Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Η Γένεση του Αττικου Θεατρου και η Αθηναϊκη Δημοκρατια


Πραγ­μα­τευ­ό­με­νοι το θέ­μα του αρ­χαί­ου ατ­τι­κού θε­ά­τρου, εί­ναι α­νάγ­κη να με­τα­φερ­θού­με νο­ε­ρώς σε ε­κεί­νην την ε­πο­χή και να προ­σπα­θή­σου­με να το πα­ρα­τη­ρή­σου­με με το βλέμ­μα των αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων και ό­χι το δι­κό μας. Δη­λα­δή να α­πο­στα­σι­ο­ποι­η­θού­με, ό­σο το δυ­να­τόν, α­πό την σύγ­χρο­νη ε­πο­χή και να λά­βου­με υ­π’ ό­ψη τις θρη­σκευ­τι­κές και κοι­νω­νι­κές αν­τι­λή­ψεις που εί­χαν οι αρ­χαί­οι μας πρό­γο­νοι.Γι' αυ­τό ας με­τα­φερ­θού­με νο­ε­ρώς στην αρ­χαί­α Α­θή­να του 6ου αι­ώ­να, α­φή­νον­τας πί­σω μας, ό­σο εί­ναι δυ­να­τό, το γνω­σι­ο­λο­γι­κό μας υ­πό­βα­θρο στο τρό­πο ερ­μη­νεί­ας των φυ­σι­κών φαι­νο­μέ­νων και αντικαθι­στών­τας το με τις θρη­σκευ­τι­κές και δει­σι­δαι­μο­νι­κές πε­ποι­θή­σεις των αρ­χαί­ων προ­γό­νων μας. Ας λά­βου­με υ­π’ ό­ψη μας προς στιγ­μήν, τις δι­α­φο­ρε­τι­κές κοι­νω­νι­κές αν­τι­λή­ψεις που εί­χαν εκείνοι θε­ω­ρών­τας α­πο­λύ­τως φυ­σι­ο­λο­γι­κή την κα­τά­στα­ση της δου­λεί­ας και της παν­τε­λούς α­που­σί­ας των γυ­ναι­κών α­πό τον δη­μό­σιο βί­ο.Έ­χον­τας, λοι­πόν, ε­φο­δια­στεί με αυ­τά τα μέ­σα πα­ρα­τη­ρή­σε­ως, ας ε­πι­χει­ρή­σου­με να κα­τα­δυ­θού­με 26 αι­ώ­νες βα­θύ­τε­ρα στην Ι­στο­ρί­α και να α­πο­πει­ρα­θού­με να ερευνήσου­με την ε­πί­δρα­ση που ά­σκη­σαν οι πο­λι­τεια­κοί θε­σμοί της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας τό­σο στην γέ­νε­ση ό­σο και στην στα­δια­κή δι­α­μόρ­φω­ση του ατ­τι­κού θε­ά­τρου, προ­σπα­θών­τας να τε­κμη­ρι­ώ­σου­με την ά­πο­ψη ό­τι το αρ­χαί­ο θέ­α­τρο ή­ταν το α­λε­ξι­κέ­ραυ­νο της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας.

Α. Γένεση του Αττικου Θεατρου & Αθηναϊκη Δημοκρατια

Η γέν­νη­ση της τρα­γω­δί­ας λαμ­βά­νει χώ­ρα σε τυ­ραν­νι­κό κα­θε­στώς. Ό­σο και αν αυ­τό φαί­νε­ται πε­ρί­ερ­γο για έ­ναν κα­τ’ ε­ξο­χήν δη­μο­κρα­τι­κό θε­σμό, γί­νε­ται ί­σως πιο κα­τα­νο­η­τό α­πό το ό­τι την ε­πο­χή του Τυ­ράν­νου Πει­σι­στρά­του, στην Α­θή­να υ­πήρ­χε μί­α ι­σχυ­ρή λα­ο­πρό­βλη­τη ε­ξου­σί­α που αν­τι­μα­χό­ταν την α­ρι­στο­κρα­τί­α.Ο Πει­σί­στρα­τος, κα­τέ­λα­βε την ε­ξου­σί­α με την βο­ή­θεια του λα­ού. Αυ­τός λοι­πόν ο λα­ο­πρό­βλη­τος δι­κτά­τωρ, αν­τί να ε­ορ­τά­ζει κα­τ’ έ­τος την α­ναρ­ρί­χι­σή του στην ε­ξου­σί­α με στρα­τι­ω­τι­κές πα­ρε­λά­σεις, ό­πως οι ση­με­ρι­νοί, προ­τί­μη­σε να ει­σα­γά­γει την λα­τρεί­α του Δι­ο­νύ­σου στην πό­λη και να ορ­γα­νώ­νει λι­τα­νεί­ες του ξο­ά­νου του θε­ού αυ­τού με λαμ­πα­δη­φο­ρί­ες ε­φή­βων αλ­λά και ποι­η­τι­κούς α­γώ­νες.Γε­νι­κώς, η θρη­σκευ­τι­κή πο­λι­τι­κή ό­λων των Τυ­ράν­νων (των ο­ποί­ων η ι­σχύς «ή­το η α­γά­πη του λα­ού»), ή­ταν υ­πέρ του λα­ϊ­κού αυ­τού Θε­ού της ελ­λη­νι­κής υ­παί­θρου.Ο Πει­σί­στρα­τος, λοι­πόν, α­νέ­πτυ­ξε την λα­τρεί­α του Δι­ο­νύ­σου. Έ­κτι­σε να­ό στο ό­νο­μά του στους πρό­πο­δες της Α­κρο­πό­λε­ως και κα­θι­έ­ρω­σε προς τι­μήν του την ε­ορ­τή των Ά­στει Δι­ο­νυ­σί­ων. Αυ­τή η γι­ορ­τή έ­μελ­λε να ε­ξε­λι­χθεί σε γι­ορ­τή της τρα­γω­δί­ας.Με την εύ­στο­χη αυ­τή ε­πι­νό­η­σή του, πι­θα­νό­τα­τα υ­πέ­βα­λε στους δει­σι­δαί­μο­νες ο­φθαλ­μούς των συμ­πα­τρι­ω­τών του τον πα­ραλ­λη­λι­σμό του ι­δί­ου με τον Δι­ό­νυ­σο. Ό­μως, α­πλώς και μό­νον το γε­γο­νός ό­τι ο Δι­ό­νυ­σος ή­ταν ο θε­ός της ε­λευ­θε­ρί­ας, αυ­τός που α­φή­νει το λα­ό να εκ­φρα­σθεί ε­λεύ­θε­ρα, πα­ρέ­πεμ­πε υ­πο­συ­νει­δή­τως στον Πει­σί­στρα­το, που έ­δω­σε την δυ­να­τό­τη­τα στον λα­ό να υ­ψώ­σει το α­νά­στη­μά του α­πέ­ναν­τι στους ευ­γε­νείς.

Τα Με­γά­λα Δι­ο­νύ­σια, θα μπο­ρού­σε να πει κα­νείς ό­τι ή­ταν η ε­ορ­τή του λα­ού και η λι­τά­νευ­ση του ξο­ά­νου, η λαμ­πα­δη­δρο­μί­α και οι ποι­η­τι­κοί α­γώ­νες, ή­ταν κα­τά κά­ποι­ον τρό­πο η συμ­βο­λι­κή α­να­νέ­ω­ση της εμ­πι­στο­σύ­νης του λα­ού στον η­γέ­τη του. Γι' αυ­τό, η ε­ορ­τή αυ­τή, φαί­νε­ται μεν ως θρη­σκευ­τι­κή, εί­χε ό­μως έν­το­νη πο­λι­τι­κή ση­μα­σί­α. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο το ό­τι μέ­σα στα πλαί­σια της ε­ορ­τής των Με­γά­λων Δι­ο­νυ­σί­ων, γεν­νι­έ­ται το δρά­μα με πο­λι­τεια­κή πρά­ξη. Πράγ­μα­τι, η «λη­ξι­αρ­χι­κή πρά­ξη γεν­νή­σε­ως» της τρα­γω­δί­ας το­πο­θε­τεί­ται με­τα­ξύ του 536-533, ό­ταν κυ­βερ­νού­σε την Α­θή­να ο Πει­σί­στρα­τος. Τό­τε ο Θέ­σπις α­νέ­λα­βε για πρώ­τη φο­ρά (με εν­το­λή της πο­λι­τεί­ας) την πα­ρα­γω­γή μια τρα­γω­δί­ας για να πα­ρου­σια­σθεί κα­τά την ε­ορ­τή των με­γά­λων Δι­ο­νυ­σί­ων.Γι' αυ­τόν τον λό­γο, αν και οι τρα­γω­δί­ες δι­δά­σκον­ταν πάν­το­τε κα­τά την διά­ρκεια θρη­σκευ­τι­κών τε­λε­τών, α­πό πο­λύ νω­ρίς ο κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κός και η­θι­κός χα­ρα­κτή­ρας του εί­δους υ­περ­τε­ρεί του θρη­σκευ­τι­κού.Ο Πει­σί­στρα­τος, με αυ­τήν την έ­ξυ­πνη πο­λι­τι­κή κί­νη­ση, κα­τόρ­θω­σε να χα­ρί­σει στην Α­θή­να έ­ναν μη­χα­νι­σμό ε­πι­βε­βαι­ώ­σε­ως του δι­και­ώ­μα­τος του λα­ού να εκ­φρά­ζε­ται και ταυ­το­χρό­νως ε­ξου­δε­τε­ρώ­σε­ως των εν­τά­σε­ων της κοι­νω­νί­ας. Α­σφα­λώς ή­ταν και οι κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες ευ­νο­ϊ­κές ώ­στε να ευ­δο­κι­μή­σει αυ­τός ο νέ­ος θε­σμός. O Πει­σί­στρα­τος φύ­τευ­σε, αλ­λά και το έ­δα­φος ή­ταν ευ­νο­ϊ­κό, ώ­στε να δε­χθεί τον σπό­ρο του δρά­μα­τος και να καρ­πο­φο­ρή­σει. Η τρα­γω­δί­α γεν­νή­θη­κε με ε­πί­ση­μη α­πό­φα­ση του α­θη­να­ϊ­κού κρά­τους. Α­πό ε­κεί και πέ­ρα η πο­ρεί­α της εί­ναι ευ­θέ­ως α­νά­λο­γη με αυ­τήν με την α­νά­πτυ­ξη της δρά­σε­ως του πο­λί­τη. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο λάμ­βα­νε ο λα­ός στην πο­λι­τι­κή ζω­ή, τό­σο με­γα­λύ­τε­ρη άν­θη­ση γνώ­ρι­ζε το θέ­α­τρο.Και οι Α­θη­ναί­οι δέ­χθη­καν τον νέ­ο θε­σμό με ι­δι­αί­τε­ρη εγ­καρ­δι­ό­τη­τα, ώ­στε η συμ­με­το­χή τους στα θε­α­τρι­κά δρώ­με­να ή­ταν έ­να κα­θή­κον τη­ρού­με­νο στην κυ­ρι­ο­λε­ξί­α με θρη­σκευ­τι­κή ευ­λά­βεια..

Β. Α­θη­να­ϊ­κη Δη­μο­κρα­τια & Δι­α­μορ­φω­ση Ατ­τι­κού Θε­α­τρου

Ό­πως εί­δα­με, η κοι­νω­νι­κή σύγ­κρου­ση λα­ού - α­ρι­στο­κρα­τί­ας στην αρ­χαί­α Α­θή­να ο­δή­γη­σε στην ά­νο­δο του Πει­σι­στρά­του στην ε­ξου­σί­α και στην συ­νέ­χεια την υ­π’ αυ­τού, με πο­λι­τεια­κή πρά­ξη, α­νά­θε­ση δη­μι­ουρ­γί­ας της πρώ­της τρα­γω­δί­ας. Η κοι­νω­νι­κή σύγ­κρου­ση ε­ξα­κο­λού­θη­σε να υ­πάρ­χει και η πο­ρεί­α προς την δη­μο­κρα­τί­α έ­κα­νε εν­το­νώ­τε­ρη την α­ναγ­και­ό­τη­τα να υ­πο­στη­ρι­χθεί η πλευ­ρά του λα­ού στην σύγ­κρου­ση αυ­τή και να υ­φί­στα­ται το θέ­α­τρο ως μη­χα­νι­σμός ε­λεγ­χό­με­νης ε­κτο­νώ­σε­ως των κοι­νω­νι­κών εν­τά­σε­ων. Η Α­θή­να το χρει­α­ζό­ταν, το δη­μι­ούρ­γη­σε, το ε­πι­δο­τού­σε με τον θε­σμό των χο­ρη­γι­ών και κα­τεύ­θυ­νε την πο­ρεί­α του ρυθ­μί­ζον­τας ά­νω­θεν τις λε­πτο­μέ­ρεις της λει­τουρ­γί­ας του: τον χρό­νο τε­λέ­σε­ως των πα­ρα­στά­σε­ων, την πάν­δη­μη συμ­με­το­χή του λαού σ’ αυ­τό, την ε­πι­λο­γή των θε­μά­των κ.λπ.. Η πό­λις α­να­γνώ­ρι­ζε το με­γά­λο μέ­γε­θος της ι­σχύ­ος του ατ­τι­κού θε­ά­τρου και για την α­πο­σό­βη­ση ε­πι­κίν­δυ­νων πα­ρε­κτρο­πών δη­μι­ούρ­γη­σε έ­να «δί­κτυ α­σφα­λεί­ας». Η τρο­χιά της α­κμής του ατ­τι­κού θε­ά­τρου δι­α­γρά­φε­ται πα­ράλ­λη­λα με αυ­τήν της δη­μο­κρα­τί­ας. Αλ­λά ας ε­ξε­τά­σου­με τα προ­η­γού­με­να α­να­λυ­τι­κώ­τε­ρα.


Η α­θη­να­ϊ­κή κοι­νω­νί­α, στην πο­ρεί­α προς την δη­μο­κρα­τί­α βι­ώ­νει έν­το­νες αν­τι­θέ­σεις. Οι πο­λί­τες συ­νει­δη­το­ποι­ούν την ταυ­τό­τη­τά τους και τις υ­πο­χρε­ώ­σεις τους. Προ­κύ­πτουν προ­βλή­μα­τα και ε­ρω­τή­μα­τα που πρέ­πει να α­παν­τη­θούν.Τί εί­ναι ο άν­θρω­πος;Τί εί­ναι δί­και­ο; Ως πού φθά­νουν τα δι­και­ώ­μα­τα της πό­λε­ως; Αυ­τά και άλ­λα πα­ρό­μοι­α ε­ρω­τή­μα­τα α­πο­πει­ρά­ται να α­παν­τή­σει αλ­λά και α­να­πα­ρι­στά η τρα­γω­δί­α.Γε­νι­κώς πραγ­μα­τευ­ό­ταν θέ­μα­τα που ή­ταν δύ­σκο­λο, ή δεν έ­πρε­πε να συ­ζη­τη­θούν στην Εκ­κλη­σί­α του δή­μου και μέ­σω του μύ­θου εκ­φρα­ζό­ταν κά­θε φο­ρά αυ­τό που α­πα­σχο­λού­σε τους πο­λί­τες ως πο­λί­τες.Η ρή­ξη που δη­μι­ουρ­γού­σε η δη­μο­κρα­τί­α με την θε­ϊ­κά ο­ρι­ο­θε­τη­μέ­νη τά­ξη, οι η­θι­κές α­να­στο­λές, αμ­φι­βο­λί­ες και α­να­σφά­λει­ες των πο­λι­τών, το δι­καί­ω­μα της πό­λε­ως να ε­πεμ­βαί­νει στις ι­δι­ω­τι­κές υ­πο­θέ­σεις των πο­λι­τών, ή­ταν κά­ποι­α α­πό αυ­τά. Το δρά­μα συν­δέ­ε­ται έ­τσι και με το δί­και­ο. Κα­θώς η ι­σο­νο­μί­α εί­ναι έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της Δη­μο­κρα­τί­ας, οι έν­νοι­ες της δι­και­ο­σύ­νης α­πα­σχο­λούν την α­θη­να­ϊ­κή κοι­νω­νί­α. Οι Α­θη­ναί­οι πο­λί­τες, άλ­λω­στε με­τέ­χουν στα δι­κα­στι­κά σώ­μα­τα που θε­σπί­ζει το δη­μο­κρα­τι­κό πο­λί­τευ­μα. Εί­ναι λοι­πόν α­να­με­νό­με­νο, η δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση να αν­τλεί υ­λι­κό και α­πό αυ­τόν τον το­μέ­α. Χρη­σι­μο­ποι­εί τε­χνι­κό νο­μι­κό λε­ξι­λό­γιο και εκ­φρά­ζει την σύγ­κρου­ση της θρη­σκευ­τι­κής πα­ρα­δό­σε­ως με το δί­και­ο της πό­λε­ως. Βέ­βαι­α η τρα­γω­δί­α δεν εί­ναι μί­α δι­κα­στι­κή δι­α­μά­χη. Έ­χει ό­μως ως αν­τι­κεί­με­νό της τον άν­θρω­πο που συ­χνά βι­ώ­νει αυ­τήν την σύγ­κρου­ση που προ­α­να­φέ­ρα­με.


Στην τρα­γω­δί­α έ­χου­με τον χο­ρό α­φ' ε­νός και τον τρα­γι­κό ή­ρω­α α­φ’ ε­τέ­ρου. Ο χο­ρός εί­ναι έ­να συλ­λο­γι­κό όρ­γα­νο. Α­πο­τε­λεί­ται α­πό μί­α ο­μά­δα πο­λι­τών και εί­ναι ο α­νώ­νυ­μος εκ­φρα­στής των συ­ναι­σθη­μά­των και των α­νη­συ­χι­ών των πο­λι­τών-θε­α­τών. Ο τρα­γι­κός ή­ρω­ας εί­ναι ο ε­πώ­νυ­μος εκ­πρό­σω­πος του μυ­θο­λο­γι­κού κό­σμου. Δι­α­κρί­νε­ται η πο­λι­κό­τη­τα του μα­κρι­νού πα­ρελ­θόν­τος της η­ρω­ι­κής πα­ρα­δό­σε­ως με την τά­ξη της πό­λε­ως. Η τρα­γω­δί­α ή­ταν –συ­νε­πώς- ο χώ­ρος όπου η δη­μο­κρα­τί­α έ­δι­νε δι­έ­ξο­δο με ε­λεγ­χό­με­νο τρό­πο στην πραγ­μά­τευ­ση ε­πι­κιν­δύ­νων θε­μά­των και συγ­κρού­σε­ων προς ό­φε­λός της. Για τον λό­γο αυ­τό φρόν­τι­σε να δι­α­θέ­τει κά­ποι­α α­ναγ­καί­α για την δη­μο­κρα­τί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ό­πως: η πάν­δη­μη συμ­με­το­χή, η ε­νερ­γός δρά­ση, ο τό­πος συγ­κεν­τρώ­σε­ως, ο προ­βλη­μα­τι­σμός για την πό­λη, ο προ­φο­ρι­κός λό­γος. Μέ­σω αυ­τής, η πό­λη καλ­λι­ερ­γού­σε αυ­τό που ο­νο­μά­σθη­κε «χα­λι­να­γω­γη­μέ­νη μέ­θη της ε­ορ­τής.». Για να εί­ναι α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή η ε­πί­δρα­ση του θε­ά­τρου η πό­λη φρόν­τι­σε να να ε­ξα­σφα­λί­ση την πάν­δη­μη συμ­με­το­χή των πο­λι­τών. Ό­λος ο λα­ός ή­ταν προ­σκε­κλη­μέ­νος να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τις πα­ρα­στά­σεις. Το κρά­τος ε­πι­δο­τού­σε την πα­ρα­κο­λού­θη­ση των πα­ρα­στά­σε­ων. Την ε­πο­χή του Πε­ρι­κλή οι φτω­χοί πο­λί­τες, για να δι­ευ­κο­λυν­θούν να προ­σέλ­θουν στις πα­ρα­στά­σεις λάμ­βα­ναν έ­να μι­κρό χρη­μα­τι­κό βο­ή­θη­μα.


