Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Σπάρτη μια από τις Ισχυρότερες Ελληνικές Πόλεις

Η Σπάρτη υπήρξε η ισχυρότερη ελληνική πόλη για τριακόσια περίπου χρόνια. Από τον ύστερο 7ο έως τον πρώιμο 4ο αιώνα, αυτή η δωρική κοινωνία με την εκτεταμένη επικράτεια κυριαρχούσε στην πολεμική σκηνή της Ελλάδας - ειδικά της Πελοποννήσου. Η πολιτική και στρατιωτική της δύναμη ήταν το αποτέλεσμα θεσμικών μεταρρυθμίσεων που αποδόθηκαν στον θρυλικό Λυκούργο. Βάση τους ήταν μια ρήτρα («συμφωνία, συνθήκη») που είχε την έγκριση του μαντείου των Δελφών.Τόσο το πρόσωπο όσο και το νομοθετικό έργο του Λυκούργου είναι χαμένα στην ομίχλη του μύθου. Πάντως, από τον 6ο αιώνα η Σπάρτη παρουσίαζε μια εικόνα αρκετά διαφορετική από αυτή της πολιτιστικά προηγμένης πόλης όπου ανθούν τα γράμματα και οι τέχνες, όπως ακριβώς ήταν πριν. Όλη η ενέργειά της ήταν πλέον αφιερωμένη σε ένα και μόνο μέλημα: τη στρατιωτική υπεροχή. Οι πολεμικές παροτρύνσεις του Τυρταίου αποτελούν την καλύτερη δίοδο πρόσβασης στο ήθος της Σπάρτης κατά τη διάρκεια της ιστορικής εμπέδωσής του. Ο ποιητής όμως μας κατατοπίζει ελάχιστα για την πολιτική πραγματικότητα της εποχής του. Για τις σημαντικές πολιτειακές μεταρρυθμίσεις του 7ου αιώνα είμαστε αναγκασμένοι να ανατρέχουμε σε μεταγενέστερους συγγραφείς (από τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα έως τον Πλούταρχο), πολλοί από τους οποίους είχαν υποστεί την επίδραση μιας επιτυχημένης σπαρτιατικής προπαγάνδας μακράς διάρκειας. Σαν τις παραισθήσεις που δημιουργούνται στους ταξιδιώτες της ερήμου, η εικόνα της Σπάρτης μετεωρίζεται ανάμεσα στον θρύλο και την ιστορία.

Σύμφωνα με μια εύλογη υπόθεση, τρεις φυλές Δωριέων, των οποίων τα ονόματα διατηρήθηκαν στα ιστορικά χρόνια, εισέβαλαν γύρω στον 11ο αιώνα από τον βορρά στην περιοχή της Λακωνίας, κατέκτησαν τον εντόπιο πληθυσμό και τον εξανάγκασαν σε ένα ιδιαίτερο είδος δουλείας. Οι εἵλωτες, όπως ονομάστηκαν οι προηγούμενοι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής (με μια λέξη που μάλλον σήμαινε τους «κατακτημένους»), περιήλθαν στην κατοχή των Σπαρτιατών γαιοκτημόνων, αλλά δεν έγιναν ατομική ιδιοκτησία τους, όπως ήταν οι δούλοι στις άλλες πόλεις. Οι είλωτες λογίζονταν πάντοτε περιουσία της πόλης. Οι περισσότεροι δεν εργάζονταν στα σπίτια των κυρίων τους ούτε διαβιούσαν μαζί με ελεύθερους πολίτες, αλλά ασχολούνταν με την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή και ζούσαν σε καλύβες μέσα στα χωράφια ως δουλοπάροικοι.Εξαιτίας των συνθηκών διαβίωσής τους, οι είλωτες είχαν σχετική αυτονομία σε σύγκριση με τους οικόσιτους δούλους άλλων πόλεων. Συγκροτούσαν οικογένειες, κατείχαν περιουσιακά στοιχεία -μέχρι και την επικαρπία γης-, τελούσαν δικές τους θρησκευτικές λατρείες και διατηρούσαν τα έθιμά τους. Το κυριότερο: ήταν όλοι Έλληνες, όπως ακριβώς και οι δεσπότες τους. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε αργότερα ως μία από τις πολλές ιδιαιτερότητες της Σπάρτης - μολονότι δεν συνέβαινε μόνο εκεί. Παρά τη σχετική αυτονομία τους, οι είλωτες (που έφταναν κάποτε να είναι έως και δέκα φορές πολυπληθέστεροι από τους ελεύθερους πολίτες) ζούσαν σε καθεστώς ιδιαίτερης καταπίεσης.

 Η παρουσία τους αποτελούσε μόνιμο κίνδυνο για την πολιτική σταθερότητα της Σπάρτης. Για να αποφευχθεί το μίασμα που θα προκαλούσε ο φόνος τους, αλλά και για να είναι δυνατή η άμεση καταστολή οποιασδήποτε επαναστατικής τους ενέργειας, η Σπάρτη κήρυσσε επίσημα συμβολικό πόλεμο εναντίον τους κάθε χρόνο. Με τον τρόπο αυτό οι ελεύθεροι πολίτες μπορούσαν να σκοτώνουν είλωτες χωρίς να λογοδοτούν. Μάλιστα, η αυστηρότατη εκπαίδευση των νεαρών Σπαρτιατών, γνωστή ως αγωγή, περιλάμβανε ενέδρες και θανατώσεις ειλώτων ως μέρος των θεσπισμένων τελετών ενηλικίωσής τους. Οι υπόδουλοι ζούσαν διαρκώς κάτω από τον ζυγό της επίσημης κρατικής τρομοκρατίας.Καθώς ήταν οι μόνοι που δούλευαν στη γη των πολιτών και επίσης η μοναδική πηγή εργατικού δυναμικού για όλες τις χειρωνακτικές εργασίες, οι είλωτες αποτελούσαν τον σημαντικότερο παράγοντα στην οικονομία της Σπάρτης. Ο άλλος ήταν οι περίοικοι, αυτόνομες ομάδες ανθρώπων που κατοικούσαν στην περιφέρεια. Οι περίοικοι καλλιεργούσαν τη δική τους (λιγότερο εύφορη) γη, ασχολούνταν με την αλιεία και το εμπόριο και διέθεταν ελευθερία κινήσεων. Επίσης, είχαν περιορισμένα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία ασκούσαν στις μικρές κοινότητές τους. Επειδή θεωρούνταν Λακεδαιμόνιοι (δηλαδή ελεύθεροι κάτοικοι της Σπάρτης), αλλά όχι Σπαρτιάτες πολίτες, οι περίοικοι συμμετείχαν, μαζί με τους πολίτες, σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις της πόλης.

Ο συνολικός πληθυσμός των κατοίκων της Σπάρτης ήταν, συνεπώς, διαστρωματωμένος σε τρεις τελείως διακριτές κοινωνικές ομάδες, με πληθυσμό αντιστρόφως ανάλογο των πολιτικών δικαιωμάτων της καθεμίας: τους σχετικά λιγοστούς ελεύθερους Σπαρτιάτες, τους πολυπληθέστερους περίοικους, που ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, και τις μεγάλες μάζες των υποδουλωμένων ειλώτων.Το αστυ, η πολιτική καρδιά της Σπάρτης -εκεί που βρίσκεται η σημερινή πόλη- προήλθε από τον συνοικισμό τεσσάρων χωριών (στα οποία προστέθηκαν κατόπιν οι Αμύκλες) και παρέμεινε για πολλούς αιώνες ατείχιστο, ως ένδειξη αυτοπεποίθησης και δύναμης. Η αρχαία πόλις, όμως, της Σπάρτης εκτεινόταν σε ολόκληρο το νότιο τμήμα της Πελοποννήσου. Αρχικά περιλάμβανε μόνο τη Λακωνία και συγκεκριμένα την εύφορη κοιλάδα του Ευρώτα, ανάμεσα στον Ταΰγετο και τον Πάρνωνα. Κατά το τελευταίο τρίτο του 8ου αιώνα (περ. 735-715), όμως, οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν, μάλλον λόγω υπερπληθυσμού, να προσαρτήσουν τη Μεσσηνία στα δυτικά του Ταΰγετου. Κατέλαβαν τη νέα περιοχή με πόλεμο και τη διατήρησαν με σκληρή καταπίεση του επίσης ελληνικού πληθυσμού, τον οποίο υποδούλωσαν αμέσως.

Σε όλη τη διάρκεια της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής, οι Μεσσήνιοι είλωτες αγωνίζονταν να ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους. Εξεγέρθηκαν για πρώτη φορά γύρω στο μέσον του 7ου αιώνα, όταν, με αρχηγό τον θρυλικό Αριστομένη, κατόρθωσαν να βρουν συμμάχους σε πόλεις της Πελοποννήσου και να απειλήσουν τη Σπάρτη. Η επανάστασή τους απέτυχε. Οι μάχες από την πλευρά των Σπαρτιατών, σε αυτόν τον λεγόμενο Β' Μεσσηνιακό Πόλεμο -πρώτος θεωρήθηκε η αρχική κατάκτηση της περιοχής- δόθηκαν με τον νέο οπλιτικό τρόπο της φάλαγγας.Η ιστορία επαναλήφθηκε, με λιγότερο συντριπτική νίκη των Σπαρτιατών, δύο αιώνες αργότερα, κατά τη διάρκεια του επονομαζόμενου Γ' Μεσσηνιακού Πολέμου, για τον οποίο είμαστε καλύτερα πληροφορημένοι. Ο πόλεμος διήρκεσε δέκα περίπου χρόνια (περ. 465-455), και τελικά οι εξεγερμένοι Μεσσήνιοι, που είχαν κλειστεί στην Ιθώμη μαζί με άλλους είλωτες από τη Λακωνία, αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η διατήρηση της Μεσσηνίας υπήρξε επί μακρόν επίπονη υπόθεση για τη Σπάρτη, αλλά μείωσε σημαντικά την ανάγκη της για αποικισμό σε μακρινές περιοχές.Πριν από την επιτυχία του Β' Μεσσηνιακού Πολέμου, οι Σπαρτιάτες είχαν υποστεί ατιμωτική ήττα από τους Αργείους το 669 στη μάχη των Υσιών. Η νίκη των Αργείων, που ήταν έως τότε η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη της Πελοποννήσου, οφειλόταν πιθανόν στην πρώιμη χρήση της φάλαγγας. Οι Λακεδαιμόνιοι υιοθέτησαν αμέσως την αποτελεσματική αυτή στρατιωτική μηχανή και τελειοποίησαν τη χρήση της. Τότε συντελέστηκαν οι πολιτικές αλλαγές που μετασχημάτισαν τη Σπάρτη σε αδιαμφισβήτητα πρώτη στρατιωτική δύναμη της Ελλάδας και τότε εντοπίζονται οι απαρχές της μεγάλης συμμαχίας της με τις άλλες πόλεις της Πελοποννήσου (πλην του Άργους), που είναι σήμερα γνωστή ως Πελοποννησιακή. Στη συμμαχία αυτή η Σπάρτη παρείχε πολιτική και στρατιωτική στήριξη για ανατροπή τυραννικών καθεστώτων και επίλυση εδαφικών διαφορών, ενώ οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοι τη βοηθούσαν να διατηρεί την εσωτερική σταθερότητά της, που βασιζόταν, όπως και η οικονομία της, στην εκμετάλλευση ενός μεγάλου υπόδουλου πληθυσμού.

