτούς που πίστευαν ότι ο Αίας είχε δολοφονηθεί ύπουλα, έπλευσε μακριά, αφήνοντας το Παλλάδιο πίσω για να το κρατήσει ο Διομήδης. Κατά την επιστροφή από την Τροία, οι Αργείοι με επικεφαλής τον Διομήδη αποβιβάσθηκαν κατά λάθος λόγω σκότους, στην Αττική. Εκεί ο Δημοφών  ο γιος του Θησέα,αγνοώντας ότι εκείνοι που είχαν αποβιβαστεί ήσαν Αργείοι, τους επιτέθηκε και αφού σκότωσε αρκετούς, πήρε το Παλλάδιο.

Ωστόσο ορισμένοι εκτιμούν ότι το Παλλάδιο τελικά ήλθε στο Άργος, διότι ο Εργίνος,απόγονος του Διομήδη,πείστηκε από τον βασιλιά του Άργους Τήμενο,να κλέψει το Παλλάδιο από την πόλη πιθανότατα πριν την κατακτήσει. Ο Εργίνος συναίνεσε, να βοηθηθεί από τον Λέαγρο, έναν φίλο του Τημένου. Αλλά αργότερα ο Λέαγρος, έχοντας σπάσει την φιλία του με τον Τήμενο, πήρε το Παλλάδιο μαζί του και μετακόμισε στη Σπάρτη, όπου οι βασιλείς το παρέλαβαν με ικανοποίηση, τοποθετώντας το κοντά στο ιερό με τις κόρες του Λεύκιππου, οι οποίες είχαν παντρευτεί με τους Διόσκουρους.

Ορισμένοι όμως δεν πείθονται……………:

«Το Παλλάδιο, όπως λέγεται, έφερε προφανώς στην Ιταλία ο Αινείας». (Παυσανίας, Περιγραφή της Ελλάδας 2.23.5).

«Μπορεί να ήταν ο Διομήδης, ή ο Οδυσσέας, ή ο Αινείας κάποιος από αυτούς που το πήραν, αλλά το θέμα είναι ότι βρίσκεται πλέον στην Ρώμη όπου το φυλά η Βέστα (η Ρωμαϊκή θεά της οικίας αντίστοιχη με την Εστία) η οποία βλέπει τα πάντα μέσα από το άσβεστο φως» (Οβίδιος, Ημερολόγιο 4.433).

Source

Wednesday, 19 March 2014

Ήρα η δυναμική Θεα που απομυθοποιούσε την εξουσία του άντρα

Η Ήρα είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές του αρχαίου ελληνικού Δωδεκάθεου. Κόρη του Κρόνου και της Ρέας, μοναδική νόμιμη σύζυγος του Δία, θεά των ουρανών, προστάτιδα του γάμου και των παντρεμένων, ιδιαίτερα, γυναικών και προσωποποίηση της συζυγικής πίστης.Η Ήρα ενσαρκώνει τις αρετές και τα ελαττώματα της παντρεμένης γυναίκας. Είναι η πιστή και αφοσιωμένη, η τρυφερή και υποταγμένη στον κύριο και αφέντη της γυναίκα, αλλά και η δυναμική και πολυμήχανη, εριστική και γκρινιάρα, καταπιεστική και ζηλόφθονη, παθιασμένη και εκδικητική σύζυγος. Η γυναίκα που θέλει τον άντρα της "κατάδικό" της και σκαρφίζεται, μηχανεύεται τα πάντα, για να τον κρατήσει κοντά της. Ζηλεύει παράφορα, μισεί και εκδικείται παθιασμένα. Η ζήλια, άσβεστη φλόγα, της καίει τα σωθικά και της τριβελίζει το μυαλό. Η εκδίκησή της, αφρισμένη κατεβασιά, σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Μάχεται, αγωνίζεται απεγνωσμένα για ό,τι δικαιωματικά της ανήκει, για το αντικείμενο του πόθου της.Λαός εύθυμος, με σκωπτική διάθεση και πηγαίο, ανεξάντλητο χιούμορ, οι αρχαίοι Έλληνες έδωσαν μια περισσότερο ανθρώπινη διάσταση στις θεότητές τους. Φαντάστηκαν το γάμο της Ήρας και του Δία ένα πεδίο διαρκούς αντιπαλότητας, αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων και το βασιλιά θνητών και αθανάτων, το νεφεληγερέτη, αστραποβόλο και κεραυνοβόλο Δία, να κατατρέχεται ασταμάτητα από μια ζηλόφθονη και εκδικητική σύζυγο και να καταφεύγει σε τεχνάσματα και μηχανορραφίες για να αποφύγει τις θυελλώδεις εκρήξεις της οργής της.

Η γέννηση της βασίλισσας των θεών τοποθετείται στη Σάμο και κατ' άλλους στη Στυμφαλία ή στην Εύβοια. Η μοίρα της δεν ήταν διαφορετική από αυτή των αδερφών της. Ο ανελέητος Κρόνος την κατάπιε, προσπαθώντας να πολεμήσει τη μοίρα του. Μόνο όταν η πολυμήχανη Ρέα κατόρθωσε, με τέχνασμα, να ξεγελάσει τον Κρόνο, τότε η Ήρα, μαζί με τα υπόλοιπα αδέρφια της, ξαναείδε το φως. Μετά την εκθρόνιση του Κρόνου, ο Δίας τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνη τον απέκρουσε με περηφάνια. Τρελός από έρωτα για την αδερφή του ο Δίας δεν παραιτήθηκε από τους σκοπούς του. Μια βροχερή, χειμωνιάτικη μέρα, καθώς η θεά περπατούσε στο δάσος, ο Δίας μεταμορφώθηκε σε κούκο, που έπεσε στα πόδια της ανυποψίαστης Ήρας. Η θεά λυπήθηκε το μισοπαγωμένο πλασματάκι. Έσκυψε, το πήρε στην αγκαλιά της, το χάιδεψε με τα τρυφερά της χέρια και το ζέστανε στους παρθενικούς της κόρφους. Τότε ο βασιλιάς των θεών πήρε την πραγματική του μορφή. Μεγαλόπρεπος, επιβλητικός, πανίσχυρος και ακαταμάχητος, εξουδετέρωσε και τις τελευταίες ικμάδες αντίστασης της θεάς. Η Ήρα νικήθηκε, υποτάχτηκε, έγινε για πάντα δική του, αφού πρώτα εξασφάλισε "υπόσχεση γάμου".Ο γάμος τους έγινε με θεϊκή λαμπρότητα. Η ζωή τους όμως δεν ήταν πάντοτε ευτυχισμένη. Αντίθετα, ήταν τρικυμιώδης και πολυτάραχη, όπως, άλλωστε, θυελλώδης υπήρξε και ο έρωτάς τους.

Οι αλλεπάλληλες εκρήξεις οργής και ζήλιας της θεάς και οι συχνοί καβγάδες ανάμεσα στο θεϊκό ζευγάρι, έτρεφαν τη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων και αποτελούσαν προσφιλείς διηγήσεις και αναγνώσματα.Εκείνος, υπερόπτης, άστατος και άπιστος σύζυγος, τσάκιζε συχνά την αξιοπρέπειά της και πλήγωνε ανεπανόρθωτα τη γυναικεία περηφάνια της. Δε δίσταζε, μάλιστα, να καυχιέται, μπροστά της, για τις αμέτρητες περιπέτειές του με θεές και θνητές.Εκείνη, αδάμαστη και αγέρωχη, επικαλούνταν την τιμημένη καταγωγή της και πρόβαλλε τα αναφαίρετα δικαιώματά της -την ιδιότητά της, της νόμιμης συζύγου.Ο Δίας, μέσα από τους ομηρικούς στίχους, δήλωνε ότι περιφρονούσε την οργή και την γκρίνια της και της ζητούσε, επίμονα, υποταγή. Δε δίστασε, μάλιστα, να κάνει κάποτε πράξεις τις απειλές του, όταν, δεμένη χειροπόδαρα, την κρέμασε ανάμεσα στον αιθέρα και στα σύννεφα.

Η Ήρα, με καταρρακωμένη αξιοπρέπεια και τυφλωμένη από το πάθος της για εκδίκηση, περνούσε συχνά στην αντεπίθεση. Κατορθώνοντας να πάρει με το μέρος της την Αθηνά και τον Ποσειδώνα, προσπάθησε κάποτε να καθυποτάξει τον Δία, ο οποίος μόλις που κατάφερε να γλιτώσει χάρη στη μεσολάβηση της Θέτιδας και του Εκατόγχειρα Αιγαίωνα.Άλλοτε πάλι, η θεά αποφάσισε να εγκαταλείψει για πάντα τη "συζυγική κλίνη". Γύρισε στην Εύβοια, εκεί όπου για πρώτη φορά του δόθηκε. Ο Δίας όμως, που ένιωσε την επιθυμία για τη νόμιμη γυναίκα του να ξαναφουντώνει, μηχανεύτηκε ένα τέχνασμα για να τη φέρει πάλι κοντά του. Πήγε κι αυτός στην Εύβοια, όπου διέδωσε ότι θα παντρευτεί μια πανέμορφη νύμφη. Έντυσε μάλιστα ένα ξόανο με νυφιάτικα πέπλα. Η Ήρα, τυφλωμένη από τη ζήλια της, όρμησε με μίσος στη νέα αντίζηλή της και της πέταξε τα πέπλα. Στη θέα όμως του ξόανου, ξέσπασε σε γέλια. Γέλια χαράς και λύτρωσης. Η αγάπη που σιγόκαιγε μέσα της έγινε πυρκαγιά. Χύθηκε με λαχτάρα στην αγκαλιά του αγαπημένου της, νικημένη και υποταχτικιά του και πάλι.