Η πάν­δη­μη συμ­με­το­χή ή­ταν έ­να α­κό­μα ι­δι­αί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του ατ­τι­κού θε­ά­τρου. Για να ε­πι­τευ­χθεί αυ­τό, ή­ταν σκό­πι­μο να ε­πι­λε­γεί προ­σε­κτι­κά ο χρό­νος τε­λέ­σε­ως των πα­ρα­στά­σε­ων. Δρα­μα­τι­κοί α­γώ­νες δι­ε­ξά­γον­ταν σε δύ­ο ε­ορ­τές του Δι­ο­νύ­σου. Τα Λή­ναι­α (τέ­λη Ι­α­νου­α­ρί­ου) και τα Με­γά­λα Δι­ο­νύ­σια (τέ­λη Μαρ­τί­ου). Δι­α­πι­στώ­νου­με ό­τι ο χρό­νος τε­λέ­σε­ως των θε­α­τρι­κών πα­ρα­στά­σε­ων –οι ο­ποί­ες ή­ταν υ­παί­θρι­ες- δεν ή­ταν ο ι­δα­νι­κό­τε­ρος α­πό α­πό­ψε­ως και­ρι­κών συν­θη­κών. Ό­μως ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε την πάν­δη­μη συμ­με­το­χή. Κα­τά τη χει­με­ρι­νή πε­ρί­ο­δο μέ­χρι την αρ­χή της Α­νοί­ξε­ως, οι α­γρο­τι­κές α­σχο­λί­ες εί­ναι ε­λά­χι­στες, οι πό­λε­μοι και η ναυ­σι­πλο­ΐ­α παύ­ουν. Συ­νε­πώς ο ε­λεύ­θε­ρος χρό­νος των πο­λι­τών ή­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρος και μπο­ρού­σαν ά­νε­τα να συμ­με­τά­σχουν τό­σο στις προ­ε­τοι­μα­σί­ες και δο­κι­μές των πα­ρα­στά­σε­ων, ό­σο και στις ί­δι­ες τις ε­ορ­τές. Με­τα­ξύ, ό­μως, των έρ­γων που δι­δά­σκον­ταν σε κα­θε­μιά α­πό τις ε­ορ­τές υ­πήρ­χε μί­α δι­α­φο­ρά. Στα Λή­ναι­α οι δυ­σμε­νείς και­ρι­κές συν­θή­κες κα­θι­στού­σαν α­δύ­να­τη την πα­ρου­σί­α ξέ­νων ε­πι­σκε­πτών. Ο το­πι­κός χα­ρα­κτή­ρας της ε­ορ­τής ε­πέ­τρε­πε στους Α­θη­ναί­ους να ε­πι­δο­θούν στην αυ­το­κρι­τι­κή της κοι­νω­νί­ας τους α­πο­λαμ­βά­νον­τας τις κω­μω­δί­ες. Στα Με­γά­λα Δι­ο­νύ­σια, η ε­πα­νέ­ναρ­ξη της ναυ­σι­πλο­ΐ­ας ε­πέ­τρε­πε την πα­ρου­σί­α ξέ­νων. Έμ­πο­ροι, πε­ρι­η­γη­τές κα­θώς και οι αν­τι­πρό­σω­ποι των «συμ­μά­χων» οι ο­ποί­οι έ­φερ­ναν την ει­σφο­ρά, δη­μι­ουρ­γού­σαν έ­να πε­ρι­βάλ­λον κα­τάλ­λη­λο για την προ­βο­λή του με­γα­λεί­ου και του πλού­του των Α­θη­νών, μέ­σω των πα­ρα­στά­σε­ων των τρα­γω­δι­ών.

Ο προ­βλη­μα­τι­σμός για την πό­λη καλ­λι­ερ­γό­ταν με την ε­πι­λο­γή των κα­ταλ­λή­λων θε­μά­των για τις πα­ρα­στά­σεις. Οι τρα­γω­δι­ο­γρά­φοι ή­ταν πο­λί­τες που α­πευ­θύ­νον­ταν σε πο­λί­τες. Γι' αυ­τό ε­πι­ζη­τού­σαν να προ­σελ­κύ­σουν το εν­δι­α­φέ­ρον των τε­λευ­ταί­ων με τα θέ­μα­τα που ε­πέ­λε­γαν.Τα με­γά­λα προ­βλή­μα­τα της α­θη­να­ϊ­κής κοι­νω­νί­ας ό­πως του πο­λέ­μου και της ει­ρή­νης ή της δι­και­ο­σύ­νης και της φι­λο­πα­τρί­ας κα­τέ­χουν ση­μαν­τι­κή θέ­ση στην θε­μα­το­λο­γί­α των τρα­γω­δι­ών.Η τρα­γω­δί­α καλ­λι­ερ­γού­σε α­κό­μη την ε­νερ­γό δρά­ση των πο­λι­τών. Οι άρ­χον­τες και οι πο­λί­τες της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας με­τέ­χουν ε­νερ­γά στα πο­λι­τι­κά, νο­μο­θε­τι­κά και δι­κα­στι­κά όρ­γα­να της πό­λης, αλ­λά ταυ­το­χρό­νως και στην ορ­γά­νω­ση των δρα­μα­τι­κών πα­ρα­στά­σε­ων με ποι­κί­λους τρό­πους.Οι Α­θη­ναί­οι πο­λί­τες συμ­με­τέ­χουν στην Βου­λή των Πεν­τα­κο­σί­ων και στην Εκ­κλη­σί­α του Δή­μου, αλ­λά ταυ­το­χρό­νως α­σκούν­ται στην αν­τι­πα­ρά­θε­ση των ι­δε­ών την συλ­λο­γι­κό­τη­τα, τον δι­ά­λο­γο και την ε­πι­κοι­νω­νί­α, με­τέ­χον­τας ή πα­ρα­κο­λου­θών­τας τις πα­ρα­στά­σεις του αρ­χαί­ου θε­ά­τρου.Οι Α­θη­ναί­οι συμ­με­τεί­χαν στους δρα­μα­τι­κούς α­γώ­νες εί­τε ως θε­α­τές, εί­τε ως κρι­τές, εί­τε ως μέ­λη του χο­ρού. Ο ποι­η­τής με­τεί­χε στις πο­λι­τι­κές και ι­δε­ο­λο­γι­κές ζυ­μώ­σεις της πό­λε­ως, ή­ταν ε­νερ­γός πο­λί­της. Η συμ­με­το­χή του στους δρα­μα­τι­κούς α­γώ­νες σχε­τι­ζό­ταν ά­με­σα με την κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α (λό­γω της δι­α­δι­κα­σί­ας ε­πι­λο­γής των ποι­η­τών α­πό τους άρ­χον­τες) και με τους πο­λί­τες, οι ο­ποί­οι ή­ταν ταυ­το­χρό­νως και οι θε­α­τές των έρ­γων του.Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο το ό­τι για τις πα­ρα­στά­σεις οι Α­θη­ναί­οι χρη­σι­μο­πο­ού­σαν τον ό­ρο «δι­δα­σκα­λί­α». Οι πα­ρα­στά­σεις «ε­δι­δά­σκον­το», δι­ό­τι εί­χαν εκ­παι­δευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα.

Οι πο­λί­τες εκ­παι­δεύ­ον­ταν στην χρή­ση του προ­φο­ρι­κού λό­γου, σε ε­λεγ­χό­με­νο χώ­ρο, ό­πως οι στρα­τι­ώ­τες εκ­παι­δεύ­ον­ται για την μά­χη στα πε­δί­α των α­σκή­σε­ων. Αυ­τό ή­ταν ση­μαν­τι­κό, δι­ό­τι ο προ­φο­ρι­κός λό­γος την ε­πο­χή ε­κεί­νη χρη­σι­μο­ποι­εί­ται στην πο­λι­τι­κή, στην ρη­το­ρεί­α, την ποί­η­ση. Γί­νε­ται μέ­σο ψυ­χα­γω­γί­ας, προ­βλη­μα­τι­σμού και πει­θούς. Ο δρα­μα­τι­κός λό­γος, εί­ναι προ­φο­ρι­κός (γρά­φη­κε για να α­παγ­γελ­θεί) και έ­τσι συν­δέ­ε­ται με την πα­ρά­δο­ση, δι­ό­τι α­φο­μοι­ώ­νει τον ε­πι­κό, ρη­το­ρι­κό και λυ­ρι­κό λό­γο.Ό­ταν α­να­φε­ρό­μα­στε σε «ε­λεγ­χό­με­νο χώ­ρο», τού­το εν­νοού­με κα­τά τον τρό­πο, ό­χι κα­τά τον τό­πο, ο ο­ποί­ος αρ­χι­κά δεν ή­ταν ι­δι­αί­τε­ρος. Η α­γο­ρά ή­ταν ο αρ­χι­κός χώ­ρος θε­ά­τρου. Με αυ­τήν την έν­νοι­α του «ε­λε­χό­με­νου χώ­ρου» το θέ­α­τρο λει­τουρ­γού­σε ως έ­να εί­δος «α­λε­ξι­κέ­ραυ­νου» της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας. Στον χώ­ρο αυ­τό η κοι­νω­νί­α μπο­ρού­σε με α­σφά­λεια να προ­βλη­μα­τί­ζε­ται πά­νω στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Να ε­πα­νο­το­πο­θε­τεί το και­νού­ριο στο πλαί­σιο του πα­λαι­ού, «να κρα­τά σε ε­γρή­γορ­ση πα­λι­ές αμ­φι­βο­λί­ες και σκο­τει­νές πλευ­ρές της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας» και να τις ει­σα­γά­γει «με νέ­α μορ­φή στον νέ­ο κό­σμο».Οι θε­α­τρι­κοί α­γώ­νες ή­ταν εν­τε­ταγ­μέ­νοι μέ­σα στα πλαί­σια ε­ορ­τών που λει­τουρ­γού­σαν α­να­κου­φι­στι­κά «αί­ρον­τας την τά­ξη και την πει­θαρ­χί­α της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας και συγ­χρό­νως δι­ευ­κο­λύ­νον­τας την πε­ραι­τέ­ρω λει­τουρ­γί­α της».Η ε­λευ­θε­ρο­στο­μί­α τό­σο της κω­μω­δί­α ό­σο και της τρα­γω­δί­ας (αν και σε μι­κρό­τε­ρο βαθ­μό), ε­ξυ­πη­ρε­τού­σε αυ­τήν την λει­τουρ­γί­α. Στην κω­μω­δί­α μά­λι­στα, η τά­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ε­ξου­δε­τε­ρο­νό­ταν μέ­σα στο γέ­λιο.Με­τά το πέ­ρας των πα­ρα­στά­σε­ων, στο τέ­λος των Δι­ο­νυ­σί­ων, δι­δό­ταν η ευ­και­ρί­α στον δή­μο να συ­ζη­τή­σει την πο­ρεί­α της ε­ορ­τής και να α­κου­στούν πα­ρά­πο­να.Και αυ­τή η δι­α­δι­κα­σί­α λει­τουρ­γού­σε ε­κτο­νω­τι­κά.

Τό­ση με­γά­λη ή­ταν η ε­πιρ­ρο­ή που έ­φθα­σε να α­σκεί στην κοι­νω­νί­α η δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση, ώ­στε ο Πλά­των στην Πο­λι­τεί­α του να ει­ση­γεί­ται την ε­ξο­ρί­α των δρα­μα­τουρ­γών –ό­πως και των άλ­λων ποι­η­τών- α­πό την ι­δε­ώ­δη πο­λι­τεί­α του.Α­κρι­βώς, για τον έ­λεγ­χο αυ­τής της ι­σχύ­ος, και προς α­πο­τρο­πήν πα­ρε­κτρο­πών, δη­μι­ουρ­γή­θη­καν οι ε­λεγ­χό­με­νες συν­θή­κες που θα πα­ρο­μοι­ά­σου­με με «δί­κτυ α­σφα­λεί­ας».
Πρώ­το στοι­χεί­ο ε­λέγ­χου ή­ταν ό­τι οι πα­ρα­στά­σεις ή­ταν εν­τε­ταγ­μέ­νες μέ­σα στα πλαί­σια θρη­σκευ­τι­κών ε­ορ­τών. Το θέ­α­τρο ή­ταν για τους αρ­χαί­ους ι­ε­ρός χώ­ρος. Πλη­σιά­ζει αρ­κε­τά την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η πα­ρο­μοί­ω­ση της δι­δα­σκα­λί­ας των τρα­γω­δι­ών με την πα­ρα­κο­λού­θη­ση «μιας θρη­σκευ­τι­κής τε­λε­τής σε έ­ναν κα­τά­με­στο α­πό κό­σμο κα­θε­δρι­κό να­ό του με­σαί­ω­να».

Έ­να α­κό­μη ή­ταν η ε­πι­τη­δευ­μέ­νη έκ­φρα­ση του λό­γου, αλ­λά και η εμ­φά­νι­ση των υ­πο­κρι­τών και του χο­ρού των πα­ρα­στά­σε­ων. Η χρή­ση προ­σω­πεί­ων και τε­λεί­ως δι­α­φο­ρο­ποι­ημέ­νων α­πό τα κα­θη­με­ρι­νά εν­δυ­μά­των δη­μι­ουρ­γούσε μί­α α­πό­στα­ση α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που ή­ταν που α­πέ­τρε­πε την α­π’ ευ­θεί­ας δι­α­σύν­δε­ση των δι­α­δρα­μα­τι­ζο­μέ­νων συγ­κρού­σε­ων με την κα­θη­με­ρι­νή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Το ί­διο και η μυ­θι­κή θε­μα­το­λο­γί­α. Οι τρα­γω­δι­ο­γρά­φοι δη­μι­ουρ­γούν τους μύ­θους τους αν­τλών­τας υ­λι­κό α­πό την ή­δη υ­πάρ­χου­σα μυ­θο­λο­γι­κή πα­ρά­δο­ση.Με αυ­τόν το τρό­πο τα προ­βλή­μα­τα που πραγ­μα­τεύ­ον­ταν το ε­ξό­ρι­ζαν στο μυ­θι­κό πα­ρελ­θόν, προ­κει­μέ­νου να δι­α­σφα­λι­σθή το status quo. Α­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη εί­ναι η πε­ρί­πτω­ση του έρ­γου Μι­λή­του Ά­λω­σις του Φρυ­νί­χου. Εί­ναι μί­α πα­ρέκ­κλι­ση α­πό αυ­τήν την αρ­χή. Ο ποι­η­τής αν­τί να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει μυ­θο­λο­γι­κό υ­λι­κό για την υ­πό­θε­ση του δρά­μα­τός του, έ­λα­βε το θέ­μα του α­πό σύγ­χρο­νη ι­στο­ρί­α. Το α­πο­τέ­λε­σμα ή­ταν να τι­μω­ρη­θεί και να α­πα­γο­ρευ­θεί το έρ­γο του δι­ό­τι υ­πεν­θύ­μι­σε στους Α­θη­ναί­ους «οι­κεί­α κα­κά». Ή­ταν το πρώ­το μέ­τρο ε­πι­βο­λής λο­γο­κρι­σί­ας στην Ι­στο­ρί­α. Δεν θα πρέ­πει να θε­ω­ρη­θεί συμ­πτω­μα­τι­κό το ό­τι η άν­θη­ση της αρ­χαί­ας ελ­λη­νι­κής τρα­γω­δί­ας που δι­ήρ­κε­σε συ­νο­λι­κά ο­γδόν­τα χρό­νια, ταυ­τί­ζε­ται με την πε­ρί­ο­δο μιας πο­λι­τι­κής αν­θή­σε­ως της αρ­χαί­ας Α­θή­νας. Αν και η πρώ­τη τρα­γω­δί­α εμ­φα­νί­ζε­ται την ε­πο­χή του Πει­σι­στρά­του το 534 π.Χ., η πρώ­τη που δι­α­σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα (ε­πει­δή κρί­θη­κε ως α­ξι­ό­λο­γη ή­δη α­πό την ε­πο­χή ε­κεί­νη) εί­ναι η τρα­γω­δί­α Πέρ­σαι του Αι­σχύ­λου, έρ­γο που το­πο­θε­τεί­ται στο 472 π.Χ., δη­λα­δή λί­γα χρό­νια με­τά την με­γά­λη νί­κη των Α­θη­ναί­ων κα­τά των Περ­σών (το 480 π.Χ.).Στη συ­νέ­χεια η δρα­μα­τι­κή ποί­η­ση α­κμά­ζει πα­ράλ­λη­λα με την δη­μο­κρα­τί­α, μέ­χρι το τέ­λος του 5ου αι­ώ­νος, ο­πό­τε «η ζω­ή της ί­διας της τρα­γω­δί­ας στα­μά­τη­σε την στιγ­μή α­κρι­βώς που χα­νό­ταν το με­γα­λεί­ο της Α­θή­νας».