Μετά την οριστική κατάκτηση της Μεσσηνίας, μια αναδιανομή της καλλιεργήσιμης γης στο μέσον του 7ου αιώνα επέτρεψε τη δημιουργία ενός σχετικά διευρυμένου σώματος οπλιτών, που πιθανότατα έφτασε τις 9.000. Πολιτικά δικαιώματα απέκτησαν όλοι οι νέοι κάτοχοι γης που μπορούσαν να συνεισφέρουν στα κοινά συσσίτιαφιδίτια), ένα από τα πιο ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του σπαρτιατικού βίου. Κριθαρένιο αλεύρι, κρασί, σύκα και τυρί ήταν τα συνηθισμένα είδη που οι είλωτες αναγκάζονταν να παρέχουν στους κατόχους των αγροτεμαχίων που καλλιεργούσαν. Από τα τρόφιμα αυτά ένα μεγάλο μέρος πήγαινε στην κοινή σίτιση των οπλιτών. Η καθημερινή συμμετοχή στα συσσίτια ήταν υποχρεωτική για όλους τους ελεύθερους άρρενες πολίτες. Αυτοί οι πολίτες-οπλίτες ονομάζονταν ὅμοιοι (για να δηλωθεί η πολιτική ισότητα και η αδελφοσύνη τους) και ήταν οι μόνοι αρμόδιοι για την πολιτική και τον πόλεμο. Έχοντας πλήρως απαλλαγεί από τις καθημερινές φροντίδες βιοπορισμού, επιδίδονταν αποκλειστικά στη σωματική άσκηση και τη βελτιστοποίηση της αλκής, μάθαιναν να ζουν λιτά και να αντέχουν στις κακουχίες και είχαν, σε σχέση με τις άλλες πόλεις, μάλλον χαλαρό καθημερινό οικογενειακό βίο, αλλά εξίσου σθεναρές οικογενειακές παραδόσεις.

Η ζωή των Σπαρτιατών

Ολόκληρη η ζωή των Σπαρτιατών ήταν μια διαρκής προετοιμασία για τον πόλεμο. Τα πολιτιστικά αγαθά του λόγου και της τέχνης τούς έγιναν ξένα και απεχθή. Η ποίηση ατόνησε. Οι καλές τέχνες περιέπεσαν σε ύφεση. Φιλοσοφία και επιστήμη δεν αναπτύχθηκαν ποτέ. Η ρητορεία αποθαρρύνθηκε. Από τους δύο στυλοβάτες της ομηρικής αρετής, η Σπάρτη επέλεξε να τελειοποιήσει μόνο τον έναν: την αποτελεσματική πράξη, κυρίως στην αντιμετώπιση εχθρών. Ο ευφράδης λόγος άφηνε τους πολίτες της αδιάφορους και συχνά τους έβρισκε εχθρικούς. Οι Σπαρτιάτες άρχισαν μάλιστα να φοβούνται τόσο πολύ τη διαβρωτική επιρροή άλλων ελληνικών πόλεων πάνω στο ήθος της δικής τους ιδιοπροσωπίας, ώστε ανέπτυξαν έντονη ξενοφοβία με συχνές απελάσεις ανεπιθύμητων προσώπων (ξενηλασίας). Στη Σπάρτη η παρουσία μετοίκων, γνωστή σε άλλες ελληνικές πόλεις, ήταν αδιανόητη, το εμπόριο υποτυπώδες και ανταλλακτικό, η κυκλοφορία νομισμάτων περιορισμένη -αντί κανονικών κερμάτων χρησιμοποιούσαν κυρίως δύσχρηστες σιδερένιες ράβδους- και η σχέση με τη θάλασσα συρρικνωμένη στις ανάγκες του πολέμου. Ωστόσο, η Σπάρτη ανέπτυξε πνευματικό πολιτισμό μέσα στις ψυχές των πολιτών της. Το πολίτευμά της, τόσο ιδιόμορφο όσο και το ήθος που ανδρώθηκε μέσα του, υπήρξε βασική αιτία της φήμης που απέκτησε στην αρχαιότητα.

Η Σπάρτη είχε βασιλεία. Η βασιλεία της όμως δεν ήταν μοναρχική. Για τις απαρχές του θεσμού δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες, αλλά ο Ηρόδοτος διηγείται μια ωραία ιστορία για το πώς προέκυψε το παράδοξο καθεστώς της διπλής βασιλείας. Παλιά -εξηγεί- μία και μοναδική ήταν στη Σπάρτη η βασιλική οικογένεια, όπως παντού στον πρώιμο ελληνικό κόσμο, και η διαδοχή στο ύπατο αξίωμα γινόταν με τον γνωστό κληρονομικό τρόπο. Η γυναίκα όμως του νεκρού βασιλιά Αριστόδημου γέννησε δίδυμα και προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε ποιο από τα δύο παιδιά της ήταν πρεσβύτερο. Ήθελε να ανέβουν και τα δύο στον θρόνο. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν σε μεγάλο δίλημμα και αποφάσισαν να λύσουν το μυστήριο ρωτώντας το μαντείο των Δελφών. Η Πυθία αποκρίθηκε ότι έπρεπε να θεωρήσουν και τα δύο παιδιά βασιλείς, αλλά να τιμήσουν περισσότερο εκείνο που γεννήθηκε πρώτο. Οι Σπαρτιάτες βρέθηκαν και πάλι σε απορία. Η λύση δόθηκε από έναν Μεσσήνιο, ονόματι Πανίτη (που σημαίνει τον υφαντουργό, αλλά μπορεί επίσης να δηλώσει τον πανούργο που διεισδύει παντού), ο οποίος πρότεινε να κατασκοπεύσουν τη μάνα και να δουν ποιο παιδί φροντίζει πρώτο στο τάισμα και το πλύσιμο. Η ιδέα υπήρξε επιτυχής. Οι Σπαρτιάτες ανακήρυξαν και τα δύο παιδιά βασιλείς, αλλά αναγνώρισαν τα πρωτεία τιμής στον Ευρυσθένη. Ο αδελφός του Προκλής αποδείχθηκε πολύ διαφορετικός χαρακτήρας, και οι δύο βασιλικές οικογένειες που προέκυψαν (οι Αγιάδες και οι Ευρυποντίδες) διέφεραν σημαντικά στη νοοτροπία. Κατά παράδοση οι Αγιάδες, οι απόγονοι του Ευρυσθένη, αναγνωρίζονταν ως ανώτεροι.

Η ιστορία αυτή μπορεί να μην αποτελεί ιστορικό γεγονός. Δείχνει όμως μια ιδιαιτερότητα του πολιτεύματος της Σπάρτης που χρησιμοποιήθηκε τελικά προς όφελος του πολέμου. Από τον ύστερο 6ο αιώνα μόνο ο ένας από τους δύο βασιλείς πρωτοστατούσε ως αρχηγός στα εκστρατευτικά σώματα έξω από τα σύνορα της πόλης. Ο άλλος παρέμενε στη Σπάρτη. Η συνεχής απειλή των ειλώτων ίσως συνέβαλε σε αυτή τη διευθέτηση. Οπωσδήποτε όμως έπρεπε να αποτρέπεται η πιθανή διχογνωμία των βασιλέων στις κρίσιμες ώρες της μάχης. Σε καιρό πολέμου ο ένας βασιλιάς φρόντιζε τα εσωτερικά ζητήματα της πόλης και ο άλλος ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της εκστρατείας.Στο πολίτευμα της Σπάρτης υπήρχαν και άλλες ιδιαιτερότητες. Μία από αυτές ήταν η Γερουσία. Στο σώμα αυτό εκλέγονταν είκοσι οκτώ επιφανείς πολίτες, ηλικίας άνω των εξήντα ετών, για να υπηρετήσουν την πόλη διά βίου. Η εκλογή γινόταν από τους ομοίους. Στο σώμα συμμετείχαν αυτοδικαίως και οι δύο βασιλείς, με διπλή μάλιστα ψήφο ο καθένας, ώστε ο συνολικός αριθμός των ανδρών της Γερουσίας έφτανε τους τριάντα. Μάλιστα, σε περίπτωση απουσίας ενός βασιλιά, υπήρχε η δυνατότητα εκπροσώπησής του στη Γερουσία από κάποιο προσφιλές και έμπιστο πρόσωπο.

Η Γερουσία είχε πολλές αρμοδιότητες. Στη δικαιοδοσία της ανήκαν η εφαρμογή του νόμου, η διατήρηση της τάξης και, κυρίως, η προεργασία των θεμάτων που θα έρχονταν για έγκριση στη συνέλευση των ομοίων. Η συνέλευση των ομοίων, που ονομαζόταν Ἐκκλησία τοῦ Δάμου ή απλώς δαμος (δωρική μορφή του δήμου), ήταν το κύριο εκτελεστικό όργανο και η βάση του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Το μικρό κείμενο της «λυκούργειας» ρήτρας, που διασώζει ο Πλούταρχος, όριζε ότι «στον δήμο ανήκει η εξουσία και η δύναμη» της πόλης. Στην Εκκλησία του Δήμου συμμετείχαν όλοι οι ελεύθεροι ενήλικες άρρενες πολίτες. Στις συνελεύσεις της γινόταν συζήτηση και εκφράζονταν διαφορετικές απόψεις, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν τον λόγο όλοι οι όμοιοι με την ίδια ευκολία. Οι αντιλογίες συνήθως περιορίζονταν στα μέλη των ανώτερων οικογενειών. Οι τελικές αποφάσεις (για αποδοχή ή απόρριψη των προτάσεων της Γερουσίας) λαμβάνονταν διά βοής.

Μεγάλη εξουσία στη Σπάρτη είχαν επίσης οι πέντε ἔφοροι, άρχοντες εκλεγμένοι από την Εκκλησία του Δήμου, με πολλές εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες - άλλη μια ιδιαιτερότητα του σπαρτιατικού πολιτεύματος. Η ενιαύσια θητεία τους δεν επιτρεπόταν να ανανεωθεί, και το γεγονός αυτό μείωνε τον πιθανό καιροσκοπισμό των αποφάσεών τους. Ο θεσμός των εφόρων, που ήταν οι «επιστάτες» του κράτους, εισήχθηκε σε στάδιο μεταγενέστερο από τους άλλους τρεις πολιτικούς θεσμούς (τη διπλή βασιλεία, τη Γερουσία και την Εκκλησία του Δήμου) και είχε ως στόχο την τήρηση της νομιμότητας στην καθημερινή ζωή και τον έλεγχο της βασιλικής αυθαιρεσίας. Σταδιακά η δύναμη των εφόρων αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τρέμουν ενώπιόν τους οι πάντες, ακόμη και οι βασιλείς. Από τους εφόρους, δύο ακολουθούσαν πάντοτε τα εκστρατευτικά σώματα εκτός των συνόρων.Η Σπάρτη έγινε υπόδειγμα πολιτείας για αρκετούς συγγραφείς της αρχαιότητας. Στο ιδιόρρυθμο πολίτευμά της, με τους πολλούς ελεγκτικούς μηχανισμούς και την έμφαση στο δημόσιο συμφέρον, πολλοί έβλεπαν την αληθινή πραγματοποίηση της ευνομίας.

