Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Τα Θαργήλια

Γιορτή προς τιμή των δίδυμων θεών, της Άρτεμης και του Aπόλλωνα που γινόταν την έκτη και την έβδομη ημέρα του μήνα Θαργηλιώνα (Μάιος - Ιούνιος) στην Αθήνα. Σύμφωνα με τους Δήλιους η Άρτεμη είχε γεννηθεί στις 6 και ο Απόλλωνας στις 7 του Θαργηλιώνα. Γι' αυτό η πρώτη ημέρα της γιορτής ήταν αφιερωμένη στην Άρτεμη και η δεύτερη στον Απόλλωνα.

Την πρώτη ημέρα της γιορτής δηλαδή την 6η Θαργηλιώνος, είχε επικρατήσει να γίνεται στην Αθήνα θρησκευτικός καθαρμός, που αποτελούσε κι αυτός μέρος της γιορτής των Θαργηλίων. Τότε γινόταν η περιφορά των «φαρμακών», των προσώπων που θα έφερναν τη γιατρειά στην πόλη, που θα την απάλλασαν από τα μιάσματα, επειδή η πόλη όλη τη χρονιά μολυνόταν από τις άδικες πράξεις των πολιτών της. Οι παντός είδους άδικες πράξεις μπορούσαν να επισύρουν τη θεϊκή τιμωρία με καταστροφή της σοδειάς, με πείνα, με αρρώστιες ή και με άλλες θεομηνίες. Για εξιλέωση των θεών και των δαιμόνων και για την αποτροπή των δεινών γινόταν αυτός ο τελετουργικός καθαρμός των "φαρμακών", ο οποίος αποδόθηκε στο θεό των καθαρμών Aπόλλωνα.

Φαρμακοί ήταν δυο άντρες (ή ένας άνδρας και μια γυναίκα ή δύο άνδρες από τους οποίους ο ένας ήταν ντυμένος γυναίκα), οι οποίοι, εκτός από τον άλλο στολισμό, είχαν κρεμασμένο από το λαιμό τους αρμαθιές ξερών σύκων. O ένας, του οποίου τα σύκα ήταν μαύρα, γινόταν φαρμακός «υπέρ των ανδρών», δηλαδή απάλλασε τους άνδρες από τα μιάσματα, ο άλλος με τα άσπρα σύκα γινόταν φαρμακός «υπέρ των γυναικών».Oνόμαζαν τους φαρμακούς και «καθάρματα», γιατί θα έφερναν τον καθαρμό της πόλης από το μίασμα. Eπειδή ως καθάρματα διαλέγονταν συχνά κακοποιοί, που η πόλη τους είχε καταδικάσει σε θάνατο, η λέξη κάθαρμα απέκτησε σημασία άσχετη προς τη θρησκευτική τελετή και χρησιμοποιήθηκε για κάθε κακό άνθρωπο.

Τους φαρμακούς αφού πρώτα τους περνούσαν από όλους τους δρόμους της πόλης για να πάρουν επάνω τους το μίασμα που υπήρχε τους έριχναν στη θάλασσα και, όταν έβγαιναν, τους υποχρέωναν να απομακρυνθούν από την πόλη ή απλώς τους οδηγούσαν με μαστιγώματα έξω από τα σύνορά της. Σε πολλές πόλεις υπάρχουν ρητές μαρτυρίες πως τους φαρμακούς στο τέλος της περιφοράς τους έκαιγαν και διασκόρπιζαν τη στάχτη τους στη θάλασσα ή την πετούσαν έξω από τα σύνορα της πόλης. Στα πολύ παλιά χρόνια οι φαρμακοί προσφέρονταν μόνοι τους για καθαρισμό των συμπολιτών τους.
Η τελετή είχε σκοπό την απομάκρυνση του κακού από την πόλη. Οι φαρμακοί διασχίζοντας την αγορά και τους δρόμους της πόλης, απορροφούσαν επάνω τους το κακό κι όταν απομακρύνονταν από την πόλη, απομακρυνόταν μαζί τους και το μίασμα και έτσι η πόλη γινόταν πάλι καθαρή.

Στη Λευκάδα γινόταν παρόμοια θυσία με σκοπό τον καθαρμό. Γκρέμιζαν από ένα βράχο του ακρωτηρίου Λευκάτα στη θάλασσα έναν κατάδικο, για να αποτρέψουν την οργή του Λευκάτιου Απόλλωνα. Τον κατάδικο τον περίμενε ένα καράβι, τον έπαιρνε και τον πήγαινε μακριά. Μαζί του έπαιρνε και τις αμαρτίες των κατοίκων του νησιού.Τη δεύτερη ημέρα των Θαργηλίων είχε τα γενέθλιά του ο Απόλλωνας και του πρόσφεραν το θάργηλο, που είχε δώσει το όνομά του στη γιορτή και η γιορτή στο μήνα. Ο«θάργηλος» ήταν μια μικρή ποσότητα των πρώτων καρπών (δημητριακών) της χρονιάς, που τους έβραζαν και τους προσέφεραν στο Θεό ως απαρχή. Tους πρώτους αυτούς καρπούς τους άλεθαν, τους ζύμωναν κι έφτιαχναν το «θάργηλο άρτο», προσφορά επίσης στο θεό. Ο άρτος αυτός φτιαχνόταν πριν αλεσθεί μεγαλύτερη ποσότητα για την παρασκευή κοινού άρτου για χρήση των ανθρώπων.

Τα Θαργήλια γιορτάζονταν πριν από τον θερισμό και τον αλωνισμό, συνεπώς για το θάργηλο οι Aθηναίοι χρησιμοποιούσαν καρπούς που δεν είχαν ακόμη ωριμάσει και η προσφορά αυτή αποτελούσε εκδήλωση ευγνωμοσύνης για την πρόοδο της καρποφορίας, και παράκληση για την εξασφάλισή της ώσπου να γίνει η συγκομιδή.Η γιορτή συνεχιζόταν με αγώνες κυκλικού χορού στους οποίους έπαιρναν μέρος άνδρες και παιδιά. Οι νικητές έπαιρναν για βραβείο έναν τρίποδα τον οποίο αφιέρωναν στο ιερό του Πύθιου Απόλλωνα, που είχε φτιάξει ο Πεισίστρατος στην Αθήνα.Στην πομπή που γινόταν κατά τη διάρκεια της γιορτής μεταφέρονταν οι πρώτοι καρποί και η ειρεσιώνη. Τα παιδιά συνήθιζαν να κρεμούν στα σπίτια τους τις ειρεσιώνες, όπως τη σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι συνηθίζουν να κρεμούν στα σπίτια τους στεφάνια κάθε Πρωτομαγιά.Την ίδια μέρα έστελναν στη Δήλο, με την ιερή τριήρη, το φόρο λατρείας τους στον Απόλλωνα, σε ανάμνηση του φόρου αίματος που έδιναν στην Κρήτη και τον κατάργησε ο Θησέας.