Ε­πιλο­γος

Κα­θώς δι­α­μορ­φώ­νον­ταν οι πο­λι­τεια­κοί θε­σμοί της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας, δη­μι­ουρ­γή­θη­κε η α­νάγ­κη για την α­πο­φόρ­τι­ση των συ­νει­δη­σια­κών και ι­δε­ο­λο­γι­κών συγ­κρού­σε­ων που δη­μι­ουρ­γούν­ταν στην κοι­νω­νί­α α­πό αυ­τήν την δυ­να­μι­κή. Ο χώ­ρος που γι­νό­ταν αυ­τή η ε­λεγ­χό­με­νη κοι­νω­νι­κή α­πο­φόρ­τι­ση ή­ταν το ατ­τι­κό θέ­α­τρο. Στον χώ­ρο αυ­τό μπο­ρού­σαν και οι ί­διοι οι θε­σμοί να υ­πο­στούν την αυ­το­κρι­τι­κή τους, αλ­λά πάν­το­τε με την πα­ρου­σί­α ε­νός «δι­κτύ­ου α­σφα­λεί­ας» που α­πέ­τρε­πε δυ­σά­ρε­στες ε­ξε­λί­ξεις.  Το θέ­α­τρο εμ­φα­νί­ζε­ται στην Ατ­τι­κή ως έ­νας ι­δι­ό­τυ­πος τρό­πος λα­τρεί­ας ε­νός α­γρί­ου θε­ού, του Δι­ο­νύ­σου. Γι’ αυ­τό και εί­χε ε­ξω­πραγ­μα­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Οι αρ­χαί­οι τρα­γω­δοί με τους ε­πι­τη­δευ­μέ­νους τρό­πους εκ­φρά­σε­ως, τις προ­σω­πί­δες, τα σκη­νι­κά και τις εν­τυ­πω­σια­κές εν­δυ­μα­σί­ες, δη­μι­ουρ­γού­σαν στους θε­α­τές την εν­τύ­πω­ση ό­τι τα δι­α­δρα­μα­τι­ζό­με­να ή­ταν α­λη­θο­φα­νή μεν, αλ­λά ό­χι α­λη­θι­νά. Η άν­τλη­ση της θε­μα­το­λο­γί­ας α­πό την μυ­θο­λο­γί­α τό­νι­ζε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τον χα­ρα­κτή­ρα του ε­ξω­πραγ­μα­τι­κού. Α­κό­μη και το γε­γο­νός ό­τι ό­λες αυ­τές οι δυ­σά­ρε­στες κα­τα­στά­σεις, τα δρά­μα­τα, δια-δρα­μα­τί­ζον­ται εν­τός των πλαι­σί­ων της οι­κο­γε­νεί­ας, α­νή­κουν δη­λα­δή στην σφαί­ρα του ι­δι­ω­τι­κού και ό­χι του δη­μο­σί­ου βί­ου, δη­μι­ουρ­γεί το νο­η­τό δί­κτυ α­σφα­λεί­ας ώ­στε οι ό­ποι­ες κρι­τι­κές να α­να­πτυ­χθούν ε­λεύ­θε­ρα και να ε­κτο­νω­θούν δί­χως να δη­μι­ουρ­γεί­ται έ­ναυ­σμα για κοι­νω­νι­κές ε­κρή­ξεις. Μέ­σα στο α­σφα­λές πε­ρι­βάλ­λον που δη­μι­ουρ­γού­σε αυ­τή η α­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση, μπο­ρού­σε να α­να­πτυ­χθεί ο ε­λεύ­θε­ρος δι­ά­λο­γος και η κρι­τι­κή σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα της κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ζω­ής της δη­μο­κρα­τι­κής Α­θή­νας. Δεν θα α­πεί­χε –λοι­πόν- κα­νείς πο­λύ α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αν χα­ρα­κτή­ρι­ζε το ατ­τι­κό θέ­α­τρο ως το α­λε­ξι­κέ­ραυ­νο της α­θη­να­ϊ­κής δη­μο­κρα­τί­ας.

Oνομασίες των Φυτών μέσα από την Μυθολογία

Αμυγδαλιά-Μυγδαλιά¨- Η ελληνική μυθολογία μας μιλά για μια όμορφη  πριγκίπισσα που ονομαζόταν Φυλλίς, και που ήταν θυγατέρα ενός βασιλιά της  Θράκης. Αυτή ερωτεύτηκε τον γιο του Θησέα τον Δημοφώντα. Ο νέος αυτός  βρέθηκε στα μέρη της καθώς επέστρεφε με το καράβι του από την Τροία και ο  βασιλιάς του έδωσε ένα μέρος του βασιλείου του και την θυγατέρα του για  γυναίκα. Μετά από κάποιο διάστημα ο Δημοφών νοστάλγησε την πατρίδα του  την Αθήνα τόσο πολύ που ζήτησε να πάει εκεί για λίγο διάστημα. Η Φυλλίς  συμφώνησε αφού της υποσχέθηκε ότι θα γύριζε πίσω σύντομα και έτσι εκείνος  μπήκε στο καράβι του και απέπλευσε. Η Φυλλίς έμεινε εγκαταλειμμένη  περιμένοντας τον εκλεκτό της καρδιάς της, στον τόπο της τελετής του γάμου της.  Η Φυλλίς περίμενε για χρόνια την επιστροφή του, αλλά τελικά πέθανε από  μαρασμό. Οι θεοί, από οίκτο, μεταμόρφωσαν την Φυλλίδα σε δέντρο, σε  αμυγδαλιά, η οποία έγινε σύμβολο της ελπίδας. Όταν ο περιπλανώμενος, γεμάτος  τύψεις, Δημοφών επέστρεψε, βρήκε τη Φυλλίδα σαν ένα γυμνό δέντρο χωρίς  φύλλα και άνθη. Απελπισμένος αγκάλιασε το δέντρο, το οποίο ξαφνικά  πλημμύρισε από λουλούδια, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν μπορεί να νικηθεί από το  θάνατο.


Αγαύη-Αμάραντος, Αθάνατος- Η λέξη αγαύη σημαίνει θαυμαστή ή ευγενικής καταγωγής.Το φυτό της Αγαύης ήρθε στην Ελλάδα από το Μεξικό.Ωστόσο το όνομά του είναι ελληνικό και πιθανώς του αποδόθηκε επειδή η  Ελληνίδα Αγαύη ήταν μια από τις δευτερεύουσες θεές του φεγγαριού, και αυτό  σήμαινε πως ότι ήταν μια όψη της αρχαίας Μητέρας γης της Μεσογείου που  θυμίζει το έδαφος του Jalisco του Μεξικό.Η Αγαύη ήταν κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου και αδερφή της Σεμέλης της  μητέρας του Διόνυσου. Όταν η Σεμέλη κεραυνοβολήθηκε από τον Δία τον εραστή  της, η Αγαύη διέδωσε πως ο Δίας τιμώρησε την αδερφή της γιατί τον συκοφάντησε.Αργότερα ο Διόνυσος εκδικήθηκε για την μητέρα του και επέβαλε βαριά τιμωρία  στην Αγαύη. Όταν ο Διόνυσος επέστρεψε στη Θήβα, όπου βασίλευε τότε ο  Πενθέας ο γιος της Αγαύης, διέταξε όλες τις γυναίκες της πόλης να πάνε στο  βουνό Κιθαιρώνα, για να τελέσουν τα μυστήριά του. Ο Πενθέας που δεν  συμφωνούσε με την εισαγωγή της λατρείας, προσπάθησε να κατασκοπεύσει τις  Βάκχες. Η μητέρα του τον αντιλήφθηκε, τον πήρε για άγριο ζώο και μέσα στην  μανία της τον κατασπάραξε διαμελίζοντάς τον.

Ανεμώνη-Ανεμολούλουδο -
Το όνομα του λουλουδιού συνδέεται με τον αρχαίο  ερωτικό μύθο του Άδωνη και της Αφροδίτης. Ο μύθος είναι πολύ γνωστός.  Ενέπνευσε μάλιστα και μεγάλους ποιητές όπως ο Οβίδιος και αρκετά αργότερα ο  Σαίξπηρ να γράψουν ύμνους σ' αυτόν τον έρωτα. Σύμφωνα με το μύθο ο Άδωνης  βγήκε για κυνήγι στο δάσος.Εκεί όμως τον παραφύλαγε ο θεός Άρης ο προηγούμενος εραστής της Αφροδίτης  που ζήλευε τον Άδωνη αφού η Αφροδίτη τον παράτησε για τα μάτια του ωραίου  νέου.Ο Άρης μεταμορφώθηκε σε άγριο κάπρο, επιτέθηκε στον Άδωνη και τον πλήγωσε  θανάσιμα. Η Αφροδίτη άκουσε τα βογκητά του Άδωνη και έσπευσε να τον βρει.Όμως ήταν πια αργά. Απαρηγόρητη η Αφροδίτη πήρε στην αγκαλιά της το  άψυχο σώμα του αγαπημένου της και όπως λέγεται ράντισε με νέκταρ την πληγή.Από το μείγμα που έκαναν το νέκταρ με το αίμα ξεπήδησε ένα όμορφο λουλούδι.  Μόνο που η ζωή αυτού του λουλουδιού κρατάει λίγο. Όταν ο άνεμος φυσάει κάνει  τα μπουμπούκια του φυτού να ανθίσουν και ύστερα ένα άλλο ανεμοφύσημα  παρασέρνει τα πέταλα μακριά.Έτσι το λουλούδι αυτό ονομάστηκε ανεμώνη ή ανεμολούλουδο επειδή ο άνεμος  βοηθάει την ανθοφορία του αλλά και την παρακμή του. Θα ήταν παράληψη αν  δεν αναφέραμε ότι υπάρχει και λουλούδι με το όνομα Άδωνης το οποίο μάλιστα  έχει και φαρμακευτικές ιδιότητες.


Άδωνης- Αγριοπαπαρούνα - Το λουλούδι που αναφέρει ο μύθος είναι η γνωστή σε  όλους μας παπαρούνα των λιβαδιών με το υπέροχο κόκκινο χρώμα (Το αίμα του  Άδωνη).
Στις πομπές στα Ελευσίνια Μυστήρια,στόλιζαν τα αγάλματα της θεάς με άνθη παπαρούνας.Οι αρχαίοι γνώριζαν καλά τις υπνωτικές και ναρκωτικές ιδιότητες του φυτού.Οι γιοί του Άδη Ύπνος και Θάνατος κατούσαν παπαρούνες στα χέρια τους.



Ίρις-Ίριδα - Αυτή η πληροφορία δεν είναι ακριβώς ένας μύθος αλλά  έχει συμβολικό περιεχόμενο.Το λουλούδι Ίρις πήρε το όνομα του από την αρχαία θεά Ίριδα, την θεά του  ουράνιου τόξου. Η Ίρις ήταν επίσης και αγγελιοφόρος των θεών κυρίως του Δία  και της Ήρας. Μετέφερε μηνύματα από το "μάτι του ουρανού" στη γη με την  καμπύλη του ουράνιου τόξου.Η λέξη ίρις σημαίνει "μάτι του ουρανού" .Ήταν το όνομα πού δόθηκε στη θεά , στο λουλούδι και στην κόρη των ματιών  μας. Αυτό σημαίνει ότι καθένας από μας κουβαλάει μαζί του ένα κομμάτι  ουρανού.



Υάκινθος-Υάκινθος Ζουμπούλι - Ο Υάκινθος ήταν ένας όμορφος νέος από τη  Σπάρτη. Ο Υάκινθος ήταν σύντροφος του Απόλλωνα, θεού του ήλιου και του  Ζέφυρου, θεού του ανέμου.Οι δύο θεοί συναγωνίζονταν ποιος θα κερδίσει την εύνοια του όμορφου νέου.Μια μέρα καθώς ο Απόλλωνας μάθαινε στο Υάκινθο δισκοβολία, του ξέφυγε ο  δίσκος και χτύπησε τον άτυχο νέο σκοτώνοντάς τον.Από το αίμα του νέου ο Απόλλωνας έπλασε ένα λουλούδι που στο άνθισμά του  κάθε του πέταλο έμοιαζε να έχει γραφτεί μια θρηνητική κραυγή ("ΑΙ" δηλαδή γοή  στην αρχαιοελληνική γλώσσα).Μια άλλη εκδοχή ειναι οτι οταν ο Ζέφυρος ζηλεύοντας επειδή ο νεαρός προτιμούσε την παρέα του Απόλλωνα  φύσηξε πάνω στο δίσκο κατευθύνοντας τον να χτυπήσει τον Υάκινθο. Η αλήθεια  είναι πως ο υάκινθος του μύθου δεν ήταν πιθανά το γνωστό μας σήμερα λουλούδι,  γατί το είδος δεν είναι ενδημικό της Ελλάδας.Στην πραγματικότητα, ο μύθος μπορεί να μην είναι καν η σωστή πηγή της λέξης  "υάκινθος". Ίχνη της λέξης συναντιόνται στην βαθιά αρχαιότητα σε μια μη  Ελληνική διάλεκτο που ομιλιούνταν πριν από 4000 περίπου χρόνια, την  "θρακοπελασγιακή".



Νάρκισσος-Νάρκισσος
- Ο πιο κατάλληλος τρόπος να αποδώσει κανείς την  ομορφιά του λουλουδιού νάρκισσος είναι αυτός ο αρχαιοελληνικός μύθος. Ο  Νάρκισσος ήταν ένας εξαιρετικά όμορφος νέος. Η μητέρα του, του είχε πει ότι θα  παραμείνει έτσι σ΄ όλη του τη ζωή αν δεν δίνει σημασία στην ομορφιά του. Ο  Νάρκισσος αποφάσισε να δει την αντανάκλασή του στα νερά μιας πηγής.  Γοητεύτηκε τόσο από την ομορφιά του πού έμεινε εκεί ακίνητος θαυμάζοντας τον  εαυτό του μέχρι που μαράζωσε και πέθανε στις όχθες της πηγής. Σύμφωνα με μια  άλλη εκδοχή, νόμισε πως η αντανάκλαση του ήταν η νύμφη που έμενε εκεί. Πήδησε στο νερό για να την πιάσει και πνίγηκε.Το λουλούδι νάρκισσος φύτρωσε σε εκείνο το σημείο.



Κρόκος-Ζαφορά
- Ο Κρόκος ήταν φίλος του θεού Ερμή. Μια μέρα και  ενώ οι δύο φίλοι έπαιζαν, ο Ερμής χτύπησε κατά λάθος τον Κρόκο στο κεφάλι και  τον σκότωσε. Στον τόπο του συμβάντος φύτρωσε ένα λουλούδι. Τρεις σταγόνες  από το αίμα του άτυχου νέου που έπεσαν στο κέντρο του λουλουδιού έδωσαν τα  στίγματα του φυτού που από τότε πήρε το όνομα κρόκος. Σύμφωνα με μια άλλη  εκδοχή ο Κρόκος ήταν ένας νεαρός, που εξαιτίας ενός άτυχου έρωτα για τη Νύμφη  Σμίλακα μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο φυτό. Ταυτόχρονα η Σμίλαξ έγινε το  ομώνυμο αναρριχητικό φυτό(Σμίλαξ Ασπίρα-Ουρβιά).



Δάφνη-Δάφνη του Απόλλωνα
- Η Δάφνη ήταν μια νεαρή όμορφη νύμφη κόρη του ποτάμιου θεού Πηνειού.Ήταν κυνηγός και είχε αφιερώσει τη ζωή της στην Άρτεμη τη θεά του κυνηγιού.Όπως η θεά έτσι και αυτή αρνιόταν να παντρευτεί. Την περιτριγύριζαν πολλοί  θαυμαστές αλλά αυτή τους απέρριπτε όλους, ακόμα και τον ισχυρό γιο του Δία  τον Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας ερωτεύθηκε την Δάφνη και όταν αυτή αρνήθηκε  τις προτάσεις του την κυνήγησε ανάμεσα στα δέντρα.Η Δάφνη φοβήθηκε και προσευχήθηκε στον πατέρα της να την βοηθήσει. Τότε λοιπόν ο πατέρας της είπε ότι θα την προστάτευε μεταμορφώνοντάς την σε  δέντρο που θα ρίζωνε στην όχθη του ποταμού του, (την γνωστή μας δάφνη).Όταν ο Απόλλωνας ήρθε ψάχνοντας τη Δάφνη ο πατέρας της του είπε ότι μεταμορφώθηκε σε δέντρο. Ο Απόλλωνας τότε έκοψε μερικά κλαδιά και έπλεξε  ένα στεφάνι σε ανάμνηση της ομορφιάς της και του έρωτά του για αυτήν.Ο Απόλλωνας έκανε τη δάφνη ιερό του φυτό. Καθιέρωσε την απονομή δάφνινου  στεφανιού στους πρωταθλητές και σε όσους υπερείχαν σε διάφορα επίπεδα. Στους  αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες όλοι οι νικητές στεφανώνονταν με δάφνινο  στεφάνι.



Τριαντάφυλλο-Ρόδο
- Στην Ελληνική μυθολογία το τριαντάφυλλο  δημιουργήθηκε από την θεά των λουλουδιών και της βλάστησης την Χλωρίδα.  Αυτή μια μέρα βρήκε το άψυχο σώμα μιας νύμφης στο δάσος και το μεταμόρφωσε  σε λουλούδι.Κάλεσε τότε την Αφροδίτη τη θεά της αγάπης και το Διόνυσο το θεό του κρασιού.Η Αφροδίτη χάρισε στο λουλούδι ομορφιά και ο Διόνυσος πρόσθεσε νέκταρ για να  του δώσει γλυκιά ευωδιά.Ο Ζέφυρος ο θεός του ανέμου φύσηξε μακριά τα σύννεφα και έτσι ο Απόλλωνας ο  θεός του Ήλιου μπόρεσε να λάμψει και να κάνει το λουλούδι να ανθίσει.Έτσι το τριαντάφυλλο δημιουργήθηκε και στέφθηκε "Βασιλιάς των  λουλουδιών".



Παιώνια-Φυτό της θεραπείας - Η παιώνια πήρε το όνομα της από τον Παίωνα ή Παιάνα  που φαίνεται ότι ήταν μια θεότητα της θεραπείας αφού είχε θεραπεύσει τον Άδη  και τον Άρη από τραύματα.Ο μύθος που έχει σχέση με το λουλούδι λέει πως ο Παίων ήταν μαθητής του Ασκληπιού, του θεού της υγείας και της ιατρικής. Κάποτε, η Λητώ (μητέρα του Απόλλωνα και θεά της γονιμότητας), του δίδαξε πως  να αποκτήσει μια μαγική ρίζα που φύτρωνε στον Όλυμπο η οποία απάλυνε τον  πόνο των γυναικών κατά τον τοκετό. Ο Ασκληπιός ζήλεψε και αποπειράθηκε να σκοτώσει το μαθητή του. Ο Δίας έσωσε τον Παίωνα από την οργή του Ασκληπιού μεταμορφώνοντάς τον στο λουλούδι της παιώνιας. Οι σπόροι της παιώνιας χρησιμοποιούνταν για τις έγκυες γυναίκες στην  αρχαιότητα.


Αχιλλέα-Χιλιολούλουδο- Πήρε το όνομά της από τον ομηρικό ηρώα Αχιλλέα, ο  οποίος όπως λέγεται έδινε αυτό το φυτό στους στρατιώτες του, τους θρυλικούς  Μυρμιδόνες για να τους βοηθήσει να σταματήσουν το αίμα που έτρεχε από τις  πληγές τους κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου. Νεότερες δοκιμές στο φυτό απέδειξαν ότι περιέχει χημικά συστατικά που το  κάνουν χρήσιμο ως αιμοστατικό.

Kυπαρίσσι-Κυπάρισσος - Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση ο Κυπάρισσος  ήταν ένας όμορφος νέος από την Κέα, γιος του Τήλεφου και εγγονός του Ηρακλή.  Ήταν αγαπημένος του Απόλλωνα αλλά και του Ζέφυρου. Αγαπημένο του  σύντροφο είχε ένα εξημερωμένο ιερό ελάφι. Αλλά κάποια καλοκαιρινή μέρα ενώ  το ελάφι κοιμόταν ξαπλωμένο στον ίσκιο, ο Κυπάρισσος το σκότωσε από  απροσεξία με ένα ακόντιο.Ο νέος γεμάτος απελπισία, θέλησε να πεθάνει. Ζήτησε από τον ουρανό τη χάρη  να κυλούν τα δάκρυα του αιώνια. Οι θεοί τον μετέτρεψαν σε κυπαρίσσι, το δέντρο  της θλίψης.Από τότε το κυπαρίσσι θεωρείται σαν πένθιμο δέντρο και φυτεύεται μέχρι σήμερα  στα νεκροταφεία.