Γραπτοί νόμοι στη Σπάρτη δεν υπήρχαν. Το δίκαιο της πόλης ήταν εξαρχής και παρέμεινε μέχρι το τέλος εθιμικό. Με την προσκόλληση στην παράδοση και το συντηρητικό πνεύμα που ανέπτυξε, η Σπάρτη δεν γνώρισε τυραννία ή άλλη πολιτειακή αλλαγή για αιώνες. Τουλάχιστον ως ιδανικό, το ήθος ζωής που διέπνεε την πόλη διατηρήθηκε επίσης σχετικά σταθερό.Τα συμπόσια των αριστοκρατών, με τις εταίρες, τη μουσική και το άφθονο κρασί, ήταν άγνωστα στη Σπάρτη. Αντίθετα, ήταν υποχρεωτικά τα συσσίτια, που ενίσχυαν καθημερινά τους δεσμούς μεταξύ των πολιτών.Ο γάμος ήταν υποχρέωση του πολίτη και η τεκνοποιία επιβεβλημένη.Ο ψόγος των Σπαρτιατών για τους ανύμφευτους και άτεκνους συμπολίτες τους ήταν συχνά αμείλικτος.

Σε σύγκριση με άλλες ελληνικές πόλεις, τα κορίτσια της Σπάρτης παντρεύονταν σε μεγαλύτερη ηλικία (γύρω στα δεκαοκτώ) και οι άνδρες σε μικρότερη (κάτω από τριάντα). Αυτή η σχετικά περιορισμένη ηλικιακή διαφορά των συζύγων θεωρούνταν ότι ενώνει τα σώματά τους σε παράλληλη ακμή. Για να τονωθεί μάλιστα η γονιμοποιός δύναμη του σπέρματος που μειώνεται -όπως διατείνονταν- από τη συμβίωση και την καθημερινή συναναστροφή, απαγορευόταν στους Σπαρτιάτες να βλέπουν τις γυναίκες τους στα φανερά. Έτσι, η ερωτική επαφή καλύφθηκε με χαρακτηριστική αιδημοσύνη, ενώ η ίδια η τελετή του γάμου θεωρήθηκε μια συμβολική βίαιη αρπαγή.Στις διαθέσιμες αρχαίες πηγές υπογραμμίζεται έντονα το γεγονός ότι η πόλη ακολουθούσε αυστηρούς ευγονικούς κανόνες. Αν και πολλές περιπτώσεις βρεφών θα πέρασαν οπωσδήποτε απαρατήρητες, η έγκριση του κράτους ήταν καταρχήν απαραίτητη για την ανατροφή ενός νεογέννητου παιδιού, και υποτίθεται ότι την έδιναν οι έφοροι ως αρμόδιοι για όλα τα ζητήματα του καθημερινού βίου. Λέγεται, επίσης, ότι ο άτεκνος σύζυγος μπορούσε, αν ήθελε, να παραχωρήσει τη γυναίκα του σε κάποιον νεότερο και δυνατό Σπαρτιάτη για τεκνοποιία.

Ανεξάρτητα από την ιστορική ακρίβεια αυτών των πληροφοριών, γεγονός παραμένει ότι ολόκληρη η ερωτική ζωή των Λακεδαιμονίων πολιτών ήταν ιδεολογικά προσανατολισμένη στη δημιουργία ρωμαλέων απογόνων. Στο ίδιο πνεύμα οι Σπαρτιάτισσες είχαν ελευθερίες και προνόμια που θα ήταν απίστευτα οπουδήποτε αλλού στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Στη Σπάρτη, και μόνο εκεί, επιτρεπόταν -ή μάλλον επιβαλλόταν- στις γυναίκες να γυμνάζονται και να μετέχουν σε αγώνες, τα δε νεαρά κορίτσια αγωνίζονταν γυμνά, όπως και οι συνομήλικοί τους έφηβοι.Η Σπάρτη διέθετε ένα περίτεχνο σύστημα οργάνωσης των νέων σε ηλικιακές κατηγορίες, με δυσνόητες ονομασίες και χαρακτηριστικά προνόμια των μεγαλυτέρων έναντι των νεοτέρων. Η αυστηρή παιδεία των νέων από την ηλικία των επτά ετών μέχρι την ενηλικίωση στα είκοσι (αγωγή) ήταν κρατική υπόθεση και αποσκοπούσε στην πειθαρχία και τη μεγαλύτερη δυνατή εμπέδωση του αγωνιστικού πνεύματος.Για τα επόμενα δέκα χρόνια το κράτος παρέμενε επίσης υπεύθυνο για τη σωματική κατάσταση των ανδρών του. Στις μεγαλύτερες ηλικίες, το κυνήγι παρείχε σε καιρούς ειρήνης ένα υποκατάστατο του πολέμου και ήταν, μαζί με τη γύμναση, μια διά βίου ἀγωγή. (Στην αρχαιότητα η Σπάρτη υπήρξε επίσης διάσημη για τα κυνηγετικά σκυλιά της.) Αρχαίοι φιλολάκωνες συγγραφείς, όπως ο Αθηναίος ιστορικός Ξενοφών, τα έβλεπαν όλα αυτά με απεριόριστο και απροσποίητο θαυμασμό.Με αυστηρή έννοια, ιδιωτική ζωή για τους ομοίους δεν υπήρχε. Ολόκληρος ο βίος τους βρισκόταν κάτω από την επιστασία του κράτους, που μεριμνούσε για την αλκή, τη ρώμη και την πολεμική υπεροχή.

Στις εκστρατείες τους οι Σπαρτιάτες συνοδεύονταν, για όλες τις αναγκαίες χειρωνακτικές εργασίες, από μεγάλο αριθμό ειλώτων, που σε μία τουλάχιστον περίπτωση έφτασε τους επτά για κάθε οπλίτη. Για ευνόητους λόγους οι είλωτες δεν είχαν δικά τους όπλα και συνήθως δεν πολεμούσαν - αν και ορισμένες φορές οι Σπαρτιάτες αναγκάστηκαν να τους χρησιμοποιήσουν επικουρικά. Οι περίοικοι, από την άλλη, υπηρετούσαν σε χωριστές μοίρες στρατού.Αντίθετα με τους περισσότερους Έλληνες, που θεωρούσαν την κόμη γυναικείο χαρακτηριστικό, οι Σπαρτιάτες άφηναν μακριά μαλλιά, σαν τους ομηρικούς Αχαιούς -δείγμα ότι δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τη χειρωναξία-, τα οποία άλειφαν με λάδι τακτικά, και οπωσδήποτε πριν από τις μάχες. Η στρατιωτική περιβολή τους ήταν κόκκινη σαν αίμα (για να φοβίζει τον αντίπαλο και να περιορίζει την εμφάνιση των πληγών) και οι ασπίδες τους επενδεδυμένες με στρώση χαλκού, για να γυαλίζονται εύκολα και να λάμπουν στον ήλιο. Το θέαμα μιας σπαρτιατικής φάλαγγας σε πλήρη σχηματισμό πρέπει να ήταν εντυπωσιακό και ταυτόχρονα τρομακτικό.

Ο πόλεμος ήταν για τους Σπαρτιάτες το πραγματικό πεδίο επίδειξης των σωματικών και ψυχικών αρετών, στις οποίες στόχευε ολόκληρη η ειρηνική διαβίωση μέσα στην πόλη. Στο επικίνδυνο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, εκεί που όλα κρίνονταν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, βρήκαν οι Σπαρτιάτες το βαθύτερο νόημα της αγωνιστικής τους ύπαρξης. Αυτοί που τόσο υμνήθηκαν για τη σχεδόν κοριτσίστικη αιδώ μέσα στην πόλη τους, και ιδιαίτερα έναντι των πρεσβυτέρων, γίνονταν ομαδικά θρασείς στο πεδίο της μάχης. Όσοι εγκατέλειπαν τη θέση τους από δειλία, οι τρέσαντες («αυτοί που φοβήθηκαν»), έχαναν αυτομάτως τα πολιτικά δικαιώματα και την περιουσία τους και υποβιβάζονταν, αν επέστρεφαν στην πατρίδα, σε αμφίβολη και ατιμασμένη κοινωνικά θέση.Το σπαρτιατικό ήθος υπήρξε επίσης διάσημο για τη «λακωνικότητά» του. Ο Πλούταρχος αναφέρει σωρεία σύντομων απαντήσεων που υποτίθεται ότι έδωσαν σημαντικοί Σπαρτιάτες σε διάφορες περιστάσεις. Οι ολιγόλογες αυτές ρήσεις διακρίνονται για την αποφθεγματική διαύγεια με την οποία κυριολεκτικά καθήλωναν την πραγματικότητα. Η ιδιότυπη «φιλοσοφία» που ανέπτυξε η Σπάρτη, ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο τόσο πολύ θαυμάστηκε σε αρχαίους και νεότερους χρόνους και το πραγματικό έργο του πολιτισμού της, που δεν έχει επιζήσει στα υλικά κατάλοιπα του τόπου (όπως είχε προειδοποιήσει με διορατικότητα ο Θουκυδίδης), ήταν η καίρια και διεισδυτική ματιά στην καρδιά της παλλόμενης από τον αγώνα ζωής. Η οξύτητα του ιδιαίτερου αυτού βλέμματος γεννήθηκε μέσα στους αγώνες του 7ου και του 6ου αιώνα.

Τα ζωόμορφα Αγγεία

Τα ζωόμορφα αγγεία εμφανίζονται στην αρχαία τέχνη της Μεσογείου πολύ νωρίς, ήδη από τη νεολιθική εποχή.Οι κεφαλές των ζώων αποδείχτηκαν μάλιστα ιδιαιτέρως κατάλληλες για τα ρυτά, μια κατηγορία αγγείων που χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές ή συμπόσια και είχαν πολύ μεγάλη μορφολογική ποικιλία. Τα ρυτά ονομάζονται έτσι γιατί έχουν δύο οπές και συνεπώς το υγρό που περιέχουν διαρκώς ρέει. Από τη μια μεγαλύτερη οπή γεμίζει το σκεύος, από την μικρότερη στάζει ή ρέει σιγά-σιγά το υγρό. Η ζωομορφική απόδοση δίνει τη δυνατότητα να ζωντανέψει η λειτουργία του σκεύους περισσότερο όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι το υγρό χύνεται από το στόμα ενός ζώου.