Ο Δίας όμως της έδινε αφορμές ασταμάτητα. Μανιασμένη εκείνη και ανήμπορη να εκδικηθεί προσωπικά τον άπιστο, έστρεφε την οργή της ενάντια στις δύστυχες αντίζηλές της. Σκληρή και ανελέητη έπεφτε πάνω στα αθώα θύματα η θεϊκή τιμωρία.Η Λητώ, κόρη του τιτάνα Κοίου και της Φοίβης, αντιμετώπισε την εκδικητική μανία της θεάς. Παρά τις προσπάθειες της Ήρας, έφερε, τελικά, στον κόσμο τον Απόλλωνα και την Άρτεμη, παιδιά της παράνομης ένωσής της με τον Δία.Η πανέμορφη Ιώ, κόρη του Ίναχου, βασιλιά τους Άργους, δεν κατόρθωσε να αποφύγει την οργή της Ήρας. Ο Δίας προσπάθησε να τη σώσει μεταμορφώνοντάς την σε αγελάδα. Όμως η ζηλιάρα Ήρα την καταδίωξε μέχρι την Αίγυπτο, όπου ο Δίας της έδωσε την αρχική της μορφή και γέννησε τον Έπαφο.Η τραγική Σεμέλη, κόρη του βασιλιά των Θηβών Κάδμου, ήταν ένα ακόμη θύμα της οργής της θεάς. Φριχτός θάνατος, μέσα στις φλόγες, περίμενε την άμοιρη θνητή, που τόλμησε να μοιραστεί το παρθενικό της κρεβάτι με το βασιλιά των αθανάτων. Το παιδί που είχε στα σπλάχνα της σώθηκε από τον Δία, ο οποίος το έραψε στο μηρό του και, όταν συμπληρώθηκαν οι εννιά μήνες, γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος.Η παράφορη όμως μανία της Ήρας στράφηκε και ενάντια στα παιδιά των αντίζηλών της. Ο Ηρακλής, γιος του Δία και της Αλκμήνης, βρέφος ακόμα, στην κούνια του, αντιμετώπισε τα δυο δηλητηριώδη φίδια που η ζηλόφθονη θεά έστειλε να τον σκοτώσουν, κατά τραγική, όμως τύχη, έμελλε να είναι η Ήρα εκείνη που πρόσφερε την αθανασία στο νόθο παιδί του άντρα της.

Με προτροπή του Δία, ο Ερμής ακούμπησε το βρέφος στο κρεβάτι της θεάς, ενώ αυτή κοιμόταν. Το βρέφος άρπαξε το θείο μαστό και βύζαξε το γάλα της αθανασίας. Η Ήρα ξύπνησε και αποτράβηξε με οργή τον παράνομο τρυγητή. Το γάλα που πετάχτηκε, εκείνη τη στιγμή, από τον ζωοδότη κόρφο, γέννησε τον Γαλαξία. Πρότυπο άστατου και άπιστου συζύγου ο Δίας, ομολογεί, μέσα από τους στίχους του Ομήρου, ότι ποτέ του δεν αγάπησε, ούτε πεθύμησε άλλη γυναίκα, όσο τη μεγαλόπρεπη Ήρα. "Ποτέ θεά ή θνητή δε μου ενέπνευσε τόσο επιθυμία".Από την ένωσή της με τον Δία η Ήρα έφερε στον κόσμο την Ήβη, τη θεά της νεότητας, και τον Άρη, τον αιμοβόρο και κοσμοχαλαστή θεό του πολέμου. Κατ' άλλους, και η Ειλείθυια, μητέρα των ωδινών, και η Έριδα, θεά της διχόνοιας και της αμάχης, ήταν παιδιά της Ήρας και του Δία.Θέλοντας να εκδικηθεί τον άστατο Δία, για τα αμέτρητα νόθα που έσπερνε, η Ήρα θέλησε να φέρει στον κόσμο τα δικά της παιδιά, τα παιδιά που θα γεννιούνταν χωρίς τη σαρκική της ένωση με τον Δία.

Ο Ήφαιστος, κατά το μύθο, υπήρχε στα σπλάχνα της θεάς πριν την ένωσή της με τον Δία. Ήταν όμως τόσο άσχημος και περίγελος των θεών, που η Ήρα τον γκρέμισε στη θάλασσα. Το φοβερό εκείνο πέσιμο τον άφησε για πάντα "σακάτη και στραβοπόδαρο", γι' αυτό και ποτέ δε συγχώρεσε την άστοργη μητέρα του. Την έδεσε σε θρόνο ολόχρυσο, με αόρατα δεσμά και μονάχα ο Δίας κατόρθωσε να την ελευθερώσει από την ατιμωτική τιμωρία.

Ο φοβερός Τυφωέας, μάστιγα των θνητών, ήταν επίσης αποκλειστικός γιος της Ήρας. Το αποκρουστικό θηρίο κατόρθωσε τελικά να εξοντώσει ο Δίας σε τρομερή μονομαχία.Αν και άστατος σύζυγος ο Δίας, δεν ανεχόταν κανέναν να ερωτοτροπεί με την πανέμορφη Ήρα. Σκληρή και αμείλικτη τιμωρία περίμενε τους επίδοξους εραστές της βασίλισσας των θεών.Ο Ιξίονας, κάνοντας κατάχρηση της φιλοξενίας που του παρείχε ο Δίας, προσπάθησε να πλησιάσει με ερωτικές διαθέσεις την Ήρα. Η τιμωρία του Δία ήταν σκληρή. Έδωσε σε μια Νεφέλη το σχήμα της Ήρας και ο μεθυσμένος Ιξίονας ζευγάρωσε μ' αυτή. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Κένταυρος. Μη συγχωρώντας την αχαριστία ο Δίας, καταδίκασε τον Ιξίονα να δεθεί πάνω σε φλεγόμενη ρόδα που στριφογύριζε ασταμάτητα στον αέρα.Ο Ενδυμίωνας που τόλμησε να ποθήσει τη μεγαλόπρεπη βασίλισσα, γκρεμίστηκε στα Τάρταρα, ενώ ο γίγαντας Πορφυρίωνας εξοντώθηκε από τα βέλη του Ηρακλή, τη στιγμή που επιχειρούσε να βιάσει την Ήρα.

Αν και η Ήρα δεν ήταν γνωστή σαν πολεμική θεά, στάθηκε στο πλευρό των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου. Η μνησίκακη και εκδικητική θεά ποτέ δεν ξέχασε την προσβολή του Πάρη, του επιπόλαιου βασιλόπουλου που προτίμησε τον έρωτα, από την ισχύ που του πρόσφερε η Ήρα.

Η Ήρα αγαπήθηκε, λατρεύτηκε και τιμήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες, στη ψυχή των οποίων, η αγέρωχη αυτή γυναικεία παρουσία, ήταν απόλυτα δικαιωμένη.Η ίδια κατείχε μια εντελώς ξεχωριστή, ζηλευτή θέση ανάμεσα στους Ολύμπιους θεούς. Ήταν εκείνη που απομυθοποιούσε, στα μάτια των Ελλήνων, την εξουσία του άντρα αφέντη, του κύρη, του συζύγου. Εκείνη που μπροστά της ο πανίσχυρος κυρίαρχος του σύμπαντος ξεγυμνωνόταν τη δύναμή του κι ένιωθε φόβο κάθε φορά που αντιμετώπιζε τις επιθέσεις της.

Στο όνομα της Ήρας, η Γυναίκα έπαιρνε την εκδίκησή της από τον Άντρα, στα πλαίσια μιας καλά οργανωμένης ανδροκρατούμενης κοινωνίας.

Οι πιο σημαντικοί γιοί του Ποσειδώνα

Μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρέχεται στη μεγαλύτερη έκτασή της από θάλασσα και περιλαμβάνει χίλια περίπου μικρά και μεγάλα νησιά, δεν ήταν δυνατόν να μην έχει ένα θεό κατεξοχήν θαλασσινό. Αυτός ήταν ο Ποσειδώνας, ένας από τους δώδεκα Ολύμπιους θεούς, αδερφός του Δία και του Πλούτωνα.Ο θαλασσινός θεός είχε αμέτρητες εξωσυζυγικές σχέσεις με θεές, νύμφες και θνητές και θεωρούνταν πατέρας μερικών από τους πιο γνωστούς ληστές της αρχαιότητας και πολλών από τα φοβερά τέρατα. Άφησε όμως και απογόνους που ήταν τιμημένοι ήρωες, γενάρχες σημαντικότατων οικογενειών και ιδρυτές πόλεων. Πάνω στο θέμα των εξωσυζυγικων σχέσειων  ήταν πολύ πιο τυχερός από τον αδερφό του τον Δία.

Η Αμφιτρίτη δε ζήλευε το σύζυγό της όπως η Ήρα. Δεν υπάρχει παρά ένας μόνο μύθος για την εκδίκηση της θαλασσινής θεάς. Όταν κάποτε ο Ποσειδώνας ερωτεύτηκε τη Νύμφη Σκύλλα, η Αμφιτρίτη έριξε στην πηγή όπου λουζόταν η Νύμφη μαγικά βότανα, με την επίδραση των οποίων η πανώρια κόρη μεταμορφώθηκε σε απαίσιο τέρας.

Τον καιρό που η Δήμητρα έψαχνε τη γη ολόκληρη για να βρει την κόρη της, την Περσεφόνη, που την είχε αρπάξει ο Πλούτωνας, ο Ποσειδώνας ήταν τρελά ερωτευμένος μαζί της. Αυτή στην προσπάθειά της να τον αποφύγει μεταμορφώθηκε σε φοράδα και κρύφτηκε ανάμεσα στα άλογα του Όνκιου. Ο θεός κατάλαβε το τέχνασμα της αδερφής του, μεταμορφώθηκε σε άλογο και έτσι έσμιξε μαζί της, χωρίς αυτή να το καταλάβει. Η Δήμητρα οργίστηκε από το πάθημά της και για να καθαριστεί από το φοβερό αμάρτημα πλύθηκε στα νερά του ποταμού Λάδωνα. Από το παράξενο αυτό ζευγάρωμα γεννήθηκε μια κόρη που οι πιστοί, που δεν ήταν μυημένοι στα μυστήρια της Δήμητρας, έτρεμαν να πούνε το όνομά της. Γι' αυτό την αποκαλούσαν Κυρά ή Δέσποινα. Όμως γεννήθηκε κι ένα άλογο, ο Αρίωνας. Αυτό ήταν ένα θαυμάσιο ζώο που μπορούσε να σκέφτεται και να μιλάει μ' ανθρώπινη φωνή. Η μοναδική του ταχύτητα έσωσε τον Άδραστο κατά την εκστρατεία των εφτά αρχηγών εναντίον της Θήβας.Ανάλογη ερωτική περιπέτεια αφηγούνται ότι είχε ο θεός με τη Μέδουσα. Αυτή ανήκε στη γενιά των Κενταύρων και είχε εξαιρετική ομορφιά στα ανθρώπινα μέλη της. Κάποτε που ο Ποσειδώνας βγήκε στη στεριά και γύριζε στα καταπράσινα λιβάδια της Θεσσαλίας, τη συνάντησε και μη μπορώντας ν' αντισταθεί στο ερωτικό του πάθος, μεταμορφώθηκε σε άλογο, γιατί διαφορετικά δεν υπήρχε τρόπος να σμίξει μαζί της. Εκεί κοντά βρισκόταν ένας ναός της παρθένας Αθηνάς. Η θεά εξοργίστηκε που συνέβη ένα τέτοιο αμάρτημα στον ιερό της χώρο. Δεν μπορούσε όμως να τιμωρήσει τον υπαίτιο γιατί ήταν αθάνατος θεός και μάλιστα ανήκε σε παλιότερη γενιά από την ίδια. Γι' αυτό ξέσπασε πάνω στη Μέδουσα, τη μεταμόρφωσε σε φοβερό τέρας που αντί για μαλλιά είχε δηλητηριώδη φίδια. Το τέρας αυτό εξόντωσε, πολύ αργότερα, ο Περσέας. 