Ορχιδέα-Όρχις
- Στην ελληνική μυθολογία, ο Όρχις ήταν γιος μιας  νύμφης και ενός σάτυρου.Κατά την διάρκεια των εορτών προς τιμή του Βάκχου, διέπραξε ιεροσυλία,  επιχειρώντας να βιάσει μια ιέρεια. Η τιμωρία του ήταν να κατασπαραχθεί από  άγρια θηρία και να μεταμορφωθεί σε ένα αδύνατο και σεμνό φυτό.Ο Θεόφραστος ήταν ο πρώτος από τους αρχαίους συγγραφείς που αναφέρθηκε  στις ορχιδέες. Ήταν αυτός που τους έδωσε την ονομασία Όρχις επιστημονικά,  ορμώμενος από τον μύθο του Όρχι και αντανακλώντας την ομοιότητά της  διπλοκόνδυλης ρίζας τους με τα ανδρικά γεννητικά όργανα, αυτά που ήταν αιτία  της περιπέτειας του γέρου Όρχι. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι μπορούσαν να  ελέγξουν το φύλο των αγέννητων παιδιών τους τρώγοντας κονδύλους ορχιδέας.Αν ο πατέρας έτρωγε μεγάλους νεαρούς κονδύλους το παιδί θα ήταν αρσενικό, αν  μητέρα έτρωγε μικρούς κονδύλους το παιδί θα γεννιόταν θυληκό.

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Μαίανδρος το Αρχαιότερο Ελληνικό σύμβολο

Το αρχαιότερο ελληνικό σύμβολο ο Μαίανδρος αποτελεί σύμβολο Νίκης και Ενότητας, σύμβολο του Άπειρου και της Αιώνιας Ζωής, αλλά και της αέναης πορείας μας μέσα στον κόσμο. Εμπνευσμένος, κατά την άποψη κάποιων ακαδημαϊκών, από τις πολυάριθμες στροφές του ποταμού Μαιάνδρου, ο οποίος έχει συνολικό μήκος πάνω από 500 χιλιόμετρα, θα αποτελέσει ένα από τα ιστορικότερα σύμβολα του Ελληνικού Κόσμου και θα ονομαστεί και Ελληνικό Κλειδί, καθώς δηλώνει την ελληνική καταγωγή όλων των πραγμάτων που τον φέρουν πάνω τους.Μπορεί σαν σύμβολο να χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην διακόσμηση, ουσιαστικά όμως είναι σφραγίδα Ελληνική, καθώς τα περισσότερα αρχαία ελληνικά αντικείμενα φέρουν το σχέδιο του Μαιάνδρου. Σαν σχήμα δεν θα λείψει ούτε και από την Ακρόπολη. Μπορεί να είναι γέννημα των προϊστορικών χρόνων, ωστόσο θα αναγεννηθεί και θα πάρει την κύρια, αλλά όχι και μοναδική μορφή του κατά τους Γεωμετρικούς Χρόνους. Σύμβολο όλων των Ελλήνων ο Μαίανδρος, καθώς θα χρησιμοποιηθεί σε αγγεία, ναούς, μνημεία, γλυπτά, αντικείμενα, πολεμικά όπλα και πανοπλίες, ενδύματα σε όλα τα μήκη και πλάτη του Ελληνικού Κόσμου. Το ίδιο σχήμα υπάρχει και στην περίφημη ασπίδα του Φιλίππου του Β’. Μέσω της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εμφανίζεται και στον Βυζαντινό Πολιτισμό. Αποτελεί λοιπόν ο Μαίανδρος ένα από τα κορυφαία Ελληνικά σύμβολα, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στις σπουδαιότερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας.

Η αίσθηση του άπειρου, του ατελείωτου αφ΄ ενός, αλλά και της ακρίβειας και ολοκλήρωσης αφ΄ ετέρου, χαρακτηρίζουν τον ελληνικό πολιτισμό. Ήδη από την κλασσική αρχαιότητα ο μαίανδρος εκπροσώπησε την εικαστική έκφραση της πεμπτουσίας της αρχαίας ελληνικής σκέψης – αρμονική ταύτιση των αντιθέτων στον ανώτερο δυνατό βαθμό. Στην αρχαιότητα το σύμβολα αυτό απεικόνιζε την ατελείωτη ροή του χρόνου και το ολοκληρώσιμο των επαναλαμβανόμενων χρονικών κύκλων. Το νερό ως πηγή ζωής και ο αναπόφευκτος μαρασμός, ο θάνατος, που ταυτόχρονα αποτελεί και γέννημα μίας καινούριας αρχής. Οι αινιγματικές και άγνωστες περιπέτειες της μοίρας και η κίνηση προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, από το σημείο γέννησης και εκκίνησης προς τους ευρείς ορίζοντες του αγνώστου – παραλληλισμός με την πορεία του ελληνισμού σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην μυθική επιλογή του Ηρακλή, μαιάνδριο σχήμα είχε ο δύσκολος δρόμος της Αρετής (σε αντίθεση με της Κακίας, που ήταν ευθεία), με τους μαιάνδρους να συμβολίζουν τις δομημένες δυσκολίες της ζωής, που καλείται να ξεπεράσει οξύνοντας το πνεύμα του ο άνθρωπος για να πλησιάσει το ιδανικό.Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο μαίανδρος αποτελεί ευρύτερα διαδεδομένο σύμβολο, τόσο από γεωγραφικής όσο και από χρονολογικής άποψης, που ανιχνεύεται όπου έχει εμφανιστεί ευρωπαϊκού τύπου Πολιτισμός.

Παρουσιάζεται στην πλειονότητα αρχαίων έργων τέχνης, σε αγγεία, οικοδομήματα, επιγραφές. Ο μαίανδρος (ή αλλιώς Ελληνικό κλειδί) ήταν και είναι το σύμβολο της αιώνιας ζωής και του αέναου περάσματός μας πάνω σε αυτό τον κόσμο. Η σημαντικότερη παρουσία του μαίανδρου είναι αυτή στο γενετικό υλικό (μαίανδρος-σπείρα).Με το όρο μαίανδρος ή ελληνική κλείδα εννοείται στην αρχιτεκτονική και την αρχαιολογία η ταινιωτή διακόσμηση -σύνθεση ευθειών- που ενώνονται μεταξύ τους σε ορθές γωνίες ή τέμνονται διαγώνια. Το μαιανδρικό μοτίβο, σεδιάφορες παραλλαγές του, χρησιμοποιείτο συχνά κατά την αρχαιότητα για τη διακόσμηση της ζωφόρου των ναών. Παραλλαγή του είναι ο μαίανδρος που χρησιμοποιεί σπειροειδή επαναλαμβανόμενα μοτίβα  και η βιτρούβια έλιξ (γλωσσίδα), ένα επαναλαμβανόμενο καμπυλόγραμμο κυματοειδές μοτίβο.Τα αρχαιότερα μνημεία, πάνω στα οποία κατ’ αρχάς συναντάται αυτό το γραμμικό κόσμημα, είναι πολλοί τάφοι στην Μικρά Ασία και μάλιστα ο λεγόμενος τάφος του Μίδα στη Φρυγία, του οποίου η λίθινη πρόσοψη είναι πλήρως διακοσμημένη από μαιάνδρους. Επίσης συναντάται πάνω σε αγγεία της γεωμετρικής εποχής, όπου φαίνεται ότι είναι εξέλιξη της συνεχόμενης σπείρας των μυκηναϊκών χρόνων. Χαρακτηριστικά δείγματα αυτού του θέματος κατά την εν λόγω εποχή παρέχουν τα λεγόμενα αγγεία του Διπύλου, που βρίσκονται εκτεθειμένα στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας. Ο μαίανδρος, ο οποίος παρουσιάζεται πάνω σε αυτά τα αγγεία, αρχικά είχε τη μορφή απλής θλαστής γραμμής, της οποίας τα τμήματα διευθύνονται οριζοντίως και καθέτως εναλλάξ. Κατά την ελληνιστική περίοδο αυτός ο τύπος γίνεται πολυπλοκότερος, η θλαστή γραμμή διπλασιάστηκε και πληρώθηκαν τα σχηματιζόμενα τετράγωνα που σχηματίζονταν μεταξύ των γραμμών από στιγμές ή σταυρούς ή άλλα παρεμφερή θέματα. Η χρήση όμως αυτού του γραμμικού σχήματος γίνεται όχι μόνο για την διακόσμηση των αγγείων, αλλά και των ναών και των ενδυμάτων. 

Στους ναούς κοσμούνταν από μαίανδρο, συνήθως έγχρωμο, τα επιστύλια, τα ακρωτήρια και τα φατνώματα της οροφής και οι κίονες, στα ενδύματα δε οι παρυφές. Ωραίο παράδειγμα μαιάνδρου πάνω σε ενδύματα παρέχουν οι κόρες της Ακροπόλεως. Τα αρχαϊκά πώρινα και μαρμάρινα γυναικεία αγάλματα που βρίσκονται στο μουσείο της Ακροπόλεως. Ο πέπλος, τον οποίο φέρουν οι μορφές αυτές, διακοσμούνταν κατά τις παρυφές με άλλα χρωματιστά κοσμήματα (σταυρούς, ρόδακες, άνθη) και με μαιάνδρους. Το γεωμετρικό αυτό σχήμα διατηρήθηκε και κατά την αλεξανδρινή εποχή και μεταδόθηκε και στην Ιταλία. Χαρακτηριστικό πρώϊμου μαίανδρου παρουσιάζουν πολλά αγγεία που βρέθηκαν στην Villanova, πάνω στα οποία ο μαίανδρος είναι ακόμα απλός και βαρύς, στερούμενος την ωραιότητα που χαρακτηρίζει τον διπλό μαίανδρο (γνωστό σήμερα ως σβάστικα) της ελληνικής τέχνης.


Η χειρώνειος ή μαιάνδριος λαβή

Ένας θνητός που νίκησε μια θεά και την παντρεύτηκε είναι ο βασιλιάς της Φθίας ο Πηλέας. Κάποτε στο φως του φεγγαριού είδε μια πανώρια θεά να χορεύει μαζί με τις κόρες των νερών (Νηριήδες: κατοπινές νεράιδες). Ήταν η θεά Θέτιδα που η προφητεία του Προμηθέα την ανάγκαζε να παντρευτεί θνητό, ώστε να μη γεννηθεί αυτός που θα ανέτρεπε τον παντοδύναμο Δία. Ο Πηλέας τυρανιόταν απ’ τη θεϊκή ομορφιά, αλλά πως μπορούσε αυτός θνητός ν’ αποκτήσει τη Θέτιδα που ήταν μια θεά; Ρώτησε όμως γι’ αυτό τον σοφότατο Χείρωνα που κατοικούσε ψηλά στο Πήλιο. «Εκείνος τον ορμήνεψε στο ίδιο μέρος σαν τη δει, τη νύχτα να χορεύει, να την αρπάξει όσο γίνεται σφιχτά στην αγκαλιά του». Να μην αφήνει τη λαβή όσο εκείνη κι αν άλλαζε μορφές: «κι ας γίνει φίδι, λιοντάρι ή φωτιά, νερό για να ξεφύγει». Ο Πηλέας στο πάθος του για τη θεά ξεπέρασε και νίκησε καρτερικά όλες τις θυμωμένες μεταμορφώσεις της, κρατώντας την με μια λαβή σφιχτά στην αγκαλιά του.Το υπέροχο αυτό θέμα απεικονίζεται έξοχα στο εσωτερικό ερυθρόμορφης κύλικας 101 του 500 π.Χ, που τώρα βρίσκεται στο μουσείο του Δυτικού Βερολίνου. Η έξοχη αυτή απεικόνιση παρουσιάζει τον Πηλέα, να αψηφά τα φίδια της θεϊκής μεταμόρφωσης που τον δαγκώνουν παντού, καθώς και το λιοντάρι που ωρύεται γαντζωμένο στην πλάτη του. Ο Πηλέας νικά την πεντάμορφη θεά χρησιμοποιώντας τη “Χειρώνιο λαβή”, τον μαίανδρο, το διάσημο αρχαιοελληνικό σύμβολο.Η χειρώνειος λαβή έμεινε στην ιστορία και χρησιμοποιείται ακόμα στο άθλημα της πάλης για να δέσει ο ένας αντίπαλος τον άλλο.

Τα λεξικά πράγματι επιμένουν στη στερεότυπη άποψη, πως μαίανδρος είναι “το διακοσμητικό σχήμα που υπενθυμίζει τους ελιγμούς του ποταμού της Καρίας Μαίανδρου, όπου πρωτοευρέθη και εκ του οποίου έλαβε το όνομα”. Μπορεί να πήρε το όνομα απ’ τον ποταμό πλησίον του οποίου πρωτοευρέθη, αλλά είναι ολότελα ανόητο να πιστεύουμε ότι τα απανταχού της γης ελληνοπρεπή αυτά ευρήματα απεικονίζουν με πάθος τις χάρες και τους “ελιγμούς” ενός άγνωστου εν πολλοίς ποταμού.Απ’ το πλήθος των αρχαιοελληνικών αγγειογραφικών αναπαραστάσεων σαφώς διαφαίνεται ότι η λαβή αυτή, η χειρώνιος λαβή ή χειρώνιο πλέγμα ή όπως αλλιώς κι αν αποκαλείτο η συγκεκριμένη αυτή λαβή στο παρελθόν, αποτελούσε το ιδιαίτερο ίσως και ιεροπρεπές έμβλημα των θεομάχων Ελλήνων ηρώωνΤην “μαιάνδριο λαβή” όπως δικαίως πλέον θα την αποκαλούμε, τη χρησιμοποιεί κατ’ επανάληψη ο κατ’ εξοχήν θεομάχος Ηρακλής, όπως φαίνεται ξεκάθαρα απ’ την αριστουργηματική απεικόνιση της πάλης του Ηρακλή με τον Τρίτωνα σε αγγειογραφία του 550 Π.χ. όπου βλέπουμε τον Τρίτωνα να πασχίζει μάταια ν’ ανοίξει τα κλειδωμένα με την μαιάνδριο λαβή δάχτυλα του ανίκητου ήρωα, μπροστά από το στήθος του.Την ολοφάνερη σχέση διακοσμητικού μαιάνδρου και μαιάνδριας λαβής μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει στο σύμπλεγμα Πηλέα και Θέτιδας όπου η αξία της εν λόγω λαβής στο κέντρο της παράστασης υπερτονίζεται στεφανωμένη ολόγυρα απ’ τον σχηματοποιημένο πλέον μαιάνδριο συμβολισμό. Επίσης δεν πρέπει να είναι τυχαίο ότι πλήθος αγγειογραφιών που υπαινίσσονται θεϊκή ήττα, στεφανώνονται συχνά από μαίανδρο.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι δεν είναι καθόλου τυχαία η ευρύτατη διάδοση κατά την αρχαιότητα του παραπάνω μαιανδρικού συμβολισμού. Αποτελούσε ένα διαχρονικό δώρο των μυθολογικών χρόνων, στους κλασικούς και νεότερους χρόνους των μεσογειακών απογόνων του Έλληνα. Μια γραμμική παραγγελία των προγόνων μας, για μάχη ενάντια στο αδύνατο.Μια υπέροχη σχηματική υπενθύμιση ότι στα δύο σου χέρια κρατάς το μυστικό της νίκης κι αν μόνο τα δικά σου δεν επαρκούν, τότε ένωσέ τα με άλλους σ’ ένα αρμονικό αδιάσπαστο σύνολο ελληνοπρεπούς, νικηφόρας, μαιανδρικής αλυσίδας.

H Ομηρική γεωγραφία και οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα

Τα προβλήματα που παρουσιάζει η Ομηρική γεωγραφία και ιδιαίτερα οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα, είχαν απασχολήσει τους μελετητές και τους ιστορικούς ήδη από την αρχαιότητα. Με αφετηρία τα ταξίδια που περιγράφονται στην Οδύσσεια αναπτύχθηκαν δύο κύριοι άξονες.Από την μια πλευρά είχαμε όσους υποστήριζαν ότι οι τόποι που επισκέφτηκε ο Οδυσσέας μπορούν να ταυτιστούν με συγκεκριμένα σημεία στο χάρτη ( είτε στη λεκάνη της Μεσογείου ή πέρα από τα Στενά του Γιβραλτάρ στον Ατλαντικό Ωκεανό) ενώ από την άλλη είχαμε όσους με σκεπτικισμό τοποθετούσαν τις περιπέτειες του Οδυσσέα στη σφαίρα του φανταστικού.Οι θεωρίες αυτές επηρέασαν και τη σύγχρονη έρευνα.Παλιότεροι μελετητές όπως ο Berard, υποστήριξαν ότι οι περιοχές που ταξίδεψε ο Οδυσσέας είναι αληθινές, ενώ νεότεροι όπως ο Luce, υιοθετώντας τον σκεπτικισμό του Ερατοσθένη, υποστηρίζουν πως κατά κύριο λόγο τα ταξίδια του Οδυσσέα ήταν φανταστικά, χωρίς να παραβλέπουν όμως την πρόθεση του Ομήρου να τους προσθέσει μια αληθοφανή χωροχρονική διάσταση. Η μελέτη της Οδύσσειας, εκτός από γεωγραφικά προβλήματα, θέτει παράλληλα και ένα επιπλέον σημαντικό ζήτημα. Αυτό δεν είναι άλλο από τον συμβολισμό που κρύβεται πίσω από τα ταξίδια του Οδυσσέα και εν γένει του έπους.
 