Τα ζωόμορφα αγγεία έγιναν ιδιαιτέρως δημοφιλή και ιδιαιτέρως περίτεχνα από τον 5ο αιώνα π.Χ. όταν η αττική αγγειοπλαστική φθάνει στο απόγειό της. Είναι η εποχή που η δεξιοτεχνία των αγγειοπλαστών του αθηναϊκού κεραμεικού φθάνει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε αποδίδει γλυπτικά με εξαιρετικό νατουραλισμό είτε πλήρως ζωόμορφα αγγεία, όπως είναι οι ασκοί, είτε τις κεφαλές ζώων που κοσμούν την απόληξη των κλασικών ρυτών. Αυτή η δεξιοτεχνία μεταλαμπαδεύεται γρήγορα στη Νότια Ιταλία, από όπου προέρχονται πολλά εξαιρετικά δείγματα.Από τον 5ο αιώνα ως και τη ρωμαϊκή εποχή παράγεται ένας μεγάλος αριθμός τέτοιων αγγείων και η συνολική παρουσίασή τους είναι βέβαια πρακτικά αδύνατη. Σκέφτηκα όμως ότι αξίζει να συλλέξει κανείς μερικά σπάνια και ιδίως εκφραστικά φυσιοκρατικά δείγματα και να συνθέσει έτσι έναν ιδιότυπο ζωολογικό κήπο που περιλαμβάνει μερικές πραγματικά θαυμάσιες απεικονίσεις ζώων. Παρά το γεγονός ότι δίνoυμε έμφασησε πήλινα αγγεία από τους ιστορικούς χρόνους, και δη από τον 5ο αι. π.Χ. και εξής, ξεκιναμε  με μερικά δείγματα ζωόμορφων αγγείων από το προϊστορικό Αιγαίο και από διάφορες ύλες γιατί έχουν κι αυτά, παρά τη σχηματοποίησή τους, ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δίνουν ένα στίγμα για ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει τους επόμενους αιώνες.

Σκαντζόχοιρος. Το ζώο εικονίζεται καθιστό να κρατά φιάλη. Χαλανδριανή Σύρου, 3η χιλιετία π.Χ.

 Αγριόχοιρος. Πήλινο ρυτό από το Ακρωτήρι Θήρας, 17ος αι. π.Χ. 

 
Οι τρεις λέαινες: πήλινη από το Ακρωτήρι της Θήρας (17ος αι. π.Χ.), μαρμάρινη από την Κνωσό (16-15ος αι. π.Χ.), χρυσή από τις Μυκήνες (16ος αι. π.Χ.)
Ταυροκεφαλή. Ασημένιο ρυτό από τις Μυκήνες με χρυσά κέρατα και χρυσό ρόδακα στο μέτωπο, 16ος αι. π.Χ. 
Ταυροκεφαλή. Ρυτό από την Κνωσό από οφείτη λίθο. Στα μάτια χρησιμοποιήθηκε ίασπις και ορεία (ορυκτή) κρύσταλλος και στο ρύγχος μάργαρο, 15ος αι. πΧ.
Ποντικός. Ασκός με ηθμό (σουρωτήρι) στο στόμιο και οπή εκροής στην ουρά, από τη Σικελία, 4ος αι. π.Χ. Το ζώο εικονίζεται ξαπλωμένο πάνω στα πόδια του.
Ποντικός. Μελανόμορφο θήλαστρο (σκεύος για το τάισμα μικρών παιδιών), από τη Σικελία, 310-300 π.Χ. Σε κάθε όψη του αγγείου ζωγραφίζεται ένας ιππόκαμπος και στο μέτωπο κισσόφυλλο.

Νυφίτσα. Μελαμβαφής ασκός, Νότια Ιταλία, 4ος αι. π.Χ.

Πάπια. Ετρουσκικός ασκός, Vulci, 350-325 π.Χ. Στη θέση των φτερών της πάπιας εικονίζονται δύο γυμνές μορφές, ένας άντρας και μια γυναίκα που φαίνονται σαν να κολυμπούν μαζί στο νερό.

Αετός. Αττικό ερυθρόμορφο ρυτό που αποδίδεται στον Δούρι, Capua, 500-470 π.Χ. 

Αλεπού. Ερυθρόμορφο ρυτό του Ζωγράφου του Bristol, Απουλία, 340-315 π.Χ. Στο λαιμό του αγγείου φτερωτή γυναικεία μορφή.

Σκύλος. Ερυθρόμορφο αττικό κύπελο (δεν είναι ρυτό), Απουλία, 350-300 π.Χ. Στο λαιμό Σάτυρος που τρέχει.
Σκύλος. Ερυθρόμορφο ρυτό, Απουλία, 320-310 π.Χ. Στο λαιμό Έρωτας καθισμένος σε βράχο κρατά σταφύλια και στεφάνι με ταινία.

Σκύλος. Ερυθρόμορφο αττικό ρυτό, Falerii, πρώιμος 5ος αι. π.Χ. 
Σκύλος. Ερυθρόμορφο ρυτό του Βρύγου, πρώιμος 5ος αι. π.Χ. 

Σκύλος. Ερυθρόμορφο ρυτό, Απουλία, 350-300 π.Χ. Στο λαιμό εικονίζεται γονατιστός Έρωτας με βεντάλια, καθρέπτη και στεφάνι. Αποδίδεται σκύλος Μαλτέζικης ράτσας.
Αγριόχοιρος. Ερυθρόμορφο ρυτό του Σωτάδη, Capua, 460-450 π.Χ. Στο λαιμό εικονίζονται αγριόχοιροι.

Αγριόχοιρος. Ερυθρόμορφο ρυτό, Τάραντας, 340-330 π.Χ. Στο λαιμό φτερωτή γυναικεία μορφή με κοσμήματα, κρατά φιάλη.
Κριός. Ερυθρόμορφο ρυτό, Απουλία, 340-320 π.Χ. Στο λαιμό του αγγείου ο φτερωτός Έρωτας με κοσμήματα κρατά πυξίδα.
Κριός. Ερυθρόμορφο αττικό ρυτό του Συρίσκου, Capua, 480-470 π.Χ. Στο λαιμό εικονίζεται σκηνή συμποσίου.
Κριός. Ερυθρόμορφο ρυτό, Ανάβυσσος, Αττική, 460-450 π.Χ. Στο λαιμό νεαρές γυναίκες και άνδρας.

Πρόβατο. Ερυθρόμορφο ρυτό, αποδίδεται στο Ζωγράφο του Λονδίνου Ε100, Αττική, 460 π.Χ. Στο λαιμό αποδίδονται αγόρια στο σχολείο.

Λιοντάρι. Ασκός, Vulci, 340-300 π.Χ. Μάλλον χρησιμοποιήθηκε ως μυροδοχείο.

Ελάφι. Ερυθρόμορφο ρυτό, Απουλία, 350-300 π.Χ. Στο λαιμό εικονίζεται φτερωτή Νίκη.
Γάϊδαρος. Ερυθρόμορφο ρυτό του Ζωγράφου των Βρυξελλών, Αττική, 470-460 π.Χ.
Ημίονος. Ρυτό, Vulci (;), 400 π.Χ. 
Άλογο. Ερυθρόμορφο ρυτό, Ruvo, 400-300 π.Χ. Στο λαιμό ο φτερωτός Έρωτας με κοσμήματα κρατά πυξίδα και γιρλάντα με λουλούδια.

Αγελάδα. Ερυθρόμορφο ρυτό, Ruvo, 400-300 π.Χ. Στο λαιμό γυναικεία μορφή με κοσμήματα κρατά στεφάνι και τύμπανο.
Αγελάδα. Ερυθρόμορφο ρυτό, Vulci (;), 460 π.Χ. Στο λαιμό νεαρές γυναίκες και νέοι.


Ελέφαντας. Μελαμβαφής ασκός, Vulci, 300-200 π.Χ. Στο εσωτερικό μικρό κρόταλο για κουδουνίστρα.

Δαγκάνα αστακού. Αττικός ερυθρόμορφος ασκός διακοσμημένος με σκύλο, γάτα και κόκορα, Αττική, 470-400 π.Χ. 

Δαγκάνα αστακού. Αττικός ερυθρόμορφος ασκός διακοσμημένος με ελάφι και αλεπού, Αττική, 470-400 π.Χ. 
Δαγκάνα αστακού. Αττικός ερυθρόμορφος ασκός διακοσμημένος με ημίονο, από την Capua, 460 π.Χ. 

Ψάρι. Κορινθιακό ρυτό, 6ος αι. π.Χ. 

Oι Κένταυροι σύμφωνα με τη Mυθολογία


Σύμφωνα με τη μυθολογία, οι Κένταυροι ήταν μια φυλή «τερατωδών» υπάρξεων, οι οποίες είχαν ανθρώπινο κεφάλι, κορμό και χέρια, ενώ από τη μέση και κάτω είχαν αλογίσιο σώμα. Κατοικούσαν κυρίως στα δάση του ό ρους Πηλίου της Μαγνησίας, στην αρχαία Θεσσαλία, όπου ζούσαν σε σχεδόν άγρια κατάσταση. Φημολογείται ότι κατάγονταν από τον Ιξίονα, γιο του Φλεγύα, βασιλιά των Λαπίθων. Ο μύθος λέει πως εκείνος δίνοντας δείγματα του κακού χαρακτήρα του είχε δολοφονήσει με δόλο τους γονείς της συζύγου του. Κατόπιν προσέφυγε στον Δία, ο οποίος και δέχθηκε να τον εξαγνίσει από το μίασμα των φόνων που τον βάρυνε. Ο βασιλιάς των θεών, μάλιστα, τον συμπάθησε τόσο, ώστε τον κάλεσε σε θεϊκό γεύμα στον Όλυμπο, όπου ο Ιξίων μέθυσε και, παραγνωρίζοντας τη θεϊκή τιμή που του αποτιόταν, θέλησε να αποπλανήσει την Ήρα και να συνευρεθεί μαζί της. Υπέθετε ότι και αυτή θα συναινούσε στις ορέξεις του και ότι θα εκμεταλλευόταν δεόντως την ευκαιρία προκειμένου να εκδικηθεί τον Δία για τις συχνές απιστίες του. Ο Ζευς, όμως, μαντεύοντας τις προθέσεις του Ιξίονα, έδωσε σε ένα σύννεφο τη μορφή της συζύγου του και ο Ιξίων, υπερβολικά μεθυσμένος, δεν κατάλαβε την απάτη με αποτέλεσμα να συνευρεθεί με το σύννεφο Ήρα. Ο Δίας τον συνέλαβε επ’ αυτοφώρω και τότε πρόσταξε τον Ερμή να τον μαστιγώσει ανηλεώς έως ότου εκείνος επαναλάβει τη φράση: «Πρέπει να τιμάμε τους ευεργέτες μας». Κατόπιν τον έδεσε σε έναν πύρινο τροχό που περιστρεφόταν αέναα στον ουρανό. Η ψεύτικη Ήρα μετά τη συνεύρεση της με τον Ιξίονα ονομάσθηκε Νεφέλη (σύννεφο) και γέννησε το απόβλητο παιδί αυτής της επαφής, που ήταν ένα δίμορφο ον, το οποίο έλαβε το όνομα Κένταυρος. Εκείνος μεγαλώνοντας συνευρέθηκε με τη σειρά του με τις φοράδες της Μαγνησίας, με αποτέλεσμα να γεννηθούν οι αλογοκένταυροι, με το τετράποδο, αλογίσιο σώμα από τη μέση και κάτω και ανθρώπινο από τη μέση και πάνω.