Από την ένωσή τους γεννήθηκαν ο Χρυσάορας, πατέρας του τρισώματου γίγαντα Γηρυόνη, και το φτερωτό άλογο Πήγασος.Όμως ο ερωτιάρης θεός δεν ήταν δυνατόν να μη ζευγαρώσει με τη Γη, την κατεξοχήν γόνιμη θεά, μολονότι ήταν γιαγιά του. Από το σμίξιμο αυτό προήλθε ένας γίγαντας, ο Ανταίος, που λέγεται ότι βασίλεψε στη Λιβύη. Όποιος ξένος πατούσε το πόδι του στη χώρα του ήταν καταδικασμένος να πεθάνει. Ο φοβερός γίγαντας τον προκαλούσε σε πάλη έχοντας δεδομένη τη νίκη του. Μάλιστα, τα κρανία των θυμάτων του τ' αφιέρωνε στο ναό του πατέρα του. Ο Ανταίος ήταν άτρωτος όσο άγγιζε τη μητέρα του, τη Γη. Ο Ηρακλής τον καιρό που αποζητούσε τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων, πέρασε από τη Λιβύη, πάλεψε μαζί του και τον έπνιξε σηκώνοντάς τον στον αέρα και καθιστώντας τον έτσι αδύναμο.Ο Ποσειδώνας θεωρούνταν πατέρας και ενός άλλου τέρατος, του Βούσιρη, που έδρασε στην Αίγυπτο και σκότωνε όλους τους επισκέπτες της χώρας του. Τελικά, όπως και ο Ανταίος, εξοντώθηκε από τον Ηρακλή. Ακόμη και ο Άμυκος θεωρούνταν γιος του θαλασσινού θεού και της Νύμφης Μελίας. Αυτός ζούσε στη Βιθυνία και σκότωνε όλους τους ταξιδιώτες που περνούσαν από εκεί. Τέλος στις αδικίες του έβαλε ο Πολυδεύκης, όταν έφτασε με τους υπόλοιπους Αργοναύτες στα μέρη εκείνα. Λένε μάλιστα πως ο πανέμορφος και γενναίος ήρωας δε σκότωσε το γίγαντα, αλλά τον υποχρέωσε να ορκιστεί στο όνομα του θεϊκού πατέρα του ότι δε θα σκότωνε ξανά κανέναν επισκέπτη.

Οι περισσότεροι από τους ληστές που σκότωσε ο Θησέας πηγαίνοντας από την Τροιζήνα στην Αθήνα είχαν πατέρα τους τον Ποσειδώνα. Ο Σκίρωνας, ο Σίνης, ο Προκρούστης και ο Κερκύονας βρήκαν τρομερό θάνατο με τον ίδιο τρόπο που κι αυτοί βασάνιζαν τους περαστικούς, αφού πρώτα τους λήστευαν. Κάποιος μύθος αναφέρει πως ο κοσμοσείστης έσμιξε με την εγγονή του Αλόπη, την κόρη του Κερκύονα, και απέκτησε μαζί της ένα γιο, τον Ιπποθόοντα, που έδωσε το όνομά του στην Ιπποθοοντίδα φυλή της Αττικής.

Ο πιο γνωστός γιγαντόμορφος γιος του θεού ήταν ο Κύκλωπας Πολύφημος, από το σμίξιμό του με τη Νύμφη Θόοσσα. Αυτός δεν είχε συγγενική σχέση με τους ομώνυμους γιους της Γαίας. Προσωποποιεί την τυφλή και κτηνώδη δύναμη που στερείται οποιουδήποτε ίχνους λογικής. Ο Όμηρος μας αφηγείται το πάθημά του από τον Οδυσσέα, που τον ξεγέλασε λέγοντάς του ότι τον λένε Κανένα. Γι' αυτήν όμως την πράξη του ο Ποσειδώνας καταδίωξε το βασιλιά της Ιθάκης πάρα πολύ, κατά τη δεκάχρονη πορεία του για την πατρίδα.

Γιος του θαλασσινού άρχοντα και της Σκαμανδροδίκης θεωρείται και ο Κύκνος. Αυτός έχασε τη ζωή του μετά από πολύωρη πάλη με τον Αχιλλέα και μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο πτηνό. Επίσης, ο γίγαντας Ωρίωνας προήλθε από το ζευγάρωμα του θεού με την Ευρυάλη, την κόρη του Μίνωα. Έδωσε μάλιστα στο γιο του το χάρισμα να περπατά πάνω στα κύματα της θάλασσας. Τέλος, σύμφωνα με την παράδοση, παιδιά του θεού ήταν και οι Αλωάδες, Ώτος και Εφιάλτης, από το ζευγάρωμά του με την Ιφιμέδεια.

Στον Ποσειδώνα αποδίδεται η πατρότητα πολλών τεράτων και γιγάντων. Άλλωστε συχνά για να εκδικηθεί κάποιους θνητούς στέλνει διάφορα τέρατα που προκαλούν καταστροφές. Ήδη αναφέραμε το τέρας που έστειλε στην Τροία για να εκδικηθεί το βασιλιά Λαομέδοντα. Κάποτε οι Νηρηίδες παραπονέθηκαν στον αφέντη τους ότι η Κασσιόπεια, η βασίλισσα της Αιθιοπίας, καυχήθηκε πως ήταν πιο όμορφη από αυτές. Τότε εξοργισμένος ο θεός έστειλε ένα τέρας στην ακτή της χώρας, το οποίο προξενούσε φοβερές καταστροφές. Ένας χρησμός από το μαντείο έλεγε ότι η χώρα θα απαλλασσόταν από τη συμφορά μόνο αν ο βασιλιάς Κηφέας θυσίαζε την κόρη του Ανδρομέδα. Την ώρα όμως που το τέρας ήταν έτοιμο να κατασπαράξει την όμορφη βασιλοπούλα, κατέφτασε ο Περσέας με τα φτερωτά του πέδιλα και την έσωσε.Γνωστή είναι η περιπέτεια του θεού με τη Δαναΐδα Αμυμώνη. Αυτή, μετά την ξηρασία που έστειλε ο Ποσειδώνας για να εκδικηθεί το Άργος, έψαχνε για νερό μέσα στο δάσος. Ένας Σάτυρος όμως όρμησε επάνω της με βίαιες διαθέσεις. Για να τη σώσει, χτύπησε με την τρίαινά του τον Σάτυρο και τον σκότωσε. Μετά χτύπησε ένα βράχο και ανέβλυσε η πηγή Λέρνη. Από τον έρωτά του με τη Δαναΐδα απέκτησε ένα γιο, τον Ναύπλιο, που έδωσε το όνομά του στη γνωστή πόλη της Πελοποννήσου.

Επίσης, ένας από τους πιο σημαντικούς ήρωες της αρχαιότητας, ο Θησέας, θεωρούνταν γιος του Ποσειδώνα και της Αίθρας που τη συνάντησε στο νησί Θήρα.Από τη Μελανίππη ο θαλασσινός άρχοντας απέκτησε δυο δίδυμους γιους, τον Βοιωτό και τον Αίολο, που αργότερα έγιναν επώνυμοι ήρωες της Βοιωτίας και της Αιολίας.Σημαντική είναι και η σχέση του με την Τυρώ. Αυτή ήταν ερωτευμένη με τον ομορφότερο ποταμό, τον Ενιπέα· όλη τη μέρα της την περνούσε στις όχθες του περιμένοντας να τον δει. Ο Ποσειδώνας, που την αγάπησε, εμφανίστηκε μπροστά της με τη μορφή του ποταμού και έσμιξε μαζί της. Απέκτησαν δυο γιους, τον Πελία και τον Νηλέα. Ο Πελίας βασίλεψε στη Θεσσαλία και ο Νηλέας εγκαταστάθηκε στη Μεσσηνία και ίδρυσε την Πύλο.Με τη γυναίκα του Νηλέα, τη Χλωρίδα, ζευγάρωσε ο Ποσειδώνας και απέκτησε ένα γιο, τον Περικλύμενο, που του έδωσε τη δυνατότητα να μεταμορφώνεται σ' όποιο ζώο ήθελε. Επίσης από την Κλειτώ απέκτησε τον Άτλαντα, από τη Μελανθώ τον Δελφό, που έδωσε το όνομά του στους Δελφούς, από την Κέρκυρα τον Φαίακα και από τη Ρόδη τον Ιαλυσσό, τον Κάμειρο και τον Λίνδο, που έδωσαν τα ονόματά τους στις τρεις πιο σημαντικές πόλεις της Ρόδου.

Wednesday, 5 March 2014

Τα Φαλληφόρια η εορταστική πομπή για τις αναγεννησιακές δυνάμεις της φύσης

Τα Φαλληφόρια ήταν εορταστική πομπή, μέρος των Διονυσίων. Γίνονταν το μήνα Ποσειδεώνα.
Στην πομπή προπορευόταν ο φαλλός, σύμβολο της γονιμότητας και της βλάστησης. Όσοι ακολουθουσαν ήταν μεταμφιεσμένοι σε Σειληνούς, Σατύρους και Βάκχες. Κρατούσαν στα χέρια τους θύρσους, φαλλούς, κρατήρες με νέο κρασί, χόρευαν και τραγουδούσαν φαλλικά τραγούδια. Επίσης καλούσαν το Φάλλη, ακόλουθο του Διονύσου και προσωποποίηση του φαλλού, να προσέλθει και να γιορτάσει μαζί τους.Στη γιορτή αυτή επίσης γίνονταν και χοροί στο θέατρο των Αθηνών από άνδρες, αλλα και μερικες γυναίκες ,που ήταν μεταμφιεσμένοι σε Βάκχες ,Νύμφες και Ώρες, κατώτερες θεότητες οι οποίες  προσωποποιούσαν τις φυσικές δυνάμεις που προστάτευαν τη βλάστηση και ανθοφορία της άνοιξης και την καρποφορία του καλοκαιριού.