Το Ταξίδι του Οδυσσέα

Ο πρώτος σταθμός του Οδυσσέα μετά την αναχώρησή του από την Τροία είναι η χώρα των Κικόνων. Οι Κίκονες, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι των Τρώων, κατοικούσαν στη Θράκη και συγκεκριμένα στη περιοχή του Έβρου. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του συγκρούστηκαν με τους Κίκονες και με πολλές απώλειες έπλευσαν νότια προς το ακρωτήριο Μαλέα και κατόπιν νότια–νοτιοδυτικά της Κρήτης. Αυτό είναι και το τελευταίο σημείο του ταξιδιού του, το οποίο μπορούμε να ταυτίσουμε με σχετική ακρίβεια στο χάρτη. Από εδώ, και μέχρι να φτάσει στη Σχερία και κατόπιν στην Ιθάκη, ξεκινάει μια ατελείωτη περιπέτεια του Οδυσσέα στον κόσμο του φανταστικού. Μέσα από τις περιπλανήσεις του θα γνωρίσει νέους λαούς, νέους τόπους, θεούς και μυθικά τέρατα. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπάρχουν ιστορικά στοιχεία μέσα στο έπος, τα οποία πρέπει να αντλήσουμε προσεκτικά, για να τα χρησιμοποιήσουμε πλέον ως ιστορικά δεδομένα. Είναι δύσκολο, όμως, διαβάζοντας την Οδύσσεια, να μην υποκύψει κάποιος στην αφηγηματική δεινότητα του Ομήρου και παράλληλα να μείνει ανεπηρέαστος από τις πειστικές περιγραφές του ώστε να ανακαλύψει ποια στοιχεία είναι αληθινά και ποια όχι. Σημαντικό είναι επίσης, να προσέξουμε πώς χρησιμοποιείται από τον Όμηρο το μοτίβο των εννέα ημερών. Σε αρκετές περιπτώσεις ο χρόνος που χρειάστηκε ο Οδυσσέας για να ταξιδέψει από ένα μέρος σε κάποιο άλλο είναι ακριβώς εννέα ημέρες. Είναι αυτονόητο εδώ πως ο χρόνος πλέον θα έχει συμβολιστικό χαρακτήρα και όχι τόσο πρακτικό.

Μετά από εννέα μέρες, λοιπόν, ο Οδυσσέας φτάνει στη χώρα των Λωτοφάγων, την οποία με κάποια επιφύλαξη μπορούμε να την τοποθετήσουμε στη Β. Αφρική (μάλλον στη σημερινή Λιβύη, όπου έχουμε πληροφορίες από αρχαίους συγγραφείς όπως ο Ηρόδοτος και ο Πολύβιος ότι υπήρχαν περιοχές εκεί που φύτρωναν Λωτοί). Επόμενος σταθμός οι Κύκλωπες, όπου οι πληροφορίες που αντλούμε από το έπος δεν επαρκούν για να ταυτίσουμε το νησί τους με κάποιο συγκεκριμένο φυσικό τόπο, καθώς δε δίνεται ούτε ο χρόνος ούτε η κατεύθυνση που ακολούθησε ο Οδυσσέας. Ο Όμηρος λέγει ότι πρόκειται για ένα πολύ εύφορο νησί (Οδύσσεια 9, 116 – 124). Ο πρωτόγονος τρόπος ζωής των κατοίκων του, όπως περιγράφεται, θα μπορούσε να παραλληλιστεί με εκείνο λαών της Κεντρικής και νότιας Ιταλίας, έτσι όπως αναγνωρίζεται μέσα από τις παραδόσεις των Μυκηναίων που πρωτοταξίδεψαν εκεί ήδη από το 1500 Π.Κ.Ε.

Ο Όμηρος ήταν εξοικειωμένος με τις περιγραφές των πρώτων ταξιδιών των Μυκηναίων και σε συνδυασμό με τα σχεδόν σύγχρονα του μεταναστευτικά ταξίδια προς τη Δύση εμπνεύστηκε για να ολοκληρώσει το έπος. Στη συνέχεια ο Οδυσσέας φτάνει στο πλωτό (όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Όμηρος, Οδ. 10,4) νησί του Αιόλου –τόπο έκ των πραγμάτων φανταστικό, παρά τη προσπάθεια του Ομήρου να προσδώσει στον Αίολο και την πόλη του ανθρώπινη υπόσταση– από όπου με τη βοήθεια του θεού των ανέμων φεύγει για την Ιθάκη. Μετά από εννέα μερόνυχτα ταξιδιού ο Οδυσσέας την δέκατη μέρα αντικρίζει την Ιθάκη. Η γνωστή απρονοησία των συντρόφων του, όμως, θα τον ξαναστείλει πίσω στο νησί του Αιόλου. Διωγμένος με άσχημο τρόπο πλέον από εκεί, θα πλεύσει έξι μέρες και έξι νύχτες, μέχρι να βρεθεί στη χώρα των Λαιστρυγόνων, εκεί που όπως λέει και ο Όμηρος οι δρόμοι της νύχτας και της μέρας συνοδεύουν (Οδ. 10,80). Οι βαρβαρικές φυλές που συνάντησαν εκεί, ώθησαν τους ερευνητές να την τοποθετήσουν στη ΒΑ Σικελία ή στην Κορσική. Όμως, το φυσικό φαινόμενο που αναφέρει ο Όμηρος σε συνδυασμό με την περιγραφή του λιμανιού (Οδ. 10,88 – 94, που θυμίζει σκανδιναβικό φιόδρ) κάνουν πολλούς να αναζητήσουν τη χώρα των Λαιστρυγόνων στη βόρεια Ευρώπη.

Δύο ακόμα σημαντικές λεπτομέρειες θα πρέπει να επισημάνουμε, πριν εγκαταλείψουμε τη χώρα των Λαιστρυγόνων μαζί με τον Οδυσσέα. Το ένα είναι ότι η χώρα των Λαιστρυγόνων αλληγορικά συμβολίζει το τέλος του κόσμου με τον τρόπο που περιγράφεται καθώς επίσης και το γεγονός ότι Λαιστρυγόνες είναι οι τελευταίοι αληθινοί και ζωντανοί άνθρωποι που συναντά ο Οδυσσέας στο ταξίδι του, μέχρι τουλάχιστον να καταπλεύσει στη Σχερία. Σειρά στις περιπλανήσεις του ήρωα είχε η Αιαία, το νησί της Κίρκης, για το οποίο η περιγραφή του Ομήρου ότι βρισκόταν κάπου ανατολικά του ήλιου, δε μας βοηθάει ιδιαίτερα να το προσδιορίσουμε στο χάρτη. Φεύγοντας από το νησί της Κίρκης, ο Οδυσσέας ψάχνει και βρίσκει την πύλη προς τον Άδη.

Τα προβλήματα που δημιουργούνται είναι πολλά, όταν θέλουμε με βεβαιότητα και με βάση τα αρχαιολογικά κατάλοιπα να ορίσουμε το σημείο όπου ο Οδυσσέας φέρεται να κατέβηκε στον Άδη. Η μια άποψη τοποθετεί την πύλη προς τον Άδη στην Ιταλία και συγκεκριμένα ή στη λίμνη Avernus στην Καμπανία ή στην Κύμη. Από την άλλη, πιο γνωστή και παραδεκτή είναι η θεωρία της ταύτισης των πυλών του κάτω κόσμου, με το σημείο όπου συναντώνται οι ποταμοί Αχέροντας και Κωκυτός στην Εφύρα της Θεσπρωτίας. Οι ανασκαφές που έγιναν εκεί από τον Σ. Δάκαρη έφεραν στο φως τα κατάλοιπα ενός νεκρομαντείου. Οι Κιμμέριοι που κατοικούσαν εκεί σύμφωνα με τον Όμηρο μας δημιουργούν νέα προβλήματα ως προς την γεωγραφική ταύτιση της περιοχής. Χάρις όμως σε ένα χειρόγραφο του Ομήρου, στο οποίο αναφέρονται και ως Χειμέριοι, και με βάση κείμενα του Θουκυδίδη, ο οποίος κάνει λόγο για το λιμάνι Χειμέριον στη Θεσπρωτία, η προαναφερθείσα υπόθεση αποκτά πλέον σημαντικό έρεισμα. Μαρτυρίες τέλος των ντόπιων όπως τις συνέλεξαν ερευνητές, κάνουν λόγο και για ύπαρξη τρίτου ποταμού ως τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, περιγραφή που υφίσταται και στο έπος (Αχέροντας, Κωκυτός, Πυριφλεγέθων, Οδ. 10,509 – 515).

Η σύντομη επιστροφή του Οδυσσέα στο νησί της Κίρκης για να θάψει τον Ελπήνορα ίσως να μην είχε μεγάλη σημασία, αν δεν περιελάμβανε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο. Οι οδηγίες ναυσιπλοΐας που παίρνει ο Οδυσσέας από την Κίρκη είναι οι πρώτες και οι μόνες που υπάρχουν στο έπος. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι στο χωρίο αυτό διαφαίνονται ίχνη από ένα είδος ταξιδιωτικού–ναυτικού οδηγού τον οποίο γνώριζε ο Όμηρος και που ίσως έκανε την εμφάνισή του από το τέλος της εποχής του Χαλκού. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του συνεχίζουν το ταξίδι τους περνώντας από τις Σειρήνες (κάποιο από τα νησιά Galli, N. Των Πιθηκουσών ή Β του Στρόμπολι) και από τους κινούμενους βράχους (Πλαγκτές) που βγάζουν καπνό και φωτιά και που τα αρχαιολογικά κατάλοιπα με επιτρέπουν να το ταυτίσουμε με τα ηφαιστιογενή νησιά Λιπάρες (έχει βρεθεί εκεί μυκηναϊκή κεραμική).

Έπειτα θα αντιμετωπίσουν τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη. Η περιγραφή του Ομήρου ότι η Χάρυβδη κατάπινε τρεις φορές σε μια ημέρα τα νερά της θάλασσας και σε άλλες τρεις τα άδειαζε (Οδ. 12, 105 – 106), παραπέμπει στα στενά της Μεσσίνας, που χωρίζουν τη Σικελία από τη Ν. Ιταλία. Τα στενά ήταν γνωστά στους Μυκηναίους ναυτικούς καθώς αποτελούσαν συνήθη ναυτικό δρόμο και τα ισχυρά θαλάσσια φαινόμενα που συναντούσαν τους προκαλούσαν τρόμο. Γεγονός που είναι φανερό ότι ο Όμηρος γνώριζε πολύ καλά και έτσι ενισχύεται περισσότερο η άποψη ότι τα πρώιμα μυκηναϊκά ταξίδια αποτέλεσαν την αρχική έμπνευση του ποιητή. Μετά από όλα αυτά φτάνει στη Θρινακία που μάλλον ήταν Β – ΒΔ της Ιθάκης και 9 μερόνυχτα αργότερα ταλαιπωρημένος και χωρίς συντρόφους καταλήγει στο απομονωμένο αλλά «εξωπραγματικά» όμορφο νησί της Καλυψώς, την Ωγυγία. Αν λάβουμε υπόψιν μας ότι από εκεί ο Οδυσσέας χρειάστηκε δεκαεπτά μέρες και νύχτες με τη μεγάλη Άρκτο στα αριστερά του για να φτάσει στη Σχερία, τοποθετούμε το νησί στη Δ. Μεσόγειο (Μάλτα, Μάλαγα, Μαδέρα, Γιβραλτάρ) ή την μακρινή Ισλανδία. Η άφιξη του Οδυσσέα με αυτόν τον τρόπο στην ομηρική Σχερία πέρα από το τέλος των περιπετειών του κρύβει και ένα βαθύτερο συμβολισμό. Είναι η επιστροφή του στον πραγματικό κόσμο και στους ζωντανούς και αληθινούς ανθρώπους μετά από τις ατελείωτες περιπλανήσεις στις χώρες του μύθου. Είναι εξάλλου το πρώτο φιλόξενο μέρος που τον καλοδέχονται ανιδιοτελώς μετά από τη μακροχρόνια περιπλάνησή του στις θάλασσες του κόσμου.

Το έπος και η ιστορία

Στο πιο πάνω κεφάλαιο παραθέσαμε περιληπτικά τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα. Αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι η Οδύσσεια δεν είναι ένα ιστορικό έργο, ούτε πρέπει να λογίζεται ως τέτοιο. Ο ίδιος ο Όμηρος, άλλωστε, δε διεκδίκησε ποτέ τον ρόλο του ιστορικού. Σκοπός του ήταν να τέρψει τους ακροατές των επών του εμπλουτίζοντάς το με στοιχεία γνωστά σε αυτούς. Δεχόμενοι δε, ότι καμιά μορφή τέχνης δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από την εποχή της, συμπεραίνουμε ότι τα Ομηρικά έπη πέρα από τη λογοτεχνική τους αξία έχουν μια αδιαμφισβήτητη ιστορικότητα. Ο Όμηρος ζει και δημιουργεί μέσα σε μια έντονη κοινωνικοπολιτικά και οικονομικά περίοδο με τα σημαντικά γεγονότα και τις αλλαγές να διαδέχονται το ένα το άλλο ενώ παράλληλα είναι φορέας μιας σημαντικής πολιτιστικής ( και όχι μόνο ποιητικής) παράδοσης που επιβιώνει από τα Μυκηναϊκά χρόνια ως τις μέρες του Ομήρου. Παράδοση που διασώζεται στα χρόνια του Ομήρου όχι πλέον ως μύθος αλλά ως κομμάτι της ιστορίας των Ελλήνων.Η ατμόσφαιρα της εποχής δεν καταγράφεται από τον ποιητή, ενδείξεις της όμως είναι φανερές μέσα στο έργο του. Για να κατανοήσουμε λοιπόν το έργο του αλλά και να αποσαφηνίσουμε τι απηχούν τα Ομηρικά έπη χρειάζεται να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στις συνθήκες που διαμόρφωσαν την εποχή του Ομήρου αλλά και εκείνες που καθόρισαν την παράδοση των Μυκηναϊκών χρόνων που κληροδότησε ο ποιητής.

Οι Μυκηναίοι ήδη από το 1600 Π.Κ.Ε., με κληρονομιά τους θαλάσσιους δρόμους των Μινωιτών, πραγματοποιούσαν μακρινά υπερπόντια ταξίδια σε μέρη άγνωστα και συνήθως επικίνδυνα με σκοπό το εμπόριο μετάλλων.Αν και οι πρώτες εμπορικές επαφές είχαν κατεύθυνση την Ανατολή, στη συνέχεια οι Μυκηναίοι στράφηκαν προς τη Δύση και την Ιταλία, όπου οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες. Τα ιταλικά φύλα έδειχναν μεγαλύτερη ανοχή στην εμπορική αυτή εισβολή.Οι ναυτικές γνώσεις των Μυκηναίων ενέπνεαν το σεβασμό στους λιγότερο ανεπτυγμένους λαούς της Ιταλικής χερσονήσου. Τα προϊόντα, άλλωστε, που μετέφεραν οι Μυκηναίοι έμποροι ήταν απαραίτητα στους κατοίκους των περιοχών αυτών. Στη Δύση, επίσης, όπως είχε επισημάνει και ο Beazley, δεν προϋπήρχε καμία ισχυρή ναυτική δύναμη, κάτι που δε συνέβαινε στην Ανατολή, γεγονός που έκανε πιο πρόσφορο το έδαφος για την εμπορική κυριαρχία των Μυκηναίων. Στα ταξίδια αυτά προς τη Δύση οι Μυκηναίοι ακολούθησαν τους θαλάσσιους δρόμους που αρχικά είχαν χαράξει οι πρωτοπόροι των μινωικών χρόνων. Έπλεαν κατά μήκος των ακτών της Πελοποννήσου, περνούσαν από την Ιθάκη και τη Κέρκυρα και από εκεί κατευθύνονταν προς την Ιταλία.Παρατηρώντας την ποσότητα μυκηναϊκής κεραμικής που εντοπίζεται στην Ιταλία, ανακαλύπτουμε ότι αυξάνεται όσο εδραιώνεται η μυκηναϊκή κυριαρχία στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας.Κατά τον 14ο αιώνα και 13ο αιώνα Π.Κ.Ε. η συγκέντρωσης μυκηναϊκής κεραμικής είναι εντυπωσιακή κυρίως στη Σικελία, τις Αιολίδες νήσους, την Απουλία και λιγότερο στην Καμπανία. Ο 12ος αιώνας, που σηματοδοτεί τη σταδιακή παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, θα σημάνει παράλληλα και το τέλος του πρώτου κύκλου εμπορικών επαφών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία.

Η οικονομική διάσταση του φαινομένου αυτού ήταν αδιαμφισβήτητα σημαντική, περιορίζεται όμως μόνο στον εμπορικό τομέα. Ο αποικισμός δεν έχει ακόμα απασχολήσει τους Έλληνες του 12ου αιώνα με εξαίρεση κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις. Πολύ αργότερα, τον 8ο αιώνα, και όταν οι συνθήκες καταστήσουν επιτακτική την ανάγκη για μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, θα γίνει λόγος για την ύπαρξη ισχυρών ελληνικών αποικιών στην Ιταλία.Στα ταραγμένα χρόνια που θα ακολουθήσουν την κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού η αβεβαιότητα θα δώσει τη θέση της στη σιγουριά που πρόσφερε η σταθερότητα των Μυκηνών. Με μόνα εφόδια την παράδοση και τις αναμνήσεις ενός ισχυρού βασιλείου, οι Έλληνες θα διανύσουν τους σκοτεινούς αιώνες που έπονται μέχρι την «αναγέννηση» της γεωμετρικής περιόδου. Είναι πάλι η αναζήτηση μετάλλων που θα ωθήσει τους Έλληνες να ξαναδιασχίσουν τους εμπορικούς δρόμους των προγόνων τους προς την Ιταλία. Με οδηγό την παράδοση και με τις προοπτικές πιο ευνοϊκές πια, επανασυνδέουν τις εμπορικές τους σχέσεις με τους λαούς της Δυτικής Μεσογείου. Ταυτόχρονα, το πρόβλημα του υπερπληθυσμού που παρατηρείται στην ελληνική επικράτεια θα οδηγήσει σταδιακά στη μόνιμη εγκατάσταση Ελλήνων στις περιοχές με τις οποίες έχουν εμπορικές συναλλαγές. Κύριος λόγος όμως των ταξιδιών αυτών παραμένει το εμπόριο, στα πλαίσια του οποίου αρχίζουν οι πρώτοι τολμηροί να εγκαθίστανται στην Ιταλία.Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι οι παλιότερες αποικίες ιδρύθηκαν όχι σε περιοχές κατάλληλες για καλλιέργεια αλλά σε θέσεις που εξασφάλιζαν περισσότερες ευκαιρίες για εμπόριο (κοντά στην Ετρουρία ή στα στενά της Μεσσίνα).Οι Ευβοείς ιδρύουν την πρώτη ελληνική αποικία στις Πιθηκούσσες γύρω στο 760 Π.Κ.Ε. και πολλές ελληνικές πόλεις ακολουθούν το παράδειγμά τους τα επόμενα χρόνια. Για περισσότερο από δύο αιώνες θα ιδρύονται ελληνικές αποικίες στην κεντρική και νότια Ιταλία[14] με εξέλιξη εντυπωσιακή. Ο τρόπος με τον οποίο επέλεγαν τις περιοχές που θα κατοικούσαν, οι σχέσεις τους με τους ντόπιους πληθυσμούς και η κοινωνική οικονομική και πολιτική οργάνωση των αποικιών, όσο σημαντικά θέματα κι αν είναι, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυτής της εργασίας. Η σύντομη αυτή ιστορική αναδρομή όμως, θα χρησιμεύσει ως αφετηρία στην αναζήτηση των επιρροών και της έμπνευσης του Ομήρου για τη σύνθεση της Οδύσσειας και κατ’ επέκταση στην ανακάλυψη τι απηχεί τελικά το έπος.