Γνωστοί οι Κένταυροι έγιναν κυρίως από τη διαμάχη τους με τους γειτονικούς τους Λαπίθες, με τους οποίους τους χώριζε μια βαθιά έχθρα, μολονότι μυθολογικά είχαν την ίδια καταγωγή, από τον προγονό τους Λαπίθη βασιλιά Ιξίονα. Όταν ένας άλλος βασιλιάς των Λαπίθων, ο Πείριθος, τους κάλεσε στον γάμο του με την Ιπποδάμεια, εκείνοι δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τον εαυτό τους και, αφού πρώτα μέθυσαν από το πολύ κρασί, που για πρώτη φορά γεύονταν, ακολούθησαν το παράδειγμα του προγόνου τους Ιξίονα και, προσβάλλοντας τον υψηλό τους οικοδεσπότη, προσπάθησαν να ασελγήσουν στη νύφη του, καθώς και στα νεαρά αγόρια που παρευρίσκονταν στον γάμο. Περιγράφοντας αυτή τη συμπεριφορά τους ο μύθος αφ’ ενός καταδεικνύει πως ήταν γνήσιοι απόγονοι του Ιξίονα, αφού μιμούντο επακριβώς τις πράξεις του και αφ’ ετέρου αφήνει εντέχνως να διαφανεί η ημιάγρια κατάσταση στην οποία ζούσαν οι Κένταυροι. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ακολούθησε μάχη μεταξύ Κενταύρων και Λαπίθων, η οποία διήρκεσε μέχρι τη νύκτα και στο τέλος της οποίας οι Κένταυροι νικήθηκαν κατά  κράτος. Βοηθός των Λαπίθων σε αυτό τον πόλεμο στάθηκε ο Αθηναίος βασιλιάς Θησέας, ο οποίος μετά την νικηφόρο για τον ίδιο και τους συμμάχους του έκβαση της μάχης οδήγησε τους Κενταύρους στη χώρα των Αιθίκων,  μια περιοχή κοντά στο όρος Πίνδος, αναγκάζοντας τους να εγκαταλείψουν το Πήλιο. Εκείνοι όμως ανασυγκρότησαν γρήγορα τις δυνάμεις τους και εισέβαλαν στην περιοχή των Λαπίθων, τους νίκησαν και τους κατέσφαξαν, αναγκάζοντας όσους επέζησαν να εγκατασταθούν στη Φολόη της Ήλιδας, κοντά στον Μαλέα.

Το περιστατικό αυτό της κτηνώδους ασέλγειας που προαναφέραμε δεν είναι το μόνο, αφού οι Κένταυροι στις σελίδες της ελληνικής μυθολογίας φέρονται ως αναμεμιγμένοι σε ένα πλήθος αποπειρών βιασμού, όπως εκείνοι της Αταλάντης ή της Δηιάνειρας από τον Κένταυρο Νέσσο. Ο συγκεκριμένος Κένταυρος, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν ο γιος του Ιξίονα. Πολέμησε εναντίον του Ηρακλή στη Φολόη, αλλά γλύτωσε τον θάνατο. Κάποια ημέρα συναντώντας ξανά τον ήρωα με τη σύζυγο του Δηιάνειρα αποπειράθηκε να την δώσει, κατά τη συνήθεια των Κενταύρων. Ακολούθησε αγώνας μεταξύ του Νέσσου και του ημίθεου, κατά τον οποίο ο Κένταυρος πληγώθηκε θανάσιμα. Πεθαίνοντας άφησε ένα φίλτρο στη Δηιάνειρα, λέγοντας της πως, εάν εμπότιζε με αυτό τα ρούχα του Ηρακλή, εκείνος θα την αγαπούσε παράφορα. Πιστεύοντας στα επιθανάτια λόγια του, η Δηιάνειρα έκανε ό,τι της είχε προτείνει εκείνος με αποτέλεσμα να θανατώσει τον Ηρακλή, αφού το φίλτρο στην πραγματικότητα ήταν δηλητήριο. Μετανοημένη για ό,τι είχε συμβεί, αυτοκτόνησε και η ίδια. Η απόπειρα βιασμού του Κενταύρου Νέσσου κατά της Δηιάνειρας θυμίζει τις ακόλαστες σκηνές στους γάμους του Πειρίθου, τις οποίες προαναφέραμε και στις οποίες επενέβη ο Θησέας (ο Αθηναίος Ηρακλής), για να σώσει την Ιπποδάμεια από την επίθεση του Κενταύρου Ευρυτίωνα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη μυθολογία, οι Κένταυροι σχετίζονται άμεσα με τον θάνατο του ήρωα, όπως μόλις είδαμε, αλλά αναφέρονται και σε αρκετά περιστατικά που έχουν σχέση με τον Ηρακλή και τους άθλους του. Ο ημίθεος βρέθηκε αντιμέτωπος με αυτούς και τους κατατρόπωσε. Χαρακτηριστική είναι η διήγηση με τον Κένταυρο Φόλο, ο οποίος διαβιούσε στη Φολόη της Πελοποννήσου και ήταν γιος ενός Σειληνού και μιας νύμφης που κατοικούσε σε δένδρο φλαμουριάς. Όταν ο ήρωας πήγαινε να σκοτώσει τον Ερυμάνθιο κάπρο, ο Φόλος τον φιλοξένησε στη σπηλιά του και του παρέθεσε γεύμα με ψητό κρέας, ενώ ο ίδιος προτίμησε το ωμό. Ο Φόλος με την προτροπή του ήοωα τόλμησε να ανοίξει και να γευθεί το πιθάρι με το κρασί που φύλαγε στη σπηλιά του και το οποίο, σύμφωνα με τον μύθο, αποτελούσε κοινή περιουσία όλων των Κενταύρων, την οποία είχαν κληρονομήσει από τον Διόνυσο τέσσερις γενεές νωρίτερα. Τότε όμως οι άλλοι Κένταυροι, που οσμίσθηκαν το κρασί, επέδραμαν με τεράστιους βράχους, με κορμούς ελάτων, με δαυλούς και με τσεκούρια εναντίον της σπηλιάς του Φόλου. Ο Ηρακλής, υπερασπιζόμενος τον Κένταυρο που τον φιλοξενούσε, πολέμησε τους επιδρομείς και τους αντιμετώπισε με έναν καταιγισμό από αναμμένα κάρβουνα, τα οποία εκτόξευσε εναντίον τους. Στην πρώτη μάχη σκοτώθηκαν οι Κένταυροι Άγχιος και Άγριος και τότε η μυθική γιαγιά τους, η Νεφέλη, για να γλυτώσει τους υπόλοιπους, έριξε μια δυνατή βροχή. Αποτέλεσμα ήταν να χαλαρώσει η χορδή στο τόξο του Ηρακλή και να μην έχει ευστοχία και το έδαφος να γλιστρά τόσο, ώστε ο ήρωας να μην έχει ευστάθεια. Ο Ηρακλής, όμως, παρόλα αυτά κατάφερε να σκοτώσει και άλλους Κενταύρους, μεταξύ των οποίων τον Ορείο και τον Υλαίο. Τότε οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και κατέφυγαν στον Μαλέα, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς τους, ο περίφημος Χειρών, διωγμένος από τους Λαπίθες. Σε αυτή τη μάχη πληγώθηκε κατά λάθος από ένα βέλος του ημίθεου Ηρακλή και ο ίδιος ο σοφός Κένταυρος Χειρών, για τον οποίο θα μιλήσουμε εκτενέστερα στη συνέχεια.

Μετά από αυτή τους την ήττα οι Κένταυροι διασκορπίσθηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Κάποιοι υπό την αρχηγία του Ευρυτρίωνα μετέβη σαν στη Φολόη, άλλοι με τον Νέσσο στον ποταμό Εύηνο, κάποιοι άλλοι έμειναν στα όρη του Μαλέα, ενώ ορισμένοι ταξίδευσαν στη Σικελία, όπου τους εξολόθρευσαν οι Σειρήνες. Η παρουσία των Κενταύρων στον Μαλέα στηρίζεται στην τοπική παράδοση που προαναφέραμε και σύμφωνα με την οποία εκεί γεννήθηκε ο Σειληνός, πατέρας του Κενταύρου Φόλου. Κάποιοι άλλοι κατέφυγαν στην Ελευσίνα, όπου ο Ποσειδώνας τους έκρυψε μέσα σε έναν μεγάλο βράχο. Η παρουσία τους στην Ελευσίνα, όπου ο Ποσειδώνας τους έδωσε καταφύγιο κρύβοντας τους ουσιαστικά στο βουνό, υποδηλώνεται και από το γεγονός ότι χορευτές με ξύλινα άλογα λάμβαναν μέρος στην εορτή του ιερού γάμου στα Ελευσίνια μυστήρια αναπαριστώντας με τελετουργικό τρόπο αυτό ακριβώς το μυθολογικό γεγονός.

Η διαμάχη μεταξύ Ηρακλή και Κενταύρων συνεχίσθηκε και ο ήρωας σκότωσε μερικούς ακόμα, όπως τον Ομαδό από την Αρκαδία, που ήθελε να βιάσει την Αλκυόνη, αδελφή του Ευρυσθέα. Ο Κένταυρος Φόλος δεν είχε καλύτερη τύχη, αφού ασχολούμενος με την ταφή των συγγενών του άρχισε να περιεργάζεται ένα από τα δηλητηριασμένα βέλη του Ηρακλή, με αποτέλεσμα να τρυπηθεί κατά λάθος και να πεθάνει επιτόπου. Μόνο τότε ο Ηρακλή διέκοψε την καταδίωξη των Κενταύρων και επέστρεψε στη Φολόη για να θάψει τον Κένταυρο με μεγάλες τιμές.

Ο Κένταυρος Χείρων

Ο Κένταυρος Χείρων ήταν ο πιο σοφός μεταξύ των Κενταύρων και γνώριζε την τέχνη των ιαματικών βοτάνων, ενώ επιδιδόταν και στο κυνήγι και τη μουσική. Είχε θεϊκή καταγωγή, αφού, κατά μια μυθολογική εκδοχή, ήταν νόθος γιος του Κρόνου, ο οποίος συνευρέθηκε με την κόρη του Ωκεανού Φιλύρα. Ο Κρόνος συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από τη σύζυγο του Ρέα και τότε, για να διαφύγει, μεταμορφώθηκε σε επιβήτορα ίππο και έφυγε καλπάζοντας, αφήνοντας τη Φιλύρα να γεννήσει το μισό άνθρωπο μισό άλογο παιδί της, που δεν ήταν άλλο από τον Κένταυρο Χείρωνα. Η Φιλύρα  η οποία αισθανόταν απέχθεια για το τέρας που έπρεπε να θηλάζει, παρακάλεσε τους θεούς να την μεταμορφώσουν σε οτιδήποτε άλλο προκειμένου να γλυτώσει και έτσι έγινε φλαμουριά.

Μεγαλώνοντας ο Κένταυρος Χείρων απέκτησε μεγάλη φήμη ως ιατρός, επιστήμων και μάντης, αφού με τα άνθη της φιλύρας (κοινώς φλαμουριάς) θεράπευε ασθενείς, ενώ κόβοντας σε μικρές λωρίδες τον εσωτερικό της φλοιό τον χρησιμοποιούσε για να μαντεύει. Φημολογείτο ακόμη ότι δάσκαλος του Χείρωνα ήταν ο ίδιος ο Απόλλων. Η φήμη του Κενταύρου Χείρωνα ως ιατρού και μάντη εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα, ενώ το όνομα του εμφανίζεται σε πολύ πρώιμες θηραϊκές επιγραφές στους βράχους του νησιού. Σοφός και αγαθός εκ φύσεως, ήταν ανεκτίμητος φίλος των ανθρώπων, αφού σε αυτόν προσέτρεχαν προκειμένου να θεραπευθούν. Σε ένα αρχαίο αγγείο παριστάνεται φορώντας έναν μανδύα σκεπασμένο με άστρα, κρατώντας ένα ξεριζωμένο δένδρο, έχοντας τα θηράματα του κυνηγιού του στο πλάι του και συνοδευόμενος από τον σκύλο του.

Ο Χείρων ήταν εκείνος που βοήθησε και υπερασπίσθηκε τον Πηλέα και που ανέθρεψε και μόρφωσε ένα πλήθος θεϊκών και ηρωικών προσώπων, όπως τον Αχιλλέα, τον Ιάσονα, τον Ασκληπιό, τον Ηρακλή και τον Αινεία. Ο Απόλλων ο ίδιος μετέφερε το βρέφος Ασκληπιό μετά τη θανάτωση της μητέρας του Κορωνίδας στον Κένταυρο Χείρωνα, ο οποίος τον ανέθρεψε και του μετέδωσε τις θεραπευτικές του γνώσεις και την τέχνη του κυνηγιού. Ο Ασκληπιός, μάλιστα, απέκτησε τέτοια ικανότητα στο να θεραπεύει ασθενείς, ώστε θεωρείται ο πατέρας της Ιατρικής. Σύμφωνα πάντοτε με τον μύθο, ο Δίας του χάρισε την αθανασία. Τη μορφή του Ασκληπιού που κρατά το θεραπευτικό φίδι ο Ζευς την τοποθέτησε ανάμεσα στα άστρα, όπως και του δασκάλου του Κενταύρου Χείρωνα. Ωστόσο, παρά τη σοφία που τον διέκρινε και την οικειότητα του με τους ανθρώπους, στη συνείδηση των αρχαίων Ελλήνων ο Κένταυρος Χείρων παρέμεινε ένας άγριος κυνηγός και μια σκοτεινή θεϊκή μορφή.

Οι Κένταυροι της Μαγνησίας και οι Θεσσαλοί της Ιωλκού φαίνεται ότι ήταν δεμένοι με εξωγαμική συμμαχία: από εδώ δικαιολογείται και η άποψη ότι η σύζυγος του Πηλέα ίσως να μην ήταν η θεά Θέτις, αλλά η κόρη του Κενταύρου Χείρωνα. Όταν η Θέτις εγκατέλειψε τον Πηλέα, εκείνος ανέθεσε την ανατροφή του γιου τους Αχιλλέα στον Κένταυρο Χείρωνα, στο Πήλιο. Ο Χείρων, σύμφωνα με τον μύθο, έτρεφε τον Αχιλλέα με εντόσθια λιονταριών και αγριόκαπρων και με μεδούλι άρκτων, για να γίνει γενναίος, ή, σύμφωνα με άλλους, με μέλι από κερήθρα και μεδούλι ελαφιού, για να τρέχει γρήγορα. Εκείνος τον εισήγαγε στην τέχνη της ιππασίας, του κυνηγιού, του αυλού και της ιατρικής. Ο νεαρός ήρωας ήταν, μάλιστα, τόσο επιδεκτικός σε όσα του δίδασκε ο Κένταυρος, ώστε σε ηλικία έξι ετών έσυρε τον πρώτο του αγριόχοιρο στη σπηλιά του Χείρωνα.

Ο Χείρων, λόγω της θεϊκής καταγωγής του, ήταν αθάνατος, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, ο Ηρακλής στη μάχη του εναντίον των Κενταύρων, προκειμένου να υπερασπισθεί τον φίλο του Φόλο, πλήγωσε κατά λάθος με δηλητηριασμένο βέλος στο πόδι τον γέρο σοφό. Ο ημίθεος λυπήθηκε πάρα πολύ για τον τραυματισμό του γέροντα φίλου του και προσπάθησε να τον θεραπεύσει ο ίδιος με φάρμακα τα οποία του υποδείκνυε ο Χείρων. Τα φάρμακα, όμως, δεν τον ωφέλησαν καθόλου και, βασανιζόμενος από τους φρικτούς πόνους που του προκαλούσε το τραύμα, αλλά και κουρασμένος από την ατελείωτη ζωή του, ο περιφημότερος των Κενταύρων ζήτησε από τον Δία να τον απαλλάξει από την αθανασία. Κάτι τέτοιο όμως ήταν πολύ δύσκολο και μόνο μετά από την παρέμβαση του Προμηθέα, ο οποίος  δέχθηκε να ανταλλάξει τη θνητότητα του με την αθανασία του Χείρωνα, ο Ζευς ενέκρινε τον θάνατο του Κενταύρου.

Με βάση τη μυθολογία, λοιπόν, οι Κένταυροι συνάγεται ότι δεν ήταν πολύ φιλικοί με |τους ανθρώπους και όλα αυτά τα περιστατικά μέθης και ασελγειών, στα οποία επιδίδονταν, τους είχαν αποδώσει κακή φήμη μεταξύ των γειτόνων τους, αλλά και των άλλων Ελλήνων. Ωστόσο, ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Κένταυρος Χείρων, διακρίνονταν για τη σοφία τους, ενώ και κάποιοι άλλοι έγιναν διάσημοι για την αφοσίωση τους στους ανθρώπους, όπως ο Φόλος. Ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζει να μελετηθεί τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτές τις ιστορίες, αφού πάντοτε ο μύθος υπήρξε ένας τρόπος να ειπωθούν στους ανθρώπους διάφορα πραγματικά φαινόμενα, τα οποία δεν θα μπορούσαν να κατανοήσουν διαφορετικά. Σε μια δεύτερη ανάγνωση του μύθου τους γίνεται φανερό ότι οι περίφημοι Κένταυροι ήταν ένα ίσως λιγότερο πολιτισμένο πρωτοελληνικό φύλο, που κατοικούσε στην αρχαία Θεσσαλία. Είναι πιθανόν όμως ορισμένοι από αυτούς, μέλη κάποιου ιδιαίτερου ιερατείου της σεληνιακής λατρείας, να ήταν φορείς μιας εμπειρικής γνώσης, την οποία μετέδωσαν στους νέους κατοίκους. Ίσως σ’ αυτό το γεγονός να βρίσκεται και η βάση του μύθου του Κενταύρου Χείρωνα και η ιδιαίτερη, σε σχέση με τους άλλους Κενταύρους, μεταχείριση του από τη μυθολογία.

Οι Κένταυροι ως πρωτοελληνικό φύλο

Οι Κένταυροι ως πρωτοελληνικό φύλο προέρχονται από την πελασγική λατρεία, ήταν οπαδοί δηλαδή μιας πρωτοελληνικής πίστης που λάτρευε τους Τιτάνες, τους οποίους, σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Δίας κατατρόπωσε και έριξε στα Τάρταρα. Οι Πελασγοί, μεταξύ των υπολειμμάτων των οποίων συγκαταλέγονταν και οι Κένταυροι της Μαγνησίας, παρά την επικράτηση των Αχαιών και κατόπιν των Δωριέων και την επιβολή του ολύμπιου Δωδεκάθεου, δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη λατρεία των Τιτάνων και εξακολουθούσαν να πιστεύουν στον «παράδεισο των δυτικών εσχατιών» και στη στήριξη του στερεώματος από τον Άτλαντα. Όπως προαναφέρθηκε, τόσο οι Λαπίθες όσο και οι Κένταυροι διατείνονταν ότι κατάγονταν από τον Ιξίονα, έναν προολύμπιο δρυοήρωα και είχαν κοινή τη λατρεία του αλόγου.

Η λέξη «Κένταυρος», κατά την κλασική ετυμολογία, σημαίνει αυτόν που κεντρίζει τους ταύρους, ενώ ο χαρακτηρισμός «Λαπίθης» προέρχεται από το «λαπίζειν» και σημαίνει αυτόν που περπατά καμαρωτός.

Επρόκειτο μάλλον για δύο πρωτόγονες και ορεσίβιες συγγενικές φυλές της βόρειας Ελλάδας, των οποίων την παλαιά εχθρότητα εκμεταλεύθηκαν οι Αχαιοί και οι Δωριείς. Αφού συμμάχησαν πρώτα με τους μεν και μετά με τους δε, κατάφεραν τελικά να τους νικήσουν ολοσχερώς και να τους απομακρύνουν από τον τόπο τους. Αυτό ακριβώς υποδηλώνει και ο μύθος που προαναφέραμε και ο οποίος περιγράφει ότι οι Λαπίθες με τη βοήθεια του Αθηναίου ήρωα Θησέα κατανίκησαν τους Κενταύρους και τους εκτόπισαν στα όρη της Πίνδου. Είναι πάντως απίθανο η μάχη μεταξύ Λαπίθων και Κενταύρων που αναπαριστά το στο αέτωμα του ναού του Δία στην Ολυμπία (Παυσανίας Ε 10, 2), στο ιερό του Θησέα στην Αθήνα (Παυσανίας Α 17, 2) και πάνω στην αιγίδα της Αθηνάς (Παυσανίας Α 28,2) να αναφέρεται απλώς σε συμπλοκή μεταξύ παραμεθόριων φυλών.

Συνδεδεμένη με τη βασιλική γαμήλια εορτή που προστατευόταν από τους θεούς και στην οποία παρευρέθηκε και ο Θησέας, η μάχη θα περιγραφόταν ως τελετουργικό γεγονός με το οποίο θα είχαν στενή σχέση όλοι οι Έλληνες. Πιθανώς να επρόκειτο για μια τελετουργία που είχε δημιουργηθεί με βάση και πυρήνα τον μύθο των Κενταύρων και της κατανίκησης τους από τα νέα ελληνικά φύλα. Ωστόσο, η μάχη του Ηρακλή με τους Κενταύρους, όπως και η παρόμοια μάχη του Θησέα στους γάμους του Πειρίθου, που προαναφέραμε, ίσως να εντασσόταν σε ένα ευρύτερο τελετουργικό της σεληνιακής λατρείας και αρχικά να απεικόνιζε την τελετουργική μάχη μεταξύ του μόλις ενθρονισμένου βασιλιά και των ζωόμορφων αντιπάλων του. Τα παραδοσιακά όπλα του ιερού βασιλιά ήταν τα βέλη. Ως απαρχή της κυριαρχίας του εκτόξευε από ένα βέλος προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ένα πέμπτο προς τον ουρανό.


