Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Διατροφή στην αρχαία Ελλάδα

Τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων χαρακτήριζε η λιτότητα, κάτι που αντικατόπτριζε τις δύσκολες συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγετο η ελληνική γεωργική δραστηριότητα. Θεμέλιο τους ήταν η λεγόμενη «μεσογειακή τριάδα»: σιτάρι, λάδι και κρασί.

Στη βάση της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων συναντούμε τα δημητριακά, ζεία και σε περιπτώσεις ανάγκης μείγμα κριθαριού με σιτάρι, από το οποίο παρασκευαζόταν ο άρτος. Με το σιτάρι που χρησιμοποιείται σήμερα οι αρχαίοι τάιζαν τα ζώα.Τα δημητριακά συνοδεύονταν συνήθως από οπωροκηπευτικά (λάχανα, κρεμμύδια, φακές και ρεβύθια). Η κατανάλωση κρέατος και θαλασσινών σχετιζόταν με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας, αλλά και με το αν κατοικούσε στην πόλη, στην ύπαιθρο ή κοντά στη θάλασσα. Οι Έλληνες κατανάλωναν ιδιαιτέρως τα γαλακτοκομικά και κυρίως το τυρί. Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά αντί αυτού γινόταν χρήση κυρίως του ελαιόλαδου. Το φαγητό συνόδευε κρασί (κόκκινο, λευκό ή ροζέ) αναμεμειγμένο με νερό.

Πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων παρέχουν τόσο οι γραπτές μαρτυρίες όσο και διάφορες καλλιτεχνικές απεικονίσεις: οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και το έργο του γραμματικού Αθήναιου από τη μία πλευρά, τα κεραμικά αγγεία και τα αγαλματίδια από ψημένο πηλό από την άλλη.

 Γεύματα Ιδιωτικά

Για τους αρχαίους Έλληνες τα γεύματα της ημέρας ήταν τρία στον αριθμό. Το πρώτο από αυτά (ἀκρατισμός) αποτελούσε κριθαρένιο ψωμί βουτηγμένο σε κρασί (ἄκρατος), συνοδευόμενο από σύκα ή ελιές.Το δεύτερο (ἄριστον) λάμβανε χώρα το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα.Το τρίτο (δεῖπνον), το οποίο ήταν και το σημαντικότερο της ημέρας, σε γενικές γραμμές καταναλωνόταν αφού η νύχτα είχε πλέον πέσει. Σε αυτά μπορεί να προστεθεί ένα επιπλέον ελαφρύ γεύμα (ἑσπέρισμα) αργά το απόγευμα. Τέλος το ἀριστόδειπνον ήταν ένα κανονικό γεύμα που μπορούσε να σερβιριστεί αργά το απόγευμα στη θέση του δείπνου.

Φαίνεται πως, στις περισσότερες περιστάσεις, οι γυναίκες γευμάτιζαν χωριστά από τους άνδρες.Εάν το μέγεθος του σπιτιού το καθιστούσε αδύνατο, οι άνδρες κάθονταν στο τραπέζι πρώτοι, με τις γυναίκες να τους ακολουθούν μόνο αφού οι τελευταίοι είχαν ολοκληρώσει το γεύμα τους.Ρόλο υπηρετών διατηρούσαν οι δούλοι. Στις φτωχές οικογένειες, σύμφωνα με το φιλόσοφο Αριστοτέλη, τις υπηρεσίες τους προσέφεραν οι γυναίκες και τα παιδιά, καλύπτοντας την απουσία δούλων.

Χάρις στο έθιμο της τοποθέτησης στους τάφους μικρών μοντέλων επίπλων από ψημένο πηλό, σήμερα κατέχουμε σημαντικές πληροφορίες για το πώς έμοιαζαν. Οι Έλληνες έτρωγαν καθιστοί, ενώ οι πάγκοι χρησιμοποιούνταν κυρίως στα συμπόσια.Τα τραπέζια, υψηλά για καθημερινή χρήση και χαμηλά για τα συμπόσια, είχαν συνήθως ορθογώνιο σχήμα. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. ιδιαίτερα διαδεδομένα ήταν τα στρογγυλά τραπέζια, συχνά με ζωόμορφα πόδια.

Κομμάτια πεπλατυσμένου ψωμιού μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως πιάτα, ωστόσο τα πήλινα δοχεία ήταν και τα πιο διαδεδομένα. Τα πιάτα με την πάροδο του χρόνου κατασκευάζονταν με περισσότερο γούστο και επιμέλεια, με αποτέλεσμα να συναντά κανείς κατά τη ρωμαϊκή περίοδο πιάτα από πολύτιμα μέταλλα ή ακόμη και γυαλί. Η χρήση μαχαιροπήρουνων δεν ήταν και πολύ συχνή: η χρήση του πηρουνιού ήταν άγνωστη και ο σύνηθης τρόπος λήψης του φαγητού ήταν με τα δάχτυλα.Εντούτοις μαχαίρια χρησιμοποιούνταν για την κοπή του κρέατος, καθώς και κάποια μορφή κουταλιών για σούπες και ζωμούς.Κομμάτια ψωμιού (ἀπομαγδαλία) μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τη λήψη τροφής  ή ακόμη και ως πετσέτα για τα δάχτυλα.

Συμπόσιον

Στην ελληνική αρχαιότητα εκτός από το καθημερινό δείπνο (βραδυνό γεύμα) υπήρχε και το δειπνούμενο γεύμα με φίλους ή γνωστούς που ονομάζονταν "συμπόσιο" ή "εστίαση" που σήμερα λέγεται συνεστίαση. Υπήρχαν και δείπνα όπου οι συμμετέχοντες συνεισέφεραν ή οικονομικά, ή με τρόφιμα, τα οποία και λέγονταν "συμβολές". Ο Όμηρος τα αποκαλεί "εράνους", ενώ γνωστές είναι οι αρχαίες σχετικές φράσεις "δειπνείν από συμβολών", ή "δείπνον από σπυρίδος".

Το συμπόσιον (λέξη που σημαίνει «συνάθροιση ανθρώπων που πίνουν») αποτελούσε έναν από τους πιο αγαπημένους τρόπους διασκέδασης των Ελλήνων. Περιελάμβανε δύο στάδια: το πρώτο ήταν αφιερωμένο στο φαγητό, που σε γενικές γραμμές ήταν λιτό, ενώ το δεύτερο στην κατανάλωση ποτού. Στην πραγματικότητα, οι αρχαίοι έπιναν κρασί και μαζί με το γεύμα, ενώ τα διάφορα ποτά συνοδεύονταν από μεζέδες (τραγήματα): κάστανα, κουκιά, ψημένοι κόκκοι σίτου ή ακόμη γλυκίσματα από μέλι, που είχαν ως στόχο την απορρόφηση του οινοπνεύματος ώστε να επιμηκυνθεί ο χρόνος της συνάθροισης.Το δεύτερο μέρος ξεκινούσε με σπονδή, τις περισσότερες φορές προς τιμή του Διονύσου. Κατόπιν οι παριστάμενοι συζητούσαν ή έπαιζαν διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια, όπως ο κότταβος. Συνεπώς τα άτομα έμεναν ξαπλωμένα σε ανάκλιντρα (κλίναι), ενώ χαμηλά τραπέζια φιλοξενούσαν τα φαγώσιμα και τα παιχνίδια. Χορεύτριες, ακροβάτες και μουσικοί συμπλήρωναν την ψυχαγωγία των παρευρισκομένων. Ένας «βασιλιάς του συμποσίου» ο οποίος εκλεγόταν στην τύχη αναλάμβανε να υποδεικνύει στους δούλους την αναλογία κρασιού και νερού κατά την προετοιμασία των ποτών.Εντελώς απαγορευμένο στις γυναίκες, με εξαίρεση τις χορεύτριες και τις εταίρες, το συμπόσιο ήταν ένα σημαντικότατο μέσο κοινωνικοποίησης στην Αρχαία Ελλάδα. Μπορούσε να διοργανωθεί από έναν ιδιώτη για τους φίλους ή για τα μέλη της οικογένειάς του, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με τις προσκλήσεις σε δείπνο. Μπορούσε επίσης να αφορά τη μάζωξη μελών μιας θρησκευτικής ομάδας ή μιας εταιρείας (ενός είδος κλειστού κλαμπ για αριστοκράτες). Τα πολυτελή συμπόσια προφανώς προορίζονταν για τους πλούσιους, ωστόσο στα περισσότερα σπιτικά θρησκευτικές ή οικογενειακές γιορτές αποτελούσαν αφορμή για δείπνο, έστω και μετριοπαθέστερο.

Το συμπόσιο ως πρακτική εισήγαγε κι ένα πραγματικό λογοτεχνικό ρεύμα: το «Συμπόσιον» του Πλάτωνα, το ομώνυμο έργο του Ξενοφώντα, «Το Συμπόσιον των Επτά Σοφών» του Πλουτάρχου και οι «Δειπνοσοφισταί» του Αθήναιου αποτελούν χαρακτηριστικά έργα.

Συσσίτια

Τα συσσίτια αποτελούσαν κοινά γεύματα στα οποία συμμετείχαν υποχρεωτικά άνδρες κάθε ηλικίας στα πλαίσια κοινωνικού ή θρησκευτικού εθιμοτυπικού. Οι χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις εντοπίζονται στην Κρήτη και τη Σπάρτη, αν και ορισμένες πηγές κάνουν αναφορά σε ανάλογες πρακτικές και σε άλλα μέρη. Άλλες γνωστές ονομασίες της πρακτικής αυτής είναι φειδίτια και ὰνδρεῖα.Συγκεκριμένα στην Αρχαία Σπάρτη, η συμμετοχή στα συσσίτια ήταν υποχρεωτική. Ανάμεσα στις υποχρεώσεις των Ομοίων, δηλαδή των μελών της σπαρτιατικής κοινωνίας με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ήταν η συνεισφορά τροφίμων (ή έτερης αποζημίωσης) για τη διατροφή που τους παρείχε το κράτος. Η αποτυχία ανταπόκρισης στον κανόνα αυτό ήταν ατιμωτική. Αντίθετα με τα συμπόσια, τα συσσίτια χαρακτήριζε η λιτότητα και η μετριοπάθεια.
Τρόφιμα

Δημητριακά και ψωμί

Τα δημητριακά αποτελούσαν τη βάση της διατροφής των αρχαίων Ελλήνων, κατά τη μινωική, τη μυκηναϊκή  και την κλασική περίοδο. Χαρακτηριστικό είναι πως η Αθήνα του Περικλή, αποτελούσε το μεγαλύτερο εισαγωγέα σιτηρών του αρχαίου κόσμου: τα φορτία που κατέφθαναν από τη Μαύρη Θάλασσα και τον Ελλήσποντο ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 17.000 τόνους ετησίως.

Κύρια προϊόντα ήταν το σκληρό σιτάρι (πύρος), η όλυρα (ζειά) και το κριθάρι (κριθαί).

Το σιτάρι μουσκευόταν προκειμένου να γίνει μαλακό και κατόπιν επεξεργαζόταν με δύο πιθανούς τρόπους: πρώτη περίπτωση ήταν το άλεσμά του προκειμένου να γίνει χυλός, ώστε να αποτελέσει συστατικό του λαπά. Η άλλη περίπτωση ήταν να μετατραπεί σε αλεύρι (ἀλείατα) από το οποίο προέκυπτε το ψωμί (ἄρτος) ή διάφορες πίττες, σκέτες ή γεμιστές με τυρί ή μέλι.Η μέθοδος «φουσκώματος» του ψωμιού ήταν γνωστή. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι Έλληνες χρησιμοποίησαν κάποιο αλκαλικό συστατικό ή μαγιά σαν καταλύτη της διαδικασίας.

Η ζύμη ψηνόταν στο σπίτι σε υπερυψωμένους φούρνους από άργιλο (ἰπνός). Μια απλούστερη μέθοδος προέβλεπε την τοποθέτηση αναμμένων κάρβουνων στο έδαφος και την κάλυψη του σκεύους με καπάκι σε σχήμα θόλου (πνιγεὐς). Όταν το έδαφος ήταν αρκετά ζεστό, τα κάρβουνα απομακρύνονταν και στη θέση τους τοποθετούταν η ζύμη, η οποία καλυπτόταν και πάλι από το καπάκι. Κατόπιν τα κάρβουνα αποθέτονταν πάνω ή γύρω από το καπάκι για διατήρηση της θερμοκρασίας.  Οι πέτρινοι φούρνοι έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη ρωμαϊκή πια περίοδο. Ο Σόλων, ο Αθηναίος νομοθέτης του 6ου αιώνα π.Χ., όρισε πως το ψωμί από σιτάρι έπρεπε να καταναλώνεται μόνο κατά τις εορταστικές ημέρες. Από την κλασική εποχή και έπειτα, και μόνο για εκείνους που είχαν τα οικονομικά μέσα, το εν λόγω ψωμί ήταν διαθέσιμο καθημερινά στα αρτοπωλεία.Το κριθάρι ήταν απλούστερο στην παραγωγή, μα αρκετά πιο δύσχρηστο στην παραγωγή ψωμιού. Το ψωμί που προκύπτει από το κριθάρι είναι θρεπτικό αλλά και βαρύτερο.Συνεπώς συνήθως ψηνόταν προτού αλεστεί για να προκύψει αλεύρι (ἄλφιτα), το οποίο χρησίμευε στην παραγωγή (τις περισσότερες φορές άνευ ψησίματος καθώς οι σπόροι ήταν ήδη ψημμένοι) του βασικού πιάτου της ελληνικής κουζίνας, που ονομαζόταν μᾶζα.

Γενικά το σιταρένιο ψωμί λεγόταν "άρτος", το κριθαρένιο "άλφιτον", το προερχόμενο με ζύμη που ψηνόταν σε χαμηλούς κλιβάνους (είδος γάστρας) λεγόταν "ζυμίτης", ενώ το προερχόμενο χωρίς ζύμη που ψηνόταν σε ανθρακιά λεγόταν "άζυμος" και ιδιαίτερα "σποδίτης". Οτιδήποτε τρώγονταν με ψωμί (προσφάγιο) λεγόταν "όψον". Ο άρτος ή το άλφιτο που τρώγονταν βουτηγμένο σε άκρατο οίνο (ανέρωτο) λεγόταν "ακράτισμα". Το ακράτισμα τρώγονταν κυρίως το πρωί, εξ ου και το πρωινό γεύμα λέγονταν ομοίως ακράτισμα.Χαρακτηριστικά οι Ρωμαίοι αποκαλούσαν τους Έλληνες «κριθαροφάγους», ενώ στην κωμωδία «Ειρήνη» ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί την έκφραση «ἔσθειν κριθὰς μόνας», που μεταφράζεται «το να ζει κανείς μονάχα με κριθάρι» ή κατά τη νεοελληνική έκφραση «τη βγάζω με νερό και ψωμί».Στις μέρες μας επιβιώνουν διάφορες συνταγές για την παρασκευή μάζας. Σερβιριζόταν ψημένη ή ωμή, με τη μορφή χυλού ή ζυμαρικών ή ακόμη και πίττας.Επίσης μπορούσε να νοστιμίσει με τυρί ή μέλι.
Φρούτα, λαχανικά και όσπρια

Τα δημητριακά σερβίρονταν συνήθως με ένα συνοδευτικό γνωστό με τη γενική ονομασία ὄψον. Αρχικά η ονομασία αναφερόταν σε ό,τι μαγειρευόταν στη φωτιά, και, κατ' επέκταση, σε ο,τιδήποτε συνόδευε το ψωμί. Από την κλασική εποχή και μετά, πρόκειται για ψάρι και λαχανικά: λάχανα, κρεμμύδια (κρόμμυον), γλυκομπίζελα, πράσα, βολβούς, μαρούλια, βλίτα, ραδίκια κ.ά. Σερβίρονταν ως σούπα, βραστά ή πολτοποιημένα (ἔτνος), καρυκευμένα με ελαιόλαδο, ξύδι, χόρτα ή μια σάλτσα ψαριού γνωστή με την ονομασία γάρον. Αν πιστέψουμε τον Αριστοφάνη,  ο πουρές ήταν ένα από τα αγαπημένα πιάτα του Ηρακλή, ο οποίος στις κωμωδίες πάντα παρουσιαζόταν ως μεγάλος λιχούδης. Οι πιο φτωχές οικογένειες κατανάλωναν βελανίδια (βάλανοι). Οι ελιές ήταν πολύ συνηθισμένο συνοδευτικό, ωμές ή συντηρημένες.Ειδικά οι λαϊκές τάξεις κατανάλωναν πολύ και όσπρια. Προτιμούσαν τους φασίολους, τις φακές, τα ρεβίθια, τα κουκιά (κύαμοι) και τους θέρμους(λούπινα).

Για τους κατοίκους των πόλεων τα φρέσκα οπωροκηπευτικά ήταν πολύ ακριβά κι έτσι καταναλώνονταν σπάνια. Οι φτωχότεροι πολίτες προτιμούσαν τα ξηρά λαχανικά. Το τυπικό φαγητό του μέσου εργάτη ήταν η φακή. Μια τυπική στρατιωτική μερίδα περιελάμβανε τυρί, σκόρδο και κρεμμύδια.Ο Αριστοφάνης συχνά συνδέει την κατανάλωση κρεμμυδιών με τους στρατιώτες, για παράδειγμα στην κωμωδία του, «Ειρήνη», ο χορός που πανηγυρίζει για τη λήξη των πολέμων εκφράζει την χαρά του που απαλλάχτηκε πλέον «από το κράνος, το τυρί και τα κρεμμύδια». Ο πικρός βίκος θεωρούταν φαγητό λιμού.

Τα φρούτα, φρέσκα ή ξηρά, τρώγονταν ως επιδόρπιο. Πρόκειται κυρίως για σύκα, σταφίδες, καρύδια και φουντούκια. Τα ξηρά σύκα χρησίμευαν επίσης ως ορεκτικό, πίνοντας παράλληλα κρασί. Στην περίπτωση αυτή, συνοδεύονταν συχνά από ψητά κάστανα, στραγάλια ή ψημένους καρπούς οξιάς.