Η συμβολή του μύθου

Ο Όμηρος συνθέτει το έργο του κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα και ζει κοντά τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται. Το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής του δεν μπορεί να τον αφήσει ανεπηρέαστο. Αν και σκοπός του είναι να ικανοποιήσει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες και να τέρψει τους ακροατές του, δεν αφήνει ανεκμετάλλευτα τα εντυπωσιακά ιστορικά στοιχεία που του προσφέρει με αφθονία η εποχή του. Οι Stanford και Luce όρισαν τρεις σημαντικές ιστορικές περιόδους που επηρέασαν τον Όμηρο.Aρχικά έχουμε τους Μινωίτες και τους Μυκηναίους θαλασσοπόρους που πρώτοι πραγματοποίησαν αυτά τα επικίνδυνα υπερπόντια εμπορικά ταξίδια. Στη συνέχεια τοποθετούν τους παραδοσιακούς μύθους των Ελλήνων ηρώων, που επιστρέφουν στις πατρίδες τους μετά τον Τρωικό πόλεμο, αφού πρώτα έχουν περιπλανηθεί αρκετά σε αφιλόξενες θάλασσες, ενώ τέλος δεσπόζει το μεγάλο αποικιακό κύμα των Ευβοέων και των υπόλοιπων Ελλήνων στην Ιταλία από το 760 Π.Κ.Ε. και μετά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δεύτερη κατηγορία, στην οποία θα σταθούμε λίγο, πριν προχωρήσουμε στα συμπεράσματά μας. Οι μύθοι της επιστροφής των Ελλήνων από την Τροία υπήρξαν σημαντικοί για την διαμόρφωση μιας ναυτικής παράδοσης με χαρακτήρα αποικιακό. Αυτοί οι «returning heroes» όπως τους ονομάζει ο Malkin έπλευσαν σε θάλασσες άγνωστες και αφιλόξενες, γνώρισαν νέους τόπους και υπέφεραν πολλά πριν γυρίσουν στα σπίτια τους. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των ατελείωτων θαλασσινών περιπλανήσεων διαμορφώνει αυτόματα μια πρωτοαποικιακή παράδοση. Ο Οδυσσέας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πρωτοαποικιακού ήρωα, καθώς με τις περιπέτειες του ανοίγει νέους θαλάσσιους δρόμους και ανακαλύπτει νέους λαούς. Ο Οδυσσέας και οι υπόλοιποι ήρωες, βέβαια, δεν εγκαθίστανται ποτέ μόνιμα σε κανένα μέρος που επισκέπτονται. Αυτό όμως δεν αφαιρεί τη χρησιμότητά τους, για όσους σκόπευαν να κάνουν εμπόριο ή να αποικίσουν σε άγνωστα μέρη. Ο μύθος τους λειτουργούσε επιδραστικά, είτε ως θεϊκή καθοδήγηση είτε ακόμα ως προστασία, στους επίδοξους θαλασσοπόρους.Η Οδύσσεια αποτελεί κατά ένα τρόπο τη λογοτεχνική μεταφορά των εμπορικών και μεταναστευτικών ταξιδιών των Ελλήνων προς τη Δύση. Οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες στις περιπέτειες αυτές, όπως είδαμε, ήταν αρκετές. Η ναυσιπλοΐα δεν ήταν πάντα εύκολη, κίνδυνοι παραμόνευαν παντού, ενώ οι νέοι τόποι και οι νέοι λαοί που συναντούσαν δεν ήταν πάντα φιλόξενοι.

Την επικινδυνότητα αυτών των ταξιδιών μετέφεραν οι διηγήσεις των ναυτικών, τις οποίες ο Όμηρος είχε υπόψιν του. Οι διηγήσεις αυτές εμπλουτίστηκαν από τον Όμηρο και σταδιακά πέρασαν στη σφαίρα του μύθου. Το κοινό της εποχής του Ομήρου άλλωστε, ήταν εξοικειωμένο και πρόθυμο να ακούσει διογκωμένες τις θαλασσινές περιπέτειες ενός τυπικού πρωτοαποικιακού ήρωα όπως ο Οδυσσέας. Είναι πολύ πιθανό πολλοί από τους ακροατές της Οδύσσειας να ακολούθησαν λίγο αργότερα τα βήματα του Οδυσσέα στο δρόμο προς τη Δύση. Το έπος γι’ αυτούς έρχεται να λειτουργήσει πιο καταλυτικά. Μέσα από τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα διαμορφώνουν μια νέα εθνική συνείδηση.Το έπος θα τους βοηθήσει να επανακτήσουν την εθνική τους ταυτότητα που προσωρινά θα απωλέσουν φεύγοντας από τη μητρόπολη. Ταξιδεύοντας προς την Ιταλία, με τις περιπέτειες του προγόνου τους Οδυσσέα για οδηγό, ανακαλύπτουν και έναν επιπλέον σκοπό του ταξιδιού τους. Δεν είναι πια οικονομική ή κοινωνική η αιτία που τους οδηγεί εκεί, αλλά ηθική. Η επανακατοίκηση των περιοχών που πρώτος ο προγονός τους ανακάλυψε τους χαρίζει ένα ακόμα ισχυρό κίνητρο. Η επισήμανση της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στον ομηρικό μύθο και τη δημιουργία εθνικής συνείδησης των κατοίκων των αποικιών είναι πολύ σημαντική, όχι μόνο για την κατανόηση των αιτιών που τους οδηγούν σε ταξίδια με αβέβαιο μέλλον, αλλά κυρίως για την κατανόηση των σχέσεων που αναπτύσσουν μεταξύ τους και με τις μητροπόλεις.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα αποτελούν αρχικά μια αμυδρή ανάμνηση των πρώιμων εμπορικών επαφών των Μυκηναίων στην Ιταλία που είχαν ξεκινήσει από το 1600 Π.Κ.Ε. Τα πρώτα αυτά ταξίδια δεν μπόρεσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη τη ποίηση. Ο διάλογος του Τηλέμαχου με τον Μέντη επιβεβαιώνει ότι η Ιθάκη ήταν εμπορικό πέρασμα από τότε (Οδ. 1,105 κ.ε).Παράλληλα όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν τυχαίες οι αναφορές του Ομήρου στην ίδρυση αποικιών ή στα ταξίδια που πραγματοποιούσαν οι Φαίακες στην Εύβοια (Οδ. 6,321 κ.ε.), αναφορές που παραπέμπουν ευθέως στο σύγχρονο του εμπορικό και αποικιακό ρεύμα του 8ου αιώνα. Βασικότερη πηγή του Ομήρου για την Οδύσσεια αποτέλεσαν αναμφίβολα τα εμπορικά ταξίδια και η ίδρυση αποικιών από τους Ευβοείς το 760 Π.Κ.Ε. και αργότερα. Το πιο πιθανό είναι η τελική απάντηση αναφορικά με τι απηχεί η Οδύσσεια, να είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Αν δεχτούμε ότι οι πρώτες περιπλανήσεις των Μυκηναίων αποτελούσαν ήδη από τότε τη ναυτική παράδοση των Ελλήνων, οι κατοπινές περιπέτειες των Ευβοέων εμπλούτισαν με νέες διηγήσεις την παράδοση αυτή και αποτέλεσαν τον πυρήνα του έπους.

Ο Αρχαίος Ελληνικός Χορός

Η Φύση του Ελληνικού Χορού

Τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού χορού. Αρχικά, ένας συνδυασμός προφορικών και μη όψεων, κατόπιν η μιμητική του διάσταση και τέλος η ιδιαίτερα παιχνιδιάρικη φύση τούτης της πιο σοβαρής μορφής τελετουργικής επικοινωνίας. Η χορεία, ο όρος που χρησιμοποιείται διαρκώς από τον Πλάτωνα για τη χορική δραστηριότητα στην πόλη, αντιπροσωπεύει τις συνδυασμένες δραστηριότητες του τραγουδιού και του χορού. Οι ουσιαστικοί δεσμοί ανάμεσα στο τραγούδι και το χορό είναι ο ρυθμός και η κίνησις. 'Οπως υπάρχει φωνητική κίνηση, όταν η φωνή υψώνεται ή πέφτει ανάλογα με τον τόνο, (μέλος), έτσι και το σώμα ανταποκρίνεται με κινήσεις και χειρονομίες στο ρυθμό. Στη χορική εκτέλεση το σώμα και η φωνή βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία, στο δε συνδυασμό του προφορικού και μη προφορικού βρίσκεται η ουσία της λέξης μουσική.Για την Ελλάδα η λέξη μουσική σήμαινε σχεδόν αποκλειστικά μουσική, τραγούδι, ποίηση και ρυθμική κίνηση, όπως φαίνεται σε αγγεία της ύστερης Γεωμετρικής περιόδου. Η ρυθμική κίνηση με τη σειρά της συνδέεται με τη χειρονομία, ένα είδος μουσικής σημειολογικής γλώσσας.Το δεύτερο μείζον χαρακτηριστικό της χορείας είναι η μιμητική της φύση. Σύμφωνα με την Τζέιν Χάρισον η μίμηση είναι στην προκειμένη περίπτωση έκφραση της επιθυμίας για επανάληψη της αρχέτυπης ιερής πράξης.Ο θρησκευτικός χρακτήρας της διαγράφεται σαφέστερα, όταν η πράξη εκτελείται εκ των προτέρων, ως συμπαθητική μαγεία που προσδοκά αποτελέσματα μέσα στον κόσμο της ύλης. Η φυλή που ετοιμάζεται να πολεμήσει, θα χορέψει πολεμικό χορό και θα προ-απεικονίσει την έκβαση της μάχης. Οι κυνηγοί, με τη σειρά τους, θα πιάσουν το θήραμά τους με παντομίμα. Στα έργα του Πλάτωνα η έννοια της μίμησης έχει πολλά και διαφορετικά νοήματα. Ωστόσο, μέσα στο μουσικό πλαίσιο, δεν είναι προσπάθεια αναδημιουργίας εξωτερικών φαινομένων, αλλά αναπαράσταση διαφορετικών χαρακτήρων (τρόπων), καλών ή κακών. Συνεπώς, η μιμητική ικανότητα στη χορική δραστηριότητα έχει τη δύναμη να ενισχύει την ηθική εκπαίδευση. Η ιδέα της μιμήσεως, βέβαια, δεν είναι προϊόν του Πλάτωνα. Αναφέρεται καταρχήν στο εδάφιο για τις μιμητικές ικανότητες των παρθένων της Δήλου, στον ομηρικό ύμνο για τον Απόλλωνα.

Στο έργο του Η Μίμηση στην Αρχαιότητα, ο Χέρμαν Κόλερ υποθέτει ότι πριν από τον Πλάτωνα ο όρος αποδιδόταν στη δυνατότητα της μουσικής και του χορού να απεικονίζουν με δραματικό τρόπο την εμφάνιση, τη συμπεριφορά και την έκφραση των ανθρώπων και των ζώων. Ο Πλάτωνας ήταν εκείνος που μετατόπισε την ιδέα από την έννοια της «αναπαράστασης» στην πιο αφηρημένη έννοια της «ομοιότητας ή προσομοίωσης». Οι μιμητικές ικανότητες του χορού οδηγούν στο τρίτο και και πιθανώς δυναμικότερο χαρακτηριστικό του χορού, την παιχνιδιάρικη φύση του και την ευχαρίστηση που παρέχει Ο Πλάτωνας αποκαλεί το ανθρώπινο πλάσμα παίγνιον των θεών. Η ικανότητα για παιχνίδι είναι, σύμφωνα με την άποψη του μεγάλου φιλόσοφου, το καλύτερο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης, αφού οδηγεί στις πιο κατάλληλες μορφές λατρείας. Επίσης, δίνει έμφαση στις ευχάριστες και παιχνιδιάρικες όψεις του χορού με ετυμολογικούς όρους. Οι θεοί εφηύραν τη λέξη χορός εξαιτίας της χαράς που προσφέρει. Τοποθετώντας τη χορεία στο πλαίσιο της ηθικής εκπαίδευσης, ο φιλόσοφος μας δίνει τη δυνατότητα και για ένα άλλο ετυμολογικό συνδυασμό ανάμεσα στις λέξεις παιδεία και παιδιά, οι οποίες συνδέονται με το ρήμα παίζω.Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός του χορού ως μορφή μίμησης για σοβαρούς θρησκευτικούς και ηθικούς σκοπούς είναι το κατάλληλο θεμέλιο για να εξετάσουμετον τελετουργικό χορό στην αρχαία Ελλάδα. Ουσιαστικά πρόκειται για μια υψηλή μορφή ομαδικής λατρείας. Η δραστηριότητα του χορού είναι μια πολιτισμική μορφή παιχνιδιού, η οποία σε συνδυασμό με το τραγούδι και τη θυσία γίνεται τελετουργική δραστηριότητα, απαραίτητη για κάθε μέλος της κοινότητας. Αν και η ικανότητα για χορό και τραγούδι ξεπηδά αρχικά από την παρόρμηση της αδιαμόρφωτης ακόμη ανθρώπινης ύπαρξης να χοροπηδήσει τριγύρω και να φωνάξει, η χορεία, η συνειδητοποίηση της εσωτερικής παρόρμησης, είναι η πλέον εξευγενισμένη μορφή ηθικής και θρησκευτικής συμπεριφοράς, η οποία ελέγχεται από πολύπλοκους ψυχολογικούς μηχανισμούς. Εδώ υπάρχει μια παραγωγική αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ακατέργαστη φυσική ώθηση της παραγωγής ήχου και τον πνευματικό έλεγχο που μετουσιώνει τον ήχο και τον μετατρέπει σε ρυθμό και αρμονία.

Το μεγαλύτερο κοινωνικό και θρησκευτικό πλαίσιο για το παιχνίδι και το συναγωνισμό είναι η συγκέντρωση της κοινότητας. Πρόκειται για μια συνάθροιση που έχει ως χαρακτηριστικό της τον όρο αγών, (από τη ρίζα «αγ-», που σημαίνει συγκεντρώνω). Ο αγών είτε είναι ο ίδιος ο συναγωνισμός, ή περιέχεται μέσα σταγεγονότα ενός εορτασμού. Για παράδειγμα, τα Δήλια περιελάμβαναν αγώνες τραγουδιού και χορού.Επίσης, τα Παναθήναια ή άλλοι εορτασμοί των Αθηνών της κλασικής περιόδου είχαν το χαρακτήρα των αγώνων, με κεντρικό θέμα τους τους χορικούς διαγωνισμούς. Οι Ολυμπιακοί αγώνες, που έμειναν στην ιστορία για τα φυσικά τους αθλήματα, ήταν μια ευκαιρία για χορικούς διαγωνισμούς σε πανελλαδική βάση. Συνεπώς, ο χορός ως ιδέα διαθέτει μια ανταγωνιστική φύση, η οποία βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την ομαδική μορφή του. Είναι η ευκαιρία του κύκλου για ομαδική λατρεία και του ατόμου για παράθεση των καλύτερων ικανοτήτων του.

Η Παρουσία των Θεών

Υπάρχει διάχυτη η πεποίθηση στην αρχαία Ελλάδα πως ο χορός είναι μια ευκαιρία για παρεμβολή της θεϊκής θέλησης στα ανθρώπινα πράγματα. Τούτη η διασταύρωση των θεϊκών αρχετύπων και των ανθρώπινων πραγματώσεων μέσω του χορού είναι δυνατόν να γίνει κατανοητή, αν συνειδητοποιήσουμε το σκοπό της γιορτής ως θεμέλιου για τη θρησκευτική εμπειρία. Όπως και ο Πλάτωνας, έτσι και ο Αριστοτέλης συνδέει τον εορτασμό με την παιδιάκαι τα δύο μαζί με το γέλιο. Αναφέρει πως στα πρώιμα χρόνια οι θυσίες και οι εορταστικές εκδηλώσεις ξεκινούσαν μετά το θερισμό, όταν οι άνθρωποι ήταν κουρασμένοι από τις αγροτικές εργασίες και ήθελαν να ξεφαντώσουν. Ο Θουκυδίδης δίνει έμφαση στο γεγονός ότι οι γιορτές ήταν κοινωνικοί μηχανισμοί που βοηθούσαν στην εξισορρόπηση περιόδων παραγωγικής δραστηριότητας.Ομως, το νόημα του παιχνιδιού των ανθρώπων θα μπορούσε να χαθεί, δίχως το θεϊκό ακροατήριο προς το οποίο απευθύνεται. Για τους λυρικούς ποιητές, τον Ηρόδοτο και τον Αριστοφάνη η εορτή είναι γιορτασμός προς τιμήν κάποιου θεού, όπως, για παράδειγμα, τα αττικά Βραυρώνια ή τα αθηναϊκά Ανθεστήρια. Ο Πλάτωνας συνδυάζει την κοινωνική και τη θρησκευτική άποψη. Για αυτόν το παιχνίδι είναι μια σοβαρή θρησκευτική δραστηριότητα, που αντανακλά το κοσμικό παιχνίδι των θεών. Άλλωστε η θρησκευτική εστίαση των ελληνικών εορτασμών φαίνεται στην εστίασή τους σε συγκεκριμένα γεγονότα, στην κεντρική τελετή προς τιμήν του θεού, δηλαδή στη θυσία ή τα ιερά, στον αγώνα, στην πομπή ή τοχορό.

Η ερμηνεία του θεϊκού και του ανθρώπινου στο χορό είναι εμφανής στην ουσία της λέξης χορός και του σχετικού ρήματος χορεύω, που σημαίνει χορεύω χορικό ή κυκλικό χορό. Ο χορός και τα παράγωγά του συνήθως χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τη χορογραφική δραστηριότητα θεοτήτων όπως ο Διόνυσος, ο Απόλλων ή η Άρτεμις. Στο ανθρώπινο πλαίσιο περιγράφουν έναν ιδιαίτερο τύπο συλλογικών χορών που συνήθως εκτελούνται σε κύκλο. Ενώ η γενική λέξη για το χορό στα αρχαία Ελληνικά είναι ορχούμαι και περιλαμβάνει όλους τους τύπους του χορού, δραματικούς, λατρευτικούς κ.λπ., το ρήμα χορεύω έχει μια περιορισμένη έννοια σύμφωνα με τον Μ. Βέγκνερ, στο έργο του Μουσική και Χορός.Ο Πίνδαρος περιορίζει ακόμη περισσότερο τη λέξη και την απευθύνει μόνο σε θεϊκά αρχέτυπα, όπως ο Απόλλων ή οι Μούσες. Όταν αναφέρεται σε ανθρώπινα επιτεύγματα, προτιμά τη λέξη κώμος.Επιπλέον, στην Αθήνα του 5ου αιώνα ο κυκλικός χορός ονομάζεται ιερά, ενώ οι συμμετέχοντες αναφέρονται ως όσιοι.Η λέξη χορός στην πρώιμη εξάμετρη ποίηση πολύ συχνά προσδιορίζει τον τόπο στον οποίο τελείται η λατρεία και τούτο είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Οι Μούσες έχουν το δικό τους τόπο για χορό δίπλα στα θαυμαστά τους δώματα, στον 'Ολυμπο ή στον Ελικώνα.Οι Νύμφες χορεύουν σε κρυμμένους τόπους μέσα στις σπηλιές, όπως και η Ηώς στο νησί της, εκεί που ανατέλλει ο ήλιος.Χορευτικοί τόποι ήταν αφιερωμένοι σε διάφορες θεότητες, ανάμεσά τους και στην Αρτέμιδα. 'Ηταν τόποι συνάντησης για τους θνητούς και τους αθάνατους. Από έναν τέτοιο τόπο αφιερωμένο στην Αρτέμιδα ο Ερμής απήγαγε την Πολυμήλη, «την όμορφη στο χορό».Όμως, η ιδέα ενός τόπου αφιερωμένου ειδικά στο χορό φαίνεται να έχει μινωική προέλευση. Αν και η μινωική Κρήτη ήταν πολύ διαφορετική ως προς τα πολιτισμικά της στοιχεία από την ηπειρωτική Ελλάδα, εντούτοις απόηχοι του μινωικού χορού στην ελληνική λογοτεχνία υπονοούν κάποια επίδραση.Μινωικές τοιχογραφίες της εποχής του ορείχαλκου δείχνουν πως οι χοροί στην Κρήτη γίνονταν σε τόπους φυσικής ομορφιάς, μέσα και γύρω από σπηλιές, σε συγκεκριμένα δέντρα, βωμούς και άλλα ιερά αντικείμενα κατάλληλα για την ιερή επιφάνεια μιας θεότητας. Η δύναμη του χορού να ελκύει μια ουράνια παρουσία φαίνεται στο χάραγμα του λίθου ενός δακτυλιδιού από την Κνωσσό. Ο τόπος του χορού είναι ένας αγρός με κρίνα. Τέσσερις θηλυκές μορφές έχουν τα χέρια υψωμένα σε χαιρετισμό και φαίνονται να κινούνται σε κυκλικό χορό. Ψηλά, πάνω από το έδαφος, μια πολύ μικρότερη θηλυκή μορφή υπερίπταται του χώρου. Τούτη η μορφή θεωρείται γενικά ως η θεά που ανταποκρίνεται στον επικλητικό χορό.