Δεν είναι απίθανο όμως να επιζεί σε αυτό τον μύθο και μια ανάμνηση των συνοριακών πολέμων των Αχαιών και των Δωριέων με τους Πρωτοέλληνες ορεινούς κατοίκους της βόρειας Ελλάδας. Όσο αφορά τα δηλητηριασμένα βέλη με τα οποία βρήκαν τον θάνατο αρκετοί Κένταυροι, αυτά αποτελούν συνηθισμένο μοτίβο της μυθολογίας. Με δηλητηριασμένα βέλη που διάτρησαν το πόδι ή το γόνατο τους πέθαναν όχι μόνο ο Κένταυρος Φόλος ή ο Κένταυρος Χείρων, αλλά και ο Αχιλλέας, ο μαθητής του Χείρωνα. Και οι τρεις ήταν ιεροί βασιλιάδες της Μαγνησίας.

Με άλλα λόγια οι Κένταυροι πρέπει να ήταν ένα πρωτοελληνικό φύλο, το οποίο επιβίωσε για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα και μετά την κάθοδο των Δωριέων. Η μαρτυρία του μύθου ότι ο Φόλος προτιμούσε το ωμό κρέας, ενώ όλοι οι Κένταυροι ήταν ασυνήθιστοι στην οινοποσία, δηλώνει σαφώς πως επρόκειτο τουλάχιστον για ένα λιγότερο πολιτισμένο φύλο από ό,τι τα νέα ελληνικά φύλα των Αχαιών και των Δωριέων. Το γεγονός ότι διαβιούσαν στα βουνά του Πηλίου και, μετά την ήττα τους από τους Λαπίθες, αναγκάσθηκαν να κατοικήσουν στα ορεινά μέρη της Πίνδου συνάδει απολύτως με την παραπάνω υπόθεση. Αυτοί οι ορεσίβιοι κάτοικοι της αρχαίας Θεσσαλίας φαίνεται πως επιδίδονταν σε ερωτικά όργια και έτσι απέκτησαν τη φήμη ότι είχαν ελεύθερες πολυγαμικές σχέσεις ανάμεσα στους μονογαμικούς Έλληνες. Από αυτό το γεγονός πιθανώς να δημιουργήθηκε και ο μύθος ότι προσπαθούσαν να βιάσουν  συχνά νεόνυμφες κατά τη διάρκεια της γαμήλιας εορτής. Αντιδρώντας η ελληνική νοοτροπία σε τέτοιους είδους συνήθειες, παρουσιάζει μέσω του μύθου τον Ηρακλή με τη λεοντή του να πολεμά και να τιμωρεί τους Κενταύρους σε μια παρόμοια εορταστική περίσταση.

Μέλη αυτής της νεολιθικής φυλής επέζησαν στα βουνά της Αρκαδίας και της Πίνδου μέχρι και τους κλασικούς χρόνους. Από εκεί προέρχεται και ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο δια σκορπίσθηκαν μετά την ήττα τους από τον ημίθεο Ηρακλή σε διάφορα ορεινά μέρη της Ελλάδας. Αργότερα ο Όμηρος τους αποκαλεί «τριχωτά θηρία», ενώ δεν διαφοροποιούνται από τους σατύρους στις πρώιμες ελληνικές αγγειογραφίες. Από όλα αυτά εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι Κένταυροι υπήρξαν αρχέγονοι άνθρωποι τους οποίους απεικόνιζαν, λόγω της βαρβαρότητας τους, στα πρώιμα έργα τέχνης ως αιγανθρώπους, όπως και τους σατύρους.

Οι νέοι πληθυσμοί που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο, οι Αχαιοί πρώτα και οι Δωριείς αργότερα, έφεραν μαζί τους και τη λατρεία του Δωδεκάθεου, την οποία και επέβαλαν ως κυρίαρχοι πλέον πληθυσμοί. Χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αυτής της τακτικής αποτελούν οι νησιώτες Αιολείς, οι οποίοι περί το τέλος της β΄ χιλιετίας π.Χ. έγιναν υποτελείς των Αχαιών και αναγκάσθηκαν να δεχθούν τη θρησκεία του Ολύμπου. Κατά συνέπεια ο τίτλος «Ζευς», που μέχρι τότε δινόταν στους μικρούς βασιλείς, έκτοτε αποδόθηκε μόνο στον πατέρα των Θεών.

Την περίοδο εκείνη φαίνεται ότι είχε ξεσπάσει ένας θρησκευτικός πόλεμος μεταξύ του απολλώνιου και του σεληνιακού ιερατείου, όπως εκείνος μεταξύ του Απόλλωνα και του Διονύσου κατά τους επόμενους αιώνες. Σε αυτή τη θρησκευτική διαμάχη εμπλέκονται έντεχνα από τους Αχαιούς και κατόπιν από τους Δωριείς τα παλαιότερα φύλα των Κενταύρων και των Λαπίθων, που ήταν λάτρεις της Σελήνης. Κάποια περίοδο οι Έλληνες ιερείς του Απόλλωνα δέχθηκαν τη βοήθεια των Μαγνησίων συμμάχων τους, των Κενταύρων, που ήταν ιστορικοί εχθροί των Λαπίθων, για να καταλάβουν κάποιο θεσσαλικό κορακομαντείο με τον ήρωα του και όλα τα υπόλοιπα, διώχνοντας τον σύλλογο των ιερειών της Σελήνης και καταργώντας τη λατρεία της θεάς. Ο Απόλλων διατήρησε το κοράκι ή την κουρούνα ως έμβλημα της μαντικής, αλλά οι ιερείς του θεώρησαν ότι για τη διάγνωση των παθήσεων των ασθενών τους η ερμηνεία των ονείρων ήταν απλούστερο και αποτελεσματικότερο μέσο από ό,τι οι αινιγματικοί κρωγμοί των πουλιών. Παρενθετικά σημειώνεται ότι σήμερα η ψυχολογία έχει επιδείξει ιδιαίτερο εν διαφέρον για τη θεραπευτική αξία της ερμηνείας των ονείρων.

Οι Κένταυροι, όμως, παρά την κατά καιρούς συμμαχία τους με τα νέα ελληνικά φύλα εναντίον κυρίως των παραδοσιακών εχθρών τους Λαπίθων, διατήρησαν τη σεληνιακή λατρεία τους και δεν αφομοιώθηκαν θρησκευτικά, με αποτέλεσμα να εξοβελισθούν ως παρίες. Οι Αχαιοί και οι Δωριείς λάτρεις του Απόλλωνα δεν ανέχθηκαν αυτές τις σκοτεινές μορφές λατρείας και εξεδίωξαν τους οπαδούς τους Κενταύρους στις παρυφές του Πηλίου, ενώ αργότερα τους ανάγκασαν να μετεγκατασταθούν ακόμα ορεινότερα, στην Πίνδο.

Η Σελήνη, θεά της δρυολατρίας, ήταν γνωστή και ως Δία (που σημαίνει «ουράνια») και, όπως ήδη είπαμε, είχε ως ιερά ζώα τα άλογα. Σε αυτό το γεγονός ενυπάρχει μια σημαντική παράμετρος, που πιθανώς δίνει μια εξήγηση για την περίεργη μορφή των Κενταύρων. Τα άλογα ήταν αφιερωμένα στη Σελήνη και η γέννηση του θρύλου ότι οι Κένταυροι ήταν μισοί άλογα και μισοί άνθρωποι οφείλεται προφανώς σε τελετουργικούς χορούς με ψεύτικα άλογα, οι οποίοι αποσκοπούσαν στην πρόκληση βροχής και όχι σε περίεργες μορφές ζωντανών υπάρξεων. Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, να μην πρόκειται για «αλογοανθρώπους», αποτελέσματα κάποιας τερατογέννεσης που είχαν τη σπάνια τύχη να επιβιώσουν (αντίθετα στη φύση, που δεν ανέχεται εύκολα τέτοιες μορφές), αλλά για λάτρεις, πιστούς και ιερατείο μιας σεληνιακής πρωτοελληνικής πίστης, που μεταμφιέζονταν σε ίππους, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο ζώο ήταν αφιερωμένο στη θεότητα.

Η αρχαιότερη ελληνική παράσταση Κενταύρων  δύο άνδρες ενωμένοι στη μέση με σώμα αλόγων  βρίσκεται σε μυκηναϊκό κόσμημα από το Ηραίο του Αργούς και παρουσιάζει δύο Κενταύρους να στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλον και να χορεύουν. Παρόμοιο ζεύγος εμφανίζεται και σε κρητικό σφραγιδόλιθο της ίδιας περίπου χρονικής περιόδου. Δεδομένου όμως ότι στην Κρήτη δεν υπήρχε γηγενής αλογολατρία, το μοτίβο αυτό έχει προφανώς εισαχθεί από την ηπειρωτική Ελλάδα. Δεν είχαν όμως πάντοτε την ίδια μορφή οι Κένταυροι. Αρχικά παριστάνονταν συνήθως ως μισοί τράγοι παρά ως μισά άλογα. Επίσης, στην αρχαϊκή τέχνη οι σάτυροι εικονίζονταν και αυτοί ως άνθρωποι-ψεύτικα άλογα, αλλά αργότερα εικονίζονταν ως ανθρωποτράγοι. Ο Κένταυρος κάποια περίοδο μέσα στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους της μυθολογίας και πριν ακόμα λάβει οριστικά τη γνωστή μορφή του, πρέπει να ήταν και ο προφητικός ήρωας με ουρά φιδιού (γι’ αυτό και του αποδόθηκε η ιστορία για το ζευγάρωμα του Βορέα με φοράδες). Συνήθως ως θεός φίδι παριστανόταν ο Βορέας, ο βόρειος άνεμος δηλαδή, του οποίου η λατρεία πρέπει να καταγόταν από τη Λιβύη και ο οποίος, σύμφωνα με τη μυθολογία, ως άλογο συνευρέθηκε ερωτικά με 12 φοράδες. Αναφέρεται μάλιστα ότι οι φοράδες που γεννήθηκαν από αυτές τις ενώσεις μπορούσαν να τρέχουν πάνω από τα στάχυα χωρίς να τα λυγίζουν ή πάνω από τα κύματα. Ο μύθος αυτός επιβίωσε και στη ρωμαϊκή εποχή, κατά την οποία ο ιστορικός Πλίνιος αναφέρει ότι οι ισπανικές φοράδες μπορούσαν να συλλάβουν στρέφοντας τα καπούλια τους προς τον άνεμο.


