Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

The hidden Temple of Venus

Temple of Venus Thessaloniki
The hidden Temple of Venus, a late archaic period temple, lies underneath the center of Thessaloniki from the 6th century B.C., 200 years older than the Parthenon in Athens.
It was originally built to honor the Greek goddess Aphrodite (Venus), the goddess of love, in Aineia and it was later moved during Roman times in the square of the Sacreds in Thessaloniki, where now lies the Antigonidon square, west from the ancient commercial center  Ancient Agora. There it has since remained, an example of the Ionic style of architecture that was a trademark of ancient Greece during the 6th – 5th centuries B.C. However, not all of the ancient temple’s elements and features have been left to oblivion beneath the surface. Some of its architectural features and artifacts can be seen today by visitors to the Archaeological Museum of Thessaloniki, thanks to the efforts of the archeologists and officers of the 6th Department of Prehistoric and Classical Antiquities. You can take a small glimpse in the following photo gallery, but it is highly recommended to visit it.
As the official of the Temple of Venus project report, “the height of the columns reaches seven meters and realistically cannot be exhibited in any exhibit halls of the museum in order to highlight the exact size”. At the moment only one third of the possible artifacts have been excavated from the site and as a result the excavation and the preservation of the rest of the Temple of Venus are of high significance.

According to a study made from the school of Architecture of the Aristotle University of Thessaloniki, Antigonidon square can be reformed in two levels, so that the temple would be rebuilt and be visible in its entirety.

More information about the Temple of Aphrodite (Venus) and the issues surrounding the temple site can be obtained at the Temple of Venus site at http://www.templeofvenus.gr/en

Ζέα το Αρχαιότερο Δημητριακό γνωστό στον Ανθρωπο

Η Ζέα ειναι το αρχαιότερο δημητριακό γνωστό στον άνθρωπο. Δείγμα του βρέθηκε σε ανασκαφές προϊστορικών οικισμών σε όλο τον ελληνικό χώρο, με παλαιότερα αυτά στο σπήλαιο Θεόπετρας Καλαμπάκας, όπου υπάρχει συνεχόμενη ανθρώπινη παρουσία από το 130.000 π.Χ. έως το 4.000 π.Χ. Από τα αρχαιοβοτανικά ευρήματα του σπηλαίου αποδεικνύεται ότι τα δημητριακά εξημερώθηκαν και καλλιεργήθηκαν στον ελληνικό χώρο, και δεν μας ήρθαν από τη Μέση Ανατολή, όπως μέχρι τώρα πίστευαν οι ειδικοί. 

Αυτό πού κρατά η Θεά Δήμητρα στά αγάλματα καί γλυπτά – προς λάθος πολλών – δεν είναι στάχια σιταριού αλλά Ζέας.

Σύμφωνα, με τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο και τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα, η ζειά είχε καλλιεργηθεί αποκλειστικά ως το μοναδικό δημητριακό από τους πρώτους Ρωμαίους στην αρχή της ιστορίας τους και αυτό αποδεικνύεται από τη χρησιμοποιησή του σε όλες τις θρησκευτικές τελετές τους. Ο γιατρός Γαληνός (2ος αι. π.Χ.) αναφέρει την όλυρα(ασπρόσιτο) ως το τρίτο σε θρεπτική αξία δημητριακό μετά το κριθάρι και το σιτάρι, ενώ όπως μας πληροφορεί ο Διοσκουρίδης (1ος αι. μ.Χ.) στην εποχή του ήταν διαδεδομένη μια πανάρχαια συνήθεια των Ελλήνων και των Ρωμαίων: η μίξη χονδροαλεσμένων κόκκων ζέας και σιταριού, που λεγόταν "κρίμνον", και το οποίο ήταν ένα παχύρρευστο θρεπτικό ρόφημα που ονομαζόταν "πολτός" (χυλός). Η θρεπτική του αξία είναι αδιαμφισβήτητη, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που η ετυμολογία της λέξης "ζείδωρος" (αυτός που δωρίζει ζωή) προέρχεται από αυτό το δημητριακό. Η πόλη των Αθηνών ονομαζόταν και ζείδωρος, διότι επί του εδάφους της καλλιεργείτο εκτός από την ελαία και το δημητριακό ζειά. Το ζειά με το ζήτα δηλώνει την ζωή με το έψιλον γιώτα την μακρά πορεία και με το άλφα που είναι το πρώτο στοιχείο το άριστον την παρουσία του Αιθέρα (το στοιχείο που βρίσκεται παντού και δομεί τα πάντα είναι ο Αιθέρας), άρα ζειά σημαίνει μακροζωία.

Ο Όμηρος αναφέρεται στην καλλιέργεια της ζέας στη Λακωνική Πεδιάδα: «πυροί τε ζειαί τ' ηδ' ευρυφανές κρι λευκόν». Επίσης, έχει αφήσει το όνομά της στην Αττική: «Ζέα: εις των εν Πειραεί λιμένων ούτω καλούμενος από τους καρπούς της ζέας.Έχει δε Πειραεύς λιμένας τρεις κλειστούς». Ο Ηρόδοτος (5ος αι. π.Χ.) αναφέρει ότι οι Αιγύπτιοι παρασκεύαζαν ψωμί αποκλειστικά από ζέα και περιφρονούσαν το σιτάρι και το κριθάρι. O Θεόφραστος τον 4ο αι. π.Χ, διακρίνει την ζειά σαφώς από την όλυρα(ασπρόσιτος) χαρακτηριζοντάς ως το πλέον αποδοτικότερο από όλα τα είδη των δημητριακών.


Μέχρι τις αρχές των Ιστορικών Χρόνων η ζέα δέσποζε μεταξύ των δημητριακών. Με το πέρασμα του χρόνου εγκαταλείφθηκε η καλλιέργειά της, λόγω χαμηλής απόδοσης και μεγάλης δυσκολίας στην επεξεργασία του σπόρου, και επιλέχθηκαν πιο "εύκολα" στην καλλιέργεια δημητριακά, όπως το σιτάρι και το ρύζι.Οι πρόγονοί μας γνώριζαν τις σπουδαίες της ιδιότητες. Οι Ρωμαίοι τη χρησιμοποιούσαν ως τροφή εκστρατείας. 

Η επιστήμη την έχει ανακαλύψει ξανά, με τις έρευνες κυρίως του Άγγλου Allen, σαν δημητριακό που περιέχει 40% επιπλέον μαγνήσιο σε σύγκριση με άλλα, ουσία που ενεργοποιεί τις ενζυματικές διαδικασίες του μεταβολισμού. Είναι σημαντική επίσης για την περιεκτικότητά της σε ίνες και μέταλλα.Η ζέα αποκαλείται και «μαγνήτης της ζωής». Το μέγιστο ποσοστό του αμινοξέος λυσίνη που περιέχει, συγκρίνεται μόνο με αυτό του άγριου αιγίλωπος. Η λυσίνη είναι συστατικό των πρωτεϊνών που αυξάνει την πεπτικότητά τους και αποτελεί το κύριο ζητούμενο στις διαδικασίες «βελτίωσης» των σιτηρών.

Ζεα και Γλουτένη

Ο όρος «γλουτένη» είναι ένα συνοπτικό όνομα για ένα σύνολο διαφόρων αποθηκευτικών πρωτεϊνών που βρίσκονται στον κόκκο του σίτου. Η γλουτένη συμβάλλει στην αύξηση της ελαστικότητας της ζύμης και στο φούσκωμα του ψωμιού, που αποκτά έτσι ελκυστική εμφάνιση και αφράτη υφή.Μέχρι και πριν μια δεκαετία περίπου, οι έρευνες για τη δυσμενή επίδραση του ψωμιού στην εκδήλωση της νόσου «δυσανεξία γλουτένης ή κοιλιοκάκη» γίνονταν αποκλειστικά στις ποικιλίες των σημερινών σιτηρών, από τις οποίες παράγεται το ψωμί σε όλες τις χώρες όπου η διατροφή βασίζεται στο σιτάρι.Με αυτό ως γνώμονα, η καθολική σύσταση για την πρόληψη της ασθένειας είναι η πλήρης αποφυγή της κατανάλωσης άρτου & σιτηρών, σε συμφωνία με την οποία βρίσκεται και η σημερινή νομοθεσία περί γλουτένης (αναφέρεται σε ποσοστό γλουτένης, και όχι αν η εκάστοτε γλουτένη σε σπόρους ή τρόφιμα διασπάται και αφομοιώνεται πλήρως από τον οργανισμό και δεν επηρεάζει έτσι στο ελάχιστο όσους υποφέρουν από δυσανεξία στη γλουτένη).Οι έρευνες αναφορικά με το θέμα αυτό δεν έχουν εξετάσει τα άγρια είδη «ζέα» και «μονόκοκκο», τα οποία είχαν εξαφανιστεί από την αγροτική παραγωγή και διατηρούνταν μόνο σε τράπεζες γενετικού υλικού διαφόρων χωρών.Γενετικές και βιοϊατρικές έρευνες που εξέτασαν ένα μεγάλο αριθμό δειγμάτων από αρχαία, αβελτίωτα είδη και ποικιλίες της εξελικτικής αλυσίδας του σιταριού, έδειξαν ότι η δυσανεξία στη γλουτένη κωδικοποιείται από γονίδια α-γλιαδίνης στο χρωμόσωμα 6D του σίτου, το οποίο υπάρχει στις σημερινές ποικιλίες αλλά απουσιάζει από τη γλουτένη της ζέας και του μονόκοκκου δημητριακού.
Οι παραπάνω έρευνες δείχνουν ότι η έως τώρα επικρατούσα επιστημονική άποψη για την πλήρη απαγόρευση κατανάλωσης σιτηρών τίθεται υπό αμφισβήτηση υπό το φως των πρόσφατων επιστημονικών αποτελεσμάτων, που διευρύνουν τη γνώση μας για το φαινόμενο.
 
Οι έρευνες αυτές έδειξαν ότι η Ζέα περιέχει 40% περισσότερο μαγνήσιο από τα άλλα δημητριακά. Το μαγνήσιο επιπλέον ενεργοποιεί τις ενζυματικές διαδικασίες του μεταβολισμού. Περιέχει δε υψηλά ποσοστά του αμινοξέος λυσίνη. Τα δημητριακά Ζέας συμβάλλουν στη διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους. Είναι πλούσια σε υδατάνθρακες χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη. Αυτό σημαίνει ότι απορροφώνται αργά και απελευθερώνουν μικρή ποσότητα γλυκόζης στο αίμα. Ετσι, μαζί με τις φυτικές ίνες, αυξάνουν το αίσθημα του κορεσμού και διατηρούν το αίσθημα της πληρότητας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ρυθμίζουν καλύτερα τη γλυκόζη στο αίμα, με αποτέλεσμα να αποτελούν όπλο στην πρόληψη αλλά και αντιμετώπιση του Σακχαρώδη Διαβήτη.

  
Τό έτος 1928 απηγορεύθη σταδιακά και μέχρι το 1932 κατηργήθη τελείως η καλλιέργεια της Ζεας στήν Ελλάδα.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Διοσκουρίδης ο Θεμελιωτής της Φαρμακολογίας

Ο Διοσκουρίδης είναι, μετά τον πατέρα της Βοτανολογίας Θεόφραστο, ο θεμελιωτής της Φαρμακολογίας. Μέσα από το πεντάτομο έργο του «Περί Yλης Ιατρικής» κέρδισε, μαζί με τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό, την ύψιστη θέση στην Ιστορία της Ιατρικής. Το έργο του  με μοναδικές απεικονίσεις φαρμακευτικών φυτών, έχει πρακτική αξία έως σήμερα.Γεννημένος περί το 25 μ.Χ. στην Ανάζαρβο της Κιλικίας, κοντά στην Ταρσό.Ο Διοσκουρίδης είχε ιδιαίτερη κλίση στη μελέτη των φυτών και των βοτανων από νεαρή ηλικία. Μετά το τέλος των ιατρικών σπουδών του στην Ταρσό κοντά στο Άρειο της Ασκληπιειάδας Σχολής επιδόθηκε στη έρευνα των φαρμακολογικών ιδιοτήτων πολλών φυτών.Εγινε διάσημος την εποχή του Νέρωνα και του Βεσπασιανού. Ακολούθησε ως στρατιωτικός ιατρός τις ρωμαϊκές λεγεώνες και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο γνωστούς χειρουργούς της εποχής του. Προκειμένου να απολαμβάνει τα προνόμια των Ρωμαίων πολιτών -τα οποία δεν παραχωρούνταν ακόμα σε μη Ρωμαίους- υιοθετήθηκε σε μεγάλη ηλικία από Ρωμαίο της οικογενείας των Πεδανίων και πήρε το επίθετο Πεδάνιος. Πέθανε γύρω στο 90 μ.Χ., ενώ θα πρέπει να έγραψε το «Περί Υλης Ιατρικής» περί το 70-77 μ.Χ.

Mε την ιδιότητα του στρατιωτικού ιατρού ο Διοσκουρίδης ταξίδεψε σε πολλές ρωμαϊκές επαρχίες της Ανατολής, από την Ελλάδα έως τη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Ετσι, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τα φαρμακευτικά φυτά και τα ιατρικά παρασκευάσματα των πιο ανεπτυγμένων χωρών του τότε κόσμου. Με μοναδικό τρόπο και σύστημα κατέγραψε και περιέλαβε στο βιβλίο του όχι μόνο όλα τα τότε γνωστά φαρμακευτικά φυτά, αλλά και τις οργανικές και ανόργανες φαρμακευτικές ουσίες που συναντώνται στη φύση. Εντυπωσιάζει η παράθεση, για πρώτη φορά, των ονομάτων των φυτών και των παρασκευασμάτων σε διαφορετικές γλώσσες. Με αυτό τον τρόπο διευκολύνθηκαν η ενιαία ονομασία και η καταγραφή των διαφόρων φαρμακευτικών φυτών. Ο Διοσκουρίδης κατέταξε τις ουσίες αυτές όχι αλφαβητικά -όπως συναντάμε αργότερα σε αντίγραφα ή μεταφράσεις του έργου του- αλλά σε κατηγορίες ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τη δραστικότητά τους.