Κατά τα Θαργήλια οι Αθηναίοι θυσίαζαν στον ήλιο και στις Ώρες, ενώ την προηγούμενη των Θαργηλίων, θυσίαζαν έναν κριό προς τιμή του επιτηρητή και παιδαγωγού του Θησέα, Κοννίδα.
Θαργήλια γιόρταζαν η Φλύα (Χαλάνδρι), ο Κολοφώνας, η Μίλητος, η Μασσαλία,τα Άβδηρα και άλλες ιωνικές πόλεις.Στη Μίλητο τα Θαργήλια ονομάζονταν Ταργήλια.

Ηλύσια Πεδία και νησιά των Μακάρων

Η πίστη στα Ηλύσια Πεδία δεν χωρίζεται από την πίστη για τα νησιά των Μακάρων,αν παραβλέψουμε πως στην μία περίπτωση ο λόγος είναι για κάμπους, στην άλλη για νησιά (ή για ένα μόνον νησί). Κατά τα άλλα, οι δύο τόποι φαίνεται πως στην φαντασία των Ελλήνων ταυτίζονταν, αφού και των Μακάρων τα νησιά τα τοποθετούσαν στα πέρατα της γης κοντά στον Ωκεανό, να τα χαϊδεύουν οι αύρες και να τα κυβερνάει ο Ραδάμανθυς που, όπως μαθαίνουμε συμπληρωματικά, εκτελούσε τις εντολές του Κρόνου.Της παραμονής στα Ηλύσια αυτονόητο συμπλήρωμα ήταν η αθανασία που χάριζαν οι θεοί στους αγαπημένους των ήρωες οπωσδήποτε όχι συχνά. Έξω από τον Μενέλαο, τα Ηλύσια μαθαίνουμε πως φιλοξενούσαν τον Κάδμο, τον Πηλέα, τον Διομήδη και τον Λύκο, τον γιο του Ποσειδώνα και της Πλειάδας Κελαινώς. Όσο για τον Αχιλλέα, χρειάστηκε να παρακαλέσει η Θέτιδα τον Δία για να χαρεί ο γιος της την αθανασία κοντά στον πατέρα του. Θα μνημονεύονταν βέβαια και άλλο μεγάλοι ήρωες στα Ηλύσια, μόνον που οι πηγές δεν μας βοηθούν να τους ονοματίσουμε.

Οι συμπληρωματικές πληροφορίες που έχουμε για τις συνθήκες της ζωής που επικρατούσαν στα Νησιά των Μακάρων και στα Ηλύσια Πεδία, δεν κάνουν άλλο παρά να αποστρογγυλώνουν την εικόνα ενός παραδείσου, που χαρίζει στους εκλεκτούς, τι δεν μπορούν να χαρούν οι κοινοί θνητοί πάνω στην γη. Και είναι φυσικό στην εικόνα αυτή να προβάλλουν στοιχεία που βρίσκονται και σε άλλους παραδεισιακούς τόπους: στην κατοικία των θεών στον Όλυμπο, στην χώρα των Υπερβορέων και στα λιβάδια, όπου ζούσαν μετά τον επίγειο θάνατό τους όσοι είχαν μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, κ.ά.

Στον ευλογημένο εκείνον τόπο ο ήλιος λάμπει μέρα και νύχτα, χωρίς ποτέ να σκοτεινιάζει. Κάτω από τις ζείδωρες αύρες και την ανέσπερη φεγγοβολή του ήλιου η γη χαρίζει εδώ τρεις φορές τον χρόνο τους καρπούς της. Ολόγυρα από την πολιτεία παντού λιβάδια και δάση από πανύψηλους κέδρους και δένδρα με χρυσούς καρπούς. Τα λουλούδια ξεχύνονται παντού λαμποκοπώντας, λες και είναι από μάλαμα, και σκεπάζουν όχι μόνο τους κάμπους στη στεριά, αλλά και τα νερά στις λίμνες. Και τα ποτάμια κυλούν χειμώνα καλοκαίρι ήσυχα, χωρίς να ξεχειλούν και να ρημάζουν τις καλλιέργειες, ούτε πάλι να ξεραίνονται. Όσοι βρέθηκαν στους ευσεβών τους τόπους ζουν εν πάση ευδαιμονία, εκτός κακών. Αθάνατοι σαν τους θεούς, αν και δίχως την παντοδυναμία τους, περνούν τις ώρες τους χωρίς καμιά βιοτική έγνοια. Γυμνάζονται, τρέχουν πάνω στα άλογά τους, παίζουν πεσσούς (ζάρια), συνοδεύουν τα τραγούδια τους με την κιθάρα και, φυσικά, συμποσιάζουν στεφανωμένοι. Ακόμα, κάθονται παρέες παρέες και κουβεντιάζουν ώρες πολλές, μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα που μοσκοβολάει από το θυμίαμα που καίει πάνω στους βωμούς των θεών. Ο λόγος τους είναι είτε για τα περασμένα, για τα όσα έπραξαν και έπαθαν πάνω στην γη, είτε για την σημερινή τους ολβιότητα.

Στα νεότερα χρόνια η λέξη 'Ηλύσια' θεωρήθηκε ελληνική και σχηματίστηκε με την ρίζα του ρήματος ελεύσομαι, ήλυθον και με το επίθετο ενηλύσιος (= ο χτυπημένος από κεραυνό τόπος, γι' αυτό άβατος, ιερός) Βλ. Chantraine, Dictionnaire de la langue grecque 2 (1970) 411.

Αντίθετα άλλοι επιστήμονες υποστήριξαν πως η λέξη πρέπει να είναι προελληνική (μινωική). Άλλωστε, και η αντίληψη, είπαν, ενός παραδείσου, ας είναι και για τους λίγους, είναι αντίθετη με την γνήσια ελληνική πίστη πως όλοι οι θνητοί, δίχως την παραμικρή εξαίρεση κατεβαίνουν στον σκοτεινό αραχνιασμένο Άδη.

Περιγραφή του νησιού και της χαρισάμενης ζωής που περνούν εκεί οι Μάκαρες (οι ευτυχισμένοι) δίνει ο Λουκιανός στο έργο του «Αληθής Ιστορία» (2, 4 κ.ε.). Τα παραδοσιακά στοιχεία του παραδείσου (ξένοιαστη ζωή, ήπιο κλίμα, ανθόσπαρτοι κάμποι κτλ.) έχουν και εδώ κρατηθεί, η γνωστή όμως ειρωνική διάθεση του συγγραφέα τον σπρώχνει να επινοήσει πλήθος εξωφρενικές λεπτομέρειες, ακριβώς για να μην αφήσει στον αναγνώστη αμφιβολία πως παραμυθολογεί, σύμφωνα άλλωστε με την δήλωσή του στην αρχή (1, 4) πως γράφει για πράγματα που ούτε τα είδε ούτε τα έπαθε ούτε τα έμαθε από άλλους, ούτε και έγιναν ποτέ!

Δίνουμε μερικά στοιχεία από την περιγραφή του Λουκιανό, αφού και της φαντασίας του τα πλάσματα ανήκουν ως ένα βαθμό στην περιοχή της μυθολογίας: Τα τείχη της πολιτείας των Μακάρων ήταν χτισμένα με σμαράγδια, τα σπίτια της υψώνονταν μαλαματένια, οι δρόμοι της ήταν στρωμένοι με φίλντισι, οι ναοί και οι βωμοί με πολύτιμα και αυτοί με πετράδια. Τα αμπέλια καρποφορούσαν δώδεκα φορές τον χρόνο, οι ροδιές, οι μηλιές και τα άλλα δένδρα δεκατρείς. Τα καρβέλια το ψωμί κρέμονταν ψημένα στις κορφές των σταχυών σαν μανιτάρια. Στην πολιτεία έβλεπες τριακόσιες εξήντα πέντε πηγές που έτρεχαν νερό, άλλες τόσες μέλι, και πεντακόσιες μύρο. Εφτά ποταμοί έτρεχαν γάλα, και οκτώ κρασί.

Πριν καθίσουν στο τραπέζι, οι Μάκαρες έπιναν από δυο πηγές που τις έλεγαν της Ηδονής και του Γέλιου, και μπορεί κανείς να φανταστεί τις χαρές και τα γέλια που συντρόφευαν έπειτα τα συμπόσιά τους. Καθώς έτρωγαν, τους υπηρετούσαν οι άνεμοι κουβαλώντας τους του κόσμου τα ξαρέσια. Όσο για το κρασί, δίπλα τους φύτρωναν δένδρα από αστραφτερό γυαλί που αντί για καρπούς άφηναν να κρέμονται από τα κλαδιά τους λογιών λογιών κούπες. Οι συντράπεζοι δεν είχαν λοιπόν παρά να απλώσουν το χέρι και να κόψουν ένα ποτήρι που -καινούριο θαύμα! - βρισκόταν την ίδια ώρα γεμάτο κρασί!


Αποδεικτικές πηγές :

Όμηρος, δ 561 κ.ε.

Ησίοδος, Έργα και Ημέραι 167 κ.ε.

Πίνδαρος, Ολυμπία 2, 70 και Θρήνοι 7,1 κ.ε.

Ελλάνικος 4 F 19b

Πλάτων, Γοργίας 523 b


ΗΛΥΣΙΑ ΠΕΔΙΑ

«(λύσιον Πεδίον» Ονομάζονταν φανταστικός τόπος στην δυτική εσχατιά της γης (όπως την φαντάζονταν οι αρχαίοι), όπου ζούσαν ζωή τερπνή και ευδαίμονη οι ήρωες, Τόπος άβατος λόγω της ιερότητάς του.

Μυθ: Η ονομασία Ηλύσια συναντάται για πρώτη φορά στην Οδύσσεια. Στην Δ' ραψωδία ο Πρωτεύς προλέγει τον Μενέλαο, ότι δεν πρόκειται να πεθάνει στο Άργος, αλλά ότι οι αθάνατοι θεοί θα τον στείλουν στο Ηλύσιο πεδίο και στα πέρατα της γης, όπου βρίσκεται ο ξανθός Ραδάμανθυς, όπου οι άνθρωποι ζουν χωρίς πόνο σε διαρκή ευτυχία. Εκεί δεν υπάρχει χιόνι, ούτε θύελλα, ούτε βροχή, αλλά ο Ζέφυρος πάντα στέλνει την δροσερή πνοή του για να δροσίζει τους ανθρώπους. Το Ηλύσιο κατά τον Όμηρο δεν είναι μέρος του Άδη, αλλά χώρα στην επιφάνεια της Γης και μάλιστα στο έσχατο μέρος του κόσμου, καθορισμένο, για την διαμονή, όχι ψυχών χωρισμένων από τα σώματα, αλλά ανθρώπων.

Κατά τους επικούς ποιητές, τους μεταγενέστερους του Ομήρου και μάλιστα στον Πίνδαρο, τα «(λύσια # α1 νήσοι τφν Μακάρων» είναι προνομιούχος διαμονή που επιφυλάσσεται για τα τέκνα των θεών και τους ένδοξους ήρωες, στους οποίους τρεις φορές κάθε έτος η γη προσφέρει γλυκούς καρπούς. Η Θέτις αρπάζει από την πυρά τον υιό της Αχιλλέα, που φονεύθηκε από τον Πάρη και τον Απόλλωνα, για να τον πάει στον νησί Λευκή, δηλαδή στην φωτεινή χώρα, η οποία αποτελεί αντίθεση προς τον σκοτεινό Άδη και πετύχαινε περί αυτού την Αθανασία. Το βασίλειο αυτό του Κρόνου και του Ραδάμανθυ ήταν επίσης ανοικτό στον Πηλέα, τον Διομήδη, τον Κάδμο, και στους ήρωες του Τρωικού και του Θηβαϊκού πολέμου. Αλλά μόνο η εύνοια των θεών παρείχε την ευδαιμονία αυτή στους εκλεκτούς αυτούς ευγενής γενεάς.