Κρέας

Η κατανάλωση ψαριών και κρεατικών σχετίζεται με την οικονομική επιφάνεια του σπιτικού αλλά και τη γεωγραφική του θέση: οι αγροτικές οικογένειες μέσω του κυνηγιού και της τοποθέτησης μικροπαγίδων είχαν πρόσβαση σε πτηνά και λαγούς, ενώ μπορούσαν να μεγαλώνουν πουλερικά και χήνες στις αυλές τους. Οι ελαφρώς πλουσιότεροι μπορούσαν να διατηρούν κοπάδια με πρόβατα, κατσίκες και γουρούνια. Στις πόλεις το κρέας κόστιζε πάρα πολύ με εξαίρεση το χοιρινό: κατά την εποχή του Αριστοφάνη, ένα γουρουνάκι γάλακτος κόστιζε τρεις δραχμές,ποσό που αντιστοιχεί σε τρία ημερομίσθια ενός δημοσίου υπαλλήλου. Στην κλασική Αθήνα, οι περισσότεροι έτρωγαν κρέας, αρνίσιο ή κατσικίσιο, μονάχα στις γιορτές. Μολαταύτα, τόσο οι πλούσιοι όσο και οι φτωχοί κατανάλωναν λουκάνικα.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο είναι γνωστό πως κατανάλωναν αρνίσιο, βοδινό και μοσχαρίσιο κρέας.Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. ο Ησίοδος, περιγράφει στο «Έργα και Ημέραι» την ιδανική αγροτική γιορτή:

«...εἴη πετραίη τε σκιὴ καὶ Βίβλινος οἶνος, μάζα τ᾽ ἀμολγαίη γάλα τ᾽ αἰγῶν σβεννυμενάων, καὶ βοὸς ὑλοφάγοιο κρέας μή πω τετοκυίης πρωτογόνων τ᾽ ἐρίφων·»

        «...θα μπορούσα να έχω τη σκιά ενός βράχου και Βίβλινο κρασί, πέτσα και γάλα από κατσίκες που έχουν στερέψει και κρέας δαμάλιδος η οποία τράφηκε στα δάση και που δεν γέννησε ποτέ ή εριφίων από πρώτη γέννα...»


Το κρέας αναφέρεται πολύ λιγότερο στα κείμενα της κλασικής εποχής σε σύγκριση με την ποίηση της αρχαϊκής εποχής. Κατά πάσα πιθανότητα αυτό δεν οφείλεται σε αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, μα μόνο στους άτυπους κανόνες που διέπουν τα δύο αυτά είδη γραμματείας.

Η κατανάλωση κρέατος έχει εξέχοντα ρόλο στα πλαίσια θρησκευτικών εθιμοτυπικών: η μερίδα των θεών (λίπη και οστά) παραδίδονται στις φλόγες, ενώ η μερίδα των ανθρώπων (το ψαχνό κρέας) μοιράζεται στους παρευρισκομένους. Παράλληλα παρατηρούμε την ακμή ενός εμπορικού κλάδου, εκείνου των ψημένων ή παστών κρεάτων, που φαίνονται επίσης να σχετίζονται με θρησκευτικές τελετές και θυσίες. Χαρακτηριστικό της τεχνικής του Έλληνα χασάπη είναι πως το σφάγιο δεν διαμελιζόταν ανάλογα με τον τύπο των μελών του, μα σε κομμάτια ίσου βάρους. Στην Κρήτη τα καλύτερα από αυτά αποδίδονταν στους φρονιμότερους πολίτες ή στους καλύτερους πολεμιστές. Σε άλλες περιοχές όπως στη Χαιρώνεια, οι μερίδες μοιράζονταν τυχαία με αποτέλεσμα να είναι θέμα τύχης για τον καθένα το αν θα λάμβανε καλό ή κακό κομμάτι.

Κύρια τροφή των Σπαρτιατών πολεμιστών ήταν ένας ζωμός από χοιρινό, γνωστός με την ονομασία μέλας ζωμός. Ο Πλούταρχος υποστηρίζει πως «ανάμεσα στα πιάτα, αυτό που έχαιρε της μεγαλύτερης εκτίμησης ήταν ο μέλας ζωμός, μάλιστα σε τέτοιο σημείο που οι ηλικιωμένοι δεν αναζητούσαν καθόλου το κρέας. Το άφηναν για τους νεότερους και δειπνούσαν μονάχα με το ζωμό που τους παρείχαν».  Για τους υπόλοιπους Έλληνες πρόκειται για αξιοπερίεργο φαινόμενο. «Φυσικά και οι Σπαρτιάτες είναι οι γενναιότεροι ανάμεσα σε όλους», αστειεύεται ένας Συβαρίτης, «ο οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα προτιμούσε να πεθάνει χίλιους θανάτους παρά να διάγει τόσο λιτό βίο».Το πιάτο αυτό αποτελούταν από χοιρινό, αλάτι, ξύδι και αίμα.  Συνοδευόταν από τη γνωστή μάζα, σύκα, τυρί και καμία φορά από θηράματα ή ψάρι. Ο Αιλιανός, συγγραφέας του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ., υποστηρίζει πως στους Λακεδαιμόνιους μάγειρες απαγορευόταν να προετοιμάζουν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από κρέας.

Ψάρι

Η στάση των Ελλήνων απέναντι στο ψάρι ποικίλλει ανάλογα με την εποχή. Στο έπος της Ιλιάδας δεν γίνεται κατανάλωση ιχθύων παρά μόνο ψητού κρέατος.Ο Πλάτων το αποδίδει στην αυστηρότητα των εθίμων της εποχής, εντούτοις μοιάζει πως το ψάρι θεωρούταν φαγητό για φτωχούς. Στην Οδύσσεια αναφέρεται πως οι σύντροφοι του Οδυσσέα κατέφυγαν στο ψάρι, αλλά μόνο γιατί υπέφεραν από την πείνα αφού πέρασαν από τα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης κι έτσι αναγκάστηκαν να φάνε ό,τι υπήρχε διαθέσιμο.

Αντιθέτως, κατά την κλασική εποχή, το ψάρι μετατρέπεται σε προϊόν πολυτελείας, το οποίο αναζητούν για το τραπέζι τους οι γευσιγνώστες. Μάλιστα κατά την ελληνιστική περίοδο συναντούμε και σχετική βιβλιογραφία, όπως ένα σύγγραμα του Λυγκέως από τη Σάμο το οποίο πραγματεύεται την τέχνη του να αγοράζει κανείς ψάρι σε χαμηλές τιμές.  Άλλα ειδικά συγγράματα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας με έξοχες και λεπτομερείς περιγραφές ψαριών είναι: το «Περί Ιχθύων» του Αριστοτέλη, ο «Αλιευτικός» του Νουμηνίου, η «Αλιευομένη», του Αντιφάνους, ο «Ιχθύς» του Αρχίππου.

Πάντως όλα τα προϊόντα αλιείας δεν κόστιζαν το ίδιο. Μια στήλη που ανάγεται στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και που προέρχεται από τη βοιωτική πόλη Ακραιφνία, στη λίμνη της Κωπαΐδας, εμπεριέχει έναν τιμοκατάλογο ψαριών, ίσως για την προστασία των καταναλωτών από την κερδοσκοπία. Οικονομικότεροι όλων είναι οι σκάροι, ενώ η κοιλιά του κόκκινου τόννου κοστίζει τρεις φορές περισσότερο. Οι σαρδέλλες, οι αντζούγιες και οι μαρίδες είναι οικονομικές και αποτελούν φαγητά της καθημερινότητας για τους αρχαίους Αθηναίους. Επίσης στην ίδια κατηγορία μπορούν να αναφερθούν ο λευκός τόνος, το λυθρίνι, το σαλάχι, ο ξιφίας και ο οξύρρυγχος, ο οποίος καταναλώνεται αλατισμένος. Η λίμνη Κωπαϊδα φημιζόταν για τα χέλια της, ξακουστά σε ολόκληρη την Ελλάδα, τα οποία εξαίρονται και στην κωμωδία «Αχαρνείς». Ανάμεσα στα ψάρια του γλυκού νερού μπορούν να σημειωθούν το λαβράκι, ο κυπρίνος και το υποτιμημένο γατόψαρο.

Οι Έλληνες απολάμβαναν εξίσου και τα υπόλοιπα θαλασσινά. Σουπιές (σηπία), χταπόδια (πολύπους) και καλαμάρια (τευθίς) μαγειρεύονταν ψητά ή τηγανητά και σερβίρονταν ως ορεκτικά, ως συνοδευτικά ή ακόμη και στα συμπόσια αν ήταν μικρού μεγέθους. Τα θαλασσινά μεγαλύτερου μεγέθους συγκαταλέγονταν στα πιάτα της υψηλής μαγειρικής.Ο ποιητής Έριφος κατατάσσει τις σουπιές, την κοιλιά του τόνου και τον γόγγρο στα εδέσματα των θεών, απλησίαστα για τους θνητούς με περιορισμένα οικονομικά μέσα.Οι σουπιές και τα χταπόδια αποτελούσαν παραδοσιακά δώρα κατά τον εορτασμό των Αμφιδρομίων, όταν οι γονείς έδιναν ονόματα στα παιδιά τους. Όσον αφορά τα οστρακοειδή, οι αρχαίες πηγές αναφέρουν την κατανάλωση σπειροειδών κοχυλιών, μυδιών, πίννας, αυτιών της θάλασσας, αχιβάδων, πεταλίδων και χτενιών.Ο Γαληνός είναι ο πρώτος που αναφέρει την κατανάλωση ψητών στρειδιών (ὄστρεον).Τέλος εκτίμησης έχαιραν τα καβούρια (καρκίνος), οι αστακοί (ἀστακός), οι αχινοί (ἐχῖνος) και οι καραβίδες (κάραϐος).

Οι ψαράδες στην πλειοψηφία των περιπτώσεων έβγαιναν στη θάλασσα μόνοι και παρέμεναν κοντά στην ακτή. Χρησιμοποιούσαν άγκιστρα, κυρίως χάλκινα, τα οποία έδεναν με ορμιά (πετονιά), φτιαγμένη από τρίχες ζώων ή φυτικές ίνες. Για να βυθίζεται το άγκιστρο, του έδεναν μολύβδινο βαρίδι. Συνηθισμένο ήταν το ψάρεμα με δίχτυα διαφόρων ειδών ανάλογα με το είδος των ψαριών, εφοδιασμένα με φελλούς και βαρίδια, αλλά και το ψάρεμα με καμάκι (κάμαξ) ή τρίαινα. Χρησιμοποιούσαν επίσης κύρτους πλεγμένους από βέργες. Πιο κατάλληλες ώρες για ψάρεμα θεωρούσαν το σούρουπο και το χάραμα. Ψάρευαν επίσης τη νύχτα με φως πυρσών.

Το μεγαλύτερο μέρος της ψαριάς πρέπει να πωλούταν στις αγορές των πόλεων σε ειδικούς χώρους. Το ψάρι εμφανίζεται συχνά διατηρημένο στην άλμη. Πρόκειται για μια διαδικασία πολύ διαδεδομένη στα ψάρια μικρού μεγέθους, ωστόσο απαντάται και σε μεγαλύτερα όπως η παλαμίδα, ο τόνος, το σκουμπρί, η πεσκαντρίτσα και ο οξύρρυγχος, ακόμη στα καβούρια και τους αχινούς.

Αυγά και γαλακτοκομικά

Οι Έλληνες ανέτρεφαν πάπιες, χήνες, ορτύκια και κότες για να εξασφαλίζουν αυγά. Ορισμένοι συγγραφείς κάνουν ακόμη αναφορά σε αυγά φασιανού και αιγυπτιακής χήνας, εντούτοις μπορούμε να υποθέσουμε πως επρόκειτο για σπάνια εδέσματα. Τα αυγά καταναλώνονταν είτε μελάτα είτε σφικτά ως ορεκτικό ή επιδόρπιο. Επιπλέον τόσο ο κρόκος όσο και το ασπράδι του αυγού αποτελούσαν συστατικά διάφορων συνταγών.

Το γάλα ήταν αρκετά διαδεδομένο, ωστόσο σπάνια χρησιμοποιούταν στη μαγειρική. Το βούτυρο ήταν γνωστό, αλλά χρησιμοποιούταν σπάνια: γενικώς θεωρούταν χαρακτηριστικό της διατροφής των κατοίκων της Θράκης τους οποίους ο κωμικός ποιητής Αναξανδρίδας αποκαλεί «βουτυροφάγους».  Παρόλα αυτά τα γαλακτοκομικά προϊόντα έχαιραν εκτίμησης. Η πυριατή ,ήταν ένα είδος παχύρρευστου γάλακτος, το οποίο συχνά συγχέεται με το γιαούρτι. Βασικό συστατικό της ελληνικής διατροφής ήταν το τυρί, είτε από γάλα κατσίκας είτε από γάλα προβάτου. Γινόταν διάκριση ανάμεσα στο φρέσκο και το σκληρό τυρί που πωλούταν σε διαφορετικά καταστήματα: το πρώτο κόστιζε τα δύο τρίτα της τιμής του δεύτερου. Καταναλώνονταν σκέτα ή με μέλι ή με λαχανικά. Επίσης αποτελούσε συστατικό διάφορων συνταγών, ανάμεσα στα οποία συναντούμε και το ψάρι.

Άλλα φαγητά

Άλλα εδέσματα των αρχαίων Ελλήνων ήταν γλυκά όπως η «σησαμίς» (είτε με τη μορφή που έχει το σημερινό παστέλι, είτε σε σφαιροειδή μορφή), οι «πλακούντες», η «άμμιλος» (τούρτα), η «μελιττούτα» (είδος γαλατόπιττας) καθώς και τα «αρτοκρέατα» (κρεατόπιττες), οι «τηγανίτες» ή τα «τήγανα» (τηγανήτες ή λουκουμάδες).

Ποτά

Στη πόση των αρχαίων Ελλήνων με την ευρύτερη κατανάλωση ήταν προφανώς το νερό. Η αναζήτηση νερού υπαγόταν στις εργασίες που έπρεπε να διεκπεραιώσουν καθημερινά οι γυναίκες. Αν και η χρήση πηγαδιού συχνά ήταν αναπόφευκτη, όπως είναι φυσικό υπήρχε προτίμηση σε νερό «από πηγή πάντα ρέουσα και αναβλύζουσα». Το νερό θεωρείται θρεπτικό - κάνει τα δέντρα και τα φυτά να αναπτύσσονται - αλλά και επιθυμητό. Ο Πίνδαρος ονομάζει το νερό μιας πηγής «ευχάριστο σαν μέλι».  Οι πηγές περιγράφουν κατά καιρούς το νερό ως βαρύ (βαρυσταθμότερος), ξηρό (κατάξηρος), όξινο (Ὀξύς), να θυμίζει κρασί (Οἰνώδης) κ.ά. Ένας από τους χαρακτήρες του κωμικού ποιητή Αντιφάνη υποστηρίζει πως θα μπορούσε να αναγνωρίσει ανάμεσα σε όλο το νερό του κόσμου εκείνο της Αττικής από την καλή του γεύση. Τέλος, ο Αθήναιος αναφέρει μια σειρά από φιλοσόφους που κατανάλωναν παρά μόνο νερό, συνήθεια που συνοδεύεται συνήθως από αυστηρή χορτοφαγία.Άλλα ποτά που καταναλώνονται συχνότατα ήταν το γάλα κατσίκας και το υδρόμελι.

Το σκεύος που χρησιμοποιούταν για την πόση ήταν ο σκύφος, κατασκευασμένος από ξύλο, πηλό ή μέταλλο. Ο Κριτίας αναφέρει δια μέσου του έργου του Πλουτάρχου ένα λακωνικής καταγωγής κυκλικό αγγείο, που ονομαζόταν κώθων. Θεωρούνταν από τους αρχαίους το πιο κατάλληλο για στρατιωτική χρήση, γιατί λόγω του χρώματος του δοχείου εμποδίζονταν εκείνος που έπινε να αντιληφθεί τις τυχόν ακαθαρσίες του νερού και χώματα, ενώ παράλληλα είχε αρκετά γυριστό χείλος, ώστε να μένουν σε αυτό οι ακαθαρσίες κατά την πόση. Ένα άλλο διαδεδομένο σκεύος ήταν η κύλικα, ένα ποτήρι κυκλικού σχήματος, βαθύ, αλλά τελείως ανοιχτό, με βάση και δύο λαβές. Επίσης, ο κάνθαρος, αγγείο με δύο, συνήθως ψηλές, κάθετες λαβές και το ρυτόν που ήταν συχνά ζωόμορφο και που χρησιμοποιούταν συνήθως ως κρασοπότηρο σε συμπόσια.

Κατά την αρχαιότητα υπήρχαν πολλά είδη κρασιού: λευκό, κόκκινο, ροζέ. Υπάρχουν μαρτυρίες για όλα τα είδη καλλιέργειας, από το καθημερινό κρασί μέχρι εκλεκτές ποικιλίες. Ξακουστοί αμπελώνες υπήρχαν στη Νάξο, τη Θάσο, τη Λέσβο και τη Χίο. Δευτερεύον κρασί παραγόταν από νερό και μούστο, αναμεμειγμένο με κατακάθια, το οποίο και διατηρούσαν οι χωρικοί για προσωπική τους χρήση. Ορισμένες φορές το κρασί γινόταν γλυκύτερο με μέλι, ενώ μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και για φαρμακευτικούς σκοπούς αν ανακατευόταν με θυμάρι, κανέλλα και άλλα βότανα.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ίσως και λίγο νωρίτερα, ήταν γνωστό ένας πρόγονος της σημερινής ρετσίνας και του βερμούτ. Ο Αιλιανός επίσης αναφέρει έναν οίνο που αναμιγνυόταν με άρωμα.Επίσης παρασκευαζόταν και ζεστό κρασί,ενώ στη Θάσο ένα είδος «γλυκού κρασιού»

Το κρασί στις περισσότερες περιπτώσεις αραιωνόταν με νερό, καθώς ο "άκρατος οίνος" (μη αραιωμένο κρασί) δεν ενδεικνυόταν για καθημερινή χρήση. Το κρασί αναμιγνυόταν σε έναν κρατήρα από τον οποίο οι δούλοι γέμιζαν τα ποτήρια με τη βοήθεια μιας οινοχόης. Το κρασί επίσης είχε θέση και στη γενική ιατρική, καθώς του αποδίδονταν φαρμακευτικές ιδιότητες. Ο Αιλιανός αναφέρει πως το κρασί της Ηραίας στην Αρκαδία μπορεί να επιφέρει τρέλλα στους άνδρες, αλλά και πως καθιστούσε τις γυναίκες γόνιμες. Αντιθέτως ένα κρασί από την Αχαΐα είχε τη φήμη πως μπορούσε να επιφέρει αποβολή στις εγκύους.Εκτός από τις ιατρικές περιστάσεις, η ελληνική κοινωνία αποδοκίμαζε τις γυναίκες που έπιναν κρασί. Σύμφωνα με τον Αιλιανό ένας νόμος στη Μασσαλία απαγόρευε στις γυναίκες να πίνουν ο,τιδήποτε εκτός από νερό.Η Σπάρτη ήταν η μοναδική πόλη όπου επιτρεπόταν στις γυναίκες να καταναλώνουν ό,τι ήθελαν.

Τα κρασιά που προορίζονταν για τοπική χρήση διατηρούνταν σε ασκιά. Εκείνα που επρόκειτο να πουληθούν τοποθετούνταν σε πίθους, μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία από πηλό. Κατόπιν μεταφέρονταν σε σφραγισμένους αμφορείς για να πωληθούν ανεξάρτητα, είτε στον ίδιο τόπο, είτε σε άλλο, μεταφερόμενοι με πλοία. Τα επώνυμα κρασιά έφεραν ετικέτες με το όνομα του παραγωγού ή των αρχόντων μιας πόλης που εγγυόντουσαν την καταγωγή του.Αποτελεί το πρώτο παράδειγμα στην ιστορία μιας πρακτικής που επιβιώνει ως τις ημέρες μας.


Κυκεών και Πτισάνη

Ο Έλληνες παρασκεύαζαν επίσης ένα τρόφιμο ανάμεσα στο φαγητό και το ποτό που ονομαζόταν κυκεών (προέρχεται από το ρήμα κυκάω που σημαίνει «ανακατεύω»). Πρόκειται για πληγούρι κριθαριού στο οποίο προσέθεταν νερό και βότανα. Στην Ιλιάδα περιελάμβανε επίσης τριμμένο κατσικίσιο τυρί. Στην Οδύσσεια, η μάγισσα Κίρκη του προσέθεσε μέλι κι ένα μαγικό φίλτρο.Στον Ομηρικό Ύμνο της Δήμητρας,  η θεά απορρίπτει το κόκκινο κρασί, ωστόσο δέχεται κυκεώνα από νερό, αλεύρι και βλήχονα. Χρήσιμος και ως ιερό ποτό στα Ελευσίνια Μυστήρια, ο κυκεώνας αποτελεί και λαϊκή τροφή ιδίως στην ύπαιθρο: ο Θεόφραστος στους «Χαρακτήρες» του παρουσιάζει έναν αγρότη που ήπιε δυνατό κυκεώνα προκαλώντας δυσφοριά στους διπλανούς του στην Εκκλησία του Δήμου με την αναπνοή του.Το ποτό αυτό είναι επίσης φημισμένο για την ιδιότητά του να βοηθά στην πέψη. Έτσι, στην «Ειρήνη», ο θεός Ερμής το συνιστά στον πρωταγωνιστή που το παράκανε τρώγοντας ξηρά φρούτα.

Στην ίδια λογική, η πτισάνη ήταν ένα αφέψημα από κριθάρι που χρησίμευε ως τροφή για αρρώστους. Ο Ιπποκράτης το συνιστά σε ασθενείς που υποφέρουν από οξείες παθήσεις.



Καλοφαγάδες και μάγειροι

Κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, η λιτότητα, την οποία επέβαλλαν οι φυσικές και κλιματικές συνθήκες της Ελλάδας, αναγνωρίζεται ως αρετή. Οι Έλληνες δεν αγνοούν την καθαρή απόλαυση που μπορεί να προσφέρει το φαγητό, εντούτοις το τελευταίο ώφειλε να παραμένει απλό. Ο Ησίοδος, ως άνθρωπος της υπαίθρου, θεωρεί πραγματικό τσιμπούσι μια μερίδα κρέατος ψημμένη στη σχάρα, το γάλα και τις γαλέττες, όλα αυτά στα πλαίσια μιας ηλιόλουστης ημέρας. Ακόμη καλύτερο γεύμα θεωρείται το δωρεάν γεύμα: «ξεφάντωμα χωρίς πληρωμή είναι κάτι που δεν πρέπει να αφήνει κανείς να πάει χαμένο», σημειώνει ο φιλόσοφος Χρύσιππος.

Η επιδίωξη της γαστρονομικής υπερβολής θεωρούταν, αντίθετα, απαράδεκτη, το δίχως άλλο ένα σημάδι ανατολίτικης μαλθακότητας: οι Πέρσες ήταν πρότυπο παρακμής εξαιτίας της αγάπης τους για την πολυτέλεια, η οποία εκδηλώνεται φυσικά και στο τραπέζι. Οι αρχαίοι συγγραφείς αρέσκονταν στο να περιγράφουν το γεύμα του Μεγάλου Βασιλέως των Αχαιμενιδών: ο Ηρόδοτος, ο Κλέαρχος ο Σολεύς, ο Στράβων και ακόμη περισσότερο ο Κτησίας συμφωνούν στις περιγραφές τους.

Από την άλλη πλευρά, οι Έλληνες τόνιζαν με υπερηφάνεια την αυστηρότητα των διατροφικών τους συνηθειών. Ο Πλούταρχος αφηγείται πως ένας από τους βασιλείς του Πόντου, περίεργος να δοκιμάσει τον περίφημο «μέλανα ζωμό» των Λακεδαιμονίων, αγόρασε έναν μάγειρα από τη Λακωνία. Δοκιμάζοντάς το διαπίστωσε πως ήταν πολύ άνοστο για τα γούστα του. Ο μάγειράς του, ωστόσο, απεφάνθη: «Ω βασιλιά, για να εκτιμήσει κάποιος αυτό το ζωμό, πρέπει αρχικά να κολυμπήσει στον ποταμό Ευρώτα». Σύμφωνα με τον Πολύαινο, ο Αλέξανδρος ο Μέγας, ανακαλύπτοντας την αίθουσα όπου παρατίθονταν τα γεύματα της περσικής αυλής, ειρωνεύτηκε το γούστο τους στο φαγητό και σε αυτό απέδωσε την ήττα τους. Ο Παυσανίας από τη Σπάρτη, μαθαίνοντας τις διατροφικές συνήθειες του Πέρση Μαρδόνιου, ειρωνεύτηκε τους Πέρσες που επιθυμούσαν να κατακτήσουν τους Έλληνες τη στιγμή που ζούσαν τόσο απλά.




Αποτέλεσμα αυτής της λατρείας για την αυστηρότητα, ήταν η κουζίνα παραμένει για αιώνιες βασίλειο των γυναικών, είτε ελεύθερων είτε δούλων. Μολαταύτα, στην κλασική περίοδο κάνουν την εμφάνισή τους στην αρχαία γραμματεία ειδικοί στη μαγειρική. Τόσο ο Αιλιανός, όσο και ο Αθήναιος αναφέρουν τους χίλιους μάγειρες που συνόδευαν το Σμινδυρίδη από τη Σύβαρη στο ταξίδι του στην Αθήνα κατά την εποχή του Κλεισθένη, αν και με αποδοκιμασία. Ο Πλάτων στο έργο του «Γοργίας» αναφέρει το Θεαρίωνα τον αρτοποιό, το Μίθαικο που συνέγραψε μια πραγματεία για τη μαγειρική των Σικελών και το Σάραμβο που πωλούσε κρασιά. Τρεις εξέχοντες γνώστες των γλυκισμάτων, της κουζίνας κα του οίνου. Και διάφοροι άλλοι μάγειρες συνέγραψαν έργα σχετικά με την τέχνη τους.

Με το πέρασμα του χρόνου, οι Έλληνες όλο και πιο πολύ εξελίσσονται σε καλοφαγάδες. Ο Αιλιανός σημειώνει: «στη Ρόδο, εκείνος που προσέχει ιδιαίτερα τα ψάρια και τα εκτιμά κι εκείνος που ξεπερνά τους πάντες σε γευσιγνωσία εγκωμιάζεται, θα λέγαμε, από τους συμπολίτες του ως ευγενικό πνεύμα». Κατά την ελληνιστική και κατόπιν κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, οι Έλληνες - τουλάχιστον οι εύποροι - χάνουν σιγά σιγά την εμμονή στη λιτότητα. Οι συνδαιτημόνες του συμποσίου το οποίο αφηγείται ο Αθήναιος κατά το 2ο - 3ο αιώνα μ.Χ. αφιερώνουν μεγάλο μέρος της συζήτησής τους σε απόψεις για το κρασί και τη γαστρονομία. Αναφέρονται στις ιδιότητες κάποιων ποικιλιών κρασιού, λαχανικών και κρεάτων, καθώς και σε ξακουστά πιάτα (γεμιστό καλαμάρι, κοιλιά κόκκινου τόνου, καραβίδες, μαρούλια ποτισμένα με οίνο και μέλι). Επικαλούνται ακόμη μεγάλους μάγειρες όπως ο Σωτηρίδης, σεφ του βασιλέως Νικομήδη Α' της Βιθυνίας. Όταν ο αφέντης του Σωτηρίδη βρισκόταν βαθειά στην ενδοχώρα πεθύμησε να φάει αντζούγιες. Εκείνος τότε προσομοίασε τη γεύση τους χρησιμοποιώντας ραπανάκια προσεκτικά τυλιγμένα ώστε να θυμίζουν αντζούγιες, λαδωμένα και αλατισμένα, πασπαλισμένα με σπόρους παπαρούνας. Το κατόρθωμα αυτό η Σούδα, μια βυζαντινή εγκυκλοπαίδεια, το αποδίδει λανθασμένα στο διάσημο Ρωμαίο γευσιγνώστη Απίκιο (1ος αιώνας π.Χ.), απόδειξη πως οι Έλληνες δεν υπολείπονταν πλέον σε τίποτα από τους Ρωμαίους.
Ιδιαίτερες διατροφικές συνήθειες

Ο ορφισμός και ο πυθαγορισμός, δύο αρχαιοελληνικά θρησκευτικά ρεύματα, πρότειναν ένα διαφοροποιημένο τρόπο ζωής, βασισμένο στην αγνότητα και την κάθαρση - στην πραγματικότητα πρόκειται για μία μορφή άσκησης. Στο πλαίσιο αυτό η χορτοφαγία αποτελεί κεντρικό σημείο στην ιδεολογία του ορφισμού, καθώς και σε μερικές από τις παραλλαγές του πυθαγορισμού.Ο Εμπεδοκλής τον 5ο αιώνα π.Χ. πλαισιώνει τη χορτοφαγία στην πεποίθηση της μετεμψύχωσης: ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι ένα ζώο που θανατώνεται δεν αποτελεί το καταφύγιο μιας ανθρώπινης ψυχής; Οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ωστόσο, πως ο Εμπεδοκλής, αν ήθελε να είναι συνεπής με την ίδια του τη λογική, θα έπρεπε να αρνείται επίσης να καταναλώνει και φυτά για τον ίδιο λόγο. Η χορτοφαγία πιθανώς επίσης εκπορεύεται από την απέχθεια προς τη θανάτωση ζωντανών οργανισμών, καθώς ο ορφισμός δίδασκε την αποχή απο αιματοχυσίες.

Η διδασκαλία του Πυθαγόρα τον 4ο αιώνα π.Χ. είναι ακόμη δυσκολότερο να οριοθετηθεί με ακρίβεια. Οι ποιητές της Μέσης Κωμωδίας, όπως ο Άλεξις ή ο Αριστοφών, περιγράφουν τους πυθαγόρειους ως αυστηρά χορτοφάγους: μάλιστα ορισμένοι περιορίζονταν μονάχα στην κατανάλωση ψωμιού και νερού. Ωστόσο, άλλα ρεύματα περιορίζονταν στην απαγόρευση συγκεκριμένων φυτικών τροφών όπως τα κουκιά  ή ιερών ζώων όπως ο λευκός κόκκορας ή ακόμη συγκεκριμένων σημείων του σώματος των ζώων. Τέλος, ακόμη και οι οπαδοί της χορτοφαγίας σε συγκεκριμένες θρησκευτικές περιστάσεις κατανάλωναν θυσιασμένα ζώα, κατά την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.

Η χορτοφαγία και η ιδέα της αγνότητας παρέμειναν στενά συνδεδεμένες και ορισμένες φορές συνοδεύονταν κι από την αποχή από τη σεξουαλική πράξη. Στο έργο του «Περί σαρκοφαγίας» ο Πλούταρχος (1ος - 2ος αιώνας μ.Χ.) αναβιώνει την αντίληψη πως η αιματοχυσία αποτελεί βάρβαρη πράξη και ζητά από τον άνθρωπο που καταναλώνει σάρκα να δικαιολογήσει την προτίμησή του.

Ο νεοπλατονικός Πορφύριος από την Τύρο (3ος αιώνας), στο έργο του «De abstinentia ab esu animalium» συνδέει τη χορτοφαγία με τα κρητικά μυστήρια και παρέχει έναν κατάλογο με διάσημους χορτοφάγους του παρελθόντος, ξεκινώντας από τον Επιμενίδη. Για εκείνον, είναι ο ήρωας Τριπτόλεμος, που δέχτηκε από το θεά Δήμητρα ένα στάχυ ως δώρο, εκείνος που εισήγαγε τη χορτοφαγία. Οι τρεις εντολές του ήταν: «Τίμα τους γονείς σου», «Τίμα τους θεούς με καρπούς» και «Δείξε οίκτο στα ζώα».


Διατροφή των αρρώστων

Οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί συμφωνούν για την αναγκαιότητα ιδιαίτερης διατροφής για τους αρρώστους, εντούτοις οι απόψεις τους για το ποια τρόφιμα πρέπει να περιλαμβάνει δεν συμφωνούν. Στο έργο του «Περί Διαίτης Οξέων» ο Ιπποκράτης αναφέρεται στις ευεργετικές ιδιότητες της πτισάνης, η οποία αφομοιώνεται εύκολα από τον οργανισμό και προκαλεί πτώση του πυρετού. Εντούτοις, άλλοι τη θεωρούν βαρειά, καθώς εμπεριέχει σπόρους κριθαριού, ενώ άλλοι την συνιστούν με την προϋπόθεση να μην τοποθετούνται οι σπόροι αυτοί κατά την προετοιμασία της. Ορισμένοι ιατροί δεν επιτρέπουν παρά μόνο υγρές τροφές μέχρι και την έβδομη ημέρα, και μετά επιτρέπουν την πτισάνη. Τέλος μια μερίδα εξ αυτών υποστηρίζει πως δεν θα πρέπει να καταναλώνονται στερεές τροφές καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειας.

Οι ίδιες οι μέθοδοι του Ιπποκράτη αποτελούν αντικείμενο διχογνωμίας ανάμεσα στους διάφορους ιατρούς: άλλοι κατηγορούν το μεγάλο ιατρό πως υποσιτίζει τους ασθενείς του, ενώ άλλοι πως τους τρέφει υπερβολικά. Κατά την ελληνιστική εποχή, ο αλεξανδρινός Ερασίστρατος προσάπτει στον Ιπποκράτη ότι απαγόρευε στους αρρώστους να τρώνε ο,τιδήποτε παρά λίγο νερό, χωρίς να λαμβάνουν κανένα άλλο θρεπτικό στοιχείο: πρόκειται πράγματι για την πρακτική των μεθοδικών που δεν επέτρεπαν στους ασθενείς τη λήψη τροφής κατά το πρώτο 48ωρο. Αντίθετα, κάποιος Πετρονάς συνιστά την κατανάλωση χοιρινού και τη λήψη ανόθευτου οίνου.

Διατροφή των αθλητών

Αν θεωρήσουμε τον Αιλιανό αξιόπιστη πηγή, ο πρώτος αθλητής που ακολούθησε ποτέ ειδική διατροφή ήταν ο Ίκκος από τον Τάραντα, που έζησε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. Ο Πλάτων επιβεβαιώνει πως ακολουθούσε πολύ πειθαρχημένο πρόγραμμα, με την έκφραση «γεύμα του Ίκκου» να γίνεται παροιμιώδης. Ωστόσο, ο Μίλων από τον Κρότωνα, ολυμπιονίκης της πάλης, κατείχε τη φήμη πως κατανάλωνε 7,5 λίτρα κρασιού, 9 κιλά ψωμί και κάμποσο κρέας καθημερινά.  Πριν από αυτόν, οι αθλητές της κλασικής εποχής ακολουθούσαν δίαιτα στηριγμένη στις ξηρές τροφές (ξηροφαγία), όπως για παράδειγμα στα ξηρά σύκα, το τυρί και το ψωμί.Ο Πυθαγόρας (είτε ο γνωστός φιλόσοφος είτε κάποιος προπονητής αθλητών) είναι ο πρώτος που συμβουλεύει τους αθλητές να καταναλώνουν κρέας.

Ακολούθως, οι προπονητές συνιστούν μια προκαθορισμένη διατροφή: για να κατακτήσει κάποιος έναν ολυμπιακό τίτλο «πρέπει να ακολουθεί ιδιαίτερη διατροφή, να μην τρώει επιδόρπια, να μην πίνει παγωμένο νερό και να μην καταναλώνει ποτήρια κρασιού όποτε του κάνει κέφι».Η διατροφή αυτή πρέπει να είχε ως βάση το κρέας, πληροφορία που επιβεβαιώνει ο Παυσανίας.Ο ιατρός Γαληνός αποδοκιμάζει τους συγχρόνους του αθλητές επειδή καταναλώνουν ωμό κρέας που ακόμη στάζει αίμα. Θεωρεί πως η συνήθεια αυτή προκάλεί πύκνωση της σαρκικής μάζας εξαφανίζοντας την εσωτερική θερμότητα του σώματος, οδηγώντας σταδιακά τον αθλητή στο θάνατο. Αντίθετα, υποστηρίζει πως η διατροφή πρέπει να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε αθλητή και να βασίζεται στις συμβουλές εξειδικευμένου ιατρού.

Πηγές για την αρχαιοελληνική διατροφή

Για τις τροφές και τις διατροφικές συνήθειες των Αρχαίων Ελλήνων, αντλούμε πληροφορίες από διαφορετικές πηγές, ανάλογα με την εκάστοτε εποχή. Ειδικά, για τις πρώτες χιλιετίες, σημαντική θεωρείται η συμβολή της αρχαιολογίας. Έτσι, από πινακίδες της Πύλου και της Κνωσού, πληροφορούμαστε για τη διατροφή των Μυκηναίων και των Μινωιτών. Για τη Γεωμετρική εποχή (1100-800 π.Χ.) χρησιμοποιούνται τα έπη του Ομήρου, τα οποία και απεικονίζουν την πραγματικότητα.Αντίθετα, ωστόσο, με τις προηγούμενες περιόδους, για την Κλασική εποχή η σπουδαιότερη πηγή είναι η αρχαία ελληνική γραμματεία,όπως οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και τα έργα του Αθήναιου. Σε γενικές γραμμές, πάντως, πληροφορίες μας παρέχουν και τα αγγεία και τα αγαλματίδια.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Γιατί οφείλουμε να διδάσκουμε τα Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά μας

Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα; Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.

Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο της δόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης∙ νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές∙ αλλάξαμε θρησκεία∙ στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα‐φυσικά εξελιγμένη‐, με τα ίδια ιδανικά, και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια.Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.

Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.

Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς.

Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κι αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας.

Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι−ο τέλειος άνθρωπος. Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίο Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι:

Στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό. Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν∙ για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων∙ για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους∙ για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη∙ προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.

H υπερσύγχρονη διάνοια της Σπάρτης

ANTON POWELL, καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Ουαλίας (Αγγλία)


Ποια κοινότητα ήταν το σχολείο της κλασικής Ελλάδας;». Ο κάθε μορφωμένος άνθρωπος νομίζει ότι ξέρει: «Η Αθήνα, φυσικά». Αλλά, και προς τιμήν τους, οι αρχαίοι Αθηναίοι δεν ήταν τόσο σίγουροι. Γνώριζαν κάποια άλλη ελληνική πόλη, πολύ μικρότερη, της οποίας η διάνοια επισκίαζε τα αθηναϊκά όνειρα. Ο Περικλής έκανε ό,τι μπορούσε για να εξυψώσει την Αθήνα και να υποβαθμίσει τη Σπάρτη. Ο Θουκυδίδης τον κατέγραψε να ισχυρίζεται, στον Επιτάφιο του το 431/30 π.Χ., ότι η Αθήνα παρείχε της Ελλάδος παίδευσιν. Ήταν σίγουρο ότι ο Περι­κλής εννοούσε ότι η Αθήνα με τους φιλοσόφους της και τους περίπλοκα ομιλούντες δημόσιους άνδρες ήταν το σχολείο της Ελλάδας; Χωρίς αμφιβολία θα είχε ευχαρίστως ισχυριστεί αυτό, αν ήταν η αλήθεια. Αλλά δεν το κάνει. Η Αθήνα, σύμφωνα μ’ αυτόν, παρείχε όχι το εκπαιδευτικό πρότυπο στην Ελλάδα, αλλά ένα εκπαιδευτικό πρότυπο (όχι την παίδευσιν αλλά απλά παίδευσιν). Ο λόγος της περιοριστικής διατύπωσης του Περικλή είναι ότι η Σπάρτη επίσης χρησίμευε ως πρότυπο, και πιθανά πιο χαρισματικός. Οι παίδες της Σπάρτης, αντίθετα με εκείνους της Αθήνας, μορφώνονταν συστηματικά από την πολιτεία. Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τη Σπάρτη, αργότερα παραδέχτηκε διστακτικά ότι τιμούσε τη Σπάρτη που δεν ε­μπιστευόταν την εκπαίδευση στη γονική επιλογή, δηλαδή στην τύχη. Οι άλλοι Έλληνες, κατά κάποιο τρόπο, διαισθάνονταν ότι η επιτυχία των αραιοκα­τοικημένων, ανοχύρωτων χωριών οφειλόταν σε εκείνη την εκπαίδευση. Όμως το πώς ακριβώς η εκπαίδευση επέτρεπε στη Σπάρτη να είναι η μοναδι­κή υπερδύναμη της Ελλάδας ήταν για τους σύγχρονους σκεπτικιστές αντικείμενο αμφισβήτησης και μυστηρίου. Ποιες ήταν αυτές, οι άξιες μίμησης, τεχνικές της Σπάρτης; Η Σπάρτη χαιρόταν που έμενε μυστήριο. Οι ικανότητες της θα παρέμεναν κρυφές. Δεν είχε καμιά επιθυμία να γίνει ο δάσκαλος της Ελλάδας, αν μπορούσε να το αποφύγει. Μαθαίνουμε για ένα Σπαρτιάτη Βασιλιά, τον Αγησίλαο, που επικρίνε­ται από ένα συμπολίτη του ou πολεμάει πολύ συ­χνά εναντίον των Θηβών και έτσι «δίδασκε τους Θηβαίους πώς να πολεμούν». Ακόμη και το γεγονός της σπαρτιατικής διάνοιας έπρεπε να μείνει κρυφό. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος καυ­χιόταν ότι ο λαός του εκπαιδευόταν να έχει έλλειψη κριτικής αντίληψης. Μέχρι πρόσφατα Ευρωπαίοι μελετητές αποδέχονταν αυτή τη σπαρτιατική προπαγάνδα. Ο Tζορτζ Φόρεστ (George Forrest), καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας στην Οξφόρδη στο τέλος του 20ού αιώνα, έγραψε: «Ένας πολύ ευφυής Σπαρτιάτης; Υπήρχε τέτοιο πράγμα; Αν όχι…». Όμως νέα έρευνα, βασισμένη σε διορατικές αναφορές των αρχαίων Ελλήνων, φέρνει στο φως τώρα τη σπαρτιατική διάνοια. Και τα ευρήματα μαρτυρούν ou, κατά αξιοσημείωτο τρόπο, η Σπάρτη προκατέλαβε τις σύγχρονες μεθόδους.

Σε βαθμό μοναδικό στην Ελλάδα, οι Σπαρτιάτες χρησιμοποίησαν την εξειδίκευση. Ο Περικλής το διαισθάνθηκε αυτό. Περιέγραψε με λαμπρά χρώ­ματα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που έκαναν την Αθήνα διαφορετική από τη μεγάλη αντίπαλο της. Οι περιγραφές αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποκαλύψουν τη μορφή της σκιάς της Σπάρτης. Εμείς οι Αθηναίοι, περηφανεύθηκε ο Περικλής, είμαστε ασυνήθιστα πολυτάλαντοι. Οι πολίτες μας μπορούν να στρέψουν με επιτυχία τα χέρια τους σε τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα. Με άλλα λόγια, οι Σπαρτιάτες ήταν περιορισμένοι ή, με τη δική μας, θετική φρασεολογία, εξειδικευμένοι. Οι Αθηναίοι ήξεραν πώς να αυτοσχεδιάσουν, είπε ο Περικλής, ενώ οι Σπαρτιάτες ήταν κοπιαστικά εκπαιδευμένοι. Μ’ άλλα λόγια, οι Σπαρτιάτες ήταν υψηλά εκπαιδευμένοι. Σαν τους σημερινούς ειδι­κευμένους σ’ ένα αντικείμενο, οι Σπαρτιάτες μπορεί να ήταν υπερβολικά αδαείς όταν βρίσκονταν έξω από το αντικείμενο τους. Οι μη Σπαρτιάτες κατεδείκνυαν με ευθυμία τις συνέπειες. Οι γυναίκες της Σπάρτης, όταν ήρθαν αντιμέτωπες με μια εχθρική εισβολή το 370 π.Χ., δεν φάνηκαν χρήσιμες, όπως θα έκαναν άλλες Ελληνίδες. Αντίθετα, είπε ο Αριστοτέλης, δημιούργησαν μεγαλύτερη σύγχυση από τον εχθρό. Αλλά οι γυναίκες της Σπάρτης δεν είχαν εκπαιδευτεί για να βοηθούν στη μάχη. Ήταν αθλητικά εκπαιδευμένες για να είναι δυνατές στην ανατροφή των παιδιών και για να εν­θαρρύνουν την πολεμική αρετή. Και σ’ αυτούς τους εξειδικευμένους ρόλους είχαν τη φήμη των καλύτερων γυναικών στην Ελλάδα.

Η σύγχρονη ανάλυση εξειδικευμένων αθλητών εστιάζει στην επιλογή του κατάλληλου χρόνου (timing), δηλαδή σε ποια χρονική στιγμή της κούρσας δίνει ο αθλητής όλες τις δυνάμεις του. Παρομοίως, ισχύει για τους εξειδικευμένους πολιτικούς και τη διαχείριση των μέσων ενημέρωσης: η επιλογή του σωστού χρόνου είναι το παν -έχουν μάθει να δημοσιοποιούν τις άσχημες ειδήσεις όταν το κοινό είναι απορροφημένο από κάτι άλλο. Όπως για τους αθλητές του πολέμου και για τους πολιτικούς, η χρήση του «timing» από τη Σπάρτη ήταν πειθαρχημένη σε βαθμό αξεπέραστο ακόμη και σήμερα. Πρόσφατη ανάλυση έχει εξετάσει το «timing» όλων των περιπτώσεων κατά τον 5ο αιώνα που η Σπάρτη άνοιξε ή σκόπευε ν’ ανοίξει έναν επιθετικό πόλεμο κατά της Αθήνας. Το αποτέλεσμα δημιουργεί μια εντυπωσιακή αντίληψη της σπαρτιατικής στρατηγικής ικανότητας. Όταν η Αθήνα είχε κάποια δυσκολία, για παράδειγμα όταν τα στρατεύματα έπρεπε να καταπνίξουν μια εξέγερση στην αυτοκρατορία της, η Σπάρτη συστηματικά εκμεταλλευόταν την ευκαιρία.

Κάθε φορά που η Αθήνα εί­χε μια αδυναμία κατάλληλη για εκμετάλλευση σε εποχή ειρήνης, η Σπάρτη εκμεταλλευόταν την ευκαιρία και προσπαθούσε ν’ ανοίξει πόλεμο. Η εχθρότητα της Σπάρτης κατά της Αθήνας με άλλα λόγια ήταν διαρκής. Αλλά, δεδομένης εκείνης της εχθρότητας, η αυτοπειθαρχία της Σπάρτης αποδεικνύεται τώρα πέρα για πέρα αξιοσημείωτη. Οι Σπαρτιάτες ποτέ δεν επιτέθηκαν απλώς επειδή ήταν θυμωμένοι, αλλά ως εκπαιδευμένοι ειδικοί, πάντοτε περίμεναν συστηματικά την ευκαιρία. Η σπαρτιατική πολιτική είχε μια δική της κομψότητα.

Στη Σπάρτη φαινομενικά δεν υπήρχε μέρος για βιβλία. Ακόμη και τα μεγάλα επιχειρήματα που παραδίδονταν προφορικά απορρίπτονταν λόγω αρχής. Μια ομιλία που έγινε από Σαμιώτες επικρίθηκε περιφρονητικά σύμφωνα με τον Ηρόδοτο: «Έχουμε ξεχάσει την αρχή της και δεν καταλαβαί­νουμε το υπόλοιπο». Αλλά η άγνοια αυτή, που χωρίς αμφιβολία διογκωνόταν από τους Σπαρτιάτες, δεν προερχόταν από ηλιθιότητα. Ήταν, και αυτή, η αντίστροφη πλευρά μιας εξειδίκευσης. Μέτριοι στα μεγάλα επιχειρήματα, οι Σπαρτιάτες παραμένουν παγκοσμίως γνωστοί για τα μικρά επιχειρήματα: λακωνική σοφία. Σήμερα, με την τηλεόραση να έ­χει κάνει τον κόσμο μας λιγότερο μορφωμένο και περισσότερο οπτικό, ο σπαρτιατικός τρόπος ομιλίας έχετε έρθει στην επικαιρότητα με ένα καινούργιο όνομα, «ο ήχος που δαγκώνει». Αλλά παράλληλα με τα αποφθέγματα τους, οι Σπαρτιάτες είχαν έναν άλλο τύπο πειθούς, έναν τύπο εμφανώς πιο σύγχρονο: το οπτικό σχήμα λόγου. Ο στρατός της Σπάρτης ήταν σκηνοθετημένος με την επιδεξιότητα του Χόλιγουντ. Η εντυπωσιακή κόμη των στρατιωτών υπήρχε για να τρομοκρατεί, έλεγε ο Ξενοφών. Ο ευδιάκριτος κόκκινος μανδύας τραβούσε την προσοχή του εχθροί. Το μήνυμα του μανδύα ήταν ένα μήνυμα εκφοβισμού και αυτοπε­ποίθησης: «Αυτός δεν είναι απλά ο ενωμένος πελοποννησιακός στρατός, είναι ένας στρατός που οδηγείται από τους Σπαρτιάτες. Και οι Σπαρτιάτες δεν κρύβουν τη θέση τους. θέλουν να ξέρεις που ακριβώς είναι». 

Προχωρώντας προς τη μάχη υπό τον ήχο των αυλών, ο στρατός της Σπάρτης εντυπωσίαζε σαν αστραφτερή μηχανή. Ακόμη και πριν φύγουν για τη μάχη, οι Σπαρτιάτες δημιουργούσαν ένα οπτικό σκηνικό σχεδιασμένο για να εντυπωσιάζει. Ο Ξενοφών έγραψε γι’ αυτό το απόλυτο θέαμα: «Από αυτό που μπορούσες να δεις καθώς οι στρατιώτες της Σπάρτης γυμνάζονταν και προετοίμαζαν τις πανοπλίες, αληθινά πίστευες ότι η πόλη είναι ένα πολεμικό εργαστήρι». Αιώνες αργότερα, όταν η Σπάρτη είχε γίνει μια μικροσκοπική μονάδα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τα οπτικά μαθήματα συνεχίστηκαν. Τουρίστες έρχονταν, για να παρακολουθήσουν τα αγόρια της Σπάρτης να υποφέρουν σιωπηρά, πολλές φορές να πεθαίνουν από το μαστίγωμα στον ιερό χώρο της Ορθίας Αρτέμιδος. Το πλέον αξιομνημόνευτο επιχείρημα των Σπαρτιατών παρέμενε το δικό τους σώμα, έντεχνα παρουσιαζόμενο.

Παράλληλα με την επιδέξια οπτική προπαγάνδα πήγαινε και μια άλλη πολύ γνωστή σε όλους σύγχρονη τεχνική. Το μεγάλο ψέμα: πιθανά όλες οι κοινωνίες παράγουν ψεύδη. Αλλά οι απάτες της Σπάρτης οργανώνονταν με ολοκληρωτική διάνοια. Σήμερα μελετώνται από τους λογίους σαν μια μορφή τέχνης. Δύο φορές πριν από τη μάχη Σπαρτιάτες αρχηγοί είχαν πάρει ειδήσεις για μια ήττα κάπου αλλού. Αλλά δεν έλεγαν την αλήθεια στους στρατιώτες. Αντίθετα. διέταζαν έναν «αγγελιαφόρο» να έρθει στεφανωμένος, για να φέρει τα νέα για μια «νίκη». Γίνονταν θυσίες για να ευχαριστήσουν τους θεούς. Πίστευαν ότι οι στρατιώτες ενθαρρυμένοι με ψεύτικα νέα θα πολεμούσαν καλύτερα. Ο Ξενοφών, ένας θαυμαστής της Σπάρτης, αρεσκόταν να πιστεύει ότι τον καιρό της ειρήνης η Σπάρτη ήταν αυστηρά τίμια στη διπλωματία της. «Αλλά ένας Σπαρτιάτης βασιλιάς», έγραφε περήφανα ο Ξενοφών, «απ’ τη στιγμή που κηρυσσόταν ο πόλεμος, και η εξαπάτηση γινόταν αποδεκτή στη θρησκεία, υπερτε­ρούσε εξ ολοκλήρου του εχθρού του σε δόλο».

Παραδοσιακά, η μελέτη της Σπάρτης έχει νο­σηρά διαχωριστεί μεταξύ αντιπάλων Ζηλωτών. Οι υποστηρικτές των δικτατοριών του 20ού αιώνα θαύμαζαν τη Σπάρτη για την ήπια κυριαρχία της, τη σύνθλιψη του ακατάλληλου ατόμου. Οι εραστές της ελευθερίας ένιωθαν φρίκη με τις μεθό­δους της. Καμία πλευρά δεν μπόρεσε να ερευνήσει ήρεμα την ικανότητα της Σπάρτης να πετυχαίνει τους σκοπούς της. Ιοως μόνο τώρα, σε μια καλλιεργημένη αλλά όλο πιο πολύ οπτική κοινωνία, να μπορέσουμε να κοιτάξουμε πιο βαθιά, με κατανόηση αλλά όχι πλήρη θαυμασμό, το σκοτεινό πλανήτη που επισκίασε τον αθηναϊκό ήλιο.

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Οι Έλληνες δεν ήταν ειδωλολάτρες αλλά ιδεολάτρες!

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, στο «Μετά τα Φυσικά, 1049a.26, 1029a.20, 1036a.23», η αρχική κοσμική ύλη είναι αγέννητος, άφθαρτος, αόριστος, άγνωστος καθ’ αυτήν, νεκρά, άμορφος και έξωθεν κινούμενη. Τα τέσσερα αρχικά κοσμικά στοιχεία των φιλοσόφων της κοσμολογικής περιόδου, και δη του Εμπεδοκλέους, είναι οι εκδηλώσεις της αρχικής κοσμικής ουσίας.


Συμφώνως με τον Αριστοτέλη, στο «Φυσικά, 192a.16, 192b.18», «Μετά τα Φυσικά, 1072b.3», η σκόπιμος κίνηση προκαλεί μορφοπλασματική ενέργεια, δια της οποίας η κοσμική ύλη μεταβαίνει εκ της δυνατότητας «δυνάμει» εις την πραγματικότητα «ενέργεια», δια της οποίας λαμβάνουνε υπόσταση τα πράγματα δια της επί της ύλης κυριαρχίας του Είδους (Ιδέα), όπερ αποτελεί την έννοια, την ουσία, τον τελικό σκοπό και την δύναμη, ήτις πραγματοποιεί τον σκοπό αυτόν.


Στην Γη κυριαρχεί δύναμη δημιουργός των τελικών μορφών της ύλης, η Εντελέχεια (βλ. Αριστοτέλης «Μετά τα Φυσικά, 1092a.3, 1050a.22»), η οποία εξωτερικώς εκδηλώνεται κατά την σχέση των συστατικών στοιχείων προς άλληλα και εσωτερικώς ως ψυχή των έμβιων όντων. Θρεπτική εις τα φυτά, αισθητική και κινητική στα ζώα και νοητική στον άνθρωπο, στον οποίο αθάνατος και θείος είναι ο ποιητικός νους, όστις προέρχεται, ως θείον δώρο, έξωθεν (θύραθεν) και είναι αληθώς θείος : είναι το καθαρό Λογικό, ο Νους. Ο θείος ούτος ξένος παρέχεται αφ’ εαυτού στον άνθρωπο, κατά την διάρκεια της ζωής και όταν το σώμα διαλύεται μετά την κυρίως ειπείν ζωή επιστρέφει προς τον καθολικό Νου, όστις είναι ο θεός και εν τω οποίο απορροφάται, κατά τον Αριστοτέλη στο «Περί ψυχής, 430a.17», «Περί γενέσεως και φθοράς, 736b.27»!


Εν τη λειτουργία του σύμπαντος σκοπός της κοσμικής ύλης είναι το Είδος και του σώματος η ψυχή, ήτις είναι εντελέχεια η πρώτη σώματος φυσικού δυνάμει ζωή έχοντος.


Ο Κόσμος είναι ενιαίο και καλώς διατεταγμένο σύνολο και μεταβαίνει ολονέν σε ανώτερα στάδια εξέλιξης. Η προϊούσα αυτή εξέλιξη αποτελεί τον σκοπό της φύσεως, στον οποίο υπηρετούν όλοι οι επιμέρους σκοποί, διότι έκαστον ον δεν είναι μόνον σκοπός εαυτού, αλλά και μέσο προς πραγματοποίηση ανώτερων σκοπών, επί των οποίων πάλι στηρίζονται άλλοι έτι υψηλότεροι, ούτως ώστε πάντες συνεργάζονται προς πραγματοποίηση του ενός μεγάλου σκοπού, όστις είναι ο Κόσμος ως όλον. Ούτω ολόκληρο το σύμπαν αποτελεί ιεραρχία σκοπών, εν τη οποία τόσο και επί μέρους όσον και το όλον τελεί εις διαρκεί εξέλιξη προς αεί ανώτερους σκοπούς.


Αλλά ποιος είναι ο ύψιστος και έσχατος σκοπός, προς τον οποίον κατατείνει ο Κόσμος ;;


Τούτο μανθάνουμε, λέγει ο Αριστοτέλης, εάν εξετάσουμε την σχέση Είδους και Ύλης κατά τα διάφορα στάδια της προς ανώτερους σκοπούς εξελίξεως.


Η ύλη υποχωρεί ολονέν περισσότερο όσο ανώτεροι είναι οι εκάστοτε πραγματοποιούμενες μορφές!


Συμβαίνει ότι και περί το έργο του καλλιτέχνη. Η ύλη από την οποία πλάττει τον ανδριάντα ή το άγαλμα, υποχωρεί αναλόγως προς το βαθμό της εμφανίσεως της μορφής/είδους/ιδέας, έως ότου δεν βλέπουμε πλέον εν τω μάρμαρο την ύλη, αλλά το καθαρό Είδος/Ιδέα/Μορφή!!

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Ατλαντίς η Θρυλική ήπειρος

Tοποθετουμένη δυτικώς του γνωστού κατά την αρχαιότητα κόσμου ηταν η Ατλαντίς η Θρυλική ήπειρος . Περί αυτής πρώτος κάνει λόγον ο Πλάτων εις τους διαλόγους του Κριτίας και Τίμαιος, Εις τον «Τίμαιον» εν πρόσωπον του διαλόγου, ο Κριτίας, αναφέρει διήγησιν του 90ετούς παππού του, την οποίαν είχεν ακούσει από τον Σόλωνα όταν ούτος, επέστρεψεν από την Αίγυττον. Κατά την διήγησιν αυτήν ο Σόλων επισκεφθείς την Σαίδα της Αιγύτττου, εγνωρίσθη εκεί με σοφούς Αιγυπτίους ιερείς, εις των οποίων αφου του παρετήρησε ότι οι Αθηναίοι δεν γνωρίζουν τήν ιστορία των διότι είναι νέος λαός επειδή οι παλαιότεροι, οι προγόνοι των, εξηφανίσθησαν από τον επισυμβάντα κατακλυσμόν, του αφηγήθη ότι προ εννέα χιλιάδων ετών οι Αθηναίοι υπέστησαν επιδρομήν των Ατλάντων, τους οποίους κατώρθωσαν διά της παραδειγματικής των ανδρείας να εκδιώξουν αποδώσαντες την ελευθερίαν και εις τας λοιπάς ελληνικάς πόλεις που είχον εκείνοι καταλάβει.

Κατά την αυτήν παράδοσιν οι Άτλαντες ωρμήθησαν από μεγίστην νήσον κειμένην έξω των Ηρακλείων Στηλών, καλουμένην Ατλαντίδα, η οποία κατόπιν ενός ισχυρότατου σεισμού μετά καταρρακτώδους βροχής και κατακλυσμού κατεβυθίσθη μεθ' απάντων των κατοίκων της, η δε θάλασσα οπού εκείτο δεν διαπλέεται έκτοτε από τους θαλασσοπόρους, διότι έχει σημεία αβαθή και λασπώδη πού είναι υπολείμματα της καταβυθισθείσης νήσου. Αλλ' ο Αιγύπτιος ιερεύς είπε προς τούτοις εις τον Σόλωνα ότι «οι αρχαίοι Αθηναίοι ηδυνήθησαν να πραγματοποιήσουν τα μεγάλα αυτά και θαυμαστά έργα διότι εγεννήθησαν και ανετράφησαν υπό των θεών χίλια έτη προ ημών εννοεί των Αιγυπτίων — η θεά Αθήνα εις την οποίαν έλαχεν η χώρα υμών — εννοεί τας Αθήνας — όταν οι θεοί διεμοίρασαν την γήν, εξέλεξε τον τόπον σήμερον ζήτε, λαβούσα δε το σπέρμα εκ του Ηφαίστου από την γήν ανίδρυσε την πόλιν υμών — τας Αθήνας — έθρεψε και εξεπαίδευσεν υμάς. Επειδή δε η θεά ήτο φιλόσοφος και φιλοπόλεμος, εξέλεξε τον τόπον υμών, διότι εγνώριζεν ότι η ευκρασία των εποχών της χώρας σας θα έκαμνεν άνδρας νοημονεστάτους και ανδρείους»


Τι λέει για την Ατλαντίδα ο Πλάτων στον «Τίμαιο»:




...Εκεί λοιπόν (στην Αίγυπτο) όταν επήγαν ο Σόλων, καθώς είπεν ετιμήθη με εξαιρετικάς τιμάς από τους κατοίκους και ζητών πληροφορίας διά την παλαιάν ιστορίαν της χώρας από τους ιερείς εκείνους που την εγνώριζον πολύ καλά, ανεκάλυψεν ότι ούτε αυτός ο ίδιος ούτε άλλος κανείς Έλλην εγνώριζε τίποτε σχεδόν διά τα παλαιά.
Και όταν κάποτε ηθέλησε να τους παρασύρη εις συζήτησιν διά τα παλαιά ήρχισε να τους λέγη διά τα αρχαιοτάτας παραδόσεις των Αθηνών, διά τον Φορωνέα, ο οποίος εθεωρήθη ως ο πρώτος άνθρωπος, και διά την Νιόβην, διηγήθη επίσης διά τον Δευκαλίωνα και την Πύρραν πως διεβίωσαν μετά τον κατακλυσμόν και διά τους απογόνους των και προσεπάθησε να καθορίση πόσα έτη παρήλθον από όσα έλεγε και να χρονολογήσει.
Κάποιος από τους ιερείς πολύ ηλικιωμένος του είπε τότε: «Σόλων, Σόλων, σεις οι Έλληνες είσθε αιωνίως παιδιά, κανείς Έλλην δεν είναι γέρων». Ο Σόλων άμα ήκουσε αυτά, του είπε: «Πώς γίνεται αυτό, τί εννοείς με αυτά που λέγεις;». Και εκείνος απήντησεν: Όλοι είσθε νέοι κατά την ψυχήν, διότι δεν έχετε μέσα εις την ψυχήν σας καμίαν παλαιάν γνώσιν διά την αρχαίαν παράδοσιν, ούτε και κανένα μάθημα παλαιόν από την πολυκαιρίαν. Αιτία αυτού του φαινομένου είναι η εξής: Πολλαί καταστροφαί ανθρώπων έχουν γίνει και θα γίνουν από πολλά αίτια, οι πλέον μεγαλύτεραι από πυρκαγιάς και κατακλυσμούς και αι μικρότεραι από αμέτρητα άλλα αίτια. Π.χ. η παράδοσις που επικρατεί εις την χώραν σας, ότι δηλαδή κάποτε ο Φαέθων o υιός του Ηλίου, αφού έζευξε το άρμα του πατρός του, επειδή δεν είχε την ικανότητα να ακολουθήση τον ίδιον με τον πατέρα τον δρόμον και τα επί γης επυρπόλησε και αυτός κτυπηθείς από κεραυνόν εφονεύθη, αυτό λέγεται ως μύθος, ενώ η πραγματικότης είναι η «παράλλαξις» των πέριξ της γης περιφερομένων ουρανίων σωμάτων και η καταστροφή από το άφθονον πυρ κατά μακροχρόνια διαστήματα των επί της γης ευρισκομένων όντων. Τότε λοιπόν όσοι κατοικούν εις τα όρη και εις υψηλούς και εις ξηρούς τόπους καταστρέφονται περισσότερον από εκείνους που κατοικούν πλησίον των ποταμών και της Θαλάσσης.
Εις την χώραν μας όμως ο Νείλος, ο οποίος και κατά τα άλλα είναι σωτήρ μας, μας σώζει και εις τοιαύτας περιπτώσεις αμηχανίας υπερεκχειλίζων. Όταν εξάλλου οι Θεοί, καθαρίζοντες την γην, την καταπλημμυρίζουν με νερά, όσοι ευρίσκονται εις τα όρη σώζονται, όπως π.χ. οι βουκόλοι και οι βοσκοί, όσοι όμως κατοικούν εις τας πόλεις σας παρασύρονται από τους ποταμούς εις την Θάλασσαν. Εις την χώραν μας όμως εδώ ούτε τότε ούτε άλλοτε πίπτει εκ των άνω νερό επάνω εις την γην, αλλά αντιθέτως φυσικότατα αναδύεται εκ των κάτω προς τα άνω. Εξ' αιτίας αυτών λοιπόν των αιτιών αι παραδόσεις της χώρας μας λέγεται ότι είναι παλαιόταται. Η αλήθεια όμως είναι ότι εις όλα τα μέρη, όπου ο χειμών ή η ζέστη δεν είναι υπερβολικά, υπάρχει πάντοτε το γένος των ανθρώπων, άλλοτε πολυάριθμον και άλλοτε ολιγάριθμον. Όσα ωραία ή μεγάλα ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αξιόλογα έχουν γίνει εις την χώραν σας ή εις την ιδικήν μας ή εις άλλον τόπον από όσους γνωρίζομεν εξ ακοής, όλα αυτά είναι από παλαιούς χρόνους γραμμένα εδώ εις τους ναούς μας και έχουν διασωθή.
Εις την χώραν σας όμως καθώς και εις άλλας χώρας, όσα κάθε φορά έχουν διοργανωθή ώστε να είναι κατάλληλα διά τα γράμματα και διά τα άλλα όσα είναι αναγκαία εις τας πόλεις, έρχεται κατά καΘωρισμένα χρονικά διαστήματα σαν φοβερά ασθένεια εναντίον τους ρεύμα από τον ουρανόν και αφήνει ζωντανούς μόνον τους αγραμμάτους και αμορφώτους από σας, ώστε γίνεσθε εξ αρχής πάλιν σαν νέοι, χωρίς να γνωρίζετε τίποτε από τα παλαιά που τυχόν έγιναν είτε εις την ιδικήν μας είτε εις την ιδικήν σας χώραν. Όσαν λοιπόν είπες προηγουμένως, Σόλων, διά τας ιδικάς σας παραδόσεις περί γενεαλογιών, ελάχιστα διαφέρουν από παιδικά παραμύθια, διότι σεις ενθυμείσθε μόνον ένα κατακλυσμόν της γης μολονότι προηγουμένως έχουν γίνει πολλοί, κατόπιν δε γνωρίζετε ότι εις την χώραν σας έζησε το πλέον ωραιότερον και το πλέον καλύτερον ανθρώπινον γένος, από το οποίον κατάγεσαι και εσύ και οι συμπολίται σου, διότι τέλος πάντων διεσώθη ολίγον σπέρμα, Εσείς όμως το εξεχάσατε, διότι και οι απόγονοι των διασωθέντων επί πολλάς γενεάς απέθνησκον χωρίς να γνωρίζουν να γράφουν.
Διότι κάποτε Σόλων, πριν από τον μεγάλον κατακλυσμόν, η σημερινή πόλις των Αθηναίων υπήρξεν αρίστη εις τον πόλεμον και γενικώς εις την διακυβέρνησίν της ήτο τελεία. Εις την πόλιν εκείνην λέγεται ότι έγιναν κάλλιστα έργα και διεμορφώθησαν τα πλέον άριστα πολιτεύματα από όσα ημείς έχομεν ακούσει ότι υπήρξαν επί της γης". Άμα ήκουσεν αυτά ο Σόλων, όπως μου είπεν, εθαύμασε και έδειξε πολύ μεγάλην προθυμίαν να μάθη περισσότερα, παρακαλών τους ιερείς να του διηγηθούν όλα γενικώς και με κάθε λεπτομέρειαν διά τους αρχαίους συμπολίτας του.
Ο ιερεύς λοιπόν του είπε: "Δεν υπάρχει λόγος να μη το κάμω, Σόλων, αλλά Θα σου τα είπω και προς χάριν σου και χάριν της πόλεώς σας, προ πάντων όμως προς χάριν της θεάς, η οποία και την ιδικήν σας και την ιδικήν μας χώραν επροστάτευσε και ανέθρεψε και εμόρφωσε, την ιδικήν σας χίλια χρόνια πρωτύτερα, αφού επήρε το σπέρμα διά σας από την γην και τον Ήφαιστον και αργότερα την ιδικήν μας. Εις τα ιερά μας βιβλία είναι γραμμένον, ότι η διοργάνωσις πόλεως εδώ έγινε προ οκτώ χιλιάδων ετών. Θα σου διηγηθώ λοιπόν με λίγα λόγια διά τους νόμους που είχαν και διά το πλέον ωραιότερον που έκαμαν οι προ εννέα χιλιάδων ετών συμπολίται σου, άλλοτε, όταν θα έχωμεν ευκαιρίαν, Θα είπωμεν τας λεπτομερείας δι' όλα αυτά αφού θα έχωμεν εμπρός μας τα ίδια τα κείμενα.
Τους νόμους λοιπόν της πόλεως εκείνης εξέτασέ τους εν αντιπαραβολή προς τους εδώ. Διότι θα εύρης εδώ πολλά παραδείγματα των νόμων που υπήρχον τότε εις την πόλιν σας, εν πρώτοις θα ίδης ότι το ιερατικόν γένος είναι τελείως ξεχωριστόν από τα άλλα, ύστερα απ' αυτά και η τάξις των τεχνιτών είναι ξεχωριστά οργανωμένη, διότι εργάζεται απομονωμένη από τας άλλας, χωρίς να αναμειγνύεται με αυτάς, το ίδιον και η τάξις των βοσκών, των κυνηγών και των γεωργών. Ασφαλώς έχεις αντιληφθή ότι και η τάξις των πολεμιστών εδώ είναι ξεχωριστή από τας άλλας και ότι εις αυτούς κατά νόμον δεν επιτρέπεται να ασχολούνται εις τίποτε άλλο εκτός από τον πόλεμον. Θα παρετήρησες εξ' άλλου, ότι ο οπλισμός τους είναι ασπίδες και δόρατα, με τα οποία πρώτοι 'απ' όλους τους Ασιάτας ωπλίσθημεν ημείς, διότι μας τα εδίδαξεν η Θεά, όπως είχε διδάξει και σας πρώτους εις εκείνους τους τόπους. Όσον αφορά την μόρφωσιν, βλέπεις βέβαια πόσην φροντίδα κατέβαλεν εξ αρχής ο νόμος διά την τακτοποίησιν των πάντων μέχρι της μαντικής και της ιατρικής που ασχολείται με την υγείαν, αφού εφήρμοσε τας Θείας αυτάς επιστήμας εις τας ανθρωπίνας ανάγκας και εσυστηματοποίησε όλας τας γνώσεις που προέρχονται από αυτάς.
Η Θεά λοιπόν ίδρυσε πρώτην την ιδικήν σας πόλιν, αφού εφήρμοσεν όλην αυτήν την οργάνωσιν και τακτικήν, εδιάλεξε τον τόπον όπου εγεννήθηκε, αφού επρόσεξε καλά την ευκρασίαν των εποχών του έτους και κατενόησεν, ότι θα αναδείξει ανθρώπους πολύ συνετούς. Εζούσαν λοιπόν εις την πόλιν τους χρησιμοποιούντες τοιούτους νόμους και διοικούμενοι πάρα πολύ καλά και είχον υπερβάλει όλους τους ανθρώπους εις κάθε είδος αρετής, όπως ήτο φυσικόν, αφού ήσαν γέννημα και θρέμμα Θεών. Θαυμάζονται λοιπόν πολλά και μεγάλα έργα της πόλεώς σας γραμμένα εδώ, ένα όμως υπερέχει κατά το μέγεθος και την αρετήν. Λέγουν δηλαδή τα βιβλία μας, πόσην εχθρικήν δύναμιν κατέστρεψε κάποτε η πόλις σας, δύναμιν, η οποία με αλαζονείαν, αφού εξώρμησεν από έξω, από τον Ατλαντικόν ωκεανόν, επήρχετο ταυτοχρόνως κατά της Ευρώπης και της Ασίας. Διότι τότε το εκεί πέλαγος ημπορούσε κανείς να το περάση, επειδή εις την είσοδόν του, την οποίαν σεις ονομάζετε στήλας του Ηρακλέους, είχε μίαν νήσον, η νήσος αυτή ήτο μεγαλύτερα από την Λιβύην και την Ασίαν ηνωμένας και απ' αυτήν εκκινούντες οι τότε άνθρωποι ηδύναντο να αποβιβασθούν εις τας άλλας νήσους και από αυτάς κατόπιν εις ολόκληρον την απέναντι ήπειρον την, ευρισκομένην γύρω από τον αληθινόν εκείνον ωκεανόν. Διότι τα μέρη αυτά που ευρίσκονται εντεύθεν του στομίου που ανεφέραμεν, φαίνονται σαν λιμήν με κάποιαν στενήν είσοδον και η ξηρά που το περικλείει πολύ δικαιολογημένα και αληθώς δύναται να ονομασθή ήπειρος.
Εις την νήσον λοιπόν αυτήν Ατλαντίδα ωργανώθη μεγάλη και αξιοθαύμαστος δύναμις βασιλέων, η οποία εκυριάρχει εις ολόκληρον την νήσον καθώς και εις πολλάς άλλας νήσους και τμήματα της ηπείρου εκτός τούτων οι βασιλείς εκείνοι εξουσίαζον, από τα εντεύθεν του στομίου μέρη, την Λιβύην μέχρι της Αιγύπτου και την Ευρώπην μέχρι της Τυρρηνίας.
Ολόκληρος λοιπόν η δύναμις αυτή, αφού συνεκεντρώθη και ενοποιήθη, επεχείρησε τότε με μίαν εξόρμησίν της να υποδουλώση και τον ιδικόν μας τόπον και τον ιδικόν σας και ολόκληρον τον εντεύθεν του στομίου. Την εποχήν εκείνη, Σόλων η δύναμις της πόλεώς σας ανεδείχθη εξαιρετική μεταξύ όλων των ανθρώπων και εξ' αιτίας της αρετής της και εξ' αιτίας της ανδρείας της. Διότι αφού εξεπέρασεν όλους κατά την . ανδρείαν και τας πολεμικάς τέχνας, είτε αρχηγεύουσα των Ελλήνων είτε και τελείως μόνη της, κατ' ανάγκην, διότι οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αφού έφθασεν εις το χείλος της καταστροφής, κατενίκησε τους επιδρομείς, έστησε τρόπαια εναντίον των ημπόδισε να υποδουλωθούν όσοι ακόμη δεν είχον υποδουλωθεί και απελευθέρωσε χωρίς καμία αξίωση, όλους ημάς τους άλλους που είμεθα εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών. Μετά παρέλευσιν αρκετού χρόνου όμως έγιναν φοβεροί σεισμοί και κατακλυσμοί και εντός ενός τρομερού ημερονυκτίου ολόκληρος ο στρατός σας ετάφη εις την γην και εξηφανίσθη επίσης βυθισθείσα εις την θάλασσαν η νήσος Ατλαντίς.
Δι' αυτό ακριβώς και τώρα το μέρος εκείνο του ωκεανού είναι αδιάβατον και αδιερεύνητον, διότι εμποδίζει ο πολύ ολίγον υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης πηλός, τον οποίον εδημιούργησεν η νήσος, όταν κατεβυθίσθη».

Τι λέει για την Ατλαντίδα ο Πλάτων στον «Κριτία»:

«Όταν οι θεοί διένειμαν μεταξύ των την γήν και ίδρυσαν οι ίδιοι τους Ιερούς των τόπους, τους βωμούς και τους ναούς των, έλαχεν εις τον Ποσειδώνα η Ατλαντίς. Εις αυτήν τότε μετέφερε τους βλαστούς του, πού είχεν αποκτήσει με μίαν θνητήν, και τους εγκατέστησεν ακριβώς εις το μέσον της νήσου. Ήτο δε αυτό μία πεδιάς, η ωραιότερα και η ευφορωτέρα της γης. Πλησίον δε εις την πεδιάδα αυτήν υψώνετο όρος χαμηλόν εις όλα του τα σημεία, και επάνω εις το όρος αυτό έξη εις από τους αυτόχθονας της νήσου, ο όποιος ωνομάζετο Ευήνωρ, με την σύζυγον του, η οποία ελέγετο Λευκίππη. Είχον δε οι δύο μίαν θυγατέρα, την Κλειτώ. Όταν η Κλειτώ έφθασεν εις ώραν γάμου, απέθανον ο πατήρ και η μήτηρ της, ο δε Ποσειδών, ο οποίος την ηγάπησε, συνεδέθη μαζί της. Τότε περιέβαλε τον λόφον επί του οποίου έζη η αγαπημένη του με υδατίνους και γηίνους δακτυλίους διαδεχόμενους αλίλους, εις τρόποι» ώστε κανείς από τους άλλους ανθρώπους να μη είναι δυνατόν να την πλησίαση, διότι τότε ούτε πλοία ούτε ναυτικοί ακόμη υπήρχον. Και αφού ήτο θεός ο Ποσειδών είχε την δύναμιν να καταστήση ωραίον τον τόπον, όπου έζη η Κλειτώ. Δύο πηγαί έδιδον θερμόν και ψυχρόν ύδωρ, πού ανέβρυον από το ίδιον άνοιγμα. Πλήθος καρπών διαφόρων έδιδεν η γη. Και εγέννησεν ο Ποσειδών από την Κλειτώ πέντε ζεύγη διδύμων υιών. Εχώρισε τότε την νήσον ολόκληρον εις δέκα μέοη και έδωσεν εις τον πρωτότοκον από το πρώτον ζεύγος το μέρος όπου έζη η μήτηρ των, η Κλειτώ, με ολόκληρον την περιοχήν του. Και τον κατέστησε βασιλέα επί όλων των άλλων υιών του. Άλλα και εις τον καθένα από αυτούς έδωσεν εξουσίαν επί πολλών άνθρώπων και επί μεγάλης εκτάσεως γης. Τους έδωσεν επίσης ονόματα : Άτλαντα ωνόμασε τον πρώτον και από αυτόν ωνομάσθη Ατλαντίς η νήσος και Ατλαντικόν πέλαγος η θάλασσα.
Έπειτα εκάλεσε το όνομα του δευτέρου Γάδειρον, το οποίον Ελληνιστί λέγεται Εύμηλος. Και τον πρώτον από το δεύτερον ζεύγος Αμφήρη. τον δεύτερον Ευαίμονα. Τον πρώτον από το τρίτον ζεύγος Μνησέα. τον δεύτερον αυτόχθονα τον πρώτον από το τέταρτον ζεύγος Ελάσιππον, τον δεύτερον Μήστορα και τέτατόν πρώτον από το πέμπτον ζεύγος Αζάην και τον δεύτερον Διαπρεπή. Όλοι λοιπόν αυτοί έζησαν εις την νήσον επί παλλάς γενεάς και απέκτησαν τέκνα και τέκνα τέκνων, κατέκτησαν δε και τας γύρω νήσους και αλλάς χώρας παλλάς, μέχρι της Αίγύπτου και της Τυρρηνίας. Επειδή δε η βασιλεία εδίδετο πάντοτε εις τον πρώτον υιόν του εκάστοτε βασιλέως μόνον, έμενε δυνατή και είχεν αποκτήσει τόσον πλούτον, όσον καμμία άλλη βασιλεία δεν είχεν, ούτε πρόκειται εις το μέλλον ν' απόκτηση. Έπειτα και η χώρα είχεν όλα όσα της εχρειάζοντο και εισήγε με τα πλοία της από αλλάς χώρας όσα τυχόν έλειπαν από την ιδικήν των. Αυτά όμως δεν ήσαν πολλά. Διότι η Ατλαντίς ήτο «θεοφιλής και είχεν ό,τι της εχρειάζετο. Τα μεταλλεία της ήσαν πλουσιώτατα εις χρυσόν, εις ορείχαλκον, «τού όποιου ημείς μόνον το όνομα γνωρίζουμεν, εκείνοι όμως το εγνώριζον εις τοπον των και το εξετίμων αμέσως μετά τον χρυσόν» είχον και άργυρον και κασσίτερον Είχον δένδρα μεγάλα και υψηλά και ό,τι ξύλον χρησιμοποιεί ο ξυλουργός και η βλάστησις ήτο τόσο πλούσια, ώστε η χώρα ηδύνατο να θρέψη όλων των ειδών τα ζώα ακόμη και ελέφαντας, που είναι τεράστια ζώα και (χουν ανάγκην πολλής τροφής. Εφύοντο όλα όσα συνηθίσαμεν να ονομάζωμεν λαχανικά και ακόμη και οι απαλοί λεγόμενοι καρποί (στάφυλαι) και οι ξηροί, τους οποίους μεταχειριζόμεθα διά την τροφήν μας και καρπός ξύλινος (πιθανώτατα ο κοκκοφοίνιξ), ο οποίος δίδει ρευστήν και υγράν τροφήν και υλικόν δι' αλοιφάς. Έδιδεν ακόμη η γη των και όλα τα οπωρικά πού συνηθίζομεν να τρώγωμεν ως επιδόρπια και μυρωδικά πολλά και χλόην. Όλα αυτά υπήρχαν εις τον άγιον εκείνον τόπον και δια τούτο ο Άτλας και οι απόγονοι του έκτιζον ναούς και βωμούς και βασιλικά μέγαρα και λιμένας και ναυπηγεία και απεφάσισαν έπειτα να οργανώσουν και το υπόλοιπον μέρος της χώρας, όπου έζων και εβασίλευον οι απόγονοι των άλλων υιών της Κλειτούς. Ήνωσαν λοιπόν πρώτον τα διάφορα τμήματα της ξηράς το οποία περιέβαλλον εν είδει δακτυλίων την πόλιν των με αυτήν και μεταξύ των με γέφυρας Και έκτισαν πρώτον μίαν διώρυγα τριών πλέθρων πλάτους, εκατόν ποδών βάθους και μήκους πενήντα σταδίων από την θάλασσαν έως τον εξωτερικώτερον δακτύλιον και έκαμαν ούτω μιαν είσοδον από τον λιμένα μέχρις αυτού, τόσον πλατείαν, ώστε να διέρχωνται και μεγάλα πλοία Έπειτα ήνοιξαν διόδους και εις τους άλλους δακτυλίους της ξηράς ώστε να δύναται άνετα να διέλθη μια τριήρης και καθώς αυτό εγίνετο κάτω από γέφυρας ο διάπλους εφαίνετο υπόγειος Αι πλευραί των διωρύγων και των κυκλοτερών φραγμάτων εκτίζοντο με λίθους και εφωδιάζοντο με πύλας και πύργους Οι λίθοι ήσαν μαύροι λευκοί και ερυθροί Και έκτισαν ναυστάθμους μέσα εις τους βράχους και άλλας οικοδομάς με ποικιλόχρωμους αλλά και με μονόχρωμους λίθους, πού απετέλουν απόλαυσιν των ματιών. Τέλος τα τείχη που περιέβαλλον τον εξωτερικόν δακτύλιον είχον στολίσει με κασσίτερον και την ακρόπολιν με ορείχαλκον και εφαίνετο ωσάν να λάμπη μέσα εις φλόγας
Και το βασιλικόν ανάκτορον όμως είχεν εις το μέσον ιερόν της Κλειτούς και του Ποσειδώνος, όπου εισήρχοντο μόνον οι ιερείς Εκεί εστέλλοντο κατ' έτος από όλην την χώραν ως θυσία τα πρώιμα Υπήρχε δε ακόμη και άλλος ναός του Ποσειδώνος, με εξωτερικόν κάπως ολιγότερον πολιτισμένον ήτο μήκους ενός σταδίου, τριών πλέθρων πλάτους και αναλόγου ύψους Ολόκληρος λοιπόν ο ναός ήτο εξωτερικώς κεκαλυμμένος με άργυρον, εκτός της κορυφής, την οποίαν είχον ενδύσει με χρυσόν. Εσωτερικώς δε ήτο ολόκληρος η οροφή επεξεργασμένη με ελεφαντοστούν, χρυσόν, άργυρον και ορείχαλκον τα δε ομοιώματα των θεών ήσαν χρυσά Ήτο δε το άγαλμα του θεού μέσα εις το άρμα του με εξ πτερωτούς ίππους και υψηλόν ώστε ήγγιζε την οροφήν Τον περιετριγύριζον εκατόν Νηρηίδες—διότι τότε ης τόσας ενόμιζον ότι ανήρχοντο— καθήμεναι επί δελφίνων Έκτος αυτού του τεραστίου συμπλέγματος υπήρχον και άλλα αγάλματα των θεών αναθήματα των πιστών και ανδριάντες των βασιλέων, υιών και απογόνων της Κλειτούς κλπ κλπ. Ανάλογος ήτο και ο βωμός κατά τα ύψος τον όγκον και την εργασίαν. Αλλά και τας δύο πηγάς, την θερμήν και την ψυχράν, εχρησιμοποίησαν θαυμασίως και ποικιλοτρόπως. Είχον εγκαταστήσει λουτρά εις το ύπαιθρον και εστεγασμένα θερμά διά τον. χειμώνα. Υπήρχον από αυτά δι' όλους; διά τον βασιλέα πρώτον, έπειτα διά τους ιδιώτας, διά τας γυναίκας και τα κτήνη. Και το ύδωρ, το οποίον είχε χρησιμοποιηθή διά το λουτρόν, ήρχετο κατόπιν με ένα υδραγωγόν σωλήνα εις το Ιερόν άλσος του Ποσειδώνος, όπου επότιζε τα πανύψηλο ωραιότατα δένδρα. Υπήρχον άλλωστε εκεί πλησίον και άλλων θεών Ιερά άλση, όλα καταπράσινα. Έπειτα είχον ιδρύσει γυμναστήρια με όργανα γυμναστικής διάφορα, όπου καθίστων αθλητικόν το σώμα των Γύροι από τα ιδρύματα αυτά ήσαν τα οικήματα των περισσοτέρων φρουρών, εξαιρέσει εκείνων οι οποίοι εθεωρούντο πλέον έμπιστοι και κατώκουν πλησίον των βασιλικών ανακτόρων και της Ακροπόλεως. Μακρότερον, εις τον τρίτον δακτύλιον της ξηράς, κοντά - κοντά εις την ακτήν ευρίσκοντο πυκνοκτισμέναι κατοικίαι προωρισμέναι δια τους ταξιδιώτας και τους ανθρώπους εκείνους πού ευρίσκοντο εις διαρκή κίνησιν εις τον λιμένα και εθορυβούσαν ημέραν και νύκτα. Όσον δια τας φυσικάς ιδιότητας, τον χαρακτήρα και την οργάνωσιν της υπολοίπου χώρας υπάρχουν αι έξης λεπτομέρειαι:
Η νήσος είχεν υψηλάς και αποτόμους ακτάς πού ωμοίαζον με τείχη αναδυόμενα από την θάλασσαν. Μόνον η πρωτεύουσα ήτο κτισμένη εις πεδιάδα και αυτήν όμως την περιέβαλλον βουνά. Τα βουνά ταύτα ήσαν τα ωραιότερα πού θα ηδύνατο κανείς να φαντασθή. Εις τας πλευράς των ήσαν κτισμένα χωρία πλούσια εις πληθυσμόν. Πλησίον των υπήρχαν, λίμναι, ποταμοί και κοιλάδες με άφθονον βλάστησιν, όπου έβοσκον όλων των ειδών τα ζώα, ήμερα και άγρια. Είχε δημιουργηθή ωραία από την φύσιν η Ατλαντίς, την εξωράισαν όμως και οι βασιλείς της. Απίστευτα ήσαν δια χείρας ανθρωπίνας όσα διηγούντο δια μίαν τάφρον, την οποίαν είχον σκάψει γύρω από το κέντρον της εις αρκετήν όμως απόστασιν, Η τάφρος αυτή είχε βάθος ενός πλέθρου και πλάτος ενός σταδίου. Αν λάβωμεν δε υπ' όψιν ότι περιέβαλλεν ολόκληρον την πεδιάδα, πρέπει να υπολογίσωμεν το μήκος της εις 10.000 στάδια. Εις αυτήν την τάφρον αποταμίευον τα διάφορα ύδατα, των όποιων υπήρχε τόση αφθονία, ώστε οι άνθρωποι εθέριζαν δύο φοράς· Δια τον χειμώνα έδιδε τας βροχάς του ο Ζευς, το δε θέρος είχον την υγρασίαν, που είχεν αποταμιεύσει η γη. Οι νόμοι δε προέβλεπον υποχρεώσεις και δικαιώματα δι' όλους. Οι κτηματίαι της πρωτευούσης εγίνοντο αρχηγοί του στρατεύματος και έπρεπε να συνεισφέρουν τα πολεμικά άρματα, τους ίππους, να εξοπλίζουν τους ιππείς, να φροντίζουν δια τον ηνίοχον, να δίδουν τέσσαρας ναύτας έκαστος δια τα 1200 πλοία, τα οποία αποτελούσαν τον στόλον του κράτους κλπ. Τα χωρία προσέφερον τους άνδρας.
Το κράτος αυτό εκυβερνάτο με νόμους αυστηρούς. Είχον δηλαδή οι δέκα βασιλείς απόλυτα δικαιώματα επί των υπηκόων των ελογοδότουν όμως δια τον τρόπον με τον οποίον έκαμνον χρήσιν των δικαιωμάτων των κατά πενταετίαν και εξαετίαν εναλλάξ, συνερχόμενοι εις τον ναόν του Ποσειδώνος, τον οποίον περιεγράψαμεν, και εκρίνετο η διαγωγή των απέναντι των υπηκόων των με οδηγόν τους νόμους, τους οποίους αυτός ο Ποσειδών είχε θεσπίσει και οι όποιοι ήσαν χαραγμένοι εις εσωτερικήν στήλην του ναού Προσέφερον όμως πρώτον θυσίας περιέργους—ταύρον από αυτούς πού περιεφέροντο εις το ιερόν άλσος τον όποιον εκυνήγουν χωρίς να φέρουν όπλα σιδηρά, εφοδιασμένοι μόνον με ρόπαλα και σχοινιά. Και ωρκίζοντο και πάλιν ότι θα τηρήσουν τους νόμους, πρσφέροντες αράς και αναθεματισμούς δια τους παραβάτας των. Έπειτα ενεδύοντο κυανά ενδύματα ωραιότατα και συνωμίλουν καθήμενοι επί του εδάφους και δεχόμενοι τας εξομολογήσεις αλλήλων περί του τρόπου με τον οποίον εκυβέρνησαν όλα αυτά εγίνοντο πάντοτε υπό την ανωτάτην προεδρίαν του εκ του γένους του Άτλαντας, ο οποίος είχε το δικαίωμα και εις θάνατον να καταδικάση ένα των άλλων βασιλέων, αν και ήσαν συγγενείς του, εάν όμως ήσαν σύμφωνοι περισσότεροι από τους ημίσεις εκ των άλλων.
Από όλους τους όρκους των βασιλέων αυτών ο ιερώτερος ήτο ότι ποτέ δεν θα λάβη ο εις τα όπλα κατά του άλλου, ότι μάλιστα πάντοτε θα αλληλοβοηθούνται και αν ακόμη ο εις εξ αυτών εδοκίμαζε να εξόντωση το βασιλικόν των γένος. Θα απεφάσιζον δε πάντοτε όλοι οπό κοινού περί πολέμου κλπ.. αφίνοντες όμως την αρχηγίαν εις το γένος του Άτλαντος Αυτή λοιπόν η δύναμις, με τον τρόπον αυτόν οργανωμένη, επετέθη κάποτε και εναντίον των αρχαιοτάτων Αθηνών. Και τούτο συνέβη υπό τας ακολούθους συνθήκας: Επί πολλάς γενεάς, εφ' όσον υπερίσχυεν ακόμη μέσα των η θεια φύσις, υπήκουον εις τους νόμους και εδείκνυον συμπεριφορά φιλικήν έναντι του εν αυτοίς θείου. Διότι ήσαν πραγματικώς μεγαλόφρονες, επιδεικνύοντες εις τας κατά καιρούς αλλαγάς του πεπρωμένου και απέναντι του και μεταξύ των φρόνησιν συνδυασμένην με πραότητα. Και θεωρούντες ακριβώς δια τούτο όλα τα άλλα εκτός της αρετής ως ανάξια, απέδιδον μικράν σημασίαν εις όλας τας εύνοιας της τύχης και έβλεπον τελείως ήρεμοι τον σωρόν του χρυσού και όλα τα λοιπά αγαθά των Έτσι δεν εμέθυον από την ακολασίαν μέσα εις τα πλούτη των, εις τρόπον ώστε να χάνουν την αυτοκυριαρχίαν των, αλλ' αναγνώριζον με νηφάλιον οξυδέρκειαν ότι όλα αυτά εγένοντο παραγωγικά μόνον με. την κοινήν μεταξύ των αγάπην, εν συνδυασμώ με την αρετήν, ενώ αντιθέτως με την φιλοδοξίαν και την επιθυμίαν δι αυτά, όχι μόνον αυτά τα ίδια χάνονται αλλά και η ηθική και η αγάπη εξαφανίζονται». Όταν όμως ήρχισε να υποχωρή μέσα των η θεία δύναμις και να επικρατή το ανθρώπινον, τότε πλέον δεν ήσαν άξιοι να αντιμετωπίσουν τον πλούτον των και εξεφυλίσθησαν και εφάνησαν, εις όποιον είχε την δύναμιν να το αναγνωρήση, ταπεινοί, επειδή κατέστρεφον κάθε τι το όποιου ήξιζε να εκτιμάται. Εις τους άλλους όμως, πού δεν είχον την ικανότητα να ιδούν όλα αυτά, εφάνησαν τότε ακριβώς λαμπροί και ισχυροί, όταν κατείχαν μιαν δύναμιν αδίκως αποκτηθείσαν και άδικα κέρδη. Αλλά θεός των θεών, ο Ζεύς, ο οποίος κυβερνά σύμφωνα προς τους νόμους και βλέπει το πάντα και κρίνει ορθώς, όταν είδεν εις τόσην κατάπτωσιν ένα τοιούτον γένος, απεφάσισε να επιβάλη την τιμωρίαν του δια να το βοηθήση να συνέλθη. Εκάλεσε λοιπόν εις συμβούλιον όλους τους θεούς και είπεν: ...»
Εδώ διακόπτεται το απόσπασμα του Κριτίου δια την Ατλαντίδα και μένει άγνωστος και η απόφασις του Διός και ο τρόπος με τον οποίον κατεστράφη η Ατλαντίς.