Το «Περί Yλης Ιατρικής», ή «De materia medica», όπως έγινε γνωστό στη Δύση, χωρίζεται σε πέντε «βιβλία». Eνα από αυτά είναι αφιερωμένο στα θεραπευτικά φυτά, τις αλοιφές και τα έλαια, το δεύτερο στα ζωικής ή φυτικής προέλευσης προϊόντα που έχουν φαρμακευτική χρήση, όπως το μέλι, το γάλα, το λίπος, το σιτάρι και τα κηπευτικά. Το τρίτο και το τέταρτο περιγράφουν συστατικά από δέντρα και ρίζες, και το τελευταίο τα κρασιά, τα αλκοολούχα και τα φάρμακα που περιλαμβάνουν συστατικά ορυκτών. Το Παράρτημα αναφέρεται στα δηλητήρια και τα αντίδοτά τους. Τα διάφορα φάρμακα είναι χωρισμένα σε ομάδες, όπως τα αφροδισιακά, τα αντιδιαρροϊκά, τα υπακτικά κ.ά.Το έργο αυτό ήταν ήδη πολύ γνωστό στην εποχή του Γαληνού (130-199 μ.Χ.) και μεταφράστηκε στα Συριακά, τα Λατινικά και τα aραβικά. Το παλαιότερο αντίγραφο που διασώθηκε είναι του 512 μ. Χ. και απεικονίζει 391 φυτά. Το πρωτότυπο του Διοσκουρίδη φαίνεται ότι περιείχε 435 φυτά, 400 από τα οποία αναφέρει και ο Ορειβάσιος (343-403) στο βιβλίο του «Ιατρικαί συναγωγαί». Ο Διοσκουρίδης, αναλύοντας συστηματικά τα φυτικά (794), τα ζωικά (104) και τα ορυκτά (105) προϊόντα, φθάνει σε ένα σύνολο 1.003 διαφορετικών ουσιών, οι οποίες αναμιγνυόμενες μεταξύ τους δημιουργούν ένα τεράστιο συνταγολόγιο.

Από την Αρχαιότητα έως την Αναγέννηση, και αργότερα με την τυπογραφία, το «Περί Yλης Ιατρικής» διαθόθηκε σε όλες τις τότε γνωστές γλώσσες στη Δύση και στην Ανατολή, και έως τον 19ο αι. υπήρξε πρότυπο για όλα τα φαρμακευτικά βιβλία. Οι Αραβες μάλιστα απεκάλεσαν τον Διοσκουρίδη «Απεσταλμένο του Θεού της Bοτανικής».Το πλέον γνωστό και πολύτιμο αντίγραφο είναι αυτό που φυλάσσεται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης (Cod med.gr. 1). Αντιγράφτηκε κατ' εντολήν των κατοίκων και των συντεχνιών του Πέρα το 512 μ.Χ. και δωρήθηκε στην Ιουλιανή εξ Αμικίων. aλλα πολύτιμα αντίγραφα είναι ο Κώδικας της Νεαπόλεως του 512 μ.Χ., διάφοροι αραβικοί κώδικες, και οι περίφημοι τουρκικοί κώδικες στο Τοπ Καπί της Κωνσταντινούπολης.

Βέβαια, ο Διοσκουρίδης δεν ανακάλυψε ο ίδιος τις ιδιότητες όλων αυτών των φυτών. Οπως επισημαίνει ο E. Mπάουμαν στο βιβλίο του «Η Ελληνική Χλωρίδα», οι γνώσεις για τις θεραπευτικές ιδιότητες της φύσης χάνονται στα βάθη των αιώνων, και την πρώτη καταγραφή της θεραπείας με βότανα την οφείλουμε στο Θεόφραστο. Ομως το κατόρθωμα του Διοσκουρίδη είναι ότι είχε αναγνωρίσει ως θεραπευτικά 500 περίπου φυτά από τα 6.000 που υπάρχουν στην Ελλάδα (8%), ενώ σήμερα μόνο το 5% από τα 600.000 φυτά που φυτρώνουν παγκοσμίως έχει ερευνηθεί.Το «Μέγα Κενταύριο», ένα από τα 70 κενταύρια που φυτρώνουν στην Ελλάδα και κρατά ακόμα το όνομά του «Χειρωνιά» ή «Αίμα του Ηρακλέους», μας θυμίζει ότι ο Κένταυρος Χείρων είχε επιθέσει το βότανο αυτό πάνω στην πληγή που του προξένησε ο Ηρακλής. O Διοσκουρίδης θεωρεί το βότανο αξιόλογο φάρμακο για τη θεραπεία των ανοικτών τραυμάτων.

Το «Ελένιον» είναι μάλλον το «Πάνακες Χειρώνιον» του Θεοφράστου, το σημερινό Inola heleniom. Οι ρίζες του περιέχουν τις ουσίες Αλαντολακτόνη, Ινουλίνη, κ.ά. και χρησιμοποιούνταν για τονωτικό, διεγερτικό, όπως και για τη θεραπεία νοσημάτων του αναπνευστικού ή της στηθάγχης. Και σήμερα χρησιμοποιείται σε χρόνιο βήχα ή χρόνιο έλκος δωδεκαδακτύλου. Στο εμπόριο το βρίσκουμε με το όνομα Hanopect ή μέσα στο ελιξήριο Mellissengeist.Η ρίζα του φυτού Μανδραγόρας χρησιμοποιείτο ήδη από την ομηρική εποχή ως υπνωτικό ή/και ως παυσίπονο. Ο γιός του Ασκληπιού Μαχάων την είχε χρησιμοποιήσει πάνω στην πληγή του Φιλοκτήτη. Σε άλλες περιπτώσεις μασούσαν κομμάτι της για υπνωτικό. Ο Διοσκουρίδης έπαιρνε χυμό από τη ρίζα του Μανδραγόρα και έφτιαχνε αραιωμένο μείγμα για ελεγχόμενη δοσολογία, επειδή μεγάλες δόσεις μπορούσαν να είναι επικίνδυνες. Η ρίζα του Μανδραγόρα περιέχει αλκαλοειδή, όπως η Υοσκυαμίνη, η Σκοπολαμίνη και η Ατροπίνη. Ακόμα, υπάρχουν ομοιοπαθητικά φάρμακα που παρασκευάζονται από τη ρίζα του, όπως το Αnhaloniom, Claoparest κ.ά. Εχουν όμως αντικατασταθεί από καθαρά χημικά παρασκευάσματα. Οντας το πρώτο γνωστό υπνωτικό, ο Μανδραγόρας έχει επιλεγεί ως έμβλημα την Ελληνικής Αναισθησιολογικής Εταιρείας.

Η aτροπος, η σημερινή Αtropa belladonna, είναι ένας πολύ ψηλός θάμνος, τις τοξικές ιδιότητες του οποίου είχε περιγράψει ο Διοσκουρίδης. Στο βάρος μιας αρχαίας δραχμής μπορούσε να προκαλέσει φαντασιώσεις, σε διπλή δόση οι φαντασιώσεις κρατούσαν τέσσερις ημέρες, και σε τετραπλή δόση προξενούσε τον θάνατο. Δέκα ή δώδεκα καρποί είναι θανατηφόροι. Το όνομα Belladona (μπέλλα ντόνα) σημαίνει ωραία γυναίκα, γιατί μερικές σταγόνες του καρπού στα μάτια προκαλούσαν διαστολή της κόρης του ματιού, κάτι που παλιά θεωρούνταν ότι ομόρφαινε τις γυναίκες. Η ατροπίνη χρησιμοποιείται ακόμα στην Οφθαλμολογία, αλλά και ενάντια στη βραδυκαρδία ή/και ως αντίδοτο στις δηλητηριάσεις από εντομοκτόνα ή νευροτοξικά αέρια.

Το Υπέρικο του Διοσκουρίδη, αλλιώς «βάλσαμο ψυχής» και σήμερα σκέτο «βάλσαμο», χρησιμοποιείτο κυρίως για τη θεραπεία των πληγών. Σαν τσάι θεωρείται και σήμερα το καλύτερο αντικαταθλιπτικό, μετά τους αναστολείς της Σεροτονίνης. Στην Ευρώπη και στην Αμερική είναι γνωστό με το όνομα St. John's Wort ή Johanneskraot, οι δε πωλήσεις του ξεπερνούν το 1 δισ. δολάρια τον χρόνο. Στην Ελλάδα φυτρώνει έξω από την πόρτα μας και οι γιαγιάδες μας το χρησιμοποιούσαν σαν παυσίπονο στα μωρά. Η αντικαταθλιπτική του δράση έχει ξεχαστεί.Το ζουμί της καυκαλήθρας, το «Ιορδύλιον», το έδιναν, ανακατεμένο με κρασί, για ορισμένες νεφροπάθειες, τη δε μολόχα, τη «Μαλάχη», για τα δαγκώματα από δηλητηριώδη φίδια, ή χρησιμοποιούσαν τα λουλούδια της σαν τσάι, όπως σήμερα.

Oμως τα φαρμακευτικά φυτά που έχουν επιβιώσει έως σήμερα είναι άπειρα, και πάμπολλα εκείνα που η ιστορία και η μυθολογία μας έχουν συνδέσει με κάποια θεραπεία, ώστε είναι αδύνατον να χωρέσουν στη σύντομη αυτή αναφορά στη συμβολή του Διοσκουρίδη. Η επίδραση του έργου του εκτείνεται χρονικά τουλάχιστον μέχρι την περίοδο της Αναγέννησης και εν γένει εκτιμάται πω οι μέθοδοι παρατήρησης του Διοσκουρίδη πρόσφεραν ισχυρές βάσεις για την εξέλιξη της φαρμακολογικής επιστήμης. Πέρα από την αξία του ως ιατρικό εγχειρίδιο, μεγάλης αξίας θεωρείται ο πλούτος των πληροφοριών που δίνει για τα φυτά και βότανα της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η λέξη ψυχή από το ρήμα ψύχω δηλαδή [φυσώ,πνέω]

Η λέξη ψυχή από το ρήμα ψύχω δηλαδή [φυσώ,πνέω] κυριολεκτικά σημαίνει την πνοή,την ύστατη ένδειξη της ζωής στο σώμα που γίνεται αισθητή από την αναπνοή.Εντούτοις, από αρχαιοτάτων χρόνων ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει πολύ περισσότερα, ιδίως όσον αφορά στις νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου και τη μετά θάνατον ζωή.Λόγω των πολλών απόψεων για τη θρησκευτικο-φιλοσοφική σημασία της  ψυχής , οι ορισμοί που υπάρχουν είναι τουλάχιστον δεκάδες, αλλά ωστόσο ο συνηθέστερος είναι αυτός που ορίζει την ψυχή ως την άυλη ουσία του ανθρώπου η οποία αποτελεί την έδρα της προσωπικότητάς του, επιζεί μετά τον θάνατο του σώματος, όντας η ίδια αθάνατη, και στη συνέχεια μεταβαίνει είτε σε κάποια άλλη κατάσταση, σε άλλο τόπο, είτε σε κάποιο άλλο σώμα. Είναι γεγονός ότι αυτός ο συνήθης ορισμός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πλατωνική ψυχολογία, δηλαδή μελέτη της ψυχής, η οποία, παρά τα κενά της, επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει τους στοχαστές, τους φιλοσόφους και τους θεολόγους. Παρ’ όλα αυτά, οι απόψεις που εκτίθενται στα πλατωνικά έργα αποτελούν μια απόπειρα συστηματοποίησης και ανάπτυξης προϋπαρχουσών θεωριών, δεδομένου ότι τα ερωτήματα για τη φύση του ανθρώπου και τον θάνατο είναι πολύ παλαιότερα του Πλάτωνα και έχουν απασχολήσει ίσως όλους τους πολιτισμούς.

Προϊστορικά χρόνια

Η ιδέα ότι υπάρχει ένα τμήμα που ζει μετά τον θάνατο του σώματος συμπεριλαμβάνεται στις αρχαιότερες εκδηλώσεις της θρησκευτικότητας του ανθρώπου.Oι προϊστορικές αντιλήψεις περί επιβίωσης ενός αόρατου μέρους του ανθρώπου κατά τον θάνατο υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της ίδιας της θρησκείας.Για παράδειγμα, η τοποθέτηση στους τάφους προσωπικών αντικειμένων ήδη από την παλαιολιθική εποχή έχει ερμηνευτεί από τους επιστήμονες ως εξοπλισμός για το ταξίδι στον κόσμο των νεκρών.

Αρχαία Ελλάδα

Η ελληνική λέξη ψυχή ακολούθησε δύο βασικές πορείες. Η πρώτη σχετίζεται με τη χρήση της στον καθημερινό λόγο, όπου δηλώνει την  πνοή , τη  φυσική ζωή , το  θάρρος  ή το  ήθος , και η δεύτερη αφορά τις ειδικές χρήσεις της στις θρησκευτικές δοξασίες και τις διάφορες φιλοσοφικές σχολές ως μια αόρατη—και για μερικούς άυλη ή και αθάνατη—ουσία που δίνει ζωή στο σώμα, το ελέγχει και για πολλούς επιζεί μετά τον θάνατο του σώματος, μεταβαίνοντας σε έναν τόπο δυστυχίας ή μακαριότητας ή, για άλλους, σε κάποιο διαφορετικό σώμα. Μολονότι πρέπει να διαχωριστούν αυτές οι δύο πορείες, καθώς και οι ειδικές σημασίες της λέξης όταν χρησιμοποιείται ως τεχνικός όρος από τους εκάστοτε φιλοσόφους, η κατωτέρω συνοπτική αναδρομή παρουσιάζει ορισμένα στοιχεία της αλληλεπίδρασης αυτών των δύο πορειών, που συνέβαλαν στην εξέλιξη του σημασιολογικού περιεχομένου της.

Όμηρος

Η ομηρική άποψη για τη μετά θάνατον ζωή κυριαρχούσε στη λαϊκή θρησκεία των Ελλήνων επί αιώνες
Στην ελληνική γραμματεία η λέξη «ψυχή» πρωτοαπαντά στον Όμηρο και μάλιστα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αυτές σχετίζονται πάντα με τον άνθρωπο, όπου η «ψυχή» παρουσιάζεται είτε ως κάτι το οποίο κινδυνεύει να χάσει ο πολεμιστής στη μάχη είτε ως κάτι που μετά τον θάνατο του σώματος μεταβαίνει στον Άδη, δηλαδή τον κάτω κόσμο. Εκεί ονομάζεται επίσης «είδωλον» επειδή διατηρεί τη μορφή και την προσωπικότητα του εκλιπόντος, αλλά βρίσκεται σε μια εξαιρετικά υποβιβασμένη κατάσταση. Μερικές ψυχές, ωστόσο, έχουν την τύχη να πάνε στα Ηλύσια Πεδία, απολαμβάνοντας αθανασία με τους θεούς.Η ομηρική άποψη για τη μετά θάνατον ζωή φαίνεται να διατηρείται στη λαϊκή θρησκεία των Ελλήνων επί πολλούς αιώνες, ακόμη και στη μετά Χριστόν εποχή, αν και φυσικά από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή εμφανίζονται διαφορές στις αντιλήψεις. Παράλληλα, όμως, αρχίζουν να αναπτύσσονται και να γίνονται δημοφιλείς και άλλες θεωρίες περί της ψυχής και της μετά θάνατον ζωής.