Ο Έλληνας είναι πνεύμα των τυπικών κανόνων, αλλά σε μία γωνία της ψυχής του αφήνει περιθώριο και για ένα σκοτεινό ενδιαφέρον προς το μυστηριώδες που υπερβαίνει κάθε κανόνα. Όταν λοιπόν οι τέλειες μορφές των ολύμπιων θεών άρχισαν να του προκαλούν ανία, αναζήτησε το μυστηριώδες σε πλάσματα όπως οι Κένταυροι ή οι σάτυροι, που πιθανώς να μην αποτελούσαν τίποτε άλλο παρά πρωτόγονες μεταμφιέσεις οπαδών μιας προγενέστερης σκοτεινής λατρείας. Κατά συνέπεια και στην ομηρική μυθολογία απαντούν δημιουργήματα που είναι πλάσματα της φαντασίας, όπως οι Κένταυροι και οι φαύνοι, τα οποία όμως αποτελούν εξαιρέσεις. Στην ομηρική μυθολογία η συνεχής σύνθεση πλασμάτων από διαφορετικά μέλη είναι λιγότερο μανιώδης, ενώ οι χιμαιρικές υπάρξεις δεν εκπροσωπούν ποτέ τις κύριες θεότητες. Αντίθετα, αυτές οι υπάρξεις είναι με τη βία ανεκτές στον κόσμο που κυβερνά ο Δίας, είναι ύποπτες θεότητες, μορφές του χάους, των σκοτεινών τόπων, της διφορούμενης φύσης. Οι μεγάλοι θεοί, οι φωτεινές θεότητες, καθώς και οι ημίθεοι και οι ήρωες έχουν αμιγώς ανθρώπινη μορφή, με την έννοια κάποιων ιδεαλιστικών τύπων και η κατ’ εξαίρεση παρουσίαση τους με μορφές ζώων, όπως οι Κένταυροι, είναι μόνο επιφάνεια, προσωπείο, μια ύπαρξη ακατάλληλη και μη ενδεδειγμένη.

Συμπεραίνοντας, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι κατά πάσα πιθανότητα οι Κένταυροι ανάγονται στην προομηρική λατρεία της Σελήνης και ίσως δεν ήταν άνθρωποι-άλογα, αλλά τελετουργικές μεταμφιέσεις οπαδών της λατρείας που είχε ως ιερό ζώο τον ίππο. Αυτές παρείσφρυσαν κυρίως ως αρνητικά στοιχεία στην ελληνική μυθολογία, αφού το ελληνικό πνεύμα αποφεύγει στα δημιουργήματα του τόσο τις ανθρώπινες μορφές με τα πολλαπλά μέλη, όσο και τους μέσους ανθρώπους και εμμένει στις τυπικά ιδεαλιστικές μορφές.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Φυτα Σε Αρχαια Νομισματα Της Ελλαδας

Η εικονογραφία των νομισμάτων αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Οι εικονογραφικοί τύποι που σφραγίζουν τις δύο όψεις του νομίσματος παραπέμπουν στην εκδότρια αρχή και γίνονται μία σημαντική πηγή άντλησης πληροφοριών ποικίλου είδους.

Πολλές οι πηγές έμπνευσης των αρχαίων χαρακτών και ανάμεσα σε αυτές η θρησκεία, η μυθολογική παράδοση, ιστορικά γεγονότα, ακόμα και το φυσικό περιβάλλον της εκάστοτε περιοχής. Η απεικόνιση της χλωρίδας εντάσσεται σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα της εικονογραφίας των αρχαίων νομισμάτων. Φυτά που απεικονίζονται άλλοτε ως κύριοι εικονογραφικοί τύποι, άλλοτε ως σύμβολα χαραγμένα στο πεδίο της παράστασης ακόμα και στεφάνια που φέρουν στην κεφαλή τους διάφορες θεότητες, επιβεβαιώνουν την φαντασία του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, ικανού να προσδώσει ομορφιά ακόμα και σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης, στα νομίσματα.

Μία κατηγορία φυτών, που απαντούν ως εικονογραφικοί τύποι στα αρχαία νομίσματα είναι τα γεωργικά προϊόντα. Πρόκειται κυρίως για εγχώρια προϊόντα, που αποτελούσαν σημαντική πηγή πλούτου και ευημερίας για την πόλη. Από τις νομισματικές εκδόσεις του Μεταποντίου στην περιοχή της Λευκανίας στην Κάτω Ιταλία, μαρτυρείται η μεγάλη παραγωγή δημητριακών, αφού η πόλη επέλεξε για τα νομίσματά της ένα στάχυ.
                                        
                      Μεταπόντιο, Λευκανία. Αργυρός στατήρ, 520 π.Χ.

Στην Θεσσαλία, τον σιτοβολώνα της Ελλάδος, η Σκοτούσσα απεικονίζει στα νομίσματά της ένα κόκκο κριθαριού, θέμα ανάλογο του χαρακτήρα της περιοχής.
                                        
                    Σκοτούσσα, Θεσσαλία. Αργυρή δραχμή, 480-400.

Σε περιοχές γνωστές από την αρχαιότητα για τη μεγάλη παραγωγή οίνου απεικονίζονται επί των νομισμάτων κληματίδες και βότρεις, όπως στην Μαρώνεια της Θράκης, η οποία φημιζόταν για τον εξαιρετικό οίνο της (το γνωστό και σήμερα Μαρωνίτικο κρασί).
                                         
                    Μαρώνεια, Θράκη. Αργυρό δίδραχμο, 400-350 π.Χ.

Φύλλο συκιάς κοσμεί τα νομίσματα της Καμείρου, της σημαντικότερης πριν την ίδρυση της Ρόδου πόλης του νησιού. Οι ροδίτικες συκιές ήταν φημισμένες στην αρχαιότητα και πολλοί μάλιστα διατύπωναν ότι τα σύκα τους ήταν εφάμιλλα των περίφημων αττικών.
                                    
                  Κάμειρος Ρόδου, Καρία. Αργυρός στατήρ, 500-480 π.Χ.

Ένα άλλο φυτό που απαντά στην εικονογραφία των αρχαίων νομισμάτων είναι η ελιά, που συνδέεται με την καλλιέργεια του δέντρου στην ευρύτερη περιοχή της εκδότριας αρχής, όπως για παράδειγμα στη Λέσβο, γνωστή ακόμη και σήμερα για την μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου. Σε έναν αρχαϊκό λεσβιακό στατήρα, ανάμεσα στις δύο αντωπές κεφαλές βοοειδών, διακρίνουμε ένα κλαδί ελιάς.
                                       
                    Λέσβος, Αιολίς. Αργυρός στατήρ, περ. 500 π.Χ.

Το ίδιο εικονογραφικό στοιχείο υπάρχει και σε νόμισμα από τη Σάμο.
                                       
                    Σάμος, Ιωνία. Αργυρό τετράδραχμο, 400-365 π.Χ.

Η ελιά είναι παράλληλα το σύμβολο της Αθηνάς, αφού το ιερό δέντρο ήταν το δώρο της θεάς προς την πόλη των Αθηνών, στην οποία έδωσε και το όνομά της.
                
   
                      Αθήναι. Αργυρό τετράδραχμο, 479-454 π.Χ.

Στις περίφημες «γλαύκες», όπως έμειναν γνωστά τα αθηναϊκά τετράδραχμα, στην οπίσθια όψη διακρίνουμε ένα κλαδί ελιάς, ενώ μετά το 479 π.Χ. και το τέλος των Περσικών, η ελιά προστίθεται και στο κράνος της θεάς, για να θυμίζει τη μεγάλη νίκη κατά των Περσών. Στα αθηναϊκά τετράδραχμα νέας τεχνοτροπίας που κυκλοφορούν κατά τον 2ο και 1ο αιώνα π.Χ. στην οπίσθια όψη η παράσταση περιβάλλεται από ένα στεφάνι ελιάς, εικονογραφικό στοιχείο που έδωσε στα συγκεκριμένα νομίσματα και την ονομασία «στεφανηφόρα».
                    
                        Αθήναι. Αργυρό τετράδραχμο, 195/194 π.Χ.

Μία άλλη κατηγορία είναι τα ιερά φυτά που σχετίζονται με κάποια θεότητα. Τα φυτά αυτά, σύμβολα των συγκεκριμένων θεοτήτων, μας βοηθούν να ταυτίσουμε τις κεφαλές που απεικονίζονται επί των νομισμάτων. Ο Δωδωναίος Δίας φέρει στεφάνι βελανιδιάς, ο Απόλλων στεφάνι δάφνης, ενώ ο Διόνυσος ένα στεφάνι κισσού.
                                       
            Πύρρος, Ήπειρος. Αργυρό τετράδραχμο, περ.280-278 π.Χ.
                                   
                               Χαλκιδική Ομοσπονδία, Μακεδονία.
                               Αργυρό τετράδραχμο, 379-348 π.Χ.
                                       
                      Νάξος Σικελία. Αργυρό τετράδραχμο, 460 π.Χ.

Πολλές φορές, η ύπαρξη ενός μόνο στεφανιού, που συνήθως περιβάλλει την παράσταση του οπισθοτύπου παραπέμπει στην συγκεκριμένη θεότητα που λατρευόταν στην περιοχή της εκδότριας αρχής. Το στεφάνι βελανιδιάς που απεικονίζεται στα τετράδραχμα του βασιλιά της Μακεδονίας Περσέα, αναμφισβήτητα σχετίζεται με τη λατρεία του Διός, πατέρα των θεών και προστάτη ολόκληρου του Μακεδονικού Βασιλείου.
                             
              Περσεύς, Μακεδονία. Αργυρό τετράδραχμο, 178-168 π.Χ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φυτά, που απεικονίζονται επί των νομισμάτων και λειτουργούν, ως «λαλούντα σύμβολα». Πρόκειται για εικονογραφικούς τύπους το όνομά των οποίων κάνει λογοπαίγνιο με το όνομα της πόλης που έκοψε το νόμισμα: η Ρόδος απεικόνισε το ρόδο και ο Σελινούς το σέλινο.
                                        
              Ρόδος, Καρία. Αργυρό τετράδραχμο, περ. 230-205 π.Χ.
                                   
                  Σελινούς, Σικελία. Αργυρό δίδραχμο, περ. 530 π.Χ.

Μεταξύ των παραστάσεων των αρχαίων νομισμάτων, βρίσκουμε ακόμη και τον εντυπωσιακό, χάρη στο μεγάλο ύψος του, φοίνικα. Ο φοίνικας που χαράσσεται στα νομίσματα της Πριανσού, στη νότιο-ανατολική Κρήτη, συνδέεται προφανώς με την ύπαρξη του δέντρου αυτού στην ευρύτερη περιοχή, ενώ στα νομίσματα της Καρχηδόνος, πόλη στα βόρεια παράλια της Αφρικής κοντά στη σημερινή Τύνιδα, πιθανόν να λειτουργεί ως λαλούν σύμβολο, αφού η πόλη ήταν αποικία των Φοινίκων.
                                         
                  Πριανσός, Κρήτη. Αργυρή δραχμή, 330-270 π.Χ.
                                            
                                       Καρχηδών, Ζευγιτανία.
                       Αργυρό τετράδραχμο, περ. 350-320/315 π.Χ.


Τα νομίσματα γίνονται μάρτυρες ακόμη και για εξαφανισμένα είδη φυτών. Πρόκειται για τις εκδόσεις της Κυρήνης, στη σημερινή βορειοανατολική Λιβύη, όπου απεικονίζεται το σίλφιο, φυτό γνωστό για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, το οποίο ευδοκιμούσε αποκλειστικά στην περιοχή αυτή.
                                   
                                   Κυρήνη, Κυρηναϊκή.
                      Αργυρό τετράδραχμο, περ. 500 π.Χ.