Αι αποδείξεις των Ατλαντολόγων περί Ατλαντίδος.


Όπως ελέχθη, το πρόβλημα της Ατλαντίδος είναι πολυσύνθετον και δια τούτο πρέπει να ερευνηθή από πολλάς πλευράς. Κατά βάσιν βεβαίως είναι γεωλογικόν και δι' αυτό κατά πρώτον προς την Γεωλογίαν κατευθύνονται τα ερωτήματα.

Γεωλογία:
Ο Ατλαντικός ωκεανός παρουσιάζει μορφήν μακρού θαλασσίου διαδρόμου με διεύθυνσιν από Βορρά προς Νότον και του οποίου το πλάτος παραμένει περίπου το ίδιον καθ' όλον το μήκος. Αι ακταί του εκατέρωθεν είναι σχεδόν παράλληλοι με μιαν κάμψιν προς Ανατολάς εις την περιοχή του Ισημερινού. Αφ' ετέρου εις τον βυθόν του ωκεανού διαπιστούται η ύπαρξις εις το μέσον αυτού, μιας μακράς ράχεως, εν είδει οροσειράς καθ' όλον το μήκος του Ατλαντικού (βλέπε εικόνα) και βαινούσης παραλλήλως προς τας ακτάς, με την εν σχήματι S πάλι καμπήν εις τον ισημερινόν. Η μεσοατλαντική αύτη ράχις διακρίνεται εις την βόρειον και νότιον τοιαύτην, ηνωμένας δια της Ισημερινής εγκαρσίου μάζης. Η ράχις αυτή εις του άξονα του Ατλαντικού είναι μάλλον συνεχής εις βάθος περί τα 2000 μέτρα, εκτός εις τα σημεία διακοπής, όπου τα βάθη καθίστανται μεγαλύτερα. Από αυτήν ανυψούνται πολλαί ηφαιστειογενείς πυραμίδες, εκ των όποιων αρκεταί αναδύονται από τον Άτλαντικόν ως νήσοι.
Δια του μεσοατλαντικού αυτού χωρίσματος του βυθού, ο ωκεανός διαιρείται εις δύο ευρείας κοιλάδας, την ανατολικήν και την δυτικήν, εις αυτάς δε συναντώμεν τα μεγάλα βάθη. Εν τούτοις αι δύο κοιλάδες δεν είναι συνεχείς, αλλά διακόπτονται από εγκαρσίους ύψηλάς ζώνας του βυθού εν είδει οροσειρών, ώστε αύται, μαζί με την επιμήκη ράχιν του μέσου, να σχηματίζουν τρόπον τινά υποβρυχίους γέφυρας από την Ευρωποαφρικήν προς την Αμερικήν. Συμφώνως προς τας αντιλήψεις της Γεωλογίας. ο Ατλαντικός ωκεανός είναι σχετικώς νέος. Κατά την μακράν διάρκειαν των παλαιοτέρων γεωλογικών περιόδων, εις την θέσιν της θαλάσσης υπήρχαν δύο μεγάλαι ξηραί, η μια εις τον Βόρειον Ατλαντικόν, η άλλη εις τον νότιον, όπως συνάγεται από πλήθος δεδομένων. Συνεπώς μεταξύ Ευρώπης και Βορείου Αμερικής αφ' ενός και Αφρικής και Νοτίου Αμερικής αφ' ετέρου, υπήρχε πλήρης συνέχεια ξηράς. Αι δύο αύται ήπειροι του Ατλαντικού, η βόρεια και η νοτιά, εχωρίζοντο μεταξύ των από πλατείαν εγκαρσίαν θαλασσίαν λεκάνην, ήτις ήτο η προέκτασις της τότε Μεσογείου θαλάσσης (Τιθύς), μέχρι της θαλάσσης των Αντιλλών. Επί των ηπείρων αυτών, βορειοατλαντικώς και νοτιοατλαντικώς, υψούντο οροσειραί των παλαιοτέρων γεωλογικών εποχών, γενικώς παράλληλοι προς τον Ισημερινόν των οποίων τα λείψανα αποτελούν προφανώς τας υποθαλάσσιας εγκαρσίους γέφυρας, αι οποίαι, ως είπομεν, συνδέουν τας εκατέρωθεν του Ατλαντικού ηπείρους.
Η περιοχή αυτή της γης, υπακούουσα εις τας γενικωτέρας γεωλογικάς καθοδικάς κινήσεις του φλοιού της γης γνωστάς από την αρχαιοτέραν γεωλογικήν εποχήν μέχρι σήμερον, υπέστη διαδοχικήν κατά καιρούς βραδείαν και τμηματικήν κσταβύθισιν. Αι δύο αύται ήπειροι του Ατλαντικού εκαλύφθησαν, με την πάροδον των εκατομμυρίων ετών, από την εισχωρούσαν θάλασσαν, ενώ εξηκολούθουν ακόμη κατά περιόδους και τμηματικώς να διατηρούνται γέφυραι ξηράς διά μέσου του ωκεανού. Όλαι όμως αύται αι καταβυθίσεις έλαβον χώραν εις τας προ της Τεταρτογενούς γεωλογικάς περιόδους, δηλαδή δεκάδας εκατομμυρίων ετών προ της εποχής του ανθρώπου, ούτως ώστε γενικώς κατά την Τριτογενή εποχήν, προηγουμένην αμέσως της Τεταρτογενούς, όλαι αι γέφυραι και αι μεγάλαι νήσοι εντός του Ατλαντικού είχον βυθισθή. Είναι όμως πιθανόν μία εκ των γεφυρών αυτών, η του βορείου Ατλαντικού, να διετηρήθη ακόμη και μέχρι της Τεταρτογενούς εποχής (της εποχής πλέον του ανθρώπου) και μάλιστα ότι εξάρτημα και υπόλοιπον αυτής να υπήρχεν η Ατλαντίς εις την συνοπτικήν θέσιν του αρχιπελάγους των Αζόρων. Εις την θέσιν αυτήν ο βυθός του Ατλαντικού είναι μορφολογικώς λίαν πολύπλοκος και παρατηρείται εντονωτάτη δράσις ηφαιστείων και σεισμών σήμερον και εις το πρόσφατον παρελθόν Άλλα η Γεωλογία διδάσκει ότι όπου δράσις ηφαιστείων εκεί συνήθως έχουν λάβει χώραν κατακρημνίσεις και καθιζήσεις όπως λ.χ εις το ιδικόν μας Αιγαίον. Ταύτα συνηγορούν περί μιας όλως γεωλογικώς προσφάτου καταβυθίσεων μιας μεγάλης χέρσου εις το μέρος αυτό ως τελικής μέχρι σήμερον φάσεως των κατακλυσμών πού έπνιξαν τας παλαιάς ηπείρους του Ατλαντικού. Ο γεωλόγος Τερμιέ, μάλιστα, φέρει το εξής επί πλέον πειστήριον; Κατά το 1898 ένα πλοίον ειργάζετο συστηματικώς εις την τοποθέτησιν και την αλιείαν των τηλεγραφικών καλωδίων εις τον Βόρειον Ατλαντικόν, εις απόσταση 500 περίπου μιλίων προς Βορράν των Αζορών νήσων. Το βάθος εκεί ήτο 3100 μέτρα και η μορφολογία του πυθμένας εκτάκτως ανώμαλος. Ό βυθός παρουσίαζε τα χαρακτηριστικά ορέων, μετά υψηλών κορυφών, απότομων κατωφερειών και βαθειών κοιλάδων. Αι κορυφαί των ορέων ήσαν βραχώδεις, χωρίς να καλύπτωνται από στρώμα ιλύος. Τα άγκιστρα αλιείας των καλωδίων συχνά απέσπων τεμάχια από τους σκληρούς αυτούς βράχους του βυθού και τα θραύσματα αυτά αποτελούντο εκ λάβας υαλώδους βασαλτικής. Αυτό σημαίνει πολλά. Μια βασαλτική λάβα διά να στερεόποιηθή υπό την μορφήν υάλου πρέπει να μη υφίσταται πίεσιν κατά την ώραν της πήξεως, ενώ εάν έπηζεν εις το βάθος εκείνο των 3000 μέτρων, δηλαδή υπό πίεσιν τόσων ατμοσφαιρών, θα εστερεοποιείτο ουχί βεβαίως υπό την υαλώδη κατάστασιν, αλλά υπό την κρυσταλλικήν, όπως από πλήθος συγκριτικών παρατηρήσεων επί άλλων μερών της γης είναι γνωστόν. Συνεπώς η λάβα αυτή, εχύθη αρχικώς εις την επιφάνειαν ξηράς και αργότερον η ξηρά αύτη, μαζί με την στερεάν πλέον λάβαν, εβυθίσθησαν εις τα βάθη εκείνα βορείως των Αζορών. Και η καταβύθισις αυτή, κατά τον Τερμιέ θα πρέπει να είναι πολύ πρόσφατος, διότι άλλως η επιφανειακή η υποθαλάσσια διαβρωτική και αποσαθρωτική δράσις του ύδατος θα είναι εξομαλύνει και αποσαθρώσει την μορφολογίαν του άλλοτε εδάφους και την σύστασιν της λάβας.
Υφίστανται όμως και άλλα στοιχεία. Είναι γνωστόν ότι επί μέγιστον χρονικόν διάστημα της Τεταρτογενούς εποχής το κλίμα της Βορείου Ευρώπης και Βορείου Αμερικής ήτο λίαν ψυχρόν, ώστε αι ήπειροι αύται να καλύπτονται κατά το πλείστον από παχύ κάλυμμα εκ παγετώνων (βλ. λ. Παγετώδης περίοδος) οίτινες αναλόγως των μεταβολών του κλίματος, κατήρχοντο η υπεχώρουν ορμώμενοι εκ βορά προς νοτιότερον.
Τα πρώτα βήματα της ανθρωπότητας, συμπίπτουν χρονικώς με τας επιδρομάς αυτάς των παγετώνων και την εν γένει παγετώδη περίοδον τη παλαιολιθική εποχή .Από την μελέτην των ιχνών των παγετώνων που αυτοί άφησαν κατά την πορείαν εις την Ευρώπην και την απέναντι Αμερικήν συνάγεται οι επιδρομείς αυτοί είχον ως κοινόν ορμητήριον υψηλήν χώραν κειμένην περίπου εις την θέσιν της σημερινής Ισλανδίας. Συνεπώς ο βόρειος Ατλαντικός ήτο ακόμη ξηρά και μάλιστα η ξηρά αυτή θα επροχώρει αρκετά νοτιώτερον. Εις εποχήν όμως γεωλογικώς εντελώς τελευταίαν και μάλιστα προ 9000 ετών π.Χ οι παγετώνες ευρίσκοντο εν υποχωρήσει και έκτοτε περιορίζονται εκεί όπου και σήμερον. Την οριστικήν αυτήν υποχώρησιν των παγετώνων συνδυάζουν με την εξαφάνισιν της Ατλαντίδος. Εφ' όσον υπήρχε μεγάλη ξηρά εις το κέντρον περίπου του Ατλαντικού το γνωστόν θερμόν θαλάσσιον ρεύμα του Κόλπου ημποδίζετο να ποοχωρηση προς Βοράν όταν όμως η ξηρά αυτή δηλ. η Ατλαντίς εχάθη υπό τα κύματα —και μάλιστα προ 9.000 περίπου ετών κατά τον Πλάτωνα—τότε το θερμόν ρεύμα μετέβαλε ριζικώς το κλίμα των ηπείρων μας. Κατά τον Νέγρην μάλιστα το υπερβολικόν φορτίον του βάρους των παγετώνων ήτο η αιτία να υποστή κάμψιν ο φλοιός της γης εις την θέση του Βορείου Ατλαντικού ώστε να βυθισθή βαθύτερον εις θερμοτέρας ζώνας του εσωτερικού της γης και να υποστή τήξιν και συγχώνευσιν μετά της θερμής πυροσφαίρας. Συνεπώς κατά τον Νεγρην είναι μάταιον να ελπίζωμεν ότι θα ευρεθούν κάποτε υποβρύχια ίχνη της εξαφανισθείσης Ατλαντίδος.
Άλλα εάν λοιπόν κατεβυθίσθη τόσον προσφάτως (γεωλογικώς) το εσωτερικόν του Ατλαντικού θα πρέπει και εις τας εκατέρωθεν ακτάς του να διακρινωνται σαφώς, προσφατοι βυθήσεις έστω και εις μικροτεραν κλίμακα. Τούτο όμως είναι προ πολλού γνωστόν εν λεπτομερεία. Αι ακταί του Ατλαντικού εμφανίζονται σαφώς βυθισμένοι εις τα άκρα των αι κοίται των ποταμών των παραλίων συνεχίζοται από την ξηράν επίσης και εις το βυθόν του Ατλαντικού υπό μορφήν βαρειών υποθαλάσσιων χαραδρών και μάλιατα μέχρι βάθους 2000 μέτρων. Εις δε τας υποθαλασσίους αυτάς κοίτας παρατηρείται ότι εκβάλλουν και κοίται παραποτάμων. Επειδή βεβαίως οι ποταμοί δεν σκάπτουν την κοίτην των υπό την θάλασσαν το συμπέρασμα είναι μόνο ότι η αρχική κοίτη του ποταμού επί της ξηράς εβυθίσθη μαζί με αυτήν υπό την θάλασσαν. Τοιαύτη επίσης καταβύθισις των παραλίων του Ατλαντικού απαντάται και εις τας ακτάς των βορείων χωρών χρονολογείται δε από της εποχής της υποχωρήσεως των παγετώνων. Εις την καθοδικήν αυτήν κίνησιν του εδάφους οφείλεται ο και κατά την εποχήν εκείνην γενόμενος χωρισμός της Αγγλίας από του σώματος της λοιπής Ευρώπης και η καταβύθισις των ακτών της Νορβηγίας.
'Εφ όσον όμως το εσωτερικόν του Ατλαντικού εβυθίσθη και επληρώθη από θάλασσαν πρέπει αυτή φυσικώ τω λόγω, να εχη αποσυρθή από άλλα μέρη και μάλιστα εις την πλησίον Μεσόγειον. Και εδώ πάλιν είναι γεγονός ότι παρετηρείτο μεταβολή της στάθμης της θαλάσσης εις την Ανατολικήν Μεσόγειον κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Ο Νέγρης μάλιστα απεκάλυψεν ότι εις την Σίφνον και άλλας νήσους εις την Πελοπόνησον κ.λ.π παρατηρούνται οπαί λιθοφάγων ζωών της ακτής εις διάφορα ύψη μέχρις 700 μέτρων υψηλότερον από την σημερινήν θάλασσαν. Και ευρίσκει την ηλικίαν της ταπεινώσεως της θαλάσσης συμπίπτουσα με την βύθισιν της Ατλαντίδος.

Βιολογία.
Μετά την Γεωλογίαν η Βιολογία έρχεται προς επιικουρίαν των φίλων της Ατλαντίδος. Ήδη η Γεωλογία δια της μελέτης των ζώων και φυτών των παλαιοτέρων γεωλογικών περιόδων (δηλαδή των απολιθωμάτων απέδειξεν ότι επί των δυο πλευρών των εκατέρωθεν του Ατλαντικού ηπείρων υφίσταται πλήρης αντιστοιχία καίτοι ταύτη δεν υφίσταται εις το σύνολον των ηπείρων αυτών. Υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα εκ των ιπποειδών των ιππαρίων των ρινοκερώτων των μαστοδόντων των ελεφάντων. Το τοιούτον ως είδομεν εξηγείται δια της υπάρξεως αρχικώς μεν των εντός του Ατλαντικού ηπείρων αργότερον δε των γεφυρών ξηράς που διέσχιζαν τον ωκεανόν. Αι γέφυραι όμως αυταί καταβυθίσθηκαν ως είπομεν κατά την διάρκειαν της Τριτογενούς εποχής δηλαδή προ πολλών δεκάδων εκατομμυρίων ετών κι πολύ προ της εμφανίσεως του ανθρώπου επί της γης. Είπομεν επίσης ότι πιθανόν είναι και κατά την αρχαιοτέραν Τεταρτογενή περίοδον (Πλειστόκαινον) όποτε η παγετώδης εποχή και η λαιολιθική ηλικία της ανθρωπότητος να διετηρούντο ακόμη μερικαί από τας γέφυρας αυτας καλυπτόμεναι και αυταί περιοδικώς από τους παγετώνας. Μια τοιαύτη γέφυρα επί παραδείγματι θα ήτο μεταξύ Β. Αμερικής και Ευρώπης διερχομένη των Αζορών και της οποίας τα λείψανα ενδεχουενως να αποτέλεσαν την Ατλαντίδα προ της τελικής της εξαφανίσεως της γέφυρας αυτής θα επέρασαν τότε εις την Β. Αμερικήν οι προϊστορικοί ελέφαντες της παγετώδους περιόδου όπως είναι γνωστοί αντιστοίχως και εις την Ευρώπην. Αναλόγως ευρήσκομεν κοχλίας και άλλα χερσαία μαλάκια καθώς και ιχθύς γλυκέων υδάτων εντελώς αντιστοίχους εκατέρωθεν του κεντρικού και νοτίου Ατλαντικού. Ιδιαιτέραν σπουδαιότητα κατέχει φυσικά το να γνωρίσωμεν την πανίδα και την χλωρίδα των νήσων του Ατλαντικού εκείνων μάλιστα που ίστανται ως πιθανά λείψανα της Ατλαντίδος, δηλαδη των Αζορών και των παρά την Β.Δ. Αφρικήν νήσων. Αι λεπτομερείς εργασίαι του βιολόγου Ζερμαίν έδιξαν ότι τα χερσαία ζώα των απομεμονωμένων αυτών νήσων είναι καθαρώς ηπειρωτικού τύπου ενιαίου μεταξύ των νήσων και μάλιστα αντιστοίχου προς τα ζώα της νοτίου Ευρώπης και βορείου Αφρικής και όχι της τροπικής Αφρικής. Επίσης δε και ότι ωρισμένα είδη ζώων και φυτών των Αντιλλών και της κεντρικής Αμερικής συναντώνται εις τας ως άνω νήσους. Εκ της μελέτης δε ιδίως των χερσαίων μαλακίων (κοχλίαι) της Τεταρτογενούς εποχής εντός των νεωτέρων γεωλογικών στρωμάτων, ο Ζερμαίν ανευρίσκει τα ίδια είδη εις τας Καναρίους ιδίως νήσους και την απέναντι Μαυριτανίαν της Αφρικής. Τοποθετεί δε, ως συμπέρασμα των ερευνών του, την Ατλαντίδα του Πλάτωνος εις την θέσιν των αρχιπελάγων αυτών του Ατλαντικού και ιδίως εις την περιοχήν των Καναρίων. Προς την άποψιν αυτήν αντιτίθεται ο καθηγητής Σεβαλιέ (1934), όστις ανευρίσκει διαφοράς μεταξύ της πανίδος των Καναρίων και των Αζορών, ώστε η μεν πρώτη να προσεγγίζη προς την ευρωπαϊκήν, η δε δευτέρα προς την αμερικανικήν. Κατ' αυτόν αι νήσοι, αι Κανάριοι και του Πρασίνου ακρωτηρίου, δεν αποτελούν τεμάχια της Ατλαντίδος άλλα μόνον αι Αζόραι.
Ανάλογοι αντιλήψεις του Φορρέστ, του Κούρ (1935), του Ποασσόν (1945) κ.ά., τοποθετούν την Ατλαντίδα κάπως διαφορετικώτερον παρ' ό,τι προ εικοσαετίας. Κατ' αυτούς θα μας αποκαλυφθή η Ατλαντίς, ως τοποθεσία, εάν φαντασθώμεν ότι η θάλασσα του Ατλαντικού κατέρχεται κατά χίλια μέτρα. Προς δυσμάς του Γιβραλτάρ και εις την θέσιν των Αζορών μακρά και εκτεταμένη νήσος αντιπροσωπεύει την χαμένην Ατλαντίδα. Η αλήθεια είναι όμως ότι η Ατλαντίς αυτή είναι περισσότερον χερσόνησος παρά νήσος, αλλά η βορείως αυτής ενούσα ζώνη ξηράς πιθανόν να εκαλύπτετο από θάλασσαν κατά τα στάδια των διαδοχικών καθιζήσεων.
Αλλά και από την βιολογίαν των οργανισμών των ημερών μας οι ατλαντολόγοι αντλούν επιχειρήματα από δύο γεγονότα:
Αφ' ενός από την περίφημον θάλασσαν των Σαργασσών και αφ' ετέρου από τον ιδιόρρυθμον τρόπον πολλαπλασιασμού των χελιών. Και η μεν θάλασσα των Σαργασσών (βλ.λ.) είναι μοναδική περίεργος περίπτωσις εις την γήν μεγάλης συγκεντρώσεως ιδιαιτέρου τύπου φυκών και φιλοξενουμένου εν αυτοίς ζωικού θαλασσίου κόσμου. Οι ατλαντολόγοι διαβλέπουν την προύπαρξιν και κσταβύθισιν της Ατλαντίδος του Πλάτωνος τόσον εις την διαμόρφωσιν των ωκεανείων ρευμάτων πού συγκεντρώνουν τα φύκη εις το μέρος εκείνο, όσον και εις την καταγωγήν του κόσμου αυτού, τον οποίον θεωρούν ως εκφυλισθέντα απόγονον του θαλασσίου τοιούτου παλαιού της Ατλαντίδος.
Τα χέλια πάλιν παρουσιάζουν τούτο το περίεργον. Ενώ ζουν εις τα γλυκέα ύδατα της ξηράς, όταν φθάσουν εις ώριμον ηλικίαν κατέρχονται διά των ποταμών εις την θάλασσαν και τα μεν χέλια της Ευρώπης ταξιδεύουν προς Δυσμάς, της δε Άμερικής προς Ανατολάς, εντός του Ατλαντικού. Το ταξίδιον αυτό, είναι μακάβριον ταξίδιον μέλιτος, διότι άρρενα και θήλεα τελούν τους γάμους των, αποθέτουν τα αυγά των εις τα φύκη της θαλάσσης των Σσργασσών και έπειτα αποθνήσκουν. Αι κατόπιν εξερχόμενοι εκ των αυγών νύμφαι αρχίζουν περιπετειώδες ταξίδιον και φθάνουν μετά τριετίαν και πλέον αι μεν εξ Ευρωπαίων γονέων εις Ευρώπην, αι δε εξ Αμερικανών εις Αμερικήν εντός ενός έτους, ανερχόμεναι διά των ποταμών ως μικρότατα χελάκια. Το φαινόμενον αυτό ερμηνεύεται κατά τους ατλαντολόγους ότι τα χέλια έζων άλλοτε εις τα γλυκά ύδατα της Ατλαντίδος και απέθεταν τα αυγά των εις τα φύκη, κατερχόμενα προς τούτο εις τας ακτάς της Ατλαντίδος. Μετά την καταβύθισιν αυτής, επιζητούντα καταφύγιον, διεπεραιώθησαν εις τας εκατέρωθεν ηπείρους. Επειδή δε αύται δεν τους παρείχον κατάλληλα μέρη προς ωοτοκίαν, μεταβαίνουν προς τούτο, οδηγούμενα υπό κληρονομικού ένστικτου, εις τα μέρη όπου οι πρόγονοι των είχον γεννηθή. Η Γεωλογία, η Παλαιογεωγραφία κλπ. δεν είναι φυσικά εις θέσιν να δώσουν πολλάς λεπτομερείας διά γεγονότα της συγχρόνου εποχής εξελισσόμενα εντός ολίγων χιλιάδων ετών. Τουναντίον η Ανθρωπολογία και η Προϊστορία είναι αι αρμοδιώτεροι διά να μας πληροφορήσουν εάν πράγματι προ 1 1 .500 ετών υπήρξεν ένας σχετικά προωδευμένος λαός, ο οποίος εκ δυσμών επροχώρησε και κατέκτησε μάλιστα το πλείστον της νοτίου Ευρώπης και της βορείου Αφρικής, όπως περιγράφει ο Πλάτων. Άλλωστε και μετά την καταστροφήν της Ατλαντίδος οι Άτλαντες θα παρέμειναν επί των παλαιών ηπείρων και θα μας άφησαν τα λείψανα και τα ίχνη των.
Ο Ροζέ Ντεβινί και ο Ντε Μόργκαν ειργάσθησαν, καθώς και άλλοι επί του πεδίου αυτού. Κατ' αυτούς εις τους λίαν προϊστορικούς χρόνους, μεταξύ της παλαιολιθικής εποχής και της αρκετά προηγμένης εποχής του χαλκού, παρουσιάζεται κενόν εις τας χώρας και τας νήσους της ανατολικής Μεσογείου, συνεπώς αι χώραι αύται πρέπει να ήσαν έρημοι και ακατοίκητοι καθ' όλας αυτάς τας εποχάς, συνεπεία μεγίστων πλημμυρών, όπως συνάγεται από ανασκαφάς. Και μετά παρέλευσιν χιλιετηρίδων εμφανίζονται εν νέου άνθρωποι εις την Αίγυπτον και Μικράν Ασίαν, γνωρίζοντες όμως την βιομηχανίαν του χαλκού. Πόθεν ήλθον οι νέοι αυτοί έποικοι μαζί με τον χαλκόν ; Κατά Ντεβινί αυτοί ήσαν οι Άτλαντες της πλατωνικής Ατλαντίδος, Και τούτο διότι αντιπροσωπεύουν την ιδίαν φυλήν όπου υπάρχει χαλκός. Η φυλή αύτη παρουσιάζεται, κατ' αυτόν, ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού ωκεανού, από της Βερβερίας μέχρι της Αιγύπτου και της Χαλδαίας, και εις την χώραν των Βάσκων εν Ισπανία, των Ετρούσκων εν Ιταλία, εις τας Καναρίους νήσους (Γκουάνσαι) και εις την βόρειον και νότιον Αμερικήν, από του Μεξικού μέχρι της Περουβίας.
Οι άνθρωποι της φυλής αυτής της «φυλής του χαλκού» όπως εκλήθη (έχουν το αυτό χρώμα (Φαιόν μέχρις ερυθρού), τα αυτά ηθη, κλίσεις και έθιμα, όπως λ.χ την ομοιόμορφον ταρίχευσιν των νεκρών, τα ίδια σύμβολα και παρασιασεις, όπως ο αγκυλωτός σταυρός (σβάστικα). Έχουν επίσης την ιδίαν θρησκείαν, δηλαδή ηλιολαιρείαν, με ιερείς σοφούς αστρολόγους ανθρωπίνους θυσίας, ομοιόμορφον κατασκευήν τραπεζοειδών ναών εξ ογκολίθων σκεπασμένων με χρυσάς πλακάς κλπ Έχουν επίσης τας συ τας παραδόσεις και την αυτήν περίπου τέχνην (αγγειογραφίαν, τοιχογραφίαν, κατασκευήν μεγαλιθικών μνημείων, τύμβων, πυραμίδων κλπ ). Αι παλαιοτέρα· πυραμίδες της Αιγύπτου ομοιάζουν πολύ προς τας της κεντρικής Αμερικής (Μεξικόν, Περού). Κατά τον Ντεβινί, τέλος, οι Βερδερίνοι ομιλούν ακόμη και σήμερον γλώσσαν, εις την οποίαν ευρίσκονται ρίζαι μη απαντώμεναι εις γλώσσας άλλων εθνών. Όλα αυτά συνηγόρουν υπέρ της γνώμης ότι κατά την εποχήν του χαλκού η (φυλή του χαλκού) εξεκίνησεν εκ χώρας ευρισκομένης μεταξύ Ευρώπης και Αφρικής αφ’ ενός και Αμερικής αφ έτερου και διεσπάρη προς Δυσμάς και Ανατολάς Η χώρα αυτή ήτο η Ατλανίς. Κατά την παράδοσιν του Πλάτωνος εισέβαλον εις την Ευρώπην και την Αφρικήν προ της καταστροφής της Ατλαντίδος και επροχώρησαν μετά πάροδον χιλιετηρίδων εις την ερημωθείσαν υπό των πλημμύρων, ως ελέχθη εγγύς Ανατολην φέροντες μαζί των τον χαλκόν.
Άλλα και εις την Αμερικήν μεταξύ των Ιθαγενών υφίστανται παραδόσεις περί εξαφανίσεως χώρας, υπό συνθήκας όμοιας προς εκείνας που αναφέρει ο Πλάτων.
Ό Πλάτων λέγει ότι εν μια ημέρα και νυκτί χαλεπή, σεισμών εξαίσιων και κατακλυσμών γενομένων, η Ατλαντίς καταβυθισθείσα είς την θάλασσαν εξηφανίσθη (Τιμαίος), και άλλου ότι τρίτην φοράν συνέβαινεν όμοια καταστροφή ( Κριτίας).
Κατά τον Ντεβινί μια αμερικανική παραδοσις λέγει (τα πάντα απωλέσθησαν το όρος αυτό κατετεποντίσθη υπό το ύδωρ. Την τρίτην εποχήν έπεσε βροχή πυρός. Έβλεπε κανείς τον λίθον να κοχλάζη).
Άλλο κείμενον αναφέρει ότι ανά τέσσαρα έτη ενήστευον οκτώ ημέρας εις ανάμνησιν των τριών εποχών καταστροφής του κόσμου. Εις άλλο δε βιβλίον αναγράφεται ότι εντός μιας νυκτός το έδαφος συγκλονισθέν και ωθούμενον υπό ηφαιστειογενών δυνάμεων ανυψούτο και εβυθίζετο μέχρις ότου διερράγη και εβυθίσθη συμπαρασύραν 64 εκατομμύρια κατοίκων, και καταλήγει: Ταύτα εγένοντο 8000 έτη προ του βιβλίου τούτου χρονολογία πολύ συμφωνούσα προς την χρονολογίαν των 9.000 ετών του Πλάτωνος.