Το στενό και αριστοκρατικό αυτό δόγμα άρχισε να ευρύνεται με την επιρροή των Μυστηρίων. Όταν το ιερό της Ελευσίνας έγινε προσιτό σε όλους, η ευτυχία των Ηλυσίων δεν ανήκε πλέον αποκλειστικά σε μια επίλεκτη τάξη της ανθρωπότητας αλλά μεταδόθηκε σε όλους εκείνους τους οποίους είχαν λάβει μέρος στις ιερές τελετές. Μετά από λίγο την υποσχέθηκαν και οι ποιητές, όχι μόνο σε μυημένους αλλά σε όλους εκείνους, οι οποίοι έζησαν επί της γης και έπραξαν το αγαθό και το δίκαιο. Ενώ οι ασεβείς μεταβαίνουν στο Τάρταρο, τον τόπο της Τιμωρίας.

Μετά από αυτά πιστεύονταν ότι τα νησιά των Μακάρων είναι δυο νησιά στον Ατλαντικό ωκεανό, που απείχαν από την Αφρικανική ακτή 10.000 στάδια, και ίσως να είναι οι Κανάριες νήσοι. Προς δυτικά λοιπόν, όπου η γλυκειά πνοή του Ζέφυρου βασιλεύει, στο τέρμα της Γης, αναζητείται το Ηλύσιο πεδίο και στα νησιά δυτικά της Αφρικής οι νήσοι των Μακάρων.

ΝΗΣΟΙ ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΩΝ  

Φανταστικά νησιά κάπου στον Ωκεανό, όπου κατά τις δοξασίες των αρχαίων, ζούσαν οι ψυχές των ηρώων και των ενάρετων ανθρώπων, οι ευτυχισμένοι (οι μάκαρες), σε κατάσταση μακαριότητας, χωρίς θλίψεις και έγνοιες, σε περιβάλλον παραδεισένιας ομορφιάς.

Σύμφωνα με τις αρχαιότερες δοξασίες, ο Άδης ήταν τόπος θλίψης και απελπισίας. Αργότερα όμως η αντίληψη αυτή εξελίχθηκε και καθορίστηκε μια διάκριση, που σχετική της ένδειξη υπάρχει στην "Οδύσσεια". Ο Πρωτέας λέει στον Μενέλαο, "εσύ, επειδή από την Ελένη τη γυναίκα σου έγινες γαμπρός του Διός, δε θα πεθάνεις.. Αλλά οι θεοί θα σε στείλουν στα Ηλύσια Πεδία, στα σύνορα της Γης, εκεί που εδρεύει κι είναι άρχοντας ο ξανθός Ραδάμανθυς. Σ' αυτό το μέρος η ζωή είναι εύκολη για τους ανθρώπους. Εκεί δεν βρέχει, δεν χιονίζει, δεν κάνει κρύο, αλλά ο Ωκεανός σκορπάει τη δροσερή πνοή του Ζέφυρου". Ο Ησίοδος μιλάει για τα "Νησιά των Μακάρων", τοποθετώντας εκεί τους ήρωες που γεννήθηκαν από την τέταρτη γενιά των ανθρώπων. "μακριά από κάθε ανησυχία, κατοικούν εκεί, στα Νησιά των Μακάρων (των ευτυχισμένων), πέρα από τον Ωκεανό με τις βαθιές αβύσσους και τρεις φορές το χρόνο η εύφορη γη παράγει γι' αυτούς λαμπρούς καρπούς, γλυκύτατους".

Στην αρχή, τα Ηλύσια Πεδία και τα Νησιά των Μακάρων θεωρούνταν τόπος διαμονής μονάχα μερικών εκλεκτών, ειδικά ευνοούμενων από τους θεούς, που μερικοί συνδέονταν μ' αυτούς με δεσμούς συγγένειας. Όμως με την επίδραση των Ελευσινίων Μυστηρίων και του Ορφισμού, η είσοδος σ' αυτούς τους παραδεισιακούς τόπους ήταν ολοένα πλατύτερα ανοιχτή στους κοινούς θνητούς και τελικά θα γίνονταν δεκτοί εκεί όσοι είχαν ζήσει δίκαια και τίμια. Από τις πηγές που ξέρουμε μαθαίνουμε ότι τα Ηλύσια φιλοξενούσαν τον Μενέλαο, τον Κάδμο, τον Πηλέα, τον Διομήδη, τον Λύκο (που ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Πλειάδας Κελαινώς) και τον Αχιλλέα.

 

The Divine Birth of the Dying and Resurrected God Dionysus

Dionysus is a dying and resurrected god of fertility.In his genesis myths has two, or even three, successive incarnations, firstly between Zeus and Persephone representing heaven and the underworld reincarnated as the divine son of a mortal mother Semele by god the father Zeus, finally returning to the underworld like Orpheus, but to retrieve his mother. The first is the Orphic tradition of Dionysos-Zagreus and the second of
Demeter came from Crete to Sicily, where, near the springs of Kayane, she discovered a cave. There she hid her daughter Persephone, and set as guardians over her, two serpents that at other times were harnessed to her chariot. In the cave the maiden worked in wool - the customary occupation for maidens under the protection of Pallas Athene, in her sacred citadel at Athens. Persephone began weaving a great web, a robe for her father or her mother, which was a picture of the whole world. While she was engaged in this work Zeus came to her in the shape of a serpent, and he begat by his daughter that god, Zagreus or Dionysos who, in the Orphic stories, was to be his successor, the fifth ruler of the world.

The birth of the son and successor to the throne actually took place in the maternal cave. A late ivory relief shows the bed in the cave: the bed in which the horned child - the horns signify attributes of the heavenly bull, the waxing and waning (lunar) son of Persephone, the moon-goddess of the underworld - had just been born. He is also crowned with serpents. . The Orphic story also named the toys of the new ruler of the world: toys that became symbols of those rites of initiation which were first undergone by the divine boy, the first Dionysos: dice, ball, top, golden apples, bull-roarer and wool. The last two played a part in the ceremony of initiation.It was told that the [Titans] surprised the child-god as he was playing with the toys. Jealous Hera had instigated them to this.The Titans had whitened their faces with chalk. They came like spirits of the dead from the Underworld, to which Zeus had banished them. They attacked the playing boy, tore him into seven pieces and threw these into a cauldron standing on a tripod. In his flight from attack he had fled and like Dumuzzi transformed himself into Zeus, Chronos, a young man, a lion, a horse a serpent and finally a bull, the form in which he was torn apart. A pomegranate tree sprouted from his fallen blood. When the flesh was boiled, they began roasting it over the fire on seven spits. . When Zeus smote the Titans with his lightning they had already eaten the flesh of Dionysos. They must have been hurled back into the Underworld, since. they are invoked as the subterranean ancestors of mankind. . The boiled limbs of the god were burnt - with the exception of a single limb, or sometimes the heart . A pomegranate is said to have sprung from the blood like the anenomes of Adonis.

A goddess was present at the meal - in later tales, the goddess Pallas Athene - and she hid the remaining undamaged limb, or heart, in a covered basket. Zeus took charge of it. It was said to have been Dionysos's heart. This statement contains a pun: for it was also said that Zeus entrusted the kradiaios (heart or 'fig') of Dionysos to great mother Rhea [Hipta], so that she might carry it on her head. On her head was a liknon: a winnowing-fan, such as was carried on the head at festal processions, and contained a phallus hidden under a pile of fruit - Dionysos himself having made the phallus of fig-wood.

In the myth of the second Dionysus the god Zeus came to the mortal Semele, the daughter of Cadmus, King of Thebes, with a potion from the heart of Dionysos, and this he gave Semele to drink, making her pregnant. When Hera heard of this, she tried to prevent the birth. She disguised herself as Semele's nurse, . . . when Zeus first came to Semele he had assumed a mortal guise. Led astray by her pretended nurse, Semele asked Zeus to grant her just one wish. Zeus promised to do so, and when his beloved wished that he would appear to her as he did to Hera, he visited her with lightning The lightning struck her and she descended into the Underworld consumed in the holocaust of the lightning of her heavenly bridegroom.
Cooling ivy tendrils protected him from the heat by which his mother was consumed. Zeus rescued from her body the unripe fruit of her womb, the child Dionysos and sheltered the prematurely born god in his own thigh by sewing the child into his divine body. And when the proper time for his birth had come, he brought his son into the light and bore him, far away to the east, on Mount Nysa. Zeus then . entrusted Dionysos to the divine nurses who were to look after him in the cave. When they had reared him to full stature, he went into the woods wreathed with ivy and laurel, but not yet with vine-leaves. He was accompanied Satyrs and by women, the nymphs of the woods, the Maenads armed with ivy-clad staffs tipped with pine cones, swords, shakes and bull-roarers. Satyrs, addicted to wine revelry and lust, are often depicted naked and sexually aroused. They would pursue the Maenads but were happy to consummate their desire with any creature or with inanimate objects.

Thus, the "twice-born one" has already, before his entry into the world, outgrown everything that is mortal. He has become a god, the god of intoxicated delight. A god supposedly inflicted with madness by Hera for Zeus's indiscretion. Thus the, the bringer of joy was predestined for suffering and death - the suffering and death of a god! And to the house of his mother blessedness and suffering.Later Dionysos descends to the Underworld in search of Semele. As a price for his service he had to promise complete female surrender. Only if he did this could he reach his mother and bring her back. He fulfilled his promise with the help of a phallus made of fig-wood, which he erected on the spot. . . . When Dionysos had brought Semele back and had made her immortal, he named her Thyone, "The ecstatically raging" and took up to Heaven.That the name Semele, which supposedly originally referred to a goddess, was actually a human name is indicated by the second name which the mother of Dionysus bears, the new mother freed from the realm of death by her son and crowned with immortality. Dionysus is said to possess nine choirs among the Heavenly Host

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Ο Kατακλυσμός του Δαρδάνου

Ο Δάρδανος σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ήταν γιός του Δία και Ηλέκτρας κόρης του Άτλαντα, ο οποίος βρέθηκε στην Σαμοθράκη μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ιασίωνα και την αδελφή του Αρμονία κατά την διάρκεια ενός κατακλυσμού στον οποίο βούλιαξε το μεγαλύτερο τμήμα του νησιού. Οι απόψεις σχετικά με το μέρος απο το οποίο βρέθηκε ο Δάρδανος διίστανται την επικρατούσα άποψη εκφράζει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (1ος αιώνας π.χ.) (Ρωμαική Αρχαιολογία - Κεφ.61) που λέει οτι ήρθε στην Σαμοθράκη απο την Αρκαδία μετά απο τοπικό κατακλυσμό.Ο Βιργίλιος στην Αινειάδα αναφέρει οτι ήρθε απο κάποιο νησί δυτικά του Ατλαντικού την Εσπερία μετά απο κάποια καταστροφή απο πλημμύρα, μερικοί το μεταφράζουν οτι ίσως πρόκειται για κάποιο υπόλειμμα  της Ατλαντίδας στην περιοχή των Καναρίων νησιών που βυθίστηκε. Την εποχή που βρέθηκε ο Δάρδανος με τα αδέλφια του στην Σαμοθράκη μεγάλος κατακλυσμός κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του νησιού το οποίο επικοινωνούσε με την απέναντι γή της Μακεδονίας με νερά, και οι κάτοικοι τρομοκρατημένοι κατέφυγαν στο ψηλότερο βουνό του νησιού για να σωθούν. 


Μετά το πέρας του κατακλυσμού έφθασε ο Κάδμος στο νησί της Σαμοθράκης που παντρεύτηκε την αδελφή του Δάρδανου Αρμονία ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Ιασίων είχε ερωτική επαφή με την θεά Δήμητρα γι'αυτό ο Δίας τον κατακεραύνωσε για να τον τιμωρήσει. Ο ίδιος ο Δάρδανος μετέβη με πλοία απέναντι στην Μικρασιατική ακτή στο όρος Ίδη της Τρωάδας οπου τον υποδέχθηκε ο βασιλιάς Τεύκτρος δίνοντας του δεύτερη σύζυγο την κόρη του Βάτεια αφού η πρώτη του σύζυγος Χρυσή κόρη του γίγαντα Πάλλαντα δέν ζούσε. Με την πρώτη σύζυγο του Χρυσή ο Δάρδανος είχε αποκτήσει δύο γιούς τον Ιδαίο και τον Δύμανατα ενώ με την Βάτεια κόρη του βασιλιά Τεύκτρου απέκτησε αργότερα τον  Εριχθόνιο και τον Ίλο. Μετά τον θάνατο του Τεύκτρου ο Δάρδανος τον διαδέχθηκε στον θρόνο βασίλευσε 31 χρόνια ώς τον θάνατο του ονομάζοντας το βασίλειο Δαρδανία, ίδρυσε την ομώνυμη πόλη Δαρδανία σε πολύ ψηλό σημείο απο φόβο ώστε να εξασφαλίσει οτι εάν επαναληφθεί ο κατακλυσμός της Σαμοθράκης η πόλη δέν θα βυθιστεί. Διάδοχος του Δάρδανου ήταν ο Εριχθόνιος γιός του με την Βάτεια και εγγονός του Τεύκτρου όπως ήταν η επιθυμία του πεθερού του, ο άλλος του γιός  ο Ίλος πέθανε πρόωρα πρίν τον Δάρδανο, τον Εριχθόνιο διαδέχθηκε ο γιός του Τρώας ο οποίος με την σύζυγο του Καλλιρόη κόρη του θεού Σκαμάνδρου απέκτησε τον Ασσαράκο, τον Ίλο, τον Γανυμήδη και την Κλεοπάτρα. 

Ο Τρώας έδωσε το όνομα του στην ευρύτερη περιοχή, ο γιός και διάδοχος του Ίλος ίδρυσε την νέα πρωτεύουσα του βασιλείου του Ίλιο ή Τροία την μυθική πόλη του Ομήρου περίπου 25 χιλιόμετρα νοτιότερα απο την παλιά πρωτεύουσα Δαρδανία που ίδρυσε ο προπάππους του αφού ο φόβος του κατακλυσμού είχε οριστικά περάσει. Σύμφωνα με τον μύθο μετείχε και σε αγώνες του βασιλιά της Φρυγίας όπου βγήκε νικητής σε όλα τα αγωνίσματα.Σαν έπαθλο πηρε 50 άνδρες, 50 γυναίκες και μιά αγελάδα με βούλες στο τρίχωμα.Ο βασιλιάς της Φρυγίας τον συμβούλευσε να ιδρύσει πόλη εκεί που το ζώο θα σταματούσε όπως και έκανε. Ο Λαομέδοντας διαδέχθηκε τον πατέρα του Ίλο.Το βασίλειο του Λαομέδοντα κατέστρεψε ο γνωστός μυθικός ήρωας Ηρακλής τον οποίο είχε εξαπατήσει, ακομη ο Ηρακλής σκότωσε και όλους τους γιούς του εκτός απο τον μικρότερο Ποδάκρο τον γνωστό βασιλιά Πρίαμο. Επί Πριάμου συζύγου της Εκάβης καταστράφηκε το βασίλειο της Τροίας απο φωτιά που άναψαν οι Αχαιοί ύστερα απο τον γνωστό δεκαετή πόλεμο της Ιλιάδας.Απο μιά μικρή ομάδα απογόνων του Δαρδάνου που διασώθηκε με αρχηγό τον Αινεία ανιψιό του Πριάμου ίδρυσαν την Ρώμη μετά απο μετανάστευση στην Ιταλία. 

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (γύρω στο 80 π.χ. - 20 π.χ.)  ο κορυφαίος Έλληνας ιστορικός και συγγραφέας επισκέφτηκε ο ίδιος την Σαμοθράκη οπου έμαθε όλους τους μύθους απο τους ίδιους τους κατοίκους σχετικά με τον Δάρδανο και τον κατακλυσμό.Αναλυτικά λέει οτι η καταγωγή των κατοίκων της Σαμοθράκης ήταν απο την Σάμο και την Θράκη απο όπου πήρε το νησί το όνομα του.Οι κάτοικοι ήρθαν στον νησί σε πανάρχαιες εποχές. Απο τους κατοίκους της καταγόμενους απο την Θράκη μυήθηκαν οι Σαμοθράκιοι τα Ορφικά μυστήρια και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο επισκέφτηκε ο Κάδμος  το νησί για να παντρευτεί τελικά την Αρμονία. Ο κατακλυσμός την εποχή που βρισκόταν ο Δάρδανος προήλθε απο τα στενά των Δαρδανελίων απο όπου τα νερά εισήλθαν απο την Μαύρη Θάλασσα στο Αιγαίο με μεγάλη ορμή καταποντίζοντας όλες τις πεδινές εκτάσεις της Σαμοθράκης και τις μετέτρεψε στην θάλασσα. 

Σώθηκαν μόνο οι κάτοικοι που πρόλαβαν να καταφύγουν στο βουνό ανάμεσα τους ο Δάρδανος και τα αδέλφια του εκεί οπου βρίσκεται σήμερα το νησί, ευχαριστώντας θερμά τους θεούς ίδρυσαν πολλούς βωμούς για την σωτηρία τους. Ανέφερε τέλος οτι ακόμα και εκείνη την εποχή οι ψαράδες έβρισκαν συνέχεια στον πάτο της θάλασσας λίθινα κιονόκρανα απο τις πόλεις που βυθίστηκαν σε εκείνο τον μακρινό κατακλυσμό, το σημαντικότερο είναι οτι ξεκαθάρισε για την φορά των νερών απο την Μαύρη Θάλασσα στο Αιγαίο όχι το αντίστροφο όπως πολλοί σήμερα ισχυρίζονται.

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

O σπουδαίος ρόλος της άγριας πανίδας στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων

Σημαντικό ρόλο στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων κατείχε η άγρια πανίδα, η προστασία της οποίας ήταν κύριο μέλημα στους αρχαίους χρόνους, γεγονός που αποτυπώνεται τόσο στο χαρακτήρα της θεάς Αρτέμιδος όσο και στις ρυθμίσεις της θήρας μέσω θρησκευτικών κανονισμών.Τα παραπάνω στοιχεία καταγράφονται σε έρευνα των Χρήστου Σώκου, ερευνητή και διαχειριστή σε θέματα άγριας πανίδας στη Διεύθυνση Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας & Θράκης και Περικλή Μπίρτσα, επίκουρου καθηγητή Βιολογίας Άγριας Πανίδας στο Τμήμα Δασοπονίας & Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος/ ΤΕΙ Λάρισας.Όπως αναφέρεται σε σχετική μελέτη με τίτλο «Προσεγγίσεις των αρχαίων Ελλήνων στη διατήρηση της πανίδας και στη δραστηριότητα της θήρας», οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη θήρα ωφέλιμη και αξιέπαινη δραστηριότητα για τον άνθρωπο, καθώς αποτελεί μέσο διαπαιδαγώγησης, δοκιμής ικανοτήτων και σύμβολο ελευθερίας.Ο Ξενοφώντας (430-354 π.Χ.), όπως εξηγεί ο κ. Μπίρτσας, στο έργο του «Κυνηγετικός» αναδεικνύει τη θήρα σε άριστο μέσο διαπαιδαγώγησης των νέων. Θεωρεί τη θήρα απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ώριμου και ολοκληρωμένου πολίτη, καθώς είναι ωφέλιμη για το άτομο επειδή σκληραγωγεί το σώμα και οξύνει τις αισθήσεις και το πνεύμα.

Οι κυνηγοί κάθε εποχής, υιοθετώντας μια ολιστική προσέγγιση, η οποία ορίζεται από τις παραπάνω τρεις διαστάσεις της θήρας, αναμένεται να αποκομίζουν περισσότερα οφέλη από τη δραστηριότητά τους, σημειώνουν οι δύο ερευνητές.Δεχόμενοι τη διαχρονικότητα των παραπάνω αξιών, οι σύγχρονοι διαχειριστές θήρας θα πρέπει να τις λαμβάνουν υπ’ όψιν τους, ώστε μέσω αυτών να εξετάζουν την ορθότητα των επιλογών τους, τονίζουν.Οι αρχαίοι Έλληνες, σύμφωνα με τους ίδιους, δεν δίνουν έμφαση στην επεξήγηση του νοήματος της θήρας, καθώς δεν εντοπίστηκε κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια ερμηνείας των πτυχών και των διαστάσεών της. Ίσως, επειδή για την αρχαία κοινωνία η θήρα ήταν κάτι το αυτονόητο, το απτό και το κοινό, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη σύγχρονη κοινωνία. Γι’ αυτό το λόγο, στη σχετική μελέτη έγινε η προσπάθεια να αποκαλυφθεί ο τρόπος σκέψης των αρχαίων για την πανίδα και τη θήρα, έμμεσα, από τους μύθους, τη θρησκεία, τη φιλοσοφία και την τέχνη.

Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες, η θήρα βοηθά τους ανθρώπους να βελτιώσουν και να δοκιμάσουν τις σωματικές και τις πνευματικές τους ικανότητες. Τα οφέλη του κυνηγιού συνοδεύουν τους κυνηγούς και στους άλλους τομείς της ζωής τους και τους βοηθούν να διατηρούνται εύρωστοι, να γίνονται σοφότεροι, έμπιστοι, ετοιμοπόλεμοι και να καλλιεργούν αισθήματα συνεργασίας και αλληλεγγύης.

Η θήρα για τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες

Η δραστηριότητα της θήρας παρουσιάζεται συχνά στη Μινωική και Μυκηναϊκή τέχνη από το 2000 π.Χ. και αργότερα αποτελεί μια εξέχουσα πτυχή της ελληνικής γραμματείας, από την εποχή του Ομήρου, το 800 π.Χ.. Αυτή η ενασχόληση με τη θήρα αντικατοπτρίζει το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό όλων των τάξεων της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας για την άγρια πανίδα και τη θήρα.Ο Ξενοφώντας αναφέρει χαρακτηριστικά: «Προτρέπω τους νέους να μην περιφρονούν τα κυνήγια και την υπόλοιπη εκπαίδευση, γιατί από αυτά γίνονται καλοί στα πολεμικά και στα άλλα ζητήματα, από τα οποία είναι απαραίτητο να προέρχεται σωστή σκέψη, λόγος και πράξη».

Ο συσχετισμός της θήρας με τον ηρωισμό καταδεικνύει τον ηρωικό χαρακτήρα της θηρευτικής πράξης και τη δυνατότητά της να εξυψώσει την ανθρώπινη φύση. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, το κυνήγι είναι επικίνδυνο, αλλά και συναρπαστικό.Δεν είναι τυχαίο ότι μυθικοί ήρωες, όπως ο Οδυσσέας και ο Θησέας, απέκτησαν μεγάλη υπεροχή, μαθητεύοντας σχετικά με τη θήρα και την υπόλοιπη παιδεία κοντά στον Κένταυρο Χείρωνα, το δάσκαλο των κυνηγών.

Την ίδια εποχή, ο Πλάτωνας (428-348 π.Χ.) αποδοκιμάζει στους «Νόμους» κάθε εύκολο και δόλιο τρόπο σύλληψης των ζώων, όπως τα δίχτυα και οι παγίδες. Τέτοιες μέθοδοι δεν συμβάλλουν στην εξάσκηση του σώματος. Πέρα από αυτό, δεν έχουν καμία παιδαγωγική επιρροή στους κυνηγούς, επειδή έτσι δεν εκτιμούν την κυνηγετική τους επιτυχία, ούτε το θήραμα (μόνο η δυσκολία δίνει αξία στο κυνήγι): "ο νομοθέτης, για τη θέσπιση νόμων για το κυνήγι θα πρέπει να επαινέσει το κυνήγι με σκοπό την άσκηση των νέων".Μια τρίτη πηγή πληροφοριών είναι το βιβλίο "Ονομαστικόν" του Πολυδεύκη, γραμμένο προς το τέλος του 2 αιώνα του μ.Χ.. Πέντε αιώνες μετά τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα, ο Πολυδεύκης τόνισε εκ νέου ότι οι ψυχικές και σωματικές ικανότητες δοκιμάζονται και ενισχύονται μέσα από τη θήρα.

Σύμφωνα με τον Αθήναιο (2ος-3ος αιώνας μ.Χ.), οι Μακεδόνες δεν επέτρεπαν σε ορισμένους άντρες να ξαπλώσουν κατά τη διάρκεια συμποσίου εφόσον δεν είχαν θηρεύσει κάπρο (αρσενικό αγριόχοιρο) χωρίς δίχτυ. Το δίχτυ περιόριζε το ζώο και η θανάτωσή του ήταν ευκολότερη και ασφαλέστερη για τον κυνηγό. Στη Σπάρτη, τα αγόρια δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στο συμπόσιο προς τιμήν της Αρτέμιδος, εάν δεν είχαν συμμετάσχει σε κυνηγετικές εξόδους.Εκτός από τα γραπτά κείμενα, μια δεύτερη πηγή πληροφόρησης είναι τα δημιουργήματα των καλλιτεχνών. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αρχαίοι Έλληνες κυνηγοί ποτέ δεν απεικονίζονται να θηρεύουν από άρματα, όπως συμβαίνει στην Ανατολή από τους Ασσύριους, Πέρσες και Αιγύπτιους. Οι Έλληνες θηρεύουν ως ιππείς ή συχνότερα πεζοί, ενώ για τους βασιλείς, συνήθως, δεν υπάρχει βασιλική συνοδεία κατά το κυνήγι.

Το πνευματικό αποτέλεσμα της θήρας έχει αναγνωριστεί από τον Ξενοφώντα μέχρι και σύγχρονους διανοούμενους, όπως τον Ρούσβελτ, τον Ορτέγκα και τον Λέοπολντ, επισημαίνουν οι δύο ερευνητές και σημειώνουν πως η θήρα, ως αρχέγονη δραστηριότητα, είναι από τις πρώτες που οφείλουν να αντισταθούν στην αλλοτρίωση της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση και στην αλόγιστη είσοδο και αδιάκριτη αποδοχή των προτύπων της τεχνολογικής εξέλιξης

Ionia the most important centre of the Greek world

Ionia is the name given during ancient times to the central sector of Anatolia’s Aegean shore in Asia Minor, present-day Turkey, one of the most important centres of the Greek world. It was colonized by Greeks from the Athens region around 1000 BCE. Here the Greeks founded a dozen mini-states, two of them on the offshore islands of Chios and Samos, the rest of them stretching along the strip of mountainous coast land.

During the 8th century BCE some important changes took place in the eastern shore of the Mediterranean. Assyria gained a renewal of strength like never before and the Phoenician city-states were conquered. The Phoenician sea-trade withered and the Greek city-states took advantage of the Phoenician subjection to Assyria and became the leading sea-traders and navigators. Although some Phoenician colonies in the west remained independent, the only serious competition the Greeks came across was from the expanding power of Carthage. Most cities of Ionia had an important commercial life and lay for the most part at the mouths of rivers, or at the ends of roads, that carried the goods of the hinterland down to the Mediterranean for shipment elsewhere. During the 7th and 6th century BCE, Ionian cities experienced important political and economic changes as political power, which used to be in the hands of the landowning aristocracy, gradually moved to the merchant class.

Ionian merchants established colonies as trading posts in Egypt, Italy and along the Black Sea. Miletus alone, the southernmost Ionian city, had eighty colonies and became the richest city of the Greek world. The wealth and luxury of the city was proverbial throughout Greece. Milesian merchants had such levels of profits that they lent money to a number of enterprises far and wide and even to the municipality itself. This city was the main focus of the “Ionian awakening”, a name for the initial phase of classical Greek civilization.

The kingdom of Lydia lay to the east of the Ionian coast city-states and remained on peaceful terms with the Greeks, with very tight cultural and commercial relations. Lydia’s capital, Sardis, was a centre for the traffic of goods and ideas between Mesopotamia and the Greek Ionian settlements. After all, the crossroads of trade are ideal meeting points for the exchange of ideas, beliefs, customs, knowledge and new insights. About 600 BCE, Ionian cities were the intellectual leaders of Greece. The revolutionary idea of replacing supernatural explanation with the concept of a universe that is governed by laws of nature began here.

In Miletus the population was freed from the bondage of tradition by long absences from their native altars and homes. Priesthood had no significant power, men’s thinking was not limited by an ancient inspired book claiming truth or divine revelation and even Homeric poems had hardly taken any definite form yet. Milesians were used to travelling to distant regions and received the input of the civilizations of Lydia, Babylon Phoenicia and Egypt. Mathematical knowledge, foreign commerce and geography, astronomy, navigational techniques, all these notions helped to enrich Miletus. Meanwhile, wealth had created leisure and freedom of thought was widely accepted. All these factors can help to understand how a number of Ionian minds developed the idea that the world could be understood in terms of physical phenomena, without reference to myths or superstitions.

Thales of Miletus is credited with being the first of these revolutionary minds. He came up with an hypothesis of the fundamental structure of the universe by claiming that water is the original substance. He is famous for his astronomical knowledge which allowed him to predict a total eclipse of the sun and also for his knowledge on geometry, which he brought from his visit in Egypt. Anaximander, Anaximenes and Pythagoras are just a few examples of these talented Ionian minds. This new rational insight in many cases led to conclusions surprisingly similar to what our more sophisticated methods have led us to believe today. In Ionia we find the roots of the Western scientific tradition.

Around 612 BCE things started to change. The Assyrian empire came to an end as a result of the destruction of Nineveh, its capital, the greatest city in the world at that time. An allied army of Persians, Medes, rebelling Chaldeans and Babylonians besieged and sacked the centre of Assyrian power. This left Babylon as the imperial centre of Mesopotamia and Lydia was now free to turn its attention to the West. The Ionian cities were now dominated by Lydia, but Lydian rulers admired the Greeks and treated the Ionian cities leniently. Croesus, the last Lydian king, even paid for the construction of the temple of Artemis, which became one of the Seven Wonders of the ancient world. In 546 BCE, the Persian king Cyrus II defeated Croesus and Lydia, along with the Ionian cities, became part of Persia.

Using the sea as a highway, which is much cheaper, faster and more efficient than transport by land, the Greeks expanded and developed in a such a way that conflict with a major power became inevitable. The Greco-Italian-Sicilian trading route that the Greeks controlled competed more and more with the Oriental Indo-Persian-Phoenician and commercial rivalry set the stage for war.

About 500 BCE, the Ionian cities under Persian control dismissed the Persian authorities and declared their independence, triggering the Ionian revolt with Miletus as the leading state, the first of the many military conflicts between Greeks and Persians. Athens sent a fleet of twenty ships to support the revolt. Each Ionian rebel state raised its own troops, but kept them under separate command. The army of Miletus marched upon Sardis and burned it to the ground. Finally, the Ionian cities organized a united fleet and in 494 BCE the Persian navy met the Ionian at Lade, in one of the most important sea battles of history. However, the navy of Samos had a secret arrangement with the Persians and around half of the hundred Samian ships sailed away just before battle with many other contingents following their disloyal example. The Ionian defeat was complete and Ionian civilization never managed to fully recover from this disaster. The Persians captured Miletus, all the males were killed, the women and children enslaved and from that day the city became a minor town. Persian control was re-established throughout Ionia. After the decisive Greek victory at the Battle of Salamis (480 BCE), the Ionian cities regained their independence and helped to form the Delian League with Athens.

Around 334 BCE, Alexander the Great marched down into Ionia, offering the Greek cities democratic self-government under his protectorate. Most cities opened their gates without resistance and enjoyed a new era of prosperity during the Hellenistic period but none of them restored their previous splendour.  Miletus refused Alexander’s offer and was finally levelled after a long siege and was never restored to its previous status of a leading city. The region then became part of the Seleucid, and later of the Attalid, kingdom. About 130 BCE Ionia came under Roman control and became part of the Roman province of Asia. During the Roman period the main cities of Ionia experienced a revival of prosperity, and many of the impressive ruins at their sites date from that time. Ephesus, Miletus, Smyrna, and Chios were among the most splendid cities of the Roman world and continued to flourish in Byzantine times.