Προσωκρατικοί

Στα γραπτά της προσωκρατικής εποχής (7ος-5ο αι. π.Χ.) παρατηρείται η γενίκευση στη χρήση του όρου ψυχή , η οποία από τότε χρησιμοποιείται ως συνώνυμη της  ζωής  ή, ακόμη γενικότερα, ως η κινητήρια δύναμη της φύσης. Ως εκ τούτου, έμψυχο χαρακτηρίζεται οτιδήποτε κινείται, και ο Θαλής ο Μιλήσιος θεωρεί τον μαγνήτη έμψυχο λόγω των ελκτικών του ιδιοτήτων. Σε παρόμοιο πλαίσιο, οι Ίωνες φιλόσοφοι γενικά βλέπουν τον κόσμο ως « έμψυχον και δαιμόνων πλήρη».Τον 5ο αι. στον καθημερινό λόγο η ψυχή επιπλέον σημαίνει την έδρα των σωματικών επιθυμιών, των συναισθημάτων και της νόησης.Παράλληλα αρκετοί, μεταξύ των οποίων ο Θουκυδίδης και ο Ιπποκράτης, χρησιμοποιούν τον εν λόγω όρο ή παράγωγά του για να δηλώσουν το θάρρος ή  γενικότερα το ήθος του ανθρώπου.Ειδικά η τελευταία σημασιολογική προέκταση της «ψυχής» στον καθημερινό λόγο, που περιλαμβάνει και το έλλογο μέρος του ανθρώπου, εικάζεται ότι οφείλεται στην ορολογία των Πυθαγορείων.Οι Ορφικοί και οι Πυθαγόρειοι,πιστεύουν ότι η ψυχή είναι θεϊκή στη φύση της, ότι έχει φυλακιστεί στο σώμα και ότι μετενσαρκώνεται.Οι Ορφικοί υποστηρίζουν ότι η οριστική απελευθέρωση της ψυχής από τους κύκλους των μετενσαρκώσεων και η μόνιμη διαμονή της στα Ηλύσια Πεδία επιτυγχάνεται με τρεις ενάρετες ζωές. Αντιθέτως, οι ψυχές των αδίκων υφίστανται τιμωρίες και επιπλέον ενσαρκώσεις. Οι Πυθαγόρειοι διδάσκουν ότι η ηθική ζωή οδηγεί σε ανώτερες μετενσαρκώσεις, μέχρι να επιτευχθεί η ένωση με το θείον. Η αποχή των Ορφικών και των Πυθαγορείων από κρέας έχει ερμηνευτεί ως εκδήλωση σεβασμού προς τις μετενσαρκωμένες ψυχές.

Ο Παρμενίδης, που θεωρείται μαθητής των Πυθαγορείων Αμινίου και Διοχαίτου και ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής , θεωρούσε ότι οι ψυχές προέρχονται από τον ουρανό.Ο Ηράκλειτος τόνιζε ότι η ψυχή επηρεάζεται δυσμενώς από το ποτό, συσχετίζοντάς την έτσι στενά με το σώμα και γενικά με την ύλη, όπως και οι περισσότεροι σύγχρονοί του, αλλά τη θεωρεί λεπτή και αιθέρια.Ο Εμπεδοκλής, επηρεασμένος από τους Ορφικούς και τους Πυθαγορείους,δίδασκε ότι οι αμαρτωλοί πρέπει να περιπλανηθούν επί 30.000 έτη στη «σπηλιά» της γης, περνώντας με αλλεπάλληλες μετενσαρκώσεις και από τα τέσσερα βασικά στοιχεία της φύσης (τη φωτιά, τον αέρα, το νερό και τη γη) με σκοπό να επιτευχθεί ο εξαγνισμός. Ο ίδιος πίστευε ότι σε προηγούμενες ζωές η ψυχή του βρέθηκε σε θάμνο, σε πουλί και σε ψάρι.

Σωκράτης και Πλάτωνας

Οι απόψεις του Πλάτωνα περί άυλης και αθάνατης ψυχής υπήρξαν καθοριστικές για τους μετέπειτα στοχαστές.Στον Φαίδωνα του Πλάτωνα ο Σωκράτης, ως γνήσιος φιλόσοφος, παρουσιάζεται να επιθυμεί να πεθάνει το σώμα του, ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή του από τα απατηλά ερεθίσματα των υλικών αισθητηρίων και, έτσι, να κατακτήσει την πραγματική γνώση και σοφία. Εντούτοις, αντιμετωπίζει τη δυσπιστία καθώς πολλοί αρνούνται τη μετά θάνατον επιβίωση της ψυχής.Για να υποστηρίξει ο Σωκράτης την αθανασία της ψυχής και τον έλλογο χαρακτήρα της, ότι δηλαδή αυτή είναι το «εγώ», η πραγματική έδρα της προσωπικότητας και της υπόστασης του ανθρώπου, εκθέτει τέσσερα επιχειρήματα. Το πρώτο βασίζεται στην ήδη υπάρχουσα δοξασία της μετενσάρκωσης: αν η ψυχή έφθινε και πέθαινε ύστερα από έναν αριθμό μετενσαρκώσεων, τότε η ζωή θα έπρεπε να έχει εκλείψει από τον κόσμο. Αντιθέτως, η ζωή εξακολουθεί να υπάρχει και να κάνει τους κύκλους της μέσα στη φύση, και επομένως οι ψυχές είναι αθάνατες. Το δεύτερο επιχείρημα αντλείται από την ικανότητα που έχει ο άνθρωπος να αντιλαμβάνεται ιδέες και νοήματα χωρίς να εξαρτάται από τις αισθήσεις του: για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να φανταστεί έναν τέλειο κύκλο χωρίς να έχει δει ποτέ του κάτι τέτοιο στον υλικό κόσμο. Τούτη η ικανότητα δείχνει ότι η ψυχή κατέχει γνώση από τον κόσμο των Ιδεών  και, επομένως, προέρχεται από εκεί. Η συσχέτιση της ψυχής με τον κόσμο των Ιδεών είναι σημαντική και αυτό το δηλώνει ιδιαίτερα το τρίτο επιχείρημα: εφόσον η ψυχή είναι αόρατη, προφανώς συγγενεύει με τον κόσμο των Ιδεών: είναι απλή και ασύνθετη, αδιάλυτη και αιώνια, όπως είναι και οι Ιδέες. Τέλος, σύμφωνα με το τέταρτο επιχείρημα, εφόσον η ψυχή είναι αυτή που δίνει ζωή στο σώμα και ο χωρισμός ψυχής και σώματος σημαίνει θάνατος για το σώμα, άρα η ίδια διαθέτει αυτονομία ζωής.

Στο Συμπόσιο μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη πως, όταν η ψυχή πρόκειται να ενσαρκωθεί, χωρίζεται σε δύο τμήματα που εισέρχονται σε δύο διαφορετικά σώματα. Εντούτοις, τα δύο μέρη της ψυχής έλκονται μεταξύ τους, και έτσι εξηγείται το φαινόμενο του έρωτα. Στον Φαίδρο παρουσιάζεται η θεωρία ότι ο άνθρωπος έχει τρεις ψυχές: μία στο κεφάλι (έδρα της νόησης), μία στο στήθος (έδρα των συναισθημάτων) και μία στην κοιλιά (έδρα των σωματικών επιθυμιών). Στην Πολιτεία, όμως, η προσέγγιση αλλάζει με σκοπό να ξεπεραστούν τα κενά των προηγούμενων θεωριών. Εκεί λοιπόν αναφέρεται ότι ο άνθρωπος έχει μία μόνο ψυχή αλλά τριμερή: τον νουν (νόηση), τον θυμόν (συναίσθημα) και το επιθυμητικόν (επιθυμία).Στον Τίμαιο, επιπρόσθετα, παρουσιάζεται η θεωρία της τριμερούς ψυχής εφαρμόζεται και στην ψυχή του κόσμου, και αυτή η τριάδα των ιδιοτήτων είναι που εξασφαλίζει την κίνηση στα ουράνια σώματα.

Αριστοτέλης

Για τον Αριστοτέλη  η ψυχή αντιστοιχεί στις ιδιότητες που έχει ένα ζωντανό ον (μορφή ή εντελέχεια), είτε πρόκειται για φυτό είτε για ζώο είτε για άνθρωπο. Και όπως οι ιδιότητες ενός αντικειμένου οφείλουν την υπόστασή τους στο ίδιο το αντικείμενο, έτσι και η ψυχή οφείλει την υπόστασή της στο υλικό σώμα. Όταν λοιπόν αυτό πεθαίνει και διαλύεται, η ψυχή του εκμηδενίζεται.Για τον άνθρωπο η ψυχή του έχει πέντε «δυνάμεις», ή αλλιώς δυνατότητες:
(1) το «θρεπτικόν», που σχετίζεται με τη θρέψη του σώματος·
(2) το «ορεκτικόν», δηλαδή την τάση για καθετί καλό·
(3) το «αισθητικόν», την ικανότητα της πρόσληψης των πληροφοριών μέσω των αισθήσεων·
(4) το «κινητικόν», που εξασφαλίζει τις κινήσεις του σώματος
(5) το «διανοητικόν».

Στωικισμός

Οι Στωικοί πίστευαν ότι ολόκληρο το σύμπαν έχει ως κινητήρια δύναμη το «Πνεύμα» και ότι η ψυχή αντιστοιχεί στο «πνεύμα» που διαπνέει το σώμα (είτε των ζώων είτε των ανθρώπων, όχι των φυτών) και το κάνει να λειτουργεί και να ζει. Στην περίπτωση των ανθρώπων, όμως, η ψυχή έχει περισσότερες λειτουργίες. Συγκεκριμένα, αποτελείται από οχτώ μέρη, το «ηγεμονικόν», δηλαδή τον λόγο, τις πέντε αισθήσεις και τις αναπαραγωγικές δυνάμεις. Οι Στωικοί απέκλειαν την ιδέα της απόλυτης αθανασίας της ψυχής, εφόσον πίστευαν ότι κάποια στιγμή τα πάντα θα κατακαούν. Μερικοί Στωικοί δεν το δέχονταν ούτε και αυτό, όπως ο Κλεάνθης και ο Χρύσιππος ο Σολεύς, υποστηρίζοντας ότι η ψυχή πεθαίνει μαζί με το σώμα.

Επικούρειοι

Οι Επικούρειοι δίδασκαν ότι η ψυχή αποτελείται από τα πιο λεπτά και πιο κινητικά άτομα του σύμπαντος, λεπτότερα ακόμη και από αυτά του αέρα και της φωτιάς, και σε αυτό απέδιδαν τις λειτουργίες της σε σχέση με τη σκέψη και τις αισθήσεις. Κατ’ αυτούς, όταν τραυματίζεται το σώμα, μερικά άτομα της ψυχής διαρρέουν. Αν το ποσοστό τους είναι μεγάλο, τότε επέρχεται θάνατος του σώματος και όλα τα άτομα της ψυχής σκορπίζονται.

Νεοπλατωνισμός

Ο Πλωτίνος, αναπλάθοντας την πλατωνική διδασκαλία και προσδίδοντάς της έντονη θρησκευτική χροιά, επανέλαβε τις απόψεις περί άυλης ψυχής, συγγενούς με τον κόσμο των Ιδεών, η οποία έχει φυλακιστεί στο σώμα και υφίσταται μετενσαρκώσεις, το επίπεδο των οποίων μπορεί να αναβαθμιστεί ή να υποβαθμιστεί ανάλογα με το πώς διάγει κανείς τη ζωή του. Ύστατος σκοπός η επανένωση της ατομικής ψυχής με την ψυχή του κόσμου, οπότε και η πρώτη χάνει την ατομικότητά της. Και πριν όμως από αυτό, ήδη κατά τη διάρκεια του ένσαρκου βίου, η ψυχή μπορεί να αποζητήσει τον πνευματικό κόσμο μέσω του ασκητισμού και του στοχασμού, και τότε ίσως καταστεί δυνατόν να δει το θείο φως. Ως αρετή ορίζεται η προσέγγιση της ψυχής προς τον Θεό και ως κάλλος η επικράτησή της επί του σώματος και των επιθυμιών του.Οι απόψεις του Πλωτίνου περί της ψυχής είναι επηρεασμένες και από τον νεοπυθαγορισμό, δεδομένου ότι προτάσσει πως όσοι αγαπούν τη μουσική, αυτοί στην επόμενη ζωή θα γίνουν ωδικά πτηνά, ενώ οι στοχαστικοί φιλόσοφοι θα μεταμορφωθούν σε αετούς.

Κατά την ελληνιστική περίοδο, ωστόσο, εμφανίζεται η διχοτόμηση του ανθρώπου σε άυλη ψυχή και υλικό σώμα, γεγονός που οφείλεται στην επίδραση του ελληνισμού, και ιδιαίτερα του πλατωνισμού.

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

O Θησέας και το Hρωικό Γένος

Η ΜΥΗΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Ο ήρωας για τους αρχαίους Έλληνες υπήρξε σύμβολο υπέρβασης και εξύψωσης, ενσάρκωση της ικανότητας του ανθρώπου να έρθει σε επαφή με τη θεϊκή πλευρά του και να εκπληρώσει την βαθύτερη και αληθινή φύση του. Ο τοπικός ήρωας, ιδιαίτερα, αποτελούσε για την εκάστοτε περιοχή σύνδεσμο της φυλής με το θείο, έναν μεσάζοντα και προστάτη, καύχημα για τον λαό και τη γη που τον γέννησε, φορέα αιώνιας δόξας.Το ηρωικό γένος δικαίως θεωρήθηκε θεία σπορά. Επρόκειτο κυριολεκτικά για εξαιρετικούς ανθρώπους. Ήταν οι λαμπρές εξαιρέσεις, οι πρωτοπόροι που ξεστράτιζαν από το κοπάδι και ακολουθούσαν τα δύσβατα μονοπάτια. Μέσα στη συνήθη τραγικότητά τους οι ήρωες ήταν οι λυτρωτές, αυτοί που μέσα από τη γνώση και τον συνεπαγόμενο πόνο και τη δυστυχία, μέσα από το θάνατο έβγαιναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θριαμβευτές και σημάδευαν τον τόπο και τους ανθρώπους πέρα από το χρόνο, πέρα από τις αβύσσους του ανθρώπινου είναι, στα τρίσβαθα της κάθε ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί που ανασαλεύει άλλοτε αδύναμα και άλλοτε αποφασιστικά η λαχτάρα για τους ανοιχτούς ορίζοντες, την έξαψη του κινδύνου, το μεθύσι της μάχης, τη σαγήνη της γνώσης, όταν η ψυχή αναγνωρίζει την αληθινή της πατρίδα, το δρόμο και την περιπέτεια.Ο τοπικός ήρωας της Αθήνας, ο ημίθεος βασιλιάς της πόλης των πολλών φυλών, ο Θησέας, αποτελούσε για την Αθήνα ταυτόχρονα προστάτη της πόλης και λυτρωτή, πολιτικό και κοινωνικό μεταρρυθμιστή, ύψιστο μύστη, πολιτιστικό ηγέτη (λέγεται ότι αναδιοργάνωσε τα Παναθήναια και θέσπισε τα Ίσθμια), ισχυρό βασιλιά και προπαντός θεϊκό γέννημα άξιο λατρείας. Ο Θησέας ήταν εκείνος που αποκάλεσε για πρώτη φορά την πόλη με το όνομα «Αθήναι», αφού είχε ενώσει τις διάσπαρτες και αντιμαχόμενες αθηναϊκές φυλές και εκείνος που έθεσε τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος. Υπήρξε ο κατεξοχήν ηγέτης-θεσπιστής. Ο Θησέας ήταν όμως μια πιο περίπλοκη μορφή. Όσο φημισμένος ήταν για τα κατορθώματά του στις μάχες με διάφορους εχθρούς, άλλο τόσο ξακουστή ήταν η φήμη του ως άρπαγα γυναικών. Αυτή ειδικά η ιδιότητά του είναι συνυφασμένη περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με την πορεία του Θησέα προς τη γνώση και τη μύηση.


ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ


Η μυθική διαδρομή που χαράζουν τα ίχνη του Θησέα έχει ως αφετηρία την Τροιζήνα όπου βασίλευε ο σοφός Πιτθέας. Σ’ αυτόν κατέφυγε ο άτεκνος Αθηναίος βασιλιάς Αιγέας για να του ερμηνεύσει έναν χρησμό της Πυθίας. Ο Αιγέας την είχε επισκεφθεί προκειμένου να μάθει πως θα μπορούσε να αποκτήσει τον πολυπόθητο διάδοχο του θρόνου του, καθώς όλες οι μέχρι τότε προσπάθειές του είχαν αποβεί άκαρπες. Εκείνη του απάντησε «να μην λύσει το πόδι που προεξέχει από τον ασκό προτού φτάσει στην Αθήνα». Ο Πιτθέας αναγνωρίζοντας το πραγματικό νόημα του χρησμού που ήταν να μη συνευρεθεί με γυναίκα προτού φτάσει στην Αθήνα, τον προέτρεψε –απατηλά σύμφωνα με κάποιες διηγήσεις – να σμίξει με την κόρη του Αίθρα.Η σύλληψη του Θησέα έγινε στο νησάκι Σφαιρία το οποίο μπορεί να προσεγγίσει κανείς και με τα πόδια από τη στεριά πατώντας επάνω σε μια σειρά από σκοπέλους. Μετά τον ιερό γάμο της Αίθρας το νησάκι ονομάστηκε Ιερά. Ο μύθος που θέλει πραγματικό πατέρα του Θησέα τον Ποσειδώνα διηγείται ότι την ώρα που περνούσε η Αίθρα πάνω από τους σκοπέλους για να συναντήσει τον Αιγέα δέχθηκε το θαλάσσιο αγκάλιασμα του θεού και συνέλαβε τον ήρωα προτού σμίξει με τον θνητό σύζυγό της. Σύμφωνα με μια άλλη διήγηση, η Αίθρα οδηγήθηκε στη Σφαιρία ύστερα από ένα όνειρο που της έστειλε η θεά Αθηνά, προκειμένου να προσφέρει θυσία στο πνεύμα του νεκρού ηνιόχου του Πέλοπα, Σφαίρου ή Μυρτίλου του οποίου το μνήμα υποτίθεται ότι βρισκόταν επάνω στο νησάκι. Τόσο η σφαίρα όσο και η μυρτιά συμβόλιζαν την γαμήλια ένωση.

Στους μύθους για την γέννηση του Θησέα πρωταγωνιστούν ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, δύο θεοί άρρηκτα συνδεδεμένοι με την πόλη της Αθήνας. Μετά τη σειρά των χθονίων βασιλέων φαντάζει πολύ ταιριαστός ο ερχομός ενός βασιλιά γεννημένου από τη θάλασσα με τη συγκατάθεση βέβαια της προστάτιδας θεάς. Ακόμη και οι θνητοί γονείς του αποτελούν καθρεφτίσματα των δύο θεών στο γήινο επίπεδο. Το όνομα του Αιγέα φανερώνει θαλάσσια φύση, καθώς η αίγα υπήρξε αρχαιότατο σύμβολο για τα κύματα της θάλασσας. Φαίνεται ότι ο Αθηναίος βασιλιάς υπήρξε ένα είδος αντανάκλασης του θεού Ποσειδώνα στον κόσμο των θνητών. Και η Αίθρα όμως που το όνομά της σημαίνει το ουράνιο φως, ως ιέρεια της θεάς Αθηνάς αποτελεί μία σωσία και αντιπρόσωπό της στη γη.Ο Αιγέας πριν φύγει από την Τροιζήνα άφησε το σπαθί του και ένα ζευγάρι πέδιλα σ’ ένα κοίλωμα κάτω από έναν τεράστιο βράχο παραγγέλλοντας στην Αίθρα, αν γεννούσε γιο που θα μπορούσε μεγαλώνοντας να σηκώσει το βράχο και να πάρει αυτά τα αντικείμενα, να τον στείλει στην Αθήνα. Ο Θησέας πέρασε την παιδική του ηλικία απόλυτα προστατευμένος στο παλάτι του παππού του Πιτθέα. Ήταν όμως ένα παιδί που ανυπομονούσε να μεγαλώσει και να ριχτεί σε περιπέτειες. Όταν κάποτε ο Ηρακλής επισκέφθηκε την Τροιζήνα, ο μικρός τότε Θησέας δε δίστασε να επιτεθεί στη λεοντή του ήρωα νομίζοντάς την για αληθινό θηρίο, ενώ οι συνομήλικοί του για τον ίδιο λόγο έτρεξαν να κρυφτούν. Αφήνοντας πίσω του την παιδική ηλικία, ο Θησέας επισκέφθηκε τον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς όπου αφιέρωσε, σύμφωνα με το έθιμο, τις παιδικές μπούκλες του. Όταν επέστρεψε στην Τροιζήνα, έμαθε από την μητέρα του για τον Αιγέα, ανασήκωσε τον βράχο, πήρε τα τοποθετημένα εκεί κειμήλια και ετοιμάστηκε να ταξιδέψει για την Αθήνα και να διεκδικήσει τη θέση του εκεί ως γιος και διάδοχος του βασιλιά.

Από την Τροιζήνα προς την Αθήνα μπορούσε να ταξιδέψει κανείς τόσο από τη θάλασσα όσο και από τη στεριά. Η Αίθρα και ο Πιτθέας προσπαθούσαν μάταια να πείσουν τον Θησέα να ακολουθήσει τον ασφαλή θαλάσσιο δρόμο. Εκείνος γνωρίζοντας τους κινδύνους, θεωρούσε ότι θα ήταν ντροπιαστικό να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο, ενώ του δινόταν μια θαυμάσια ευκαιρία να αποδείξει την ανδρεία του. Ο πρώτος αντίπαλος στο δρόμο του ήταν ο Περιφήτης, γιος του Ηφαίστου τον οποίο συνάντησε στην Επίδαυρο. Αυτός ο σχεδόν θεϊκός αντίπαλος λεγόταν και Κορυνήτης, καθώς χρησιμοποιούσε για όπλο του ένα σιδερένιο ρόπαλο (κορύνα) που του είχε χαρίσει ο πατέρας του. Το όνομα «Περιφήτης» που σημαίνει «ο περιώνυμος» ταιριάζει, κατά τον Κερένυϊ, στον άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Πράγματι όλοι οι κίνδυνοι που βρέθηκαν στο δρόμο του Θησέα ουσιαστικά προσωποποιούν συνεχόμενες αναμετρήσεις με το υποχθόνιο στοιχείο, δίνοντας την αίσθηση μίας μυητικής εμπειρίας του ήρωα. Ο Θησέας βγήκε νικητής από την πρώτη του σύγκρουση με τις χθόνιες δυνάμεις σκοτώνοντας τον Περιφήτη με το ίδιο του το ρόπαλο, το οποίο και πήρε στη συνέχεια μιμούμενος τον Ηρακλή που πήρε το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας. Σε συμβολικό επίπεδο απορρόφησε τη δύναμή του και συνέχισε το δρόμο του ισχυρότερος.Ο επόμενος σταθμός του Θησέα ήταν στον Ισθμό της Κορίνθου, όπου και εξόντωσε τον Σίνη τον επονομαζόμενο Πιτυοκάμπτη, γιο του Ποσειδώνα ή του Πολυπήμονος (πιθανώς άλλη μία προσωνυμία του Άδη). Ο Σίνης όφειλε το παρατσούκλι του στη συνήθειά του να εξολοθρεύει τους άτυχους διαβάτες δένοντάς τους σε δύο γειτονικά πεύκα, τα οποία αφού πρώτα είχε λυγίσει, άφηνε να επανέλθουν στην αρχική τους θέση με αποτέλεσμα να ξεσχίζονται τα σώματά τους. Και αυτόν ο Θησέας πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα. Όσο βρισκόταν ακόμη σε κορινθιακό έδαφος και συγκεκριμένα στην περιοχή που ονομαζόταν Κρομμυών, ο Θησέας ήρθε αντιμέτωπος με ένα τρομερό θηρίο, τέκνο του Τυφώνα και της Έχιδνας, την γουρούνα Φαιά. Όπως υποδεικνύει και το όνομά της που σημαίνει «σκοτεινή», επρόκειτο για ένα ον του Κάτω Κόσμου (θηλυκούς χοίρους θυσίαζαν προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης στα Ελευσίνια Μυστήρια). Η καταγωγή του, εξάλλου, δηλώνει περισσότερο μία χθόνια στοιχειακή δύναμη παρά ένα κοινό ζώο.

Αφού εξολόθρευσε και την Φαιά, ο Θησέας προχωρώντας έφτασε σε ένα επικίνδυνο σημείο της διαδρομής του που το διαφέντευε ο Σκείρων, τις λεγόμενες Σκειρωνίδες Πέτρες. Ο Σκείρων θεωρούνταν ληστής, αλλά φαίνεται ότι επρόκειτο μάλλον για ένα genius loci, ένα ον που κυριαρχούσε στην περιοχή και ήταν ένα με τον ασβεστολιθικό εκείνο τόπο, όπως υποδηλώνει και το όνομά του (Σκείρων-σκύρον = ασβεστόλιθος). Σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη εκδοχή, ο Σκείρων ζητούσε από τους περαστικούς να του πλύνουν τα πόδια και, ενώ εκείνοι έσκυβαν, τους γκρέμιζε με κλοτσιές κάτω στη θάλασσα όπου και τους κατασπάραζε μία τεράστια χελώνα η οποία επίσης θεωρείται ζώο του Κάτω Κόσμου. Βρήκε όμως και αυτός το θάνατο από τον Θησέα και έγινε ο ίδιος τροφή για τη χελώνα. Στην ιερή Ελευσίνα ο Θησέας συνάντησε άλλη μία χθόνια στοιχειακή οντότητα, τον Κερκυόνα. Κερκυών σημαίνει «αυτός που έχει ουρά» και ίσως επρόκειτο για ένα πλάσμα αντίστοιχο με τον Κέκροπα που ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι. Ο Κερκυών προκαλούσε τους ξένους σε έναν αγώνα πάλης και τους έπνιγε με ένα θανατηφόρο αγκάλιασμα. Νικήθηκε και αυτός από τον νεαρό Θησέα και μάλιστα, σύμφωνα με μία διήγηση, παρουσία της θεάς Δήμητρας. Στην κοντινή περιοχή του Ερινεού όπου έλαβε χώρα η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη και φύτρωνε η ιερή για τα ελευσίνια μυστήρια αγριοσυκιά (Ερινεός = αγριοσυκιά) παραμόνευε τον Θησέα ο θάνατος με την μορφή του Δαμάστη πιο γνωστού ως Προκρούστη. Ο Προκρούστης αρέσκονταν να θανατώνει τους διαβάτες προσπαθώντας να τους ταιριάξει στο αποτρόπαιο κρεβάτι του είτε τεντώνοντάς τους είτε κόβοντας τα μέλη που προεξείχαν. Ο Θησέας τον ανάγκασε να ξαπλώσει σ’ αυτό το κρεβάτι όπου δοκίμασε τον ίδιο φρικτό θάνατο που μέχρι πρότινος χάριζε στους άλλους.


Η ΑΦΙΞΗ ΤΟΥ ΕΞΑΓΝΙΣΜΕΝΟΥ ΗΡΩΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ύστερα από όλους αυτούς τους προφανέστατα τελετουργικούς φόνους, ο Θησέας είχε ανάγκη καθαρμού. Το καθήκον αυτό ανέλαβαν άνδρες από τη γενιά των Φυταλιδών που καλωσόρισαν τον ήρωα στο σημείο που η Ιερά Οδός διασχίζει τον ποταμό Κηφισό. Οι Φυταλίδες στα πλαίσια του εξαγνισμού προσέφεραν εξιλαστήριες θυσίες στον Μειλίχιο Δία, τον Δία του Κάτω Κόσμου ολοκληρώνοντας την πρώτη επαφή του ήρωα με το χθόνιο στοιχείο. Μετά τον εξαγνισμό του ο νεαρός Θησέας ήταν έτοιμος να μπει στην Αθήνα και να διεκδικήσει την θέση του βασιλικού διαδόχου έχοντας ως διακριτικά του τα σανδάλια, καθώς και το πατρογονικό ξίφος βαμμένο με το αίμα τόσων ισχυρών αντιπάλων. Είχε περάσει επιτυχώς την πρώτη του μυητική δοκιμασία και είχε γίνει άξιος αναγνώρισης. Έφτασε, ωστόσο, στην Αθήνα ως ξένος.Εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Αθήνα ως σύντροφος του Αιγέα η μάγισσα της Κολχίδας, η Μήδεια. Η ταυτότητα του ξένου ήταν ολοφάνερη για την εγγονή του Ήλιου με τις υπερκόσμιες δυνάμεις. Φοβούμενη ότι ο νεοφερμένος αλλά πρωτότοκος γιος θα διαδεχόταν τον Αιγέα στον θρόνο εξοβελίζοντας από τα βασιλικά προνόμια τον δικό της γιο, έπεισε τον Αθηναίο βασιλιά να θανατώσει τον ξένο προσφέροντάς του μία κούπα με δηλητηριασμένο κρασί κατά τη διάρκεια ενός θυσιαστικού δείπνου. Τη στιγμή της προσφοράς ο Θησέας τράβηξε το ξίφος του δήθεν για να τεμαχίσει το κρέας και ξαφνικά άστραψε στα μάτια του Αιγέα η αναγνώριση που τον έκανε να σπρώξει μακριά το κύπελλο με το δηλητήριο. Η Μήδεια τότε, σύμφωνα με μια διήγηση, εξαφανίστηκε μαζί με το γιο της μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο. Σε μια τέτοια θεϊκή γυναίκα δεν θα περιμέναμε να αποδοθεί μια λιγότερο εντυπωσιακή έξοδος! Αυτή πάντως δεν θα ήταν η μόνη συνάντηση του ήρωα με μια εγγονή του Ηλίου, με τη διαφορά ότι, ενώ η Μήδεια απείλησε τη ζωή του, εκείνη η δεύτερη, η Αριάδνη θα έκανε τα πάντα για να τη σώσει.