Οι μεταμφιέσεις αυτού του είδους απέβλεπαν στο να ενεργοποιήσουν μέσα στο χειμώνα τις αναγεννησιακές δυνάμεις της φύσης, να αποτρέψουν τις αντίθετες κακοποιές δυνάμεις και να δώσουν τον τόνο, ιδίως οι βακχικές μεταμφιέσεις, ενός ξέφρενου ξεφαντώματος.Τα Διονύσια ήταν αγροτική καθαρά γιορτή.Πυρήνας των εορταστικών εκδηλώσεων ήταν κι εδώ μια πομπή, η πομπή του φαλλού. Ο μπροστάρης της πομπής κρατούσε αμφορέα γεμάτο κρασί και μια κληματόβεργα,έπειτα ακολουθούσε κάποιος που τραβούσε ένα τράγο, ζώο σύμβολο της γονιμοποιητικής δύναμης που θυσιαζόταν στο θεό Διόνυσο.Στη συνέχεια ερχόταν άλλος  με κάνιστρο από λυγαριά γεμάτο με ξερά σύκα και τελικά εκείνος που περιέφερε ψηλά πάνω σε κοντάρι το φαλλό , το κατεξοχήν σύμβολο των γονιμοποιητικών δυνάμεων. Για την πομπή αυτή στην αρχαία απλή και τη μεταγενέστερη πολυτελή της μορφή μάς μιλά ο Πλούταρχος στο έργο του " Περί φιλοπλουτίας" 527d  :
 
''... , όρα μη πομπήν επαινούντι και πανήγυριν μάλλον ή βίον έοικας. η πάτριος των Διονυσίων εορτή το παλαιόν επέμπετο δημοτικώς και ιλαρώς˙ αμφορεύς οίνου και κληματίς, είτα τράγον τις είλκεν, άλλος ισχάδων άρριχον ηκολούθει κομίζων, επί πάσι δ' ο φαλλός. αλλά  νυν ταύτα παρεώραται και ηφάνισται χρυσωμάτων παραφερομένων και ιματίων πολυτελών και ζευγών ελαυνομένων και προσωπείων ˙ ούτω τα  αναγκαία του πλούτου και χρήσιμα τοις αχρήστοις κατακέχωσται και τοις περιττοίς.''
 
Η φαλλική πομπή απέβλεπε στη μεταβίβαση των γονιμοποιητικών δυνάμεων, που συμβόλιζε ο φαλλός, στη γη και στην ενεργοποίηση των παραγωγικών της δυνάμεων για μια νέα χρονιά με καλή σοδειά. Η τιμητική για το θεό Διόνυσο πομπή με το φαλλό μπροστά αναρτημένο πάνω σε κοντάρι λεγόταν Φαλληφόρια  ή Φαλλαγώγια.Οι εορταστές που μετείχαν σ' αυτήν μεταμφιέζονταν, έβαφαν τα πρόσωπά τους ή φορούσαν προσωπίδες, στεφανώνονταν με στεφάνια  από κισσό και είχαν αναρτημένους από το λαιμό και τη μέση τους φαλλούς. Ευθυμούσαν πίνοντας από το νέο κρασί της χρονιάς, τραγουδούσαν βωμολοχικά και περιπαιχτικά τραγούδια, τα λεγόμενα  φαλλικά, και χόρευαν κωμικούς χορούς. Οι εορταστικές εκδηλώσεις αυτού του είδους αποτέλεσαν τον πυρήνα για την γένεση της  κωμωδίας.Ο Αριστοτέλης στο σύγγραμμά του  "Περί ποιητικής" αναφέρει πως η κωμωδία προήρθε από τους "εξάρχοντας τα φαλλικά" , από εκείνους δηλαδή που στα φαλλικά τραγούδια έκαναν την αρχή κι ακολουθούσαν οι άλλοι απαντώντας ή επαναλαμβάνοντας ( Αριστοτέλους  Περί ποιητικής 1449a, στίχοι 9-15):
 
''Γενομένης δ' ουν  απ' αρχής αυτοσχεδιαστικής και αυτή και η κωμωδία, και η μεν από των εξαρχόντων τον διθύραμβον, η δε από των τα φαλλικά,  α έτι και νυν εν πολλαίς των πόλεων διαμένει νομιζόμενα, κατά μικρόν ηυξήθη, προαγόντων όσον εγίγνετο φανερόν αυτής, και πολλάς μεταβολάς μεταβαλούσα η τραγωδία επαύσατο, επεί έσχε την αυτής φύσιν.''
 
Στις εορταστικές εκδηλώσεις των μικρών Διονυσίων περιλαμβάνονταν και λαϊκά παιχνίδια με κυριότερο εκείνο του ασκωλιασμού . Σ' αυτό κάποιος  πηδούσε πάνω σε ασκό από δέρμα τράγου αλειμμένο  με λάδι και προσπαθούσε να κρατήσει ισορροπία, πράγμα που δεν ήταν εύκολο να το καταφέρει και πέφτοντας προκαλούσε το γέλιο των θεατών

 

 Ο Τελεστικός θίασος "Διόνυσος Ελευθερεύς" και η Λατρευτική κοινότητα "Λάβρυς" διοργάνωσαν την πρώτη σύγχρονη τέλεση των Φαλληφορίων, η οποία και πραγματοποιήθηκε στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών, το Σάββατο 1 Μαρτίου 2014


O ''Παρμενίδης'' Ιωάννης Μπουσίου πρωτεργάτης των προσπαθειών αυτών έδωσε μια εξαιρετική συνέντευξη στα Φαινόμενα του Ελ. Τύπου, για το παρελθόν και το παρόν των φαλληφορίων.
  
Τι ακριβώς ήταν τα Φαλληφόρια στην αρχαία Ελλάδα και σε ποιες περιοχές εορτάζονταν;
Τα Φαλληφόρια ονομάζονταν μία εορτή που επιτελούνταν στην Αττική στα πλαίσια των κατ’άγρους Διονυσίων. Γενικότερα όμως οι Φαλλικές τελετουργίες ήταν άμεσα συνυφασμένες με την Λατρεία του Διονύσου,  άρα όπου συναντάμε τελετές Διονυσίων συναντάμε και Φαλληφορίες εφόσον αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος αυτών των εορτών. Με το γεγονός ότι οι διονυσιακές τελετουργίες ήταν ευρέως διαδεδομένες σε όλη την γεωγραφική επικράτεια του ελληνισμού αντιλαμβανόμεθα το εκτεταμένο μέγεθος και την ισχύ των φαλληφορικών εορτών. Το κυρίαρχο μέρος της εορτής ήταν η περιφορά του φαλλού εν πομπή γι αυτό και μια εξίσου γνωστή ονομασία της τελετής ήταν και Φαλλαγώγια.  Κατά την πορεία της πομπής άντρες μεταμφιεσμένοι σε Σιληνούς, Σατύρους και Βάκχίδες, με θύρσους δάδες και ξύλινα ραβδιά που κατέληγαν σε δερμάτινους φαλλούς, χόρευαν γύρω από το περιφερόμενο ξόανο του Διονύσου, ενώ προπορεύονταν πάντα το  Φαλλικό άρμα. Κατά την πορεία βέβαια οι μετέχοντες της πομπής έπιναν από δερμάτινους ασκούς οίνο και περιέπαιζαν τους περαστικούς, και με φαλλικά τραγούδια καλούσαν τον Διόνυσο–Φαλλήνα (προσωποποίηση του φαλλού) να έρθει να γιορτάσει μαζί τους. Όταν το ξόανο έφτανε στο προορισμό του ακλουθούσαν πάλι χοροί και φαλλικά άσματα αλλά και η συνακόλουθη ευωχία όλων των συμμετεχόντων με το άνοιγμα και την πόση από τα αγγεία που περιείχαν τον   διονυσόγευστο οίνο. Υπήρχε μάλιστα και ένα ειδικό τελετουργικό αγγείο-ρυτό το οποίο, έκτος από την οικιακή λατρευτική χρήση του,  πολύ πιθανών να χρησιμοποιούνταν και σε οινοποσίες των φαλληφορικών δρωμένων

Τι συμβόλιζαν αυτού του είδους οι εορτασμοί; Υπάρχει κάποια σχέση με διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στη φύση;
Η λατρεία, και πιο συγκεκριμένα, η λιτανεία-περιφορά του φαλλού ως απεικονιστικό σύμβολο της γονιμότητος σαφώς και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των γονιμικών τελετών που συνέδραμαν στην διασφάλισης της ευκαρπίας και ευγονίας. Οι εορτασμοί αυτοί υπήρξαν ένα είδος τελετουργίας της γονιμότητος όπου αναπαραστόυσαν, τόσο με την αρχέγονη μαγικό-θρησκευτική τους μορφή όσο και με το χαρακτήρα της μιμητικής αναπαράστασης, τον θάνατο του παλιού μέσα από την παγωνιά του χειμώνα, προς το ξεκίνημα-την αναγέννηση  του νέου που οδηγεί στην απελευθέρωση και την ανανέωση της ζωής. Γι αυτό αλώστε οι τελετουργίες αυτές λαμβάνουν χωρά σε αυτήν την μεταιχμιακή εποχή του τέλους του χειμώνα προς την αρχή της πολυπόθητης ανοίξεως.

imageΑττική μελανόμορφη κύλικα περ. 550 π.Χ. Εθνικό Αρχ. Μουσείο Φλωρεντίας, αρ. ευρ. 387.Απεικονίζει Φαλλική πομπή με οκτώ ιθυφαλλικούς άντρες που μεταφέρουν το άρμα των Φαλληφορίων  που αποτελείται από έναν ευμεγέθη ξύλινο φαλλό σε σχήμα αλετριού  που καταλήγει σε βάλανο στην οποία είναι ζωγραφισμένη οφθαλμός. Ένας πελώριος σχεδιασμένος γενειοφόρος Σάτυρος ακουμπά πάνω στο φαλλό   ενώ ένας άντρας στην κορυφή μοιάζει να ιππεύει το άρμα κρατώντας ένα λευκό μουσικό κέρας
Πώς αντιμετώπιζαν οι αρχαίοι τη θέαση των φαλλικών συμβόλων σε κοινή θέα; Το ρωτώ αυτό διότι το σύγχρονο κοινωνικό status είναι τελείως διαφορετικό.
Αξίζει να σημειώσουμε αρχικά ότι ο φαλλός κατά την αρχαιότητα λειτουργούσε στην καθημερινότητα του έλληνα και με αποτροπαικό – φυλακτήριο σκοπό αφού θεωρούνταν ότι η απεικονιστική του παρουσία και μόνο προφυλλάσει και κρατά μακριά κάθε λογής επιβουλή που μπορεί να προέρχονταν από εξωγενής κακόβουλες δυνάμεις, γι αυτό και πολύ συχνά έξω απ τα σπίτια τους υπήρχαν φαλλικά σύμβολα που διασφάλιζαν την ακεραιότητα του ιδιωτικού τους χώρου.  Επίσης, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο διακεκριμένος γλωσσολόγος Μ. Κοπιδάκης στο άρθρο του “Και Διονύσου αρχαιότερα”,  «Ακόμη και στους τάφους οι φαλλικές απεικονίσεις δεν είναι σπάνιες. Ο φαλλός υποδηλώνει τη μακαριότητα της μετά θάνατον ζωής, διασφαλίζει τη γαλήνη του νεκρού και προοιωνίζεται τη μέλλουσα αναγέννηση ή ακόμη και την εκ νεκρών ανάσταση!». Και από τις δύο παραπάνω διαπιστώσεις αντιλαμβανόμεθα το πόσο εξοικειωμένοι ήταν οι πρόγονοί μας με την έννοια του φαλλού και πόσο ενταγμένη ήταν η παρουσία του συμβόλου σε όλες τις εκφάνσεις του καθημερινού τους βίου. 

imageΦαλλόσχημο ρυτό τέλη του 3ου αι. π.Χ. Από την αγορά της Πέλλας,  αρ.ευρ. 83.940. Πήλινο τελετουργικό αγγείο από την μία πλευρά με την  μορφή κανθάρου ενώ από την άλλη σε μορφή βαλάνου εν στύσει.  Πολύ πιθανών εκτος από την αμιγώς τελετουργική οικιακή λατρεία να  χρησιμοποιούνταν κατά τις σκωπτικές τελετές των Φαλληφορίων.







Θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξει κανείς πώς το σύγχρονο Καρναβάλι έχει τις ρίζες του στα Φαλληφόρια; Ποιες οι ομοιότητες και οι διαφορές που εντοπίζετε;

Θα ήταν πράγματι παρακινδυνευμένο να υποστήριζε κανείς κάτι τέτοιο αφού γνωρίζουμε ότι σε όλους του παραδοσιακούς πολιτισμούς επιτελούνται με ξεχωριστή τελετουργική μεγαλοπρέπεια πολλών και διαφορετικών ειδών καρναβαλικά τελετουργικά. Άλλωστε αυτού του είδους οι λατρείες αντλούν την καταγωγή τους από τις μακρινές  απαρχές εμφανίσεως των πρώτων πολιτισμικών εκδηλώσεων που πολλές φορές παρουσιάζονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ακόμα και σε πολιτισμούς που γεωγραφικά ποτέ δεν έχουν έρθει σε επαφή. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σύγχρονα καρναβαλικά δρώμενα στην Ελλάδα που έχουν δεχτεί απειροπληθής προσμίξεις ξενικών στοιχειών όπως το καρναβάλι της Πάτρας και πολλά άλλα σύγχρονα αστικού τύπου καρναβαλικές εκδηλώσεις. 

Μπορούμε όμως να ισχυριστούμε κάτι άλλο παράτολμο, το ότι, κάθε, μα κάθε παραδοσιακό δρώμενο που επιτελείται στην σημερινή επικράτεια του ελληνικού χώρου τις μέρες αυτές (και κάποια  λίγο καιρό πριν)   ανάγεται με άμεσο ή με έμμεσο τρόπο στα αρχέγονα ελληνικά τελετουργικά των φαλλικών τελετών και ασμάτων. Οι Μωμόγεροι στην Κομοτηνή, οι Γενίτσαροι και οι Μπούλες στην Νάουσα, τα Ραγκουσάρια στην Καστοριά, οι γιορτές στην Αγία Άννα,  ο βλάχικος γάμος στην Θήβα την τσικνοπέμπτη κ.α.. εμφανίζουν αμέτρητες ομοιότητες με τα πρωταρχικά φαλλικά δρώμενα που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να  αποδείξουμε όλες του τις ομοιότητες  και τις επιρροές. Το ζήτημα είναι ότι πολλοί λίγοι έχουν την γνώση των αρχαίων Φαλληφορικών τελετουργιών μιας και στο εκπαιδευτικό μας σύστημα σχεδόν καμία αναφορά δεν υπάρχει. Με το παρόν άρθρο, αλλά και με την ανάγνωση και άλλων πηγών που μπορεί  πολύ εύκολα πια, δια μέσου του διαδικτύου ή βιβλίων που αναφέρονται στο θέμα, να αντλήσει πληροφορίες, και έτσι, ερχόμενος σε επαφή με κάποιο παραδοσιακό καρναβαλικό δρώμενο, θα μπορέσει να αντιληφθεί και ο ίδιος τις άμεσες επιρροές τους από τα αρχαία δρώμενα.

Πώς διασώθηκαν μέσα στο χρόνο οι παραδόσεις των Φαλληφορίων που μετεξελίχθηκαν στο σύγχρονο Καρναβάλι, από τη στιγμή που η αρχαία ελληνική θρησκεία υπέστη απηνείς διωγμούς κατά τους μεταχριστιανικούς αιώνες;

Όπως είναι ευκόλως κατανοητό τα φαλλικά λατρευτικά δρώμενα απότοκα της ελληνικής θρησκευτικότητος δεχτήκαν περισσότερο από όλα τα άλλα δρώμενα τον ποιο λυσσαλέο εκδιωγμό κατά την επικράτηση του χριστιανισμού. Ενώ πάρα πολλά τελετουργικά κατάφεραν και επικράτησαν τελικά, αφού η λαϊκή ψυχή με την επιμονή της κατόρθωσε να τα εντάξει μέσα στην ίδια την λατρευτική πρακτική της χριστιανικής πίστης, τα φαλλικά δρώμενα κατ ουσίαν, όπως είναι ευκόλως κατανοητό, δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να στοιχηθούν με τις επιμέρους παραδόσεις της χριστιανικής θρησκείας. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι ακόμα και σχεδόν στις μέρες μας, μετά από τόσους αιώνες, ο εκδιωγμός τους συνεχίζεται  αφού δεν έχουν περάσει και πολλά  χρόνια από την γνωστή μήνυση που τόλμησαν χριστιανικές οργανώσεις να υποβάλλουν, δια μέσου του πρωτοψάλτου Θεόδωρου Ακρίδα, για την συλλογή και δημοσίευση σκωπτικών αποκριάτικων “τολμηρών” τραγουδιών της περίφημης ερμηνεύτριας παραδοσιακών τραγουδιών, της Δόμνας Σαμίου.  Είναι όμως παρόλα αυτά  πράγματι συγκλονιστικό να συνειδητοποιεί κανείς ότι κατάφεραν τελικά σε πολλά μέρη της Ελλάδας, έστω και με κάπως συγκεκαλυμμένη μορφή, πολλά από αυτά τα δρώμενα να επιβιώσουν μέχρι της μέρες μας. Μάλιστα οι πρώτοι μελετητές των καρναβαλικών παραδοσιακών δρωμένων θέλοντας να αιτιολογήσουν τις μεταμφιέσεις αυτές χρονολογούσαν τις απαρχές τους κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, για να μπορούνε δήθεν οι έλληνες με αυτό τον τρόπο να συνεννοούνται τις μέρες εκέινες για την οργάνωση της ελληνικής επαναστάσεως. Ο ισχυρισμός αυτό είτε από άγνοια είτε από καθαρή προσπάθεια απόκρυψης της διασύνδεσης τους με την “παγανιστική” αρχαιότητα φαντάζει τουλάχιστον γελοίος, αλλά δε μας πειράζει καθόλου αφού ο γέλωτας και η ευθυμία  είναι το ζητούμενο  των εορτών αυτών όποτε και η άποψη αυτή συμβαδίζει με την σκωπτική διάθεση των ημερών.

imageΑττικό μελανόμορφο αγγείο περ. 600π.Χ Εθνικό αρχαιολογικό μουσείο Ιταλίας. Απεικονίζει χορευτές που ορχούνται στον άσεμνο και προκλητικό χορό του Κόρδακα ένα είδος κωμικού χορού που συνόδευε την τελετή των φαλληφορίων








Από ποια κείμενα διασώζονται στις μέρες μας πηγές για τον τρόπο διεξαγωγής των Φαλληφορίων κατά την αρχαιότητα;

Υπάρχουν πάμπολλες πηγές που κατά την διετή περίπου ενδελεχή μας έρευνα,  τόσο από πρωτογενείς πηγές, αφού μεγάλος αριθμός αρχαίων συγγραφέων έχουν αναφορές για το θέμα αυτό, τόσο όμως και από δευτερογενείς πηγές διατυπωμένες από συγχρόνους ξένους μελετητές-ακαδημαϊκούς της ελληνικής θρησκευτικής παραδόσεως. Πολύτιμες είναι οι πληροφορίες που μας δίδουν κάθε λογής εικαστικών αρχαίων τεχνών αφού σε αρκετά αγγεία, νομίσματα, ακόμη και αγάλματα που έχει δασώσει η αρχαιολογική σκαπάνη υπάρχουν ικανές πληροφορίες που μας επιτρέπουν την τελική ανασύνθεση και παρουσίαση του όλου δρωμένου. Ακόμη η λαογραφική ερεύνα μας αποκαλύπτει πολύ σημαντικά επιβιώματα των πρωταρχικών  τελετουργιών αυτών στο σήμερα, αφού η εστιασμένη κατά γεωγραφικούς τόπους παράδοσή μας έχει διατηρήσει πάρα πολύ σημαντικά τελετουργικά στοιχεία – κατάλοιπα των φαλλικών τελετουργιών.

Αξίζει να αναφέρουμε μονάχα την  πάρα πολύ σημαντική αναφορά του ίδιου του Αριστοτέλη όπoυ στην Ποιητική του 5. 1449b 2 ισχυρίζεται ότι, η ίδια η απαρχή της κωμωδίας, το δεύτερο ισάξιο μεγαλύτερο φιλολογικό είδος μαζί με την τραγωδία, η κωμωδία, προήρθε από τα αυτοσχέδια σκωπτικά άσματα και δρώμενα που λάμβαναν χώρα κατά την περίοδο του χειμώνος στον ελληνικό χώρο. Αυτό που δηλαδή εμείς θεωρούμε ως κωμωδία, όπως διαμορφώθηκε ως λογοτεχνικό είδος την κλασσική εποχή αλλά και μετέπειτα στην Νέα κωμωδία, όπου και επηρέασε τα έως και σήμερα  μετεμφανιζόμενα κωμικά φιλολογικά είδη έλκει την καταγωγή της από την ελληνική θρησκευτική παράδοση. Με λίγα λόγια, ότι μέχρι και σήμερα εννοούμαι με τον όρο κωμωδία που μέχρι της μέρες ανθεί ως ζωντανό φιλολογικό, θεατρικό, κινηματογραφικό είδος, όσο και μας φαντάζει παράδοξο, η πρωταρχική του πηγή βρίσκεται στην σταδιακή ωρίμανση-εξελιξη των φαλλικών  ασμάτων και δρωμένων προς τιμήν του Θεού Διονύσου.

Γενικότερα όμως θα ισχυριζόμασταν ότι βιβλιογραφικά, για το ρόλο το σκοπό και το ύφος των φαλλικών τελετουργιών καθώς και την πιο εσωτερική αποσυμβολιστική των γονιμοποιητικών ανθρωπίνων οργάνων δεν υπάρχει μία εκτεταμένη και στοχευμένη αμιγώς στο θέμα αυτό βιβλιογραφική αποτύπωση ούτε στο εξωτερικό αλλά ούτε φυσικά και στην Ελλάδα. Ευελπιστούμε ότι η δικιά μας προσπάθεια στο άμεσο μέλλον να καταφέρει να καλύψει  αυτό το ερευνητικό αυτό κενό. 