Ο Χορός του Πολέμου και η Τελετή της Ενηλικίωσης


Ο χορός είναι τόσο παλιός όσο και ο πόλεμος. Από αρχαιοτάτων χρόνων υπήρξε μια αμοιβαία επιρροή ανάμεσα σε αυτές τις δύο σφαίρες δραστηριότητας. Υπάρχουν πολλοί τύποι πολεμικών χορών σε όλο τον κόσμο για όλων των ειδών τις δραστηριότητες. Ο χορός στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να είναι μια φυσική και ψυχολογική προετοιμασία για τον πόλεμο. Μπορεί να είναι ευχαριστία για τη νίκη, μυητική τελετή ενηλικίωσης των εφήβων, αποτροπαϊκός ή μαγικός. Πολλές από αυτές τις ιδέες ενυπάρχουν στους ελληνικούς πολεμικούς χορούς. Οι Κουρήτες με το χορό τους έκρυβαν τα κλάματα του νήπιου Δία, αποτρέποντας το θάνατό του. Ο πυρρίχειος με τη σειρά του ήταν μια έκφραση της πολεμικής δραστηριότητας και έπαιζε σημαντικό ρόλο στην πολεμική εκπαίδευση ή τη λατρεία πολεμικών θεοτήτων.Σε όλο τον ελληνικό κόσμο η αποφασιστική μετάβαση από την παιδική ηλικία στον ανδρισμό γινόταν μέσω της πολεμικής εκπαίδευσης. Ωστόσο, οι μουσικές ασκήσεις ήταν σημαντικές για την εκπαίδευση ενός στρατιώτη από την αρχαϊκή ακόμη περίοδο. Ο 'Εκτωρ στην Ιλιάδα καυχάται για τον τρόπο που χειρίζεται τα όπλα αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο πλέκει τα μέτρα για τον Άρη στη μισητή μάχη. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι μέλπεσθαι, από τη μολπή, το χορικό τραγούδι και το χορό.Με τη σειρά του ο Τυρταίος στη Σπάρτη και άλλοι ποιητές της αρχαϊκής περιόδου έγραψαν ελεγειακά ποιήματα με στίχους που βοηθούσαν στην εξύψωση του μαχητικού πνεύματος των στρατιωτών στο πεδίο της μάχης.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η απόδοση των όπλων στους έφηβους ήταν μια ιεροφάνεια. Τα όπλα ήταν ιερά και ανήκαν στην πολιτεία, η οποία αποδίδοντάς τα τελετουργικά στους έφηβους, τους αναγνώριζε πλέον ως ενήλικες με όλα τα δικαίωματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από μια τέτοια διαδικασία. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις των νεαρών εφήβων ήταν η εκτέλεση του πυρρίχειου, ενός πολεμικού χορού με όπλα, κατά τη διάρκεια του οποίου ο έφηβος κρινόταν για την ικανότητά του στο χειρισμό των όπλων που του πρόσφερε η πολιτεία.Αφέντρα του πυρρίχειου ήταν η θεά Αθηνά, εκείνη που γεννήθηκε αρματωμένη. Βέβαια όπλα δεν έφερε μόνον η Αθηνά. Οι Κύκλωπες παρείχαν στο Δία τα όπλα για την πρώτη πολεμική του πράξη. Η Γαία έδωσε στον Κρόνο το δρεπάνι, ενώ ο Άρης και η Άρτεμις εμφανίζονται κατά κανόνα αρματωμένοι. Συνεπώς, τα όπλα και η μάχη εμπλέκονται στον κοσμογονικό μύθο των Ελλήνων, γεγονός που ερμηνεύει τη θρησκευτική τους ένδυση σε τελετουργικά χορικά δρώμενα. Τα όπλα είναι τα μέσα για την προστασία του ιερού τόπου στον οποίο διεξάγεται ο χορός. Ωστόσο, αυτός ο ιερός τόπος είναι μεταφορικά η ίδια η πόλις ως ιδέα και ως πραγματικός τόπος.Οι έφηβοι είναι γεννήματα της πόλης και ως τέτοια χρειάζεται να μυηθούν στα μυστικά της εύρρυθμης λειτουργίας της. 'Ενα από τα μυστικά είναι το γεγονός ότι είναι χτισμένη με βάση κάποια μουσικά μέτρα που θεμελιώνουν τις λειτουργίες της. 'Ενα άλλο μυστικό είναι η προάσπιση –με κάθε θυσία- της ύπαρξής της. Και ένα τελευταίο ότι συνδέεται θρησκευτικά με μια προστάτιδα θεότητα. Σημαντικό κομμάτι της λατρείας αυτής της θεότητας είναι ο χορός. Στον πυρρίχειο, λοιπόν, που ξεδιπλώνει την τελετουργία της ενηλικίωσης, ο έφηβος δεν έχει μόνον την υποχρέωση να επιδείξει τις φυσικές του ικανότητες, αλλά και τη λατρευτική του πρόθεση.

Βέβαια ανάλογες τελετές ενηλικίωσης υπάρχουν και για τις γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα. Η σημαντικότερη ίσως ήταν τα Αρκτεία, ένας τελετουργικός γιορτασμός κατά τη διάρκεια του οποίου τα νεαρά κορίτσια, οι άρκτοι, με χορό και συλλογικές δραστηριότητες τελούσαν το μυστήριο της άρκτου, στην αττική λατρεία της Αρτέμιδας Βραυρωνίας. Εδώ ο χορός είναι το κεντρικό θέμα και δεν μπορεί να απομονωθεί ως μοναδιαίο στοιχείο. Στο χορό στηρίζονται οι μιμητικές όψεις του τελετουργικού παιχνιδιού, οι ρόλοι τους οποίους υποδύονται με προσωπεία τα κορίτσια, καθώς και η τελική μεταμόρφωση, που είναι ο απώτατος στόχος της τελετουργίας. Η αρχαιολόγος Χρ. Σουρβίνου-Ίνγουντ σε μια εικονογραφική μελέτη υποδεικνύει το γεγονός ότι σύμφωνα με τις εικόνες που μελέτησε οι «άρκτοι», τα νεαρά κορίτσια, δεν ήταν μικρότερα των πέντε ετών και μεγαλύτερα των δέκα. Τα μικρά κορίτσια εμφανίζονται ντυμένα, ενώ τα μεγαλύτερα γυμνά από τη μέση και πάνω. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στην απεικόνιση του εφηβικού στήθους, ως ενδεικτικού σημείου της μετάβασης από την παιδική ηλικία στην έμμηνο ρύση και τη βιολογική γονιμότητα.Έτσι, τα Αρκτεία ερμηνεύονται ως τελετουργία που αναπαριστά το τέλος της παιδικής ηλικίας και τη μετάβαση σε μια ηλικία στην οποία τα κορίτσια δείχνουν σημάδια πως είναι έτοιμα για το γάμο.

Ο Νεκρικός Χορός

Όντας βιολογική μετάβαση, ο θάνατος είναι μια στιγμιαία διακοπή του κοσμικού και του κοινωνικού ρυθμού. Ο θάνατος δεν προβάλλει στη σκηνή ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η ζωή. Δεν είναι κάτι που ελέγχεται, όπως ο γάμος ή άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Το ίδιο το γεγονός υπονοεί έναν αποχωρισμό ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς. Επιπλέον, η φθορά του υλικού σώματος κάνει το χάσμα ανάμεσα στους θνητούς ανθρώπους και τους θεούς ακόμη μεγαλύτερο. Συνεπώς, υπάρχει κάτι το απροσδιόριστο, το μυητικό, στη διαδικασία της κηδείας, μια διακοπή του χωροχρονικού συνεχούς, από την οποία επέρχεται σχετική αταξία, εξαιτίας των κληρονομικών ανταγωνισμών που πληγώνουν την κοινότητα. Ωστόσο, η έκφραση της θλίψης στην αρχαία Ελλάδα είναι ελεγχόμενη. Δεν είναι ένα αυθόρμητο ξέσπασμα συναισθημάτων. Υπάρχει ειδικά σχεδιασμένη και τελετουργικά εκφραζόμενη συμπεριφορά σε κάθε στάδιο του θρήνου για τους συγγενείς και τις επαγγελματίες –όπως αναφέρεται στον Πλάτωνα-θρηνωδούς.Η διακοπή του συνεχούς φαίνεται και στη χορική έκφραση. Στον τελετουργικό θρήνο δεν παρασύρεται όλο το σώμα σε ρυθμική κίνηση. Η κίνηση επικεντρώνεται στο άνω τμήμα του σώματος, στο στήθος και το κεφάλι, γενόμενη έτσι περισσότερο χειρονομία παρά πραγματικός χορός.Η διακοπή της τάξης αποδίδεται περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες στην έκφραση του θρήνου τους συγκρίνονται με τη φρενίτιδα του οργιαστικού χορού των μαινάδων. Η Ανδρομάχη, μαθαίνοντας το θάνατο του συζύγου της μάνιασε σαν μαινάδα/Σε αρκετές αναπαραστάσεις από αγγεία προσφορών απεικονίζονται γυναίκες σε χειρονομίες θρήνου, οι οποίες συνδέονται εικονογραφικά με την κίνηση των μαινάδων, οι οποίες εμπλέκονται στη βίαιη δραστηριότητα του σπαραγμού ενός ζώου.

Διαφορετική είναι η εικόνα στην τελετουργική ταφή του ηρωικού νεκρού. Ο Αχιλλέας διατάζει τους Μυρμιδόνες να κυκλώσουν το σώμα του νεκρού αρχηγού.Ο ίδιος τοποθετεί το χέρι του στο στήθος του συντρόφου του και ξεκινά το θρήνο.Ιδιαίτερα εντέλλει να μη λύσουν τα άλογά τους από τα πολεμικά άρματα, αλλά να έρθουν όσο κοντύτερα γίνεται μαζί με τα άλογα και να κυκλώσουν το σώμα του Πάτροκλου τρεις φορές. Τούτη η διαδικασία είναι γενικά μια μαγική πράξη εξαγνισμού. Καθώς περιφέρονται, γίνονται όλοι ένας κύκλος, μία ενότητα με τον Αχιλλέα επικεφαλής. Ο κυκλικός χορός είνqι εδώ μια υπενθύμιση της συντροφικότητας των πολεμιστών, αλλά και μια πράξη καθιέρωσης συνόρων, τα οποία κανείς δεν μπορεί να διαβεί και να ατιμάσει το νεκρό. Αν και στην Ιλιάδα τούτη η πράξη δεν περιγράφεται ως χορός, εντούτοις ο Αριστοτέλης αναφέρει πως ο πυρρίχειος στην πραγματικότητα προήλθε από τον Αχιλλέα, που χόρεψε ένοπλος γύρω από το νεκρό σύντροφό του.

Διόνυσος, Πάνας, Απόλλωνας


Ο Διόνυσος, ο Πάνας και ο Απόλλωνας είναι τρεις θεότητες με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο Πάνας είναι φιλόκροτος, του αρέσουν δηλαδή οι κρότοι. Ο Απόλλωνας είναι προσωποποίηση της ηρεμίας και της θεϊκής υπεροχής. Ο Διόνυσος με τη σειρά του διαθέτει μια οργιαστική φύση. Ωστόσο και οι τρεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Λειτουργούν ως χορηγοί για τις οντότητες που τους περιβάλλουν. Ο Διόνυσος με τις Μαινάδες του, ο Απόλλων με τις Μούσες και ο Πάνας με τις Νύμφες αντιπροσωπεύουν τρεις διαφορετικές εκφράσεις του χορού. Ο Πίνδαρος αποκαλεί τον Πάνα χορευτάν τελειότατον, δηλαδή τον πιο ολοκληρωμένο χορευτή. Ο Πλάτωνας βλέπει στο Διόνυσο ένα μυητή και εξαγνιστή και ο Αριστοτέλης στον Απόλλωνα ένα χορηγό της ζωής. Τρεις διαφορετικοί θίασοι με διαφορετικό προορισμό. Η διονυσιακή χορική φρενίτιδα φέρνει στο προσκήνιο της συνείδησης όλες τις κρυμμένες δυνάμεις του ασυνείδητου κόσμου για να εξαγνιστούν στο ηλιακό φως και να γίνουν τμήματα μιας ολοκληρωμένης ύπαρξης. Η απολλώνεια ηρεμία του κέντρου αντανακλάται στο χορό των Μουσών, ενώ ο Πάνας εκφράζει το φυσικό του βασίλειο, από τα λειβάδια ως τις μακρινές κορυφές, απ' όπου μπορεί να εποπτεύει το κοπάδι του.

Με βάση τα παραπάνω αρχέτυπα μπορούμε να διακρίνουμε και διαφορετικά μονοπάτια της κοσμικής εξέλιξης, αντανάκλαση των οποίων ήταν οι γήινοι χοροί που τελούνταν χάριν των μυστηρίων, της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας της κοινωνικής τάξης μέσα στα όρια μιας πόλης. Ο Πάνας είναι συμμέτοχος. Αρνείται να μείνει έξω από το χορό, αντιπροσωπεύοντας έτσι την καθολική ουσία της ζωής που βρίσκεται σε κάθε μορφή του εκδηλωμένου κόσμου. Ο Διόνυσος φέρνει σε επαφή την ύπαρξή μας με τα δυσθεώρητα βάθη της, μυώντας τον άνθρωπο στα μυστηριακά παιχνίδια των θεών. Ο Απόλλωνας στέκει απόμακρος στον Όλυμπο, δείχνοντας το δρόμο στους θνητούς. Το δρόμο που οδηγεί στην αθανασία και την ολοκλήρωση.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Οι Φιλοσοφικές Αντιλήψεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Είναι γνωστό ότι έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για τον Αλέξανδρο, χρησιμοποιώντας σαν κυριότερες πηγές τον Πλούταρχο και τον Αρριανό. Εχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές "ερμηνείες" για τη ζωή και το έργο του Αλέξανδρου. Αυτές οι ερμηνείες, ανάλογα με την πολιτική τοποθέτηση, τη θρησκευτική αντίληψη, την ψυχολογική και τη χρονική απόσταση του συγγραφέα, ποικίλουν σε τεράστιο βαθμό. Ετσι άλλοι τον θεοποιούν και άλλοι τον κατακρίνουν.Σε αυτό το άρθρο θα τονίσουμε τις πράξεις και τα λόγια του Αλέξανδρου που αποδεικνύουν, ότι εκτός από ανίκητος Στρατηγός, τρομερός πολεμιστής και άξιος Βασιλιάς ήταν και ένας φιλόσοφος, πιο πολύ στην πράξη παρά στα λόγια.

Ο μαθητής του Πλάτωνα, Αριστοτέλης, αναλαμβάνει τη φιλοσοφική διαμόρφωση του 13χρονου Αλέξανδρου, στο Ιερό των Νυμφών, στην τοποθεσία Μίεζα, κοντά στα Στάγειρα, μαζί με μιά ομάδα νέων. Και όπως μας γράφει ο Πλούταρχος και ο Αρριανός: Φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος δεν διδάχθηκε μόνο την Ηθική και την Πολιτική επιστήμη, αλλά και τις απόρρητες και βαθύτερες διδασκαλίες που οι άνδρες τις αποκαλούσαν ακροαματικές και εποπτικές και δεν τις διέδιδαν σε πολλούς.Από τον Αριστοτέλη είναι που αποκτά γνώσεις Ιατρικής, έτσι ώστε να θεραπεύει τους φίλους του όταν αρρώσταιναν και να γράφει συνταγές για θεραπεία και δίαιτα. Ο Λυσίμαχος και ο Λεωνίδας είναι που σφυρηλάτησαν έναν ολιγαρκή και σκληραγωγημένο Αλέξανδρο, που είχε συνεχώς κάτω από το προσκεφάλι του την "Ιλιάδα" του Ομήρου.Είναι γνωστό πως την εποχή εκείνη στον Ελλαδικό χώρο οι πόλεις ήταν χωρισμένες μεταξύ τους και λειτουργούσαν αυτόνομα σαν μικρά κράτη. Αποτέλεσμα ήταν οι συνεχείς πόλεμοι μεταξύ των πόλεων. Μόνο κάτω από την απειλή κάποιας εχθρικής δύναμης, π.χ. των Περσών, ενώνονταν για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο.