Ο Θησέας έγινε γρήγορα αποδεκτός από το λαό ως Αθηναίος βασιλικός απόγονος και διάδοχος, αλλά σφετεριστές του θρόνου δεν έπαψαν να υπάρχουν. Ο νέος εχθρός φάνηκε στο πρόσωπο του Πάλλαντα και των πενήντα γιων του, των λεγόμενων Παλλαντιδών. Ο Θησέας πληροφορήθηκε από έναν κήρυκα των Παλλαντιδών για μια ενέδρα που του είχαν στήσει και παραφυλάσσοντάς τους κατάφερε να εξοντώσει πολλούς από αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. Ο κήρυκας είχε το όνομα Λεώς (=λαός). Ο Θησέας, λοιπόν, με τη βοήθεια του «λαού» εξασφάλισε την κυριαρχία του στην Αττική. Έχοντας απαλλαγεί από τους εγχώριους εχθρούς που επιβουλεύονταν τη ζωή και την εξουσία του ο Θησέας ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει ένα θηρίο που λυμαινόταν την περιοχή του Μαραθώνα. Το θηρίο αυτό ήταν ένας ταύρος που σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν ο ίδιος εκείνος που αναδύθηκε από τη θάλασσα στη γη της Κρήτης και άναψε αφύσικο πόθο στην καρδιά της βασίλισσας Πασιφάης. Εκείνο τον ταύρο είχε φέρει ο Ηρακλής στον Μαραθώνα ύστερα από εντολή του Μίνωα. Η αποστολή αυτή του Θησέα φαίνεται να μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία προετοιμασίας για την αναμέτρηση με τον Μινώταυρο που ήταν ο καρπός της ένωσης της Πασιφάης με τον ταύρο.Ο Θησέας με απίστευτη επιδεξιότητα, ανάλογη με αυτή που επεδείκνυαν οι νεαροί Κρήτες στα ταυροκαθάψια, τιθάσευσε τον θεόσταλτο ταύρο και τον έφερε ζωντανό στην Αθήνα, όπου και τον θυσίασε στο βωμό του Δελφινίου Απόλλωνα. Έτσι εγκαινιάζεται η καταλυτική παρουσία του ταύρου στη ζωή του ήρωα, μια παρουσία που θα συνόδευε τόσο αυτόν, όσο και τις θεϊκές πριγκίπισσες της Κρήτης σε μια τραγική, παράλληλη πορεία. Λέγεται, μάλιστα, πως τα πρώτα νομίσματα που έκοψε ως βασιλιάς της Αθήνας έφεραν στη μια τους όψη μία ταυροκεφαλή. Τόσο στενή έμελλε να είναι η σχέση του ήρωα με το θεοποιημένο ζώο.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΜΙΝΩΪΚΗ ΚΡΗΤΗ ΚΑΙ Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΥ

Ανάμεσα στα θύματα του μαραθώνιου ταύρου ήταν και ο γιος του βασιλιά Μίνωα, ο Ανδρόγεως. Άλλη διήγηση ήθελε τον Ανδρόγεω να πέφτει θύμα δολοφονίας, καθώς πήγαινε στη Θήβα για τους νεκρικούς αγώνες του Λαΐου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο θάνατός του αποδιδόταν σε δόλο των Αθηναίων και του Αιγέα ειδικότερα. Σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου, ο Ανδρόγεως διατηρούσε φιλικές σχέσεις και ίσως είχε συνάψει μυστική συμμαχία με τους Παλλαντίδες που απειλούσαν την εξουσία του Αιγέα. Μαθαίνοντας για το θάνατο του γιου του ο Μίνωας εκστράτευσε εναντίον της Αθήνας για να πάρει εκδίκηση. Ο ανελέητος πόλεμος σε συνδυασμό με διάφορες συμφορές (ξηρασία, πείνα, αρρώστιες) που έπεσαν στην Αττική και αποδόθηκαν σε θεϊκή τιμωρία, λύγισαν τους Αθηναίους. Ακολουθώντας τη συμβουλή της Πυθίας προσπάθησαν να εξευμενίσουν τον οργισμένο Μίνωα και συμφώνησαν να στέλνουν στην Κρήτη κάθε εννιά χρόνια εφτά νέους και εφτά νέες ως φόρο αίματος για τον νεκρό Ανδρόγεω. Οι δεκατέσσερις νέοι, σύμφωνα με την πιο διαδεδομένη διήγηση, κατέληγαν στον λαβύρινθο, όπου και κατασπαράζονταν από τον Μινώταυρο. Όσο ο Θησέας βρισκόταν στην Αθήνα, ήρθε η εποχή του τρίτου δασμού. Ο ήρωας τότε όχι μόνο ακολούθησε τους άτυχους νέους στην αβέβαιη μοίρα τους, αλλά τέθηκε και αρχηγός της αποστολής με σκοπό να εξοντώσει το απεχθές ταυροκέφαλο τέρας.Ο αντίπαλος όμως που περίμενε τον Θησέα στην Κρήτη δεν έμοιαζε με κανέναν απ’ όσους είχε αντιμετωπίσει ως τότε. Ίσως μάλιστα το εγχείρημα για την εξόντωσή του να μην είχε στεφθεί με επιτυχία αν δεν είχε προσφέρει την βοήθειά της η Αριάδνη, κόρη του Μίνωα και της Πασιφάης, εγγονή του Ηλίου και αδελφή του Μινώταυρου. Η Αριάδνη, σύμφωνα με τις πιο διαδεδομένες διηγήσεις, ερωτεύτηκε τον Αθηναίο ήρωα που της υποσχέθηκε να την πάρει μαζί του στην Αθήνα και να την κάνει σύζυγο και βασίλισσά του και του έδειξε τον τρόπο για να βγει με ασφάλεια από τον Λαβύρινθο.Φαίνεται ότι ο αντίπαλος που καλούνταν να αντιμετωπίσει ο Θησέας δεν ήταν μόνο ο Μινώταυρος αλλά το σύμπλεγμα που δημιουργούσε ο Λαβύρινθος με τον Μινώταυρο στο εσωτερικό του. Όμως τι ήταν ο Λαβύρινθος και τι ο Μινώταυρος;

Η λέξη «λαβύρινθος» αντλεί την ετυμολογία της από τη λέξη «λάβρυς» που σημαίνει τον διπλό πέλεκυ, σύμβολο ισχύος της Μινωικής Κρήτης εξίσου σημαντικό με τα διπλά κέρατα του ταύρου, σε συνδυασμό με την κατάληξη –ινθος που σηματοδοτεί την έννοια του χώρου (βλ. Κόρινθος). Επομένως, ετυμολογικά ο Λαβύρινθος ήταν ο χώρος του διπλού πελέκεως και δεδομένης της στενής συμβολικής σχέσης του όπλου αυτού με τα κέρατα του ταύρου μπορεί να ειπωθεί ότι ο Λαβύρινθος ήταν ταυτόχρονα και ο χώρος του θεού ταύρου. Ο Όμηρος στην Ιλιάδα του, ωστόσο, περιγράφει τον Λαβύρινθο σαν έναν χορό που επινόησε ο Δαίδαλος για χάρη της Αριάδνης. Άλλες αναφορές τον περιγράφουν σαν τόπο χορού ή τόπο τέλεσης των ταυροκαθαψίων και των Κρητικών μυστηρίων. Το γεγονός ότι δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κάποιο αρχιτεκτόνημα που να μπορεί να αποδοθεί ως λαβύρινθος εύλογα δημιουργεί τη σκέψη ότι ο Λαβύρινθος ίσως ήταν περισσότερο μία κατάσταση σώματος και πνεύματος που επιτυγχάνονταν σε συγκεκριμένο χώρο και/ή με συγκεκριμένο τρόπο. Ο κλασικός λαβύρινθος πάντως που αναπαρίσταται σε μινωικά νομίσματα παρουσιάζεται να έχει επτά διαδρόμους που κινούνται σπειροειδώς και οδηγούν κατευθείαν στο κέντρο, χωρίς αδιέξοδα και τυφλές στροφές. Ο εισερχόμενος σε αυτόν δεν χρειάζεται να επιλέξει το σωστό μονοπάτι. Η μόνη επιλογή που του διατίθεται είναι αν θα εισέλθει ακολουθώντας το μοναδικό μονοπάτι. Οι επτά διάδρομοι τους οποίους έπρεπε κανείς να διασχίσει φέρνουν στο νου τα επτά στάδια απογύμνωσης που πέρασε η Ίσις κατά την κάθοδό της στον αιγυπτιακό Άδη. Δεν είναι καθόλου απίθανο ο Κρητικός Λαβύρινθος να υπήρξε μια μίμηση της καθόδου και της επακόλουθης ανόδου από τον Κάτω Κόσμο, μια τελετουργική διαδικασία θανάτου και αναγέννησης.

Αυτή την διαδικασία επόπτευε η Κυρά του Λαβυρίνθου. Η Αριάδνη ξέχωρα από τη θνητή ταυτότητά της είχε και μια θεϊκή που διακρινόταν από τη χαρακτηριστική διττότητα της θηλυκής αρχής. Είχε, επομένως, μία πλευρά φωτεινή και μία σκοτεινή. Ήταν ταυτόχρονα η πλέον άμωμη Αριάγνη ως υποχθόνια θεά και η διαυγής Αριδήλη ως ουράνια. Ήταν εκείνη που οδηγούσε τον μυούμενο στον θάνατο και εκείνη που του δίδασκε τον τρόπο για να επιστρέψει! Ήταν η Αριάδνη, λοιπόν, η αφιερωμένη στον Ταύρο, όπως η γιαγιά της Ευρώπη και η μητέρα της Πασιφάη η μόνη που είχε εξουσία στον χώρο του Ταύρου και μπορούσε να διδάξει τον Θησέα. Σύμφωνα με την πιο γνωστή διήγηση του προσέφερε τον διάσημο μίτο που θα τον οδηγούσε με ασφάλεια πάλι στο φως του ήλιου. Όμως οι απεικονίσεις του Λαβυρίνθου που τον παρουσιάζουν με μία μοναδική διαδρομή που εύκολα οδηγούσε πάλι στην έξοδο δικαιολογούν περισσότερο την μάλλον παλαιότερη εκδοχή που θέλει την Αριάδνη να δίνει στον Θησέα το φωτεινό στεφάνι της για να του δείχνει τον δρόμο μέσα στα ζοφερά σκοτάδια του Λαβυρίνθου/Άδη. Αυτό το στεφάνι ήταν δώρο από τον θεό στον οποίο ήταν αφιερωμένη και η πράξη της να το δώσει στον Θησέα αποκαλύπτει μία προδοσία. Η προδοσία, βέβαια, της Αριάδνης και ταυτόχρονα το πεπρωμένο της ολοκληρώθηκε τη στιγμή που έγινε συνεργός στο φόνο του αδελφού της, εγκατέλειψε οικογένεια και πατρίδα για να φύγει με τον όμορφο ξένο που της υποσχέθηκε γάμο και μια νέα ζωή. Η πορεία της υπήρξε ως ένα σημείο παράλληλη με αυτή της Μήδειας, της άλλης εγγονής του Ηλίου που σκότωσε τον αδελφό της, πρόδωσε τον πατέρα της και έφυγε μακριά από τη χώρα της για την αγάπη ενός ξένου.

Η άλλη πλευρά του μυστηρίου σχετίζεται με τον Μινώταυρο. Το αφύσικο αυτό πλάσμα που έγινε γνωστό ως ταύρος του Μίνωα είχε ένα όνομα ουράνιο. Λεγόταν Αστέριος και σ’ όλες τις απεικονίσεις του παρουσιάζεται με το σώμα του διάστικτο από άστρα. Με το ίδιο αυτό όνομα προσφωνούνταν και ο Διόνυσος σαν αγόρι και παιδί των μυστηρίων. Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αγγειογραφία την οποία μνημονεύει ο Κερένυϊ και η οποία απεικονίζει την Αριάδνη ως παραμάνα του μικρού Διονύσου. Ο Διόνυσος φαίνεται να ταυτίζεται στην ουσία του με τον Μινώταυρο. Στην Ήλιδα, μάλιστα, όπου η μινωική επιρροή υπήρξε έντονη, ο Διόνυσος λατρευόταν ξεκάθαρα ως ταύρος. Οι γυναίκες της Ήλιδας τον καλούσαν να έρθει κοντά τους με πόδι ταύρου και τον επικαλούνταν ως άξιο ταύρο (Μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση στον μύθο του θεού με το πόδι ταύρου παρουσιάζει ο Robert Graves στη «Λευκή Θεά» του). Ο Διόνυσος ήταν αυτός που είχε χαρίσει το λαμπερό στεφάνι στην Αριάδνη και αυτός που κρυβόταν ως πρόσωπο ταμπού στο κέντρο του Λαβυρίνθου. Σύμφωνα με μια αφήγηση που παραδίδει ο Υγίνος, υπήρξε θεϊκός σύζυγος της Αριάδνης πριν αυτή γνωρίσει τον Θησέα. Αποτελούσαν μαζί το βασιλικό ζευγάρι των Κρητικών μυστηρίων με τη διπλή υπόστασή τους, την υποχθόνια και την ουράνια. Οδηγούσαν όσους μυούνταν, στην ένωση με το θείο. Την ίδια δοκιμασία έπρεπε να περάσει και ο Θησέας για να σώσει τον εαυτό του και τον τόπο του. Σκοτώνοντας τον Μινώταυρο θυσίασε τον γήινο ταύρο-εαυτό του και αφού πέρασε το κατώφλι του θανάτου, αντίκρισε τον Αστέριο, τον θείο/Διονυσιακό αναγεννημένο στην υπέρτατη γνώση εαυτό του με τη μορφή του ουράνιου, συμπαντικού παιδιού. Έτσι -πάντα υπό την καθοδήγηση της Κυράς του Λαβυρίνθου και το φως του θεϊκού στεφανιού της- αναδύθηκε μ’ έναν στροβιλιζόμενο και εκστατικό χορό καινούργιος και ολοκληρωμένος.



Η ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ

Ο Θησέας πέρασε τη δοκιμασία του Λαβυρίνθου με επιτυχία, έσωσε τον εαυτό του και τους νέους και εξιλέωσε την Αττική. Είχε έρθει η ώρα της επιστροφής. Ο ήρωας πήρε μαζί του την Αριάδνη και την αδερφή της Φαίδρα, αχρήστευσε τα μινωικά πλοία για να γλιτώσει την καταδίωξη και απέπλευσε. Φεύγοντας από την Κρήτη, ο Θησέας έφτασε με τη συντροφιά του στο κοντινό νησάκι Δία ή στη Νάξο που τότε ονομαζόταν Δία. Ο σκοπός της στάσης αυτής έχει μείνει στη σκοτεινή πλευρά του μύθου, ίσως γιατί θεωρήθηκε κατά έναν παράξενο τρόπο αυτονόητος. Ίσως να θεωρήθηκε ότι έτσι θα εκπληρωνόταν το πεπρωμένο της Αριάδνης. Ο Θησέας ήταν σ’ αυτό το νησί ένας απλός περαστικός, ένα εμπόδιο στο σχέδιο του θεού. Πολλές αγγειογραφίες απεικονίζουν τον Θησέα να εγκαταλείπει το νησί διωγμένος από τη θεά Αθηνά, ενώ ο Διόνυσος απομακρύνεται με την Αριάδνη. Η κοιμισμένη (μήπως νεκρή;) Αριάδνη ανήκε δικαιωματικά στον θεό και ο θνητός ήρωας δεν είχε άλλη επιλογή από την αποχώρηση. Η Κυρά του Λαβυρίνθου έμεινε για τον Θησέα στη σφαίρα του ανέφικτου. Ο θεός-ταύρος παρά τη φαινομενική του ήττα στην Κρήτη, εμφανίζεται θριαμβευτής μπροστά στην θεϊκή του σύζυγο και την οδηγεί στον ουρανό, όπου το λαμπερό της στεφάνι παίρνει τη θέση του ανάμεσα στα άστρα ως «Βόρειος Στέφανος» ή λατινιστί «Corona Borealis».Οι Κέλτες, σύμφωνα με όσα περιγράφει ο Ρόμπερτ Γκρέιβς, σ’ αυτόν τον αστερισμό τοποθετούσαν το σπειροειδές κάστρο της Αριάνρχοντ, το Caer Arianrhod. Σ’ αυτό το κάστρο, περίμεναν σαν σε κάποιο βασιλικό καθαρτήριο οι διαπρεπείς ψυχές μέχρι να κερδίσουν την ανάσταση. Ο Γκρέιβς αναφέρει μάλιστα ότι η παράδοση του Σπειροειδούς Κάστρου στη Βρετανία επιβιώνει σ’ έναν χορό της υπαίθρου που λέγεται «Πασχαλινός Λαβύρινθος». Οι ομοιότητες με τον ελληνικό μύθο του Λαβυρίνθου και της Αριάδνης είναι κάτι παραπάνω από προφανείς. Άραγε υπήρξε κάποτε μία συγκεκριμένη μυητική τεχνική που περιλάμβανε με κάποιο τρόπο τον αστερισμό του Βορείου Στεφάνου σε σχέση με τη λατρεία μίας σεληνιακής-χθόνιας θεάς και ήταν κοινή για Έλληνες και Κέλτες; Μήπως ο Θησέας υπήρξε το ελληνικό σύμβολο του ανθρώπου που κατάφερνε να βγει από τον Λαβύρινθο, να επιστρέψει από το Σπειροειδές Κάστρο, να γυρίσει από τον Άλλο Κόσμο όντας κάτι παραπάνω από άνθρωπος, όντας ήρωας;

Ο ήρωας όμως τελικά το μόνο που κατάφερε να κρατήσει από την θεία θηλυκή παρουσία που οδήγησε τα βήματά του πίσω στο φως ήταν το είδωλό της. Ο Θησέας κράτησε το ξόανο της Αφροδίτης το οποίο η Αριάδνη κουβαλούσε από τη στιγμή που άφησαν την Κρήτη σαν να επρόκειτο για το δικό της alter ego, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κερένυϊ. Σαν ζωντανή ανάμνηση κράτησε την Φαίδρα η οποία σχετίζεται με την φωτεινή και προσιτή στον άνθρωπο όψη της Αριάδνης. Η σκοτεινή και μυστική όψη της Αριάδνης/Αριάγνης ως Κρητικής Περσεφόνης μόνο από τον θεό μπορεί να γίνει θεατή εκτός μυστηρίων. Η φωτεινή όψη της Αριάδνης γίνεται φανερή και στο όνομα της Αίγλης, της κόρης του Πανοπέως (μήπως του Ήλιου;), για χάρη της οποίας ο Θησέας εγκατέλειψε την κόρη του Μίνωα σε μια άλλη εκδοχή του μύθου. Διάφορες διηγήσεις θέλουν την Αίγλη να ονομάζεται επίσης και Κορωνίς. Αυτό το όνομα έφερε και η ερωμένη του Απόλλωνα, η άτυχη μητέρα του Ασκληπιού που πέθανε πυρπολημένη, επειδή πρόδωσε τον θεό μ’ έναν θνητό, τον Ίσχυ. Ενδιαφέρον προκαλεί στον προσεκτικό παρατηρητή μία αγγειογραφία που απεικονίζει την αρπαγή κάποιας κοπέλας με το όνομα Κορώνα από τον Θησέα. Μήπως ο Θησέας ήταν εκείνος ο ‘ισχυρός’ θνητός που για χάρη του η μητέρα του Ασκληπιού απαρνήθηκε τον Απόλλωνα, όπως η Αριάδνη είχε απαρνηθεί τον Διόνυσο; Μ’ έναν παράξενο τρόπο ο αστερισμός του Βορείου Στεφάνου φέρνει τις δύο θεϊκές συντρόφους ακόμη πιο κοντά. Η Κορωνίς ή Κορώνη αντανακλάται στην λατινική ονομασία Corona Borealis. Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο αστερισμός φαίνεται στον ουρανό σαν να «στεφανώνει» τον αστερισμό του Οφιούχου που σχετίζεται με τον Ασκληπιό!


ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ο Θησέας, αφήνοντας πίσω του την Αριάδνη, έφτασε με τους υπόλοιπους νέους στην Δήλο. Εκεί αφιέρωσε στον Απόλλωνα το ξόανο της Αφροδίτης που του είχε δώσει η Αριάδνη. Στη Δήλο λατρεύτηκε ως Αγνή Αφροδίτη. Αφού θυσίασε στον θεό, ο Θησέας χόρεψε με τους Αθηναίους νέους γύρω από τον Κερατώνα βωμό (που ήταν φτιαγμένος μόνο από αριστερά κέρατα!) έναν χορό που οι Δήλιοι ονόμασαν γέρανο. Ο χορός αυτός αποτελούσε μιμητική αναπαράσταση της σπειροειδούς διαδρομής του Λαβυρίνθου και ίσως να ήταν η ίδια η Αριάδνη που τον είχε πρωτοδιδάξει στον Θησέα. Αναχωρώντας από την Δήλο κατευθύνθηκαν επιτέλους προς την Αθήνα. Εξαιτίας της μεγάλης τους χαράς για την σωτηρία των νέων και την απαλλαγή της Αθήνας από τον φρικτό φόρο αίματος ή εξαιτίας της γενικής θλίψης που επικρατούσε μετά την απώλεια της Αριάδνης, ο Θησέας και οι σύντροφοί του ξέχασαν να αντικαταστήσουν το πένθιμο μαύρο πανί του πλοίου με το χαρμόσυνο λευκό που τους είχε δώσει ο ίδιος ο Αιγέας ως σύμβολο της ασφαλούς επιστροφής τους. Ο άτυχος βασιλιάς που ατένιζε τη θάλασσα περιμένοντας να φανεί το αθηναϊκό καράβι, βλέποντάς το να αρμενίζει με μαύρα πανιά δεν άντεξε τη θλίψη για τον υποδηλούμενο χαμό του γιου και μοναδικού του διαδόχου και έπεσε στο κενό. Κάποιες διηγήσεις αναφέρουν ότι γκρεμίστηκε από τον βράχο της Ακρόπολης, ενώ άλλες ότι έπεσε από το Σούνιο στη θάλασσα που από τη στιγμή εκείνη ονομάστηκε Αιγαίο Πέλαγος. Μ’ αυτή την τελευταία «θυσία» έκλεισε ο κύκλος της μινωικής ναυτικής κυριαρχίας και ξεκίνησε η εποχή της ακμάζουσας αθηναϊκής ναυτιλίας. Σε πολιτιστικό επίπεδο συντελέστηκε μία μεταφορά ηγεμονίας από την Κνωσό στην Αθήνα.Κάποιοι αφηγητές αναφέρουν ότι υπήρχε ήδη μια γυναίκα που περίμενε την επιστροφή του Θησέα στην Αθήνα, η αμαζόνα Αντιόπη ή Ιππολύτη. Γενικά επικρατεί μία ασάφεια όσον αφορά τη χρονική διαδοχή των πολλών αρπαγών που διέπραξε ο Θησέας. Αυτό ίσως υποδηλώνει ότι οι τόσες αρπαγές γυναικών περιστρέφονταν ουσιαστικά γύρω από τον ίδιο πυρήνα και διηγούνταν τις αμέτρητες παραλλαγές της ίδιας ιστορίας. Ο Πλούταρχος, ωστόσο, αναφέρει ξεκάθαρα ότι μόνο αφού πέθανε η Αντιόπη πήρε ο Θησέας ως σύζυγο τη Φαίδρα. Η Αντιόπη, η αμαζόνα με το σεληνιακό όνομα, χάρισε στον Θησέα ένα γιο τον Ιππόλυτο, ο οποίος σφράγισε τον κύκλο αίματος του ταύρου, αφού ο θάνατος τον βρήκε με τη μορφή ενός ταύρου που αναδύθηκε από τη θάλασσα. Φαίνεται ταιριαστός θάνατος για κάποιον που απέρριψε τον έρωτα μιας πριγκίπισσας της Κνωσού, της μητριάς του Φαίδρας. Η Φαίδρα δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από την συνδεδεμένη με τον ταύρο μοίρα της που ήδη είχε σημαδέψει την Ευρώπη, την Πασιφάη και την Αριάδνη. Απελπισμένη μετά τον θάνατο του Ιππολύτου κρεμάστηκε παραδομένη στο τραγικό πεπρωμένο που φαίνεται ότι ακολουθούσε κάθε γυναίκα της οικογένειάς της.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΘΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Ο Θησέας ήταν ήδη πενήντα ετών, όταν έγινε ο πρώτος άρπαγας και σύζυγος της Ελένης, ενώ εκείνη δεν είχε φτάσει ακόμη σε ηλικία γάμου. Αυτή την αρπαγή, ωστόσο, δεν την έφερε μόνος του εις πέρας, αλλά με τη συντροφιά του Πειρίθου, επιστήθιου φίλου του από τη Θεσσαλία. Αποτελούσαν μαζί ένα δίδυμο αντίστοιχο των Διοσκούρων. Κάποτε οι δυο φίλοι βρέθηκαν στη Σπάρτη, όπου ο Θησέας είδε την Ελένη να χορεύει στον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος και πόθησε να την αποκτήσει. Ο ήρωας μετά την αρπαγή οδήγησε την νεαρή νύφη στις Αφίδνες, όπου και την άφησε υπό την φροντίδα της μητέρας του Αίθρας, ενώ εκείνος αναχώρησε μαζί με τον Πειρίθου για νέες περιπέτειες. Και στην πρώτη της αρπαγή η Ελένη στάθηκε αφορμή ενός αιματηρού πολέμου, καθώς τα αδέλφια της ήρθαν να τη διεκδικήσουν και ήρθαν σε σύγκρουση με τους υπερασπιστές των Αφιδνών. Ο Θησέας τότε απουσίαζε σε μια παράτολμη επιχείρηση στον Κάτω Κόσμο. Οι Διόσκουροι κατάφεραν να πάρουν πίσω την Ελένη και μαζί της την Αίθρα η οποία μάλιστα την ακολούθησε αργότερα στην Τροία.
Η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου στον Άδη είχε ως αιτία και πάλι την αρπαγή μιας γυναίκας. Αυτή τη φορά όμως η ποθητή γυναίκα ήταν η φοβερή Περσεφόνη, η μυστική Κόρη, η ίδια η κυρία του θανάτου και της αναγέννησης. Ο Πλούταρχος προσπαθεί να συγκαλύψει το αδιανόητο μιας τέτοιας επιδίωξης γράφοντας ότι ο Θησέας και ο Πειρίθους επισκέφτηκαν τον βασιλιά των Μολοσσών στην Ήπειρο, Αϊδωνέα με σκοπό να αρπάξουν την θυγατέρα του που ονομαζόταν Κόρη(!). Είναι φανερό ότι ο Πλούταρχος θέλησε είτε να εκλογικεύσει και να δώσει ανθρώπινες διαστάσεις σ’ ένα εγχείρημα καθαρά αλλοκοσμικό είτε να αμβλύνει τις όποιες εντυπώσεις από μια επιδίωξη που φάνταζε τόσο ανόσια. Οι περισσότερες διηγήσεις πάντως αναφέρουν ξεκάθαρα ότι το παράτολμο ταξίδι του Θησέα και του Πειρίθου είχε ως προορισμό του τον Κάτω Κόσμο και ως σκοπό την αρπαγή της νύφης του Άδη. Αναφέρεται μάλιστα ότι εισήλθαν στο βασίλειο των νεκρών από μία είσοδο στο ακρωτήριο Ταίναρο. Με κάποιον τρόπο ξεγέλασαν τον βαρκάρη Χάροντα και κατάφεραν, αν και ζωντανοί, να περάσουν στην απέναντι όχθη. Στα ανάκτορα του Άδη τους υποδέχτηκε ο ίδιος ο Κύριος των νεκρών. Οι δύο ήρωες προσπάθησαν να τον παραπλανήσουν σχετικά με τις πραγματικές τους προθέσεις, αλλά ο θεός φάνηκε άξιος αντίπαλος στην πονηριά. Τους έβαλε να καθίσουν σε θρόνους σκαλισμένους στο βράχο, όσο εκείνος θα τους έφερνε δώρα φιλοξενίας. Το παντοδύναμο όπλο του θεού ήταν η λήθη. Η λήθη κράτησε τους δυο επίδοξους άρπαγες αιχμάλωτους σαν μαρμαρωμένους ή αλυσοδεμένους με αόρατα δεσμά. Αυτή τη φορά ο Θησέας δεν είχε τη βοήθεια του θεϊκού θηλυκού για να οδηγηθεί ξανά στο φως. Η Περσεφόνη δεν έκανε καν αισθητή την παρουσία της. Η σιωπή και η απουσία της καταδίκασαν τον Θησέα και τον Πειρίθου.

Φυσικά οι δύο ήρωες ήταν μυημένοι, αλλιώς δεν θα κατάφερναν να φτάσουν στο σημείο που έφτασαν. Ίσως όμως υπερτίμησαν τις ικανότητές τους, καθώς το εγχείρημα που αποφάσισαν να φέρουν εις πέρας να ταξιδέψουν, δηλαδή, ζωντανοί στο βασίλειο των νεκρών και να αρπάξουν τη βασίλισσά τους, προδίδει μια αλαζονεία. Σ’ αυτή την αποστολή κίνητρο δεν υπήρξε η σωτηρία της πόλης ούτε το κοινό καλό, αλλά ένα προσωπικό καπρίτσιο. Ο Θησέας μην έχοντας καμιά θεϊκή υποστήριξη απέμεινε εγκλωβισμένος, βυθισμένος στη λησμονιά. Η Περσεφόνη θα έμενε απρόσιτη για τον θρυλικό άρπαγα γυναικών. Το ίδιο απρόσιτη είχε μείνει ουσιαστικά και η Αριάδνη. Ο Ρόμπερτ Γκρέιβς εύστοχα παρατηρεί ότι η αποστολή του Θησέα στην Κρήτη και η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο ‘αποτελούν τα δύο μέρη ενός και του αυτού συμφυρμένου μύθου’. Ο κρητικός Λαβύρινθος με τις επτά σπείρες, το κέλτικο σπειροειδές κάστρο της Αριάνρχοντ, η κατάβαση της Ίσιδος στον Κάτω Κόσμο μέσα από επτά στάδια και ο Κάτω Κόσμος του Άδη/Πλούτωνα και της Περσεφόνης αποτελούν πτυχές της ίδιας μυθολογικής παράδοσης.Ο μυημένος Θησέας όμως έμελλε να μείνει γνωστός για μία μόνο θριαμβευτική έξοδο, αυτή από τον Κρητικό Λαβύρινθο. Η ύβρις που είχε διαπράξει με την εισβολή του στον Κάτω Κόσμο και κυρίως με την πρόθεσή του να απαγάγει την Περσεφόνη κι έτσι να διαταράξει την κοσμική ισορροπία δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Ωστόσο, κάποια στιγμή ήρθε η σωτηρία στο πρόσωπο ενός άλλου μυημένου ήρωα, του Ηρακλή. Ο Ηρακλής μάλιστα, σύμφωνα με τον μύθο, μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια ύστερα από παρότρυνση του Θησέα. Συνάντησε τους δυο ήρωες, όταν κατέβηκε στον Άδη με σκοπό την αιχμαλωσία του Κέρβερου. Έσωσε τον καταδικασμένο Θησέα ελευθερώνοντάς τον από το βράχο, δεν μπόρεσε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου. Ο πιστός φίλος του Θησέα είχε ήδη κατασπαραχθεί από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο φύλακα της πύλης του άλλου κόσμου.


ΤΟ ΤΕΛΟΣ; ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ ΗΡΩΑ

Μετά τη διάσωσή του από τον Ηρακλή, ο Θησέας επέστρεψε στην Αθήνα, όπου η πολιτική κατάσταση ήταν έκρυθμη, λόγω της μακροχρόνιας απουσίας του ηγέτη της. Οι Αθηναίοι είχαν ήδη δυσαρεστηθεί με τον Θησέα, καθώς τους είχε οδηγήσει σε άσκοπες διαμάχες με τους Διόσκουρους που διεκδικούσαν την Ελένη, ενώ ο ίδιος δεν ήταν καν παρών για να υπερασπιστεί τα κεκτημένα του. Ερμηνεύοντας την ανάγκη του ήρωα για περισσότερη γνώση, δύναμη και περιπέτεια ως έναν απερίσκεπτο τυχοδιωκτισμό, ύψωσαν εναντίον του τείχη μίσους και αμφισβήτησης. Ίσως από τη δική τους οπτική να μην είχαν και τόσο άδικο. Ίσως ο Θησέας υπερτίμησε την ικανότητα του αθηναϊκού λαού για αυτοδιαχείριση, νομίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα του άφηνε περιθώρια και για άλλες προσωπικές του επιδιώξεις. Απελπισμένος από την αδυναμία του να επιβάλει την πειθαρχία ακόμη και με τη βία, έφυγε για το νησί της Σκύρου. Εκεί, όπως περιγράφει ο Πλούταρχος, βρήκε το θάνατο από τον βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη ο οποίος τον έσπρωξε από την κορυφή ενός βουνού του νησιού στο κενό. Σ’ αυτή τη διήγηση του αποδίδεται ένας θάνατος αντίστοιχος με εκείνον του πατέρα του, Αιγέα. Τα υποτιθέμενα λείψανά του μεταφέρθηκαν πολύ αργότερα στην Αθήνα μετά από χρησμό της Πυθίας και τοποθετήθηκαν στο σημερινό Θησείο, το οποίο καθιερώθηκε ως τόπος λατρείας του ήρωα.

Ποτέ, ωστόσο, δεν βρέθηκε στη Σκύρο ή οπουδήποτε αλλού επίσημος τάφος ή έστω κάποιο μνημείο του Θησέα. Το τέλος του δίχως σαφή ίχνη παρά μόνο εκατοντάδες χρόνια αργότερα φαντάζει περισσότερο με εξαφάνιση παρά με θάνατο, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κερένυϊ. Ο Θησέας υπήρξε ο ήρωας που μυήθηκε στα Ελευσίνια και στα Κρητικά μυστήρια και ήρθε αμέτρητες φορές αντιμέτωπος με τις χθόνιες και αλλοκοσμικές δυνάμεις, καθώς και με την ίδια τη Μεγάλη Θεά της ζωής και του θανάτου σε διάφορες εκδηλώσεις της. Επιπλέον, ήταν ο μόνος άνθρωπος που στάθηκε μάρτυρας του αινιγματικού θανάτου (εξαφάνισης;) του Οιδίποδα. Ήταν εκείνος που με τη βοήθεια του θεϊκού έρωτα, ενώ κατέβηκε στα έγκατα της γης, έφτασε στα αστέρια και τη συμπαντική γνώση. Ένα τέλος σαν αυτό που του αποδίδεται μοιάζει παράταιρο, ακόμη και στα πλαίσια του μύθου. Μοιάζει σαν ένα τέλος δίχως σκοπό, κάτι που είναι οξύμωρο, αφού τέλος σημαίνει σκοπός. Μήπως αυτή η πτώση του Θησέα από τη βουνοκορφή στο κενό περιγράφει με κωδικό τρόπο μία εξέλιξη διαφορετική, ίσως μυστική και ακατανόητη για τους πολλούς; Μήπως επρόκειτο για την ύστατη μυητική πράξη και δοκιμασία; Γιατί όχι; Ίσως τελικά ο ήρωας να κατάφερε το οριστικό άλμα προς τα άστρα

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Η Μνημη η Ληθη και ο Πολιτισμος

Κατά την Ελληνική Μυθολογία η Μνημοσύνη υπήρξε θυγατέρα του Ουρανού και της Γης. Ο Ζευς, ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων, παντρεύτηκε με την Μνημοσύνη και μαζί απέκτησαν τις εννέα Μούσες. Οι Μούσες θα αποτελέσουν τις προστάτιδες θεότητες όλων των μαθήσεων και όλων των πνευματικών έργων του Αρχαίου Κόσμου. Η Κλειώ (κλέος προς τους ήρωες) της Ιστορίας, η Ευτέρπη (τέρπουσα τους ανθρώπους) της Μουσικής και των μουσικών οργάνων, η Θάλεια (θάλει τα φυτά) της Γεωργίας, της Γεωμετρίας, της Αρχιτεκτονικής και της Κωμωδίας, η Μελπομένη (εκ της ωδής-μολπής) της Ρητορικής και της Τραγωδίας, η Τερψιχόρη (τέρπει μέσω του χορού) του Χορού, η Ερατώ (του έρωτος) της Ποιήσεως και του έρωτα προς τις ιδέες, η Πολύμνια (η των πολλών ύμνων) της λύρας και της Υποκριτικής, η Ουρανία (εκ του ουρανού) της Αστρονομίας και τέλος η Καλλιόπη, προστάτις των πολεμιστών-ηρώων και των ηρωικών ποιημάτων.

     «Οι Μούσεςτώρα και γενικά η Μουσική ωνομάσθηκαν έτσι απ’ το μώσθαι(έρευνα), απ’ την αναζήτηση για την Φιλοσοφία και την Γνώση(Πλάτων, «Κρατύλος» 406 Α.) Απ’ τα λεγόμενα του Πλάτωνα βλέπουμε, ότι οι Μούσες είναι οι ίδιες οι Τέχνες και οι Επιστήμες, που ανακάλυψαν και ανέπτυξαν οι άνθρωποι σε πολύ παλαιότερες εποχές. Κάθε αρχαίος αλλά και αρκετοί σύγχρονοι συγγραφείς, ποιητές, φιλόσοφοι, ιστορικοί, επιστήμονες, επικαλούνται τις πανέμορφες Μούσες, για να τους εμπνεύσουν, και να μπορέσουν να φέρουν σε πέρας το δικό τους έργο. Ουσιαστικά πρόκειται για μία προσπάθεια ανάκλησης και επαναφοράς της αρχέγονης μνήμης του ανθρώπου. Για τον Σωκράτη η μάθηση είναι ανάμνηση, δηλαδή κάθε τι, το οποίο ανακαλύφθηκε και μαθεύτηκε απ’ τους ανθρώπους σε κάποια παλαιότερη χρονική στιγμή, έχει αποτυπωθή σαν σφραγίδα στο D.N.A. των κυττάρων μας: «ότι δηλαδή για εμάς η μάθηση δεν είναι παρά ανάμνηση, και σύμφωνα με αυτό είναι αναγκαίο να έχουμε μάθει σε κάποιο προηγούμενο χρόνο αυτά που τώρα ανακαλούμε στην μνήμη μας» (Πλάτων «Φαίδων», 72 D).

     Επομένως μελετώντας το κάθε πνευματικό έργο της εκάστοτε εποχής δεν κάνουμε τίποτε άλλο απ’ το ν’ ανακαλούμε τις αρχέγονες αυτές γνώσεις, που είναι ήδη καταγεγραμμένες στα κύτταρά μας και επανέρχονται στην μνήμη μας.


«Σεις, οι θυγατέρες της Μνημοσύνης και του βροντερού Διος, ω ένδοξες Πιερίδες Μούσες με τη λαμπρή φήμη, σεις, σε όσους ανθρώπους παρευρεθήτε, είσθε περιπόθητες, πολύμορφες, επειδή γεννάτε την άμεμπτη αρετή πάσης παιδείας. Σεις τρέφετε την ψυχή και δίνετε την ορθή κατεύθυνση στη διανόηση και είσθε οι οδηγοί βασίλισσες του δυνατού νου.» (Ορφεύς, «Ύμνος Μουσών».)


Μνήμη και ανάμνηση ως έννοιες
   
Η Αριστοτελική σκέψη όρισε τις βασικές έννοιες της σύγχρονης επιστημονικής θέσης για τη μνήμη, την ανάμνηση, την αντίληψη και άλλων παρομοίων λειτουργιών της ανθρώπινης διανοίας: «Μνήμη ονομάζουμε την διατήρηση των παραστάσεων και ανάμνηση την ανάπλασή τους. Οι άνθρωποι δεν ανήκουν όλοι στον ίδιο τύπο. Άλλοι είναι μνημονικοί και άλλοι αναμνηστικοί. Οι βραδείς στην σκέψη είναι κατά το πλείστον πιο μνημονικοί, ενώ οι ταχείς και ευμαθείς είναι αναμνηστικώτεροι. Η μνήμη διαφέρει απ’ την φαντασία κατά το ότι είναι κίνηση της αισθήσεως η διανοίας που ενεργεί. Άλλωστε τ’ αποτελέσματα της μιας και της άλλης κινήσεως τα λέμε φαντάσματα (είδωλα η εικόνες). Και η φαντασία είναι σαν μία ζωγραφιά, που συνθέτει η ψυχή». (Στοβαίος, «Ανθολόγιον», Αριστοτέλους, «Περί Μνήμης».)

     Ο Αριστοτέλης παρομοιάζει την μνήμη (η κίνηση της διάνοιας) σαν την κίνηση που γίνεται για την αποτύπωση του δακτυλιδιού κατά την στιγμή της σφραγίδας: «Για τούτο στην περίπτωση που ο άνθρωπος η λόγω παθήματος η λόγω ηλικίας βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση, η αποτύπωση της εικόνας δεν πετυχαίνει, σαν να αποτυπώνεται δηλαδή η σφραγίδα σε νερό, ενώ αντιθέτως, όταν υπάρχη σταθερότητα και όχι ρευστότητα, η αποτύπωση πετυχαίνει, όπως συμβαίνει και στα παλιά οικοδομήματα. Όταν όμως είναι πολύ σκληρό το αντικείμενο που σφραγίζεται, η αποτύπωση δεν πετυχαίνει. Γι’ αυτό ακριβώς η νεαρή και η γεροντική ηλικία δεν διακρίνονται για μνημονική ικανότητα, διότι φαίνεται να διαρρέει η αποτύπωση, στους μεν νέους λόγω ρευστότητας ένεκα της αυξήσεως, στους δε γέροντες λόγω φθοράς. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στους πολύ ταχείς στην αντίληψη και στους πολύ βραδείς. Διότι ούτε οι μεν ούτε οι δε έχουν προφανώς ισχυρή μνήμη, διότι οι πρώτοι είναι ρευστοί, ενώ οι δεύτεροι αρκετά σκληροί. Για τούτο στην ψυχή των πρώτων δεν μένει σχεδόν καθόλου η εικόνα, ενώ στην ψυχή των δευτέρων είναι σαν να μην την αγγίζη.» (Στοβαίος, «Ανθολόγιον», Αριστοτέλους, «Περί Μνήμης»).

     Η άποψη του Νεοπλατωνικού φιλοσόφου Πορφυρίου για την μνήμη ακολουθεί πιστά την Αριστοτελική σκέψη: «Η μνήμη είναι κοινή στον άνθρωπο και στα άλογα ζώα. Η πλήρως όμως διαμορφωμένη μνήμη, με την οποία συντελείται και η ανάμνηση, υπάρχει μόνο στα λογικά όντα. Διότι το ωλοκληρωμένα διαμορφωμένο είναι το αποτέλεσμα της λογικής μας ικανότητας. Γι’ αυτό και οι μαθητές του Αριστοτέλους λέγουν, ότι τα άλογα ζώα έχουν το “μεμνήσθαι” όχι όμως και το “αναμιμνήσκεσθαι”. Έτσι μόνον ο άνθρωπος έχει την δύναμη να διατηρή τις παραστάσεις αυτές, αλλά και να τις αναπλάθη» (Πορφυρίου, «Περί των δυνάμεων της ψυχής», παρ.1).

     Στον Κρατύλο του Πλάτωνος ο Σωκράτης αναφέρει, ότι «μνήμη σημαίνει μονή (παραμονή) στην ψυχή αλλά όχι κίνηση» (437 b).

    Ποιά η διαφορά όμως της μνήμης από την ανάμνηση; «Καθ’ όσον το μεν πρώτον (μνήμη) είναι δύναμη αφ’ εαυτής ενεργούσα και κοινή σε κάθε άνθρωπον και σε άλλα ζώα, το δε δεύτερον (ανάμνηση) είναι ενέργεια του νου και της βουλήσεως αποκλειστικώς και μόνον ανθρώπινη» (Αριστοτέλους, «Περί Μνήμης» 2. 25).
    
     Ανάμνηση = ενθύμιση = η δύναμη του αναμιμνήσκεσθαι (Liddell and Scott, λήμμα «ανάμνησις»). Επομένως «ανάμνηση» η «ενθύμιση» είναι η ικανότητα του εγκεφάλου να ανακαλεί στη συνείδησή μας προηγούμενα ψυχικά συμβάντα εκουσίως, λειτουργία αποκλειστικά ανθρώπινη, όπως την ορίζει ο Αριστοτέλης. Αυτή είναι και η διαφορά της απ’ την μνήμη, ο μηχανισμός της οποίας φέρνει ακουσίως στην συνείδησή μας προηγούμενα ψυχικά συμβάντα, που συνέβησαν στην ζωή μας. Είναι δε κοινή σε ανθρώπους και σε ζώα.
    
     Κατά το ιδεοκρατικό σύστημα του Πλάτωνα η έννοια της ανάμνησης είναι ο απαραίτητος εκείνος παράγοντας, που θα μας βοηθήσει στην κατανόηση της γνώσης. Η νοητική ικανότητα του ανθρώπου, αντιλαμβανόμενη τα φαινόμενα της ροής της ζωής, αναμιμνήσκεται των ιδεών των φαινομένων, καθ’ ότι οι ιδέες και τα φαινόμενα μοιάζουν μεταξύ τους. Και επειδή τα φαινόμενα της ζωής είναι τα έκτυπα η οι απορροές των αρχέτυπων του κόσμου των ιδεών, μέσω της ανάμνησης επέρχεται η γνώση.


Η μνήμη στην Ψυχολογία του Βάθους

 Σύμφωνα με την «Ψυχολογία του Βάθους», που ίδρυσε ο Ελβετός ψυχίατρος και ψυχολόγος Καρλ Γιουνγκ, που βασίσθηκε κυρίως στην Πυθαγόρεια και Πλατωνική σκέψη, υπάρχουν τρία είδη συνείδησης: Το συνειδητό, το προσωπικό ασυνείδητο και το απρόσωπο η συλλογικό ασυνείδητο.

     Το συνειδητό είναι ο χαρακτήρας, που εκφράζει ο κάθε άνθρωπος στην καθημερινότητά του.

     Το προσωπικό ασυνείδητο είναι αυτό, που περιλαμβάνει όλες τις καταπιεσμένες και απωθημένες τάσεις και εμπειρίες του ανθρώπου, που έχουν καταγραφεί καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του ακόμα και κατά την διάρκεια της κύησης. Τα δεδομένα αυτά είναι αυστηρά προσωπικές και ατομικές τάσεις, που βρίσκονται μέσα στην ψυχή του κάθε ανθρώπου και σπανίως εξωτερικεύονται. Το προσωπικό ασυνείδητο αποτελεί την τροφό και την ανεξάντλητη πηγή της ψυχικής ενέργειας του ανθρώπου, που διαρκώς τρέφει την συνείδηση ως ο δημιουργός του ανωτέρου πνευματικού βίου.

     Το συλλογικό ασυνείδητο τώρα εμπεριέχει πληροφορίες, τάσεις και γνώσεις, που έρχονται από άλλες εποχές και ανήκουν σε ένα στάδιο προ-λεκτικό και προ-λογικό. Ο Γιουνγκ ωνόμασε τις πληροφορίες αυτές αρχέτυπα. Τα αρχέτυπα εκφράζονται με εικόνες και σύμβολα, που αγγίζουν τις λειτουργίες των ονείρων, της διαίσθησης, της εσωτερικής αίσθησης-έμπνευσης και των βαθέων συναισθημάτων. Έτσι έχει κανείς την έντονη αίσθηση, ότι κάποια εικόνα η σύμβολο έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, βαθύτερο νόημα και φυσικά μεγάλη αξία γι’ αυτόν, αν και είναι απροσπέλαστη από την λογική. Αυτός δε, που βιώνει αυτές τις καταστάσεις και αρχίζει να τις κατανοεί και να τις μελετά, θ’ αναγνωρίσει σ’ αυτές ορισμένες αναλογίες με τα θέματα της Μυθολογίας, των παραμυθιών κ.λπ.

    Αυτή η κοινή διαπίστωση ωδήγησε τον Γιουνγκ στο συμπέρασμα, ότι τα περιεχόμενα αυτού του βαθύτερου στρώματος είναι πανανθρώπινα και πανάρχαια, επομένως υπερπροσωπικά, αφού υπερβαίνουν τον καθαρά προσωπικό κόσμο του ατομικού εγώ και της συνείδησης. Τα τρία αυτά είδη συνείδησης επικοινωνούν μεταξύ τους, υπάρχουν στους ανθρώπους της κάθε εποχής και επαναφέρουν στην μνήμη τους εικόνες και σύμβολα απ’ τα προ-λογικά στάδια της ανθρωπότητας.
     
     Η κατάσταση αυτή γίνεται εμφανής στα παιδιά, που κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι βυθισμένα σ’ έναν κόσμο φανταστικής πραγματικότητας, σ’ έναν κόσμο παραμυθιού και ξυπνητού ονείρου, που έχει ελάχιστη σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα. Έτσι τα παιδιά κολυμπούν σε μία αδιαφοροποίητη μάζα προγονικών και αρχέγονων μυθολογικών εικόνων-αρχετύπων, γνώση που αναμιμνήσκεται μέσα απ’ τα παιδικά παραμύθια και τους μύθους. Βαθμιαία με την ανάπτυξη της λογικής λειτουργίας το παιδί βγαίνει απ’ την χώρα του παραμυθιού και του ονείρου, χάνοντας την επαφή με τον θαυμαστό αυτόν προ-λογικό και μυθολογικό κόσμο των αρχετύπων.

     Φυσικά δεν είναι καθόλου τυχαίο, που το χριστιανικό ιερατείο χρησιμοποίησε τα προϊστορικά σύμβολα του Ηλίου, όπως τον σταυρό, αλλά και τα πανάρχαια παγανιστικά τελετουργικά, γνωρίζοντας ότι αποτελούσαν αρχετυπικές εικόνες και σύμβολα, που είχαν καταγραφεί βαθιά στο συλλογικό ασυνείδητο του αρχαίου ανθρώπου. Έτσι παρά τις σφαγές και τις καταστροφές η χριστιανική θρησκεία έγινε αποδεκτή από τον μεταχριστιανικό κόσμο, αφού τα σύμβολα-αρχέτυπα, που χρησιμοποίησε, ήταν ήδη καταγεγραμμένα στα βάθη της ανθρώπινης μνήμης.


Η λήθη και οι θρησκείες
   
Σεβασμία λήθη των κακών, σαν σοφή κι εσύ είσαι των δυστυχισμένων η καλόδεχτη θεά» (Ευριπίδου, «Ορέστης» παρ. 213). Ετυμολογικά η λέξη «λήθη» προέρχεται εκ του ρήματος λήθομαι-λανθάνω και σημαίνει το «λησμονείν» η «επιλησμοσύνη» (Liddell and Scott, λήμμα «λήθη»). Σαν προέκταση «λήθη» = απώλεια της «α-λήθειας».

     Κατά τον Πλάτωνα «η λήθη αποτελεί την εξάλειψη της μνήμης» (Φίληβος, παρ.  33 Ε). Στο «Συμπόσιο», παρ. 208 Α  αναφέρει: «Αυτό, που λέγεται μελέτη σε κάποιους, είναι επιβολή, διότι έτσι χάνεται η επιστήμη, η λήθη ουσιαστικώς είναι η απώλεια της επιστήμης.» Ο Σπεύσιππος, διευθυντής της Πλατωνικής Ακαδήμειας, στο «Λεξικό Εννοιών της Πλατωνικής Φιλοσοφίας», λήμμα «λήθη», αναφέρει: «Λήθη: επιστήμης αποβολή, απώλεια κατακτημένης γνώσεως».

    Οι ιουδαιογενείς θρησκείες Εβραϊσμός, Χριστιανισμός, και Μωαμεθανισμός εμφανίσθηκαν ως οι εχθροί κάθε γνώσης και επιστήμης. Σε πολλά απ’ τα χωρία του Ταλμούδ, του Κορανίου και της Βίβλου, αλλά και στα υπόλοιπα «ιερά» βιβλία των τριών θρησκειών, οι Επιστήμες, η Φιλοσοφία και οι Τέχνες αναθεματίζονται απ’ τον ίδιο τον Γιαχβέ-Αλλάχ η τους ιερείς του: «Επειδή είναι γεγραμμένον, θέλω απολέσει την σοφίαν των σοφών, και θέλω αθετήσει την σύνεσιν των συνετών. Που ο σοφός; Που ο γραμματεύς; Που ο συζητητής του αιώνος τούτου; Δεν εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;» (Απόστολος Παύλος, «Επιστολή Προς Κορινθίους», παρ. 19-20.)
    
     Η Λήθη πλέον ως διδασκαλία του Χριστιανισμού και του Μωαμεθανισμού θα καλύψει με το πέπλο της την Ευρώπη και απ’ τον 15ο μ.Χ. αιώνα και ύστερα τον Αραβικό Κόσμο. Είναι ο αιώνιος εχθρός των Μουσών, των προστάτιδων των γραμμάτων: «Λήθη στυγερή και μισητή στις Πιερίδες. Η δε καλότυχη μνήμη στήριγμα για τους θνητούς στην σύντομη διάβαση του βίου τους.» (Σοφοκλέους, «Σύνδειπνος», Αποσπάσματα.)

     Ο χριστιανικός Κλήρος αναθεμάτισε κάθε φιλοσοφικό έργο και κάθε είδος γνώσεως του Αρχαίου Κόσμου κατά την διάρκεια της επικράτησής του: «Από που διδαχθήκατε τα αριστοτελικά διδάγματα; Ποιός προτίμησε τον Πλάτωνα απ’ τα ευαγγέλια; Ποιός πέταξε έξω το κήρυγμα της αληθινής πίστης και έφερε μέσα την άπιστη αναζήτηση;» (Ι. Χρυσόστομος, «Εν αρχή ο λόγος», παρ. α.)

     Για το Χριστιανισμό κάθε τι ελληνικό αποτελεί προϊόν του κακού αντιπάλου θεού Σατανά: «Μίσησε φορέματα μαλακά (των Ελλήνων), μίσησε βαψίματα όμορφα, μίσησε ομορφιά και τα συνοδεύοντα αυτά δαιμονικά άσματα, κιθάρες και αυλούς, τους κρότους των χορών και τις άτακτες φωνές. Δεν γνωρίζεις, άθλιε, πως όλα τούτα σπορά του διαβόλου είναι;» (Εφραίμ ο Σύρος).

   Κατά την Βυζαντινή περίοδο οι ιερείς του Χριστιανισμού υποκινούμενοι απ’ τα ιερά τους βιβλία κατέστρεψαν μέσα σε λίγες δεκαετίες το 97% των αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων, πυρπολώντας όλες τις βιβλιοθήκες του Αρχαίου Κόσμου: «Μετά δε απ’ αυτά και στις οικίες γινόταν έρευνα. Και πολλά είδωλα βρίσκονταν στις αυλές των σπιτιών, τα οποία ερρίπτοντο στην πυρά και στον βόρβορο, μαζί δε και βιβλία, τα οποία ήταν γεμάτα μαγεία και τα οποία ιερά αυτοί έλεγαν» («Συναξαριστής του Αγίου Πορφυρίου» κεφ. 71).
    
     Αλλά και οι δημιουργοί των έργων αυτών, επιστήμονες και φιλόσοφοι, καίγονταν ζωντανοί στην πυρά η εκτελούνταν με ξίφος: «Οι συλληφθέντες Θεόδωρος και οι τεχνίτες των τριπόδων κάποιοι από φωτιά κάηκαν και κάποιοι από ξίφος εκτελέσθηκαν. Και για την ίδια αιτία εκτελέσθηκαν και κάηκαν σε όλη την επικράτεια οι λαμπρώς φιλοσοφούντες, άσχετα αν και η οργή του βασιλέως επεκτάθηκε και σε μη φιλοσοφούντες». (Σωζομενός, «Εκκλησιαστική Ιστορία», βιβλίο 6, κεφ. 35, παρ.6).

* * *
  Αποτέλεσμα της λήθης είναι η συσκότιση του νου και των λογικών λειτουργιών του εγκεφάλου, καρπός της δε είναι η δεισιδαιμονία και η βλακεία. Η χριστιανική λήθη του Μεσαίωνα και η νοητική συσκότιση επικράτησαν ολοκληρωτικά για μία περίπου χιλιετία στην Ευρώπη. Από την περίοδο της Αναγέννησης κι έπειτα η μωαμεθανική λήθη συσκότισε και τον Αραβικό Κόσμο.

     Η ιδιωτεία η βλακεία αποτελούν σήμερα ένα παγκόσμιο κοινωνικό φαινόμενο, που πλήττει όλες τις χώρες του κόσμου. Στο φαινόμενο αυτό συμβάλλουν καθοριστικά τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, το Ραδιόφωνο, η Τηλεόραση (κυρίως) και ο Τύπος. Το ποσοστό της βλακείας φυσικά διαφέρει από χώρα σε χώρα και είναι αντιστρόφως ανάλογο με την γνώση.
  
     Όπου η γνώση και η παιδεία ανθούν η λήθη, η δεισιδαιμονία και η βλακεία μειώνονται. Αντιθέτως συμβαίνει, όταν η γνώση και η παιδεία υποβαθμίζονται. Στην Ελλάδα μέχρι σήμερα η χριστιανική λήθη και αποβλάκωση συνεχίζουν να καλύπτουν με το πέπλο τους την μεσαιωνική χώρα μας, που αποτελεί την ουραγό της Ευρώπης σε κάθε πολιτισμικό επίπεδο.