Για ποιον λόγο αποφασίσατε να αναβιώσετε τα Φαλληφόρια στην Ελλάδα του 2014; Πόσο δύσκολο είναι ένα τέτοιο εγχείρημα;

Κατά την διάρκεια των ακαδημαϊκών μου μελετών στον Ελληνικό πολιτισμό πολύ συχνά, είτε από την πλευρά της ενασχολήσεως μου με τις εκφάνσεις και τις επιβιώσεις της ελληνικής θρησκείας στην σημερινή εποχή δια μέσου της λαϊκής παραδόσεως, είτε από τις συνακόλουθες έρευνες μου στην λαογραφία, αλλά, κυρίως,  από τις πιο ενδελεχείς  προσεγγίσεις μου στην διασύνδεση τελετουργίας-θεάτρου, επιδιδόμουν στην απαραίτητη συγκέντρωση του πολυτίμου αυτού  υλικού  γνωρίζοντας ότι κάποια συγκεκριμένη στιγμή  θα επιχειρούσα την ανασύνθεση αυτών των δρωμένων. Η ειδοποιός διαφορά είναι το ότι, ενώ πολλοί μελετητές καταγράφουν σε άρθρα αλλά και διάφορα βιβλία το θέμα αυτό ουδείς αποπειράθηκε να τα προσεγγίσει υπό το πρίσμα της τελετουργίας και δη της τελεσματικής αναβιώσεως αυτού. Κατά τον ίδιο τρόπο άλλωστε όπως έχει παρουσιαστεί σε πρότερο άρθρο σας στο εν λόγω περιοδικό πράξαμε και με την τέλεση των Αδωνίων επιχειρώντας, με πολύ μεγάλη αποδοχή, τις ημέρες του Πάσχα να αναβιώσουμε το τελετουργικό αυτό αποδεικνύοντας και έμπρακτα τις σαφής επιρροές των εορτών του Αδώνιδος στα θρησκευτικά πεπραγμένα των δρωμένων της χριστιανικής λεγόμενης Μ. Εβδομάδος.

Πέραν όμως τις απαραίτητες επιστημονικής προσεγγίσεως αναφορές για την επαναφορά των τελετών αυτών υπήρχε και ένας πιο προσωπικός λόγος για την πραγματοποίηση τους. Πολλές φορές, όταν έφταναν αυτές οι καρναβαλικές ημέρες αυτές αναρωτήθηκα ότι, ναι, ωραίες είναι όλες αυτές οι  εορταστικές εκδηλώσεις με τις σύγχρονες διαστάσεις τους με καλλίγραμμες βραζιλιάνες λατινογενής ήχους και χορούς αλλά και παντός είδους μεταμφιέσεις, αλλά δεν θα ήταν αρκετά ενδιαφέρον να προταθεί και μία αμιγώς ελληνική διάσταση στις εορτές αυτές;. Εφόσον, ακόμα και εάν ο  σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής είναι πολύ μακριά, δήθεν, από την θέαση φαλλικών εορτών δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να ανασυσταθούν; H απάντηση που έδινα μέσα ήταν, αλλά αυτό ήταν ο φυσικός τους χώρος σε αυτό το περιβάλλον εμφανίστηκαν;, μέσα αλλά και έξω από τον περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου του Διονύσου κάτω από την Ακρόπολη.     

Πράγματι ένα τέτοιο επιχείρημα ενέχει εξαιρετικές κυρίως τεχνικές δυσκολίες και αυτό διότι τα τελετουργικά αντικείμενα της τελετής ( προσωπεία, φαλλικό ξόανο, ειδικές ενδυμασίες,) θα πρέπει να ακολουθούν  σε κανόνες αισθητικής το πολύ υψηλό πρότυπο των προγόνων μας. Στην επίλυση αυτού του προβλήματος είχαμε την πολύτιμη συμβουλή του εξαιρετικού γλύπτη και ζωγράφου Εξηκία Τριβουλίδη. Αρκεί να σας αναφέρουμε ότι τα μέχρι τώρα αναπαραγόμενα  αντικείμενα κατά την κατασκευή του αγγίζουν τα όρια της πειραματικής αρχαιολογίας αφού συλλέγουμε κάθε δυνατή πληροφορία για την ανασύστασή τους.

Κατά το πέρας αυτού του ερωτήματος θα θέλαμε να σας προβληματίσουμε με ένα δικό μας ερώτημα το οποίο πολύ πιθανό να το έχετε ήδη αναρωτηθεί και εσείς, αποτελεί άραγε η αναβίωση κάποιου τέτοιου δρώμενου παράδοση;. Γεγονός είναι ότι υπάρχει μία τάση σε όλη την ελληνική επικράτεια των νέων να  επαναπροσδιορίζουν στοιχεία της ελληνικής παραδόσεως περισσότερο από ότι οι γονείς τους. Στο ερώτημα όμως αυτό απαντά ο ομότιμος καθηγητής της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μ.Γ. Μερακλής αφού μέσα από τις μελέτες του περιγράφει την παράδοση ως μια  δυναμική διαδικασία που ενσωματώνει και αποβάλλει ή επανεβρίσκει τα στοιχεία που την επαναδομούν και την ανασυνθέτουν και αυτή φυσικά είναι και η μεγαλειώδης δύναμη της παραδόσεως. Άρα αναβίωση ενός πανάρχαιου Φαλληφορικού δρωμένου  καταδεικνύει την  ζωτική ενέργεια και το ζωτικό μετασχηματισμό της παράδοσης ως τρανταχτή απόδειξη και επικύρωσης της συνέχειας της πράγματι μεγαλειώδους ελληνικής πολιτισμικής εκφάνσεως.

Πείτε μας κάποια πράγματα για τις προετοιμασίες της διεξαγωγής των Φαλληφορίων τη φετινή περίοδο του Καρναβαλιού.

Η πρώτη χρονιά θεωρείται, όπως και κάθε ξεκίνημα, δύσκολη  μα και γοητευτική συνάμα γιατί τολμούμε μετά από τόσους αιώνες να βιώσουμε και όχι απλά να αναβιώσουμε ένα τα τόσο ξεχωριστό δρώμενο. Την τελεσματική ευθύνη των Φαλληφορείων την αναλαμβάνουν σε απόλυτη συνεργασία ο τελεστικός θίασος Διόνυσος Ελευθερεύς με την λατρευτική κοινότητα Λάβρυς. Βεβαίως και πολλοί άλλοι που προσεγγίζουν με την απαραίτητη τελετουργική αίσθηση  τα ελληνικά λατρευτικά δρώμενα θα συμπλεύσουν μαζί μας. Το δρώμενο για την πρώτη χρονιά τουλάχιστον, γιατί πολλά ακόμα στοιχεία θα προστεθούν τα μετέπειτα χρόνια που θα το καταστήσουν ένα ξεχωριστό λαϊκό διαδραστικό δρώμενο, θα είναι μία πομπή του ιερού φαλλικού ξοάνου του Διονύσου το οποίο θα συνοδεύεται από τον εξάρχοντα ηθοποιό-Διόνυσο και τον συνακόλουθο διονυσιακό θίασο αποτελούμενο από Μαινάδες, Σατύρους, Σειληνούς, μεθοκόπους και τον Θεό Πάνα. Κατά την διάρκεια της πομπής θα συνοδεύει βακχική μουσική από άσκαυλους (γκάιντες), αρχαίους αυλούς αλλά και τύμπανα. Σε δύο με τρεις σταθμούς η πομπή θα σταματάει για να ακουστεί το αυτοσχέδιο σκωπτικό φαλλικό τραγούδι και μετέπειτα θα επιτελείται από ομάδα  αρχαίας ορχήσεως ο περίφημος κωμαστικός χορός του λεγομένου  και ως Κόρδακα. Στην συνέχεια θα επιτελείται ένα διαδραστικό, σκωπτικής υφής, δρώμενο του θιάσου με  τους παρευρισκομένους θεατές αλλά επί αυτού δε θα αναφέρουμε περαιτέρω διότι αποτελούν και την κυρίαρχη κωμική νότα της εορτής. Στην κατάληξή του το φαλλικό τέλεσμα θα εναποθέσει το ξόανο του Διονύσου σε κεντρικό σημείο όπου και μετέπειτα θα ακολουθήσει από τελεστές και θεατές η λεγόμενη ευωχία, όπου, από ένα ευμεγέθη αγγείο θα διαμοιραστεί οίνος και θα συνεχιστεί το τραγούδι και ο χορός και με σύγχρονα περιπαικτικά τραγούδια της λαϊκής παράδοσης συνδέοντας με αυτό τον τρόπο το αρχέγονο χθες με το αέναο σήμερα.

Εν κατακλείδι, εάν τις αυτές τις μέρες του καρναβαλικού κεφιού σε κεντρικό σημείο της Αθήνας πέριξ της ακροπόλεως, άξαφνα, ξεπροβάλει μπροστά σας ένας τέτοιος θίασος,  με αριστοφανική διάθεση, με ζωτικό ενθουσιασμό, με σκωπτική ευπρέπεια, μην παραξενευτείτε αλλά προσεγγίστε μας.  Σημείωση, δεν θέλουμε να προκαλέσουμε αλλά να σας καλέσουμε να συμμετάσχετε σε κάτι τόσο ελληνικό και ξεχωριστό, δεν θέλουμε να προσβάλουμε με τα αρχέγονα φαλλικά μας σύμβολα αλλά να σας εισβάλλουμε στην διονυσιακή μέθεξη των ελληνικών αυτών εορτών, δεν θέλουμε να αναβιώσουμε αλλά να βιώσουμε με τον δέοντα σεβασμό τα ελληνικά δρώμενα.

Monday, 3 March 2014

Κάρνεια η μεγάλη γιορτή των Σπαρτιατών

Η δεύτερη, μετά τα Υακίνθια, μεγάλη λακωνική γιορτή που συνδεόταν με τον τρύγο, και διαρκούσε εννέα ημέρες. Τα Κάρνεια γιορτάζονταν στο τέλος του καλοκαιριού, κατά τον τοπικό μήνα Κάρνειο (το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου, έως και τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου, ανάλογα με την πανσέληνο), προς τιμή του Απόλλωνα. Κατά την παράδοση, στα προδωρικά χρόνια υπήρχε το ξόανο του θεού «Κάρνειου οικέτα», το οποίο φυλασσόταν στο σπίτι του μάντη Κριού (κόρνο στη λακωνική λεγόταν ο κριός), και όχι σε ιδιαίτερο ναό.

  Ο μάντης Κριός οπεκτησε αργότερα την εύνοια των εισβολέων Δωριέων, γιατί τους διευκόλυνε να καταλάβουν τη Σπάρτη. Οι Δωριείς θεωρούσαν την εορτή των Καρνείων «μίμημα στρατιωτικής αγωγής». Τη στρατιωτική αυτή αγωγή διέκριναν οι μεταγενέστεροι στη συνήθεια να μετέχουν κατά τα Κάρνεια οι άνδρες σε ένα δείπνο, όπου όλα γίνονταν με «στρατιωτικά παραγγέλματα». Στο δείπνο αυτό, σε εννέα διαφορετικά σημεία της πόλης, που ονομάζονταν σκιάδες, δειπνούσαν ανά εννέα άνδρες που αντιπροσώπευαν τρεις φρατρίες, δηλαδή τρεις ομάδες συγγενών. Αργότερα, στα ιστορικά χρόνια, ο «Κάρνειος οικέτας» ταυτίστηκε με τον «Κάρνειο Απόλλωνα», και η γιορτή έχασε τον πολεμικό της χαρακτήρα. Την οργάνωση αναλάμβαναν οι «καρνεάται», ομάδα νέων, δηλαδή, οι οποίοι δεν είχαν φθάσει σε ηλικία γάμου, και επιλέγονταν από όλες τις συγγενικές φρατρίες ή φυλές της πόλης.
Κατά τη διάρκεια των Καρνείων απαγορευόταν η αναχώρηση των νέων από την πόλη για οποιονδήποτε λόγο. Οι γιορτές περιλάμβαναν αγώνες καιδιάφορες αθλοπαιδιές, με ονομαστότερες τις «σταφυλο-δρομίες», στο τέλος του τρυγητού, στις οποίες έπαιρναν μέρος οι Καρνεάτες, μερικοί από τους οποίους ορίζονταν ως «σταφυλαδρόμοι». Η παιδιά άρχιζε με έναν καρνεάτη, ο οποίος, φέροντας εορταστικές ταινίες στα μαλλιά του, εκφωνούσε διάφορες ευχές για την «καλή χρονιά» και το τέλος
της συγκομιδής και έπειτα τρέχοντας απομακρυνόταν από την ομήγυρη. Οι «σταφυλοδρόμοι», κρατώντας μεγάλα τσαμπιά σταφύλια, έτρεχαν να τον φθάσουν, όμως ήταν λιγότερο ευκίνητοι. Αν, ωστόσο, τον έπιαναν, η χρονιά θα πήγαινε καλά για την πόλη· αν ο νέος ξέφευγε, η χρονιά θα ήταν κακή. Προσωποποίηση της ευτυχίας της πόλης ήταν ο στεφανωμένος νέος, γι' αυτό οι σταφυλοδρόμοι, που αντιπροσώπευαν την πόλη, επιδίωκαν να τον πιάσουν.
Οι Σπαρτιάτες κρατούσαν καταλόγους των «καρνεονικών», οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για τη χρονολόγηση (όπως οι κατάλογοι των Ολυμπιονικών).

- See more at: http://www.diodos.gr/%CE%88%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B1-%CE%93%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7/%CE%9C%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%B1/137-%CE%9A%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CF%81%CF%8D%CE%B3%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%A3%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7.html#sthash.XoOUWgmw.dpuf
Η δεύτερη, μετά τα Υακίνθια, μεγάλη λακωνική γιορτή που συνδεόταν με τον τρύγο, και διαρκούσε εννέα ημέρες. Τα Κάρνεια γιορτάζονταν στο τέλος του καλοκαιριού, κατά τον τοπικό μήνα Κάρνειο (το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου, έως και τις πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου, ανάλογα με την πανσέληνο), προς τιμή του Απόλλωνα. Κατά την παράδοση, στα προδωρικά χρόνια υπήρχε το ξόανο του θεού «Κάρνειου οικέτα», το οποίο φυλασσόταν στο σπίτι του μάντη Κριού (κόρνο στη λακωνική λεγόταν ο κριός), και όχι σε ιδιαίτερο ναό.

  Ο μάντης Κριός οπεκτησε αργότερα την εύνοια των εισβολέων Δωριέων, γιατί τους διευκόλυνε να καταλάβουν τη Σπάρτη. Οι Δωριείς θεωρούσαν την εορτή των Καρνείων «μίμημα στρατιωτικής αγωγής». Τη στρατιωτική αυτή αγωγή διέκριναν οι μεταγενέστεροι στη συνήθεια να μετέχουν κατά τα Κάρνεια οι άνδρες σε ένα δείπνο, όπου όλα γίνονταν με «στρατιωτικά παραγγέλματα». Στο δείπνο αυτό, σε εννέα διαφορετικά σημεία της πόλης, που ονομάζονταν σκιάδες, δειπνούσαν ανά εννέα άνδρες που αντιπροσώπευαν τρεις φρατρίες, δηλαδή τρεις ομάδες συγγενών. Αργότερα, στα ιστορικά χρόνια, ο «Κάρνειος οικέτας» ταυτίστηκε με τον «Κάρνειο Απόλλωνα», και η γιορτή έχασε τον πολεμικό της χαρακτήρα. Την οργάνωση αναλάμβαναν οι «καρνεάται», ομάδα νέων, δηλαδή, οι οποίοι δεν είχαν φθάσει σε ηλικία γάμου, και επιλέγονταν από όλες τις συγγενικές φρατρίες ή φυλές της πόλης.
Κατά τη διάρκεια των Καρνείων απαγορευόταν η αναχώρηση των νέων από την πόλη για οποιονδήποτε λόγο. Οι γιορτές περιλάμβαναν αγώνες καιδιάφορες αθλοπαιδιές, με ονομαστότερες τις «σταφυλο-δρομίες», στο τέλος του τρυγητού, στις οποίες έπαιρναν μέρος οι Καρνεάτες, μερικοί από τους οποίους ορίζονταν ως «σταφυλαδρόμοι». Η παιδιά άρχιζε με έναν καρνεάτη, ο οποίος, φέροντας εορταστικές ταινίες στα μαλλιά του, εκφωνούσε διάφορες ευχές για την «καλή χρονιά» και το τέλος
της συγκομιδής και έπειτα τρέχοντας απομακρυνόταν από την ομήγυρη. Οι «σταφυλοδρόμοι», κρατώντας μεγάλα τσαμπιά σταφύλια, έτρεχαν να τον φθάσουν, όμως ήταν λιγότερο ευκίνητοι. Αν, ωστόσο, τον έπιαναν, η χρονιά θα πήγαινε καλά για την πόλη· αν ο νέος ξέφευγε, η χρονιά θα ήταν κακή. Προσωποποίηση της ευτυχίας της πόλης ήταν ο στεφανωμένος νέος, γι' αυτό οι σταφυλοδρόμοι, που αντιπροσώπευαν την πόλη, επιδίωκαν να τον πιάσουν.
Οι Σπαρτιάτες κρατούσαν καταλόγους των «καρνεονικών», οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για τη χρονολόγηση (όπως οι κατάλογοι των Ολυμπιονικών).

- See more at: http://www.diodos.gr/%CE%88%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B1-%CE%93%CE%BD%CF%8E%CF%83%CE%B7/%CE%9C%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%B1/137-%CE%9A%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CE%B7-%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CF%81%CF%8D%CE%B3%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%A3%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7.html#sthash.XoOUWgmw.dpuf
 Τα Κάρνεια ηταν η δεύτερη, μετά τα Υακίνθια, μεγάλη λακωνική γιορτή που συνδεόταν με τον τρύγο.Διαρκούσε εννέα ημέρες και γιορτάζονταν με την πανσέληνο,στο τέλος του καλοκαιριού κατά τον τοπικό μήνα Κάρνειο προς τιμή του Απόλλωνα. Στην αρχή η εορτή ήταν αφιερωμένη σε έναν τοπικό θεό υπό το όνομα Κάρνος, ήταν ενας κριός προστάτης της γονιμότητας και της συγκομιδής των καρπών. Κατά την παράδοση, στα προδωρικά χρόνια υπήρχε το ξόανο του θεού «Κάρνειου οικέτα», το οποίο φυλασσόταν στο σπίτι του μάντη Κριού,όπου προσερχόταν ο κόσμος για τη λατρεία..Ο μάντης Κριός απεκτησε την εύνοια των εισβολέων Δωριέων, γιατί τους διευκόλυνε να καταλάβουν τη Σπάρτη.Τα Κάρνεια γίνονταν κάθε τέσσερα  και τα γιορταζαν στη Σπάρτη, στο Άργος, στη Θήρα, στην Κω, στην Κυρήνη και στις Συρακούσες.Ιερό του Καρνείου Απόλλωνας υπήρχε κοντά στο λεγόμενο δρόμο μετά το Ιερό της Ειλειθυίας.

Οι Δωριείς θεωρούσαν την εορτή των Καρνείων «μίμημα στρατιωτικής αγωγής». Στη στρατιωτική αυτή αγωγή μετειχαν οι άνδρες σε ένα δείπνο, όπου όλα γίνονταν με «στρατιωτικά παραγγέλματα».Το δείπνο αυτό γινονταν σε εννέα διαφορετικά σημεία της πόλης, που ονομάζονταν σκιάδες,.Εκει δειπνούσαν ανά εννέα άνδρες που αντιπροσώπευαν τρεις φρατρίες, δηλαδή τρεις ομάδες συγγενών.Την οργάνωση της εορτής εμπιστεύονταν σε ομάδα νέων, τους καρνεάτας, που δεν είχαν φθάσει σε ηλικία γάμου. Μερικοί από αυτούς που ονομάζονταν "σταφυλοδρόμοι" μετείχαν σε μία εορτή που σημείωνε το τέλος του τρυγητού. Ένας καρνεάτης μετά από ευχές που απηύθυνε για το τέλος της συγκομιδής και της καλοχρονιάς, απομακρυνόταν τρέχοντας από τους σταφυλοδρόμους που κρατούσαν μεγάλα τσαμπιά σταφύλια και επεδίωκαν να τον πιάσουν. Εάν τον έπιαναν η χρονιά θα πήγαινε καλά για την πόλη.Προσωποποίηση της ευτυχίας της πόλης ήταν ο στεφανωμένος νέος, γι' αυτό οι σταφυλοδρόμοι, που αντιπροσώπευαν την πόλη, επιδίωκαν να τον πιάσουν.Την επιμέλεια των θυσιών είχε ο ιερέας, ο οποίος ονομαζόταν αγητής. Η ημέρα των θυσιών ονομαζόταν Αγητόρια.

Οι Σπαρτιάτες κρατούσαν και καταλόγους των «καρνεονικών», οι οποίοι χρησιμοποιούνταν για τη χρονολόγηση όπως οι κατάλογοι των Ολυμπιονικών.Στα Κάρνεια γίνονταν και μουσικοί αγώνες, στους οποίους είχε νικήσει και ο Λέσβιος ποιητής Τέρπανδρος.Επίσης σε μουσικό αγώνα των Καρνείων στη Σπάρτη νίκησε και ο μουσικός και ποιητής Αρίων από την Μήθυμνα της Λέσβου.Κατά τη διάρκεια των Καρνείων απαγορεύονταν οι εχθροπραξίες και για το λόγο αυτό οι Σπαρτιάτες δε συμμετείχαν στη Μάχη του Μαραθώνα. Όταν τελείωσαν τα Κάρνεια, έστειλαν στρατεύματα για βοήθεια, αλλά τότε η μάχη είχε τελειώσει.

Η φύση στη φιλοσοφία των Προσωκρατικών και η σχέση ανθρώπου-φύσης των Στωικών Φιλοσόφων

Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι έζησαν τον 6ο π.Χ. αιώνα στην Ιωνία και ονομάστηκαν Προσωκρατικοί γιατί έζησαν πριν από τον Σωκράτη. Ονομάστηκαν και κοσμολόγοι γιατί προσπάθησαν να εξηγήσουν τον κόσμο και η κοσμολογία τους συνδυάζει επιστήμη και φιλοσοφία Επίκεντρο των Προσωκρατικών Φιλοσόφων ήταν η δημιουργία και η λειτουργία του κόσμου. Προσπαθώντας να κατανοήσουν τον κόσμο γύρω τους στράφηκαν προς τη φύση εξερευνώντας την με σκοπό να κατανοήσουν και να αναλύσουν τη λειτουργία του κόσμου. Απώτερος σκοπός τους ήταν να ανακαλύψουν την αρχή του κόσμου.Κάποιοι από τους Προσωκρατικούς Φιλοσόφους θεώρησαν ότι στη φύση υπάρχουν δυνάμεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να υπερισχύσουν: η φωτιά, η γη, το νερό και ο αέρας, ενώ κάποιοι άλλοι συνέλαβαν τη φύση ως όλον και θεώρησαν ότι με τη συνεργασία όλων των στοιχείων προκύπτει η αρμονία



 Τα στοιχεία της φύσης στους Προσωκρατικούς Φιλοσόφους

 Θαλής-νερό
 Αναξίμανδρος-νερό, αέρας, γη, φωτιά
 Αναξιμένης-αέρας
 Ηράκλειτος-φωτιά
 Εμπεδοκλής-νερό, αέρας, γη, φωτιά


Ο Θαλής πίστευε ότι πρωτεύον στοιχείο της φύσης είναι το νερό, ενώ ο Αναξιμένης θεωρούσε κυρίαρχο στοιχείο τον αέρα. Ο Αναξίμανδρος πίστευε ότι τα τέσσερα στοιχεία, το νερό, η γη, ο αέρας και η φωτιά περιπλέκονται μεταξύ τους και μάλιστα βρίσκονται σε αντίθεση εξαιτίας της διαφορετικής σύστασής τους. Η ύπαρξη μιας δύναμης δικαιοσύνης εξασφάλιζε την ισορροπία των στοιχείων.Ο Ηράκλειτος θεωρούσε ότι η δύναμη της φωτιάς είναι αυτή που κινεί τον κόσμο. Η αντίληψη του Ηράκλειτου για τη βίαιη δύναμη της φωτιάς αποτυπώθηκε στην ιδέα ότι τίποτα δεν μένει σταθερό, τα πάντα αλλάζουν, εξ ου και «τα πάντα ρει». Και ο Ηράκλειτος και ο Αναξίμανδρος πίστευαν στην ύπαρξη της κοσμικής δικαιοσύνης στο σύμπαν, η οποία εμποδίζει τον ανταγωνισμό και διασφαλίζει την αρμονία.Τέλος, ο Εμπεδοκλής πίστευε ότι στον κόσμο συνυπάρχουν τα τέσσερα στοιχεία: η φωτιά, το νερό, η γη και ο αέρας τα οποία ονομάζονται ριζώματα. Η γέννηση και η φθορά προκύπτουν από την ανάμιξη και την εναλλαγή των ριζωμάτων. Η ανάμειξή των ριζωμάτων οφείλεται σε δύο κοσμικές δυνάμεις: τη φιλότητα και το νείκος, που είναι αυτές που αποφασίζουν για τον τρόπο και το χρόνο της ανάμειξης. Και έτσι, όταν επικρατεί η φιλότητα υπάρχει αρμονία, ενώ όταν υπερισχύει ο το νείκος έχουμε δυσλειτουργία της φύσης

Η Στωική Φιλοσοφία αναπτύχθηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. με ιδρυτή των Ζήνωνα τον Κιτιέα στην Αθήνα.

Διακρίνονται τρεις μεγάλοι περίοδοι της Σχολής:

α. Ο Αρχαίος Στωικισμός (350-200 π.Χ.) με εκπροσώπους τον Ζήνωνα, τον Κλεάνθη και τον Χρύσιππο.

β. Ο Μέσος Στωικισμός (200 π.Χ. – 10 μ.Χ.) με εκπροσώπους τον Παναίτιο και τον Ποσειδώνιο.

γ. Ο Νεότερος Στωικισμός (50-250 μ.Χ.) με εκπροσώπους τον Σενέκα, τον Επίκτητο και τον Μάρκο Αυρήλιο.

Ο Ζήνων ο Κιτιέας  γεννήθηκε στο Κίτιο της Κύπρου και ήρθε την Αθήνα το 300 π.Χ.Εκει υπήρχαν πολυάριθμες φιλοσοφικές σχολές. Διαβάζοντας τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και αναζητώντας πνευματικούς ανθρώπους συνάντησε τον Κράτη τον Κυνικό όπου και μαθήτευσε. Σπούδασε δέκα με είκοσι χρόνια και υπήρξε μαθητής του Στίλπωνα του Μεγαρικού και του Πλατωνικού Ξενοκράτη. Γύρω στα σαράντα του χρόνια ο Ζήνων ίδρυσε τη δική του Σχολή, τον Στωικισμό, ο οποίος πήρε το όνομά του από την Ποικίλη Στοά στην οποία δίδασκε.

Η Φιλοσοφία, κατά τους Στωικούς, διακρίνεται στην Ηθική, στη Λογική και στη Φυσική. Για τους Στωικούς, «αγαθά» είναι η σκέψη, η δικαιοσύνη, το θάρρος, η σοφία, σε αντίθεση με την απερισκεψία και την αδικία. «Αδιάφορα» είναι η ζωή, ο θάνατος, η υγεία, η αρρώστια, η ηδονή, το κάλος, η δύναμη, τα πλούτη, η φτώχεια, η δόξα. Η αρετή, η οποία είναι για τους Στωικούς o στόχος κάθε ανθρώπου, είναι η παρουσία του αγαθού στον άνθρωπο, και αποτελεί μία συνένωση με το όλον. Κανένα αγαθό δεν πρέπει να συντηρεί ο άνθρωπος, σύμφωνα με τους Στωικούς, αν δεν εξασφαλίζεται η ηθική ακεραιότητά του.Οι Στωικοί πιστεύουν ότι τα υλικά αγαθά είναι αδιάφορα και ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι αυτάρκης και να αγωνίζεται για να αποκτήσει εσωτερική ελευθερία.

Η ευδαιμονία του ανθρώπου βασίζεται στην εσωτερική γαλήνη και ελευθερία. Τα εξωτερικά στοιχεία της ζωής όπως ο πλούτος, η φτώχεια, η υγεία και τα γηρατειά δεν επηρεάζουν την ευδαιμονία του. Ο Στωικισμός αποτελεί μια ηθική φιλοσοφία η οποία στηρίζεται στο σθένος, στον αυτοέλεγχο, στην αντοχή, στον πόνο και στην καρτερία .Για να φτάσει ο άνθρωπος στην κατάσταση της αδιαφορίας, θα πρέπει να χειραφετηθεί από τις εγκόσμιες επιθυμίες και να απελευθερωθεί από τα πάθη Σύμφωνα με τον Επίκτητο , Στωικός είναι ο άνθρωπος που ακόμα και όταν είναι άρρωστος είναι ευτυχισμένος, όταν πεθαίνει είναι ευτυχισμένος, όταν ζει μέσα στην περιφρόνηση και στη συκοφαντία είναι ευτυχισμένος.Επίκεντρο της Φιλοσοφίας των Στωικών υπήρξε το απόφθεγμα του Ζήνωνα “ομολογουμένως τη φύσει ζην”. Το κυρίαρχο αγαθό είναι, δηλαδή, η ζωή σύμφωνα με τη φύση. Ο άνθρωπος, κατά τους Στωικούς, είναι μέρος της φύσης και πρέπει να ζει σε αρμονία με αυτήν. Πρέπει να μιμείται τη σοφία και την απλότητά της. Σκοπός του ανθρώπου είναι να εναρμονιστεί με το σύμπαν. Ο άνθρωπος που ζει σύμφωνα με τη φύση είναι ευτυχισμένος. Η εναρμόνιση με τη φύση δεν είναι ένας μελλοντικός στόχος, αλλά κάτι που αφορά το παρόν και στην ουσία αφορά την ίδια τη φύση του ανθρώπου.

Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, η ύλη του κόσμου μεταβάλλεται, αλλά η λειτουργία του πνεύματος διασφαλίζει την ενότητά του κόσμου και το πνεύμα κάνει τα όντα συγγενικά. Και αυτή, η συμπάθεια των όντων, οδηγεί στην παγκόσμια αρμονία. Η σχέση του ανθρώπου με τη φύση είναι το επίκεντρο της Φιλοσοφίας των Στωικών. Οι Στωικοί αντιλαμβάνονται τη σχέση αυτή σαν έναν ισχυρό δεσμό, τη συμπάθεια, από την οποία προκύπτει η ευτυχία και η ευδαιμονία του ανθρώπου.Η Στωική Φιλοσοφία περιλαμβάνει, ακόμα, τον κοσμοπολιτισμό, μια κοινωνική και πολιτική εφαρμογή της παγκόσμιας συμπάθειας. Οι Στωικοί πίστευαν ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ίσοι. Θεωρούσαν ότι ένας σοφός δεν είναι μονάχα πολίτης της πολιτείας που γεννήθηκε αλλά πολίτης όλου του κόσμου.Ο Ζήνωνας, όπως και οι Στωικοί φιλόσοφοι, θεωρούσε πως η αρχή των πάντων είναι ο Θεός, ένα σώμα καθαρότατο, η πρόνοια που διέρχεται μέσα από όλα.  Αυτός ο Θεός είναι που καθορίζει και την ειμαρμένη του κάθε οργανισμού, δηλαδή την μοίρα του, σύμφωνα με την οποία γίνονται όλα.  Μπορεί, για παράδειγμα να μην θέλουμε να ακολουθήσουμε αυτό που μας είναι γραμμένο, αλλά είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, θα αναγκαστούμε να μπούμε στο πεπρωμένο μας.