Ο Αλέξανδρος κατάφερε να ανακηρυχθεί σε ηλικία 20 χρονών Αρχηγός των Ελλήνων, πλην των Λακαιδεμονίων. Να ενώσει όλες τις Ελληνικές πόλεις κάτω από μία αρχή, μία εξουσία, έτσι ώστε το εκστρατευτικό σώμα που θα περνούσε τον Ελλήσποντο να αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ένα αρμονικό σώμα το οποίο θα είχε ένα κεφάλι, ένα μυαλό, τον Αλέξανδρο.Στη συνέχεια κατάφερε να ενώσει όλους τους λαούς τους οποίους κατέκτησε κάτω από μία αρχή.Και όπως γράφει ο Πλούταρχος: Δίδαξε τους Υρκανούς να κάνουν νόμιμους γάμους, τους Αραχωσίους να καλλιεργούν την γή των, τους Σογδιανούς έπεισε να τρέφουν και όχι να φονεύουν τους γέροντες γονείς των, τους Πέρσες να σέβονται τις μητέρες των και να μην τις νυμφεύονται. Επεισε τους Ινδούς να λατρεύουν τους Θεούς της Ελλάδας, τους Σκύθες να θάβουν τους νεκρούς των αντί να τους τρώγουν.Ετσι ο Μέγας Αλέξανδρος κατάφερε να εξημερώσει την Ασία και να διαδώσει τον Ελληνικό πολιτισμό από τον Ελλήσποντο ώς την Ινδία. Κατάφερε να εφαρμόσει το πολιτειακό σύστημα του Ζήνωνος, του Ιδρυτή της στωικής φιλοσοφίας. Δηλαδή, να μήν κατοικούν οι άνθρωποι κατά πόλεις χωρισμένες, με διαφορετικούς νόμους, αλλά να θεωρούνται όλοι οι άνθρωποι συμπολίτες ( αν και από διαφορετικά έθνη ) και πολίτες του ίδιου κράτους και να υπάρχει μία τάξη και ένα δίκαιο για όλους.

Αυτό ο Ζήνων το διατύπωσε σαν ένα όνειρο για επίτευξη, σαν μια διδασκαλία προς εφαρμογή, την Φιλοσοφική Πολιτεία. Ο Μέγας Αλέξανδρος το εφάρμοσε στην πράξη.Δεν ακολούθησε τη συμβουλή του Αριστοτέλη, να φέρεται στους Ελληνες σαν Βασιλιάς και στους υπόλοιπους σαν τύρρανος. Αλλά, θεωρώντας τον εαυτό του ως απεσταλμένο του θεού και ρυθμιστή εθνών, ένωσε όλους τους λαούς, με την πειθώ ή με τη βία και κατάφερε τη συνύπαρξη ανθρώπων με διαφορετικά ήθη και έθιμα, θρησκεία και νοοτροπία, έτσι ώστε να θεωρούν σαν συγγενείς τούς αγαθούς και τους κακούς σαν ξένους. Προωθούσε την αντίληψη ότι η διάκριση Ελληνας από βάρβαρο δεν στηρίζεται στα διαφορετικά ρούχα, στη διαφορετική καταγωγή και στα διαφορετικά έθιμα. Αλλά υποστήριζε ότι Ελληνας είναι ο ενάρετος, ενώ βάρβαρος είναι ο κάκιστος.Ο Μέγας Αλέξανδρος λοιπόν θέλησε να καταλάβουν οι άνθρωποι πως οι διαφορές μεταξύ των λαών είναι τελείως επιφανειακές και πρέπει να υπάρχει σεβασμός και κατανόηση στα διαφορετικά ήθη και έθιμα, στα διαφορετικά πιστεύω και όπως γράφει ο Πλούταρχος : Ο Αλέξανδρος πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι βασιλεύονται από το θεό γιατί η υπάρχουσα στον καθένα δύναμη " του άρχειν και εξουσιάζειν " είναι θεία. Οτι ο θεός είναι κοινός πατέρας όλων, αλλά κυρίως αναγνωρίζει σαν δικά του παδιά τους άριστους. Ιδρυσε και θεμελίωσε περίπου 70 πόλεις, οι οποίες αποτέλεσαν κέντρα ανάπτυξης και διάδοσης του Ελληνικού πολιτισμού. Θαυμαστό παράδειγμα είναι η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μία πόλη που έμελλε να γίνει με την αρχική ώθηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου πνευματική μήτρα της Ελληνιστικής περιόδου.
Είδε σε "όνειρο" το σημείο όπου έπρεπε να χτιστεί η πόλη και έδωσε διαταγές να γίνουν τέτοια έργα τα οποία θα αποτελούσαν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί και να γίνει μία πόλη αντάξια του Ιδρυτή της.

Δικαιολογημένα λοιπόν μπορεί να παρομοιαστεί με έναν Θησέα, Ιδρυτή της Αθήνας, με έναν Περσέα, Ιδρυτή των Μυκηνών, με τον Ρωμύλο και το Ρώμο, Ιδρυτές της Ρώμης.Ο Πλούταρχος γράφει: και διέταξε να χαράξουν το σχέδιο της πόλης προσαρμόζοντάς το στην τοποθεσία. Και επειδή δεν υπήρχε λευκό χώμα, πήραν αλεύρι και σχημάτισαν στη μαύρη γή μία κυκλική καμπύλη της οποίας την περιφέρεια όριζαν ευθείες βάσεις που, ξεκινώντας σαν από στρόγγυλο κράσπεδο και σχηματίζουν χλαμύδες και ίσες στο μέγεθος συνέπιπταν μεταξύ τους.Ο τρόπος σχεδίασης και ορισμού του σημείου ίδρυσης της πόλης φανερώνει γνώσεις και εφαρμογή αντιλήψεων Ιδρυτή πόλης που συναντάμε μόνο σε ίδρυση Ναών ή Ιερών πόλεων.Εκεί δεν παίρνονται υπόψη μόνο γεωγραφικοί παράγοντες, αλλά και οδηγίες που έχουν σχέση με την Ιερότητα του χώρου. Είναι γνωστό πως στην ακολουθία του Αλέξανδρου βρισκόταν πλήθος ανθρώπων του πνεύματος. Από τον μάντη Αρίστανδρο μέχρι τον γυμνόσοφο Κάλανο.Ο Αλέξανδρος είχε μεγάλη εκτίμηση στους φιλοσόφους και τους συμπεριφερόταν ανάλογα.

Ο Πλούταρχος γράφει: Είναι ίδιον ψυχής φιλοσόφου να αγαπά την σοφία και μάλιστα να θαυμάζει σοφούς άνδρας. Κανείς άλλος από τους Βασιλείς δεν έμοιασε τον Αλέξανδρο ως προς αυτό. Είναι γνωστή η Αγάπη του για τον Αριστοτέλη και η εκτίμηση που είχε για τον μουσικό Ανάξαρχο. Στον Πύρρωνα τον Ηλείο, όταν τον είδε για πρώτη φορά, του έδωσε 10.000 χρυσά νομίσματα, στον Ξενοκράτη, μαθητή του Πλάτωνα, έστειλε 50 τάλαντα δώρο, τον Ονησίκριτο, μαθητή του Διογένη, διόρισε άρχοντα των κυβερνητών του στόλου. Πλήθος άλλων προσφορών και δωρεών αποδεικνύουν όχι μόνο την γεναιόδωρη φύση του Μ.Αλέξανδρου γενικά, αλλά την γεναιοδωρία του ειδικά προς τους φιλόσοφους. Μιά γεναιοδωρία που πήγαζε από μιά ψυχή που έδινε περισότερη αξία στα πνευματικά αγαθά από ότι στα υλικά. Οταν ξεκίνησε την εκστρατεία για την Ασία δώρισε όλα τα υπάρχοντά του και κράτησε για τον εαυτό του μόνο " Ελπίδα ".Μετά τη νίκη επί του Δαρείου και αφού ανακυρήχθηκε Βασιλιάς της Ασίας, ήρθαν στην κατοχή του στρατού τόσα πλούτη, που οι Μακεδόνες άρχισαν να ζούν μέσα στην πολυτέλεια. Αποτέλεσμα ήταν η μαλθακή ζωή των στρατιωτών και ιδιαίτερα των Αξιωματικών του Αλέξανδρου. Αποφάσισε λοιπόν, λίγο πρίν την εκστρατεία για την Ινδία, να δωρίσει όλα τα πλεονάζοντα υλικά αγαθά και να κάψει όλα όσα του ήταν εμπόδιο για την εστρατεία.Το ίδιο έκαναν και οι Αξιωματικοί του αφού έβλεπαν το παράδειγμα ενός ανθρώπου που όχι μόνο τους έλεγε ποιό ήταν το σωστό, αλλά αυτός πρώτος το εφάρμοζε.Αξιοσημείωτη είναι επίσης και η καθημερινή ζωή του.

Οταν δεν πολεμούσε, ακόμα και κατά τη διάρκεια που βρισκόταν σε πορεία, αυτός εκπαιδευόταν στα όπλα, ανεβοκατέβαινε από άρματα και άλογα, πήγαινε κυνήγι και γενικά βρισκόταν σε μιά διαρκή εγρήγορση. Κάτι που συνέβαινε και κατά τη διάρκεια της μάχης.Στο Γρανικό ένα σπαθί, κόβοντας την περικεφαλαία του, έφτασε μέχρι το τριχωτό του κεφαλιού του.Στην Γάζα δέχθηκε ένα βέλος στον ώμο. Στη Μαράκανδα ένα βέλος έσπασε το κόκαλο της κνήμης του. Στην Υρκανία χτυπήθηκε από λίθο, χάνοντας την όρασή του για πολλές ημέρες.Στη μάχη του Ισσού πληγώθηκε από ξίφος στο μηρό. Στη χώρα των Μαλλών ένα βέλος τρύπησε το στήθος του και δέχτηκε χτύπημα από λοστό στο κεφάλι.Και για όλους αυτούς τους τραυματισμούς ήταν πολύ υπερήφανος.Τους θεωρούσε σαν απόδειξη της ανδρείας του και της γενναιότητάς του.Αν και Βασιλιάς έμπαινε πρώτος στην μάχη, δίνοντας το παράδειγμα στους στρατιώτες του.νας Βασιλιάς που δεν ήξερε μόνο να διατάζει αλλά και να εκτελεί ο ίδιος τις διαταγές που έδινε. Θεωρούσε πως η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να πετύχει κάποιος είναι η νίκη στον εαυτό του για να μπορεί να τον ελέγχει. Αποτέλεσμα αυτής της νίκης του Αλέξανδρου είναι η εγκράτειά του προς τις ηδονές.Δεν δέχθηκε καμία γυναίκα δίπλα του παρά μόνο αυτήν που είχε παντρευτεί. Αν και πολλές φορές οι φίλοι του τον παρότρυναν να γευτεί την ηδονή με διάφορες γυναίκες. Ηταν τόσο εγκρατής και μεγαλόψυχος που ανάγκασε τον Δαρείο, τον Βασιλιά που ουσιαστικά κατέστρεψε, να δηλώσει: Θεοί, προστάτες της γέννησης των ανθρώπων και της τύχης των Βασιλέων, δώστε να μην εγκαταλείψω την τύχη των Περσών, αλλά αφού νικήσω να ανταμείψω τις ενέργειες του Αλέξανδρου, τις οποίες νικημένος δέχθηκα από αυτόν στους πιό αγαπημένους μου. Αν όμως έφτασε κάποιος χρόνος μοιραίος, από θεία εκδίκηση και μεταβολή να πάψει η βασιλεία των Περσών, κανείς άλλος άνθρωπος ας μην καθήσει στον θρόνο του Κύρου πλήν του Αλέξανδρου. Αυτή τη δήλωση την έκανε αφού έμαθε την μεγαλόψυχη συμπεριφορά του Αλέξανδρου προς την οικογένειά του που είχε αιχμαλωτίσει.

Ο Αρριανός γράφει πως ο Αλέξανδρος εγκαθιστούσε τη Δημοκρατία ως πολίτευμα σε κάθε χώρα που κατακτούσε. Μιά Δημοκρατία που βοηθούσε στη λειτουργία των τοπικών θεσμών κάθε πόλης, κάτω όμως από μιά κοινή Αρχή. Καταργούσε τους υπερβολικούς φόρους και κατάφερνε να κατακτά εκπολιτίζοντας και όχι καταστρέφοντας.Το μόνο που κατέστρεφε ήταν το παλιό, αυτό που είχε φθαρεί και δεν δεχόταν να αλλάξει προς το καλύτερο. Εδινε περισότερη σημασία στις ουσιαστικές δυνάμεις του ανθρώπου, όπως τη σοφία, τη δικαιοσύνη, τη μεγαλοψυχία, την Ανδρεία, ανεξάρτητα αν αυτός ήταν εχθρός ή φίλος. Ετσι όταν καταλάβαινε πως ο κυβερνήτης της πόλης που κατακτούσε ή ο βασιλιάς του έθνους το οποίο νικούσε είχε αυτές τις αρετές, τον διόριζε πάλι άρχοντα, ανεξάρτητα αν είχε παραδοθεί ή νικηθεί μετά από μάχη.Δίκαια λοιπόν ο Πλούταρχος γράφει: Εάν δε μέγιστος έπαινος της φιλοσοφίας είναι ότι σκληρά και αμόρφωτα ήθη εξημερώνει και εξευγενίζει, ο Αλέξανδρος φαίνεται ότι εξεπολίτισε τόσους λαούς αγρίους και ατίθασους που δικαίως δύναται να θεωρηθεί φιλόσοφος.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

O Eπίκουρος και η Eυτυχία

O Επίκουρος (341 π.Χ. - 270 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος που ίδρυσε μια από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνικής φιλοσοφίας η οποία ονομαζόταν Κήπος του Επίκουρου. Ο Επίκουρος πίστευε πως η ευτυχία μπορεί να κατακτηθεί μέσω ορισμένων βασικών αποκτημάτων.

Ι. Φιλία

Επιστρέφοντας στην Αθήνα το 306 π.Χ., ο Επίκουρος στην ηλικία των 35, επέλεξε μια ασυνήθιστη κατοικία. Εντόπισε μια μεγάλη οικία λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας, στον δήμο της Μελίτης, μεταξύ αγοράς και λιμανιού στον Πειραιά, και μετακόμισε εκεί με μια παρέα φίλων. Ο Επίκουρος παρατήρησε ότι: «Από όσα παρέχει η σοφία για την ευτυχία της ζωής συνολικά, το κατά πολύ πιο σημαντικό είναι η απόκτηση φίλων». Τέτοια ήταν η προσήλωση του στην ευχάριστη παρέα, ώστε ο Επίκουρος συνιστούσε να προσπαθεί κανείς να μην τρώει ποτέ μόνος: «Προτού φας ή πιεις οτιδήποτε, σκέψου προσεκτικά με ποιον τρως ή πίνεις παρά τι τρως και τι πίνεις: το να τρέφεσαι χωρίς κάποιο φίλο θυμίζει τη ζωή λέοντα ή λύκου». Δεν υπάρχουμε παρά μόνο αν υπάρχει κάποιος που διαπιστώνει την ύπαρξη μας, όσα λέμε δεν έχουν νόημα μέχρι να τα καταλάβει κάποιος. Ο Επίκουρος, διακρίνοντας την κρυφή μας ανάγκη, αναγνώρισε πως μια χούφτα πραγματικοί φίλοι μπορούσαν να παρέχουν την αγάπη και το σεβασμό που πιθανόν να μην επιτύγχανε μια ολόκληρη περιουσία.


ΙI. Ελευθερία

Ο Επίκουρος και οι φίλοι του εισήγαγαν μια δεύτερη ριζοσπαστική καινοτομία. Προκειμένου να μην αναγκάζονται να δουλεύουν για άτομα που δεν συμπαθούσαν και να είναι υπόλογοι σε δυνητικά ταπεινωτικές ιδιοτροπίες, αποσύρθηκαν από τις εμπορικές δραστηριότητες των Αθηνών («πρέπει να ελευθερώσουμε τον εαυτό μας από το κάτεργο της καθημερινής ρουτίνας και της πολιτικής») και ξεκίνησαν κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ακριβέστερα ως κοινόβιο, αποδεχόμενοι έναν απλούστερο τρόπο ζωής με αντάλλαγμα την ανεξαρτησία. Θα διέθεταν λιγότερα χρήματα αλλά δε θα αναγκάζονταν ποτέ ξανά να ακολουθήσουν τις διαταγές απεχθών ανωτέρων. Έτσι αγόρασαν έναν κήπο κοντά στο σπίτι, άρχισαν να καλλιεργούν διάφορα λαχανικά και αγκινάρες. Διαιτολόγιο όχι πολυτελές, ούτε άφθονο, αλλά γευστικό και θρεπτικό.


ΙΙΙ. Σκέψη

Υπάρχουν ελάχιστες καλύτερες γιατρειές για το άγχος από τη σκέψη. Γράφοντας ένα πρόβλημα ή αναφέροντάς το σε μια κουβέντα, επιτρέπουμε να αναδειχθούν οι ουσιαστικές πλευρές του. Και γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του, απομακρύνουμε, αν όχι το ίδιο το πρόβλημα, τουλάχιστον τα δευτερεύοντα, επιβαρυντικά χαρακτηριστικά του: τη σύγχυση, τη μετατόπιση, την έκπληξη. Στον Κήπο -όπως έγινε γνωστή η κοινότητα του Επίκουρου- η διαδικασία της σκέψης ενθαρρυνόταν ιδιαίτερα. Πολλοί από αυτούς τους φίλους ήταν συγγραφείς. Στα κοινά δωμάτια του σπιτιού στη Μελίτη και στον κήπο με τα λαχανικά, πρέπει να υπάρχουν συνεχείς ευκαιρίες για την εξέταση προβλημάτων με ανθρώπους ευφυείς που συμμεριζόταν τα ίδια ιδανικά. Ο Επίκουρος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα ώστε εκείνος και οι φίλοι του να μάθουν να αναλύουν τις αγωνίες τους με το χρήμα, την αρρώστια, τον θάνατο και το υπερφυσικό. Αν κάποιος σκεφτόταν λογικά το θέμα της θνησιμότητας, θα μπορούσε, όπως υποστήριζε ο Επίκουρος, να συνειδητοποιήσει ότι μετά το θάνατο δεν υπήρχε τίποτα πέρα από τη λήθη, και πως «αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα που σαν το’χουμε δίπλα μας δεν μας ενοχλεί».

Είναι άσκοπο να θορυβείται κανείς προκαταβολικά για μια κατάσταση που δεν θα βιώσει ποτέ: «Γιατί τίποτα μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ’ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς.» Η νηφάλια ανάλυση ηρεμούσε το μυαλό. Απέτρεπε τους φίλους τους Επίκουρους από το να ρίχνουν κλεφτές ματιές στις δυσκολίες που θα τους στοίχειωναν στο αστόχαστο περιβάλλον πέραν του Κήπου. Φυσικά ο πλούτος είναι απίθανο να κάνει κάποιον δυστυχή. Όμως ο πυρήνας του επιχειρήματος του Επίκουρου είναι πως αν διαθέτουμε χρήματα δίχως φίλους, ελευθερία και μια μοναδική ανάλυση της ζωής μας, δεν θα είμαστε ποτέ αληθινά ευτυχισμένοι. Και αν τα διαθέτουμε αλλά στερούμαστε πλούτου, δεν θα είμαστε ποτέ δυστυχισμένοι.

Για να τονίσει τι είναι απαραίτητο για την ευτυχία και τι θα μπορούσε να αποποιηθεί δίχως ιδιαίτερη στεναχώρια κάποιος που στερείται την ευμάρεια λόγω κοινωνικής αδικίας ή οικονομικών δυσκολιών, ο Επίκουρος διαίρεσε τις ανάγκες μας σε τρεις κατηγορίες : Από τις επιθυμίες, ορισμένες είναι φυσικές και αναγκαίες, ορισμένες είναι φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, και, τέλος, ορισμένες άλλες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες.