Ο Άδης ήταν ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο θεός του θανάτου και των νεκρών.Οι άνθρωποι αποφεύγουν να πουν το όνομά του, από φόβο μήπως προκαλέσουν την οργή του. Για αυτό χρησιμοποιούσαν άλλες προσωνυμίες. Ονομαζόταν επίσης Άιδης (α στερητικό και ιδείν = αόρατος) και Αιδωνεύς. Οι αρχαίοι πίστευαν πως ο Άδης γινόταν αόρατος με την κυνή (περικεφαλαία) που φορούσε. Η κυνή τον έκανε αόρατο στα μάτια των θνητών αλλά και των θεών.Τον αποκαλούσαν ευφημιστικά Εύβουλο, Ευρύπυλο, Κλύμενο και Περίκλυτο.Ο Αισχύλος τον αποκαλεί πολυξενώτατον Ζήνα των κεκμηκότων, δηλαδή Δία που φιλοξενεί στο παλάτι του πλήθος νεκρούς. Επίσης ονομαζόταν και Κλυτόπωλος, γιατί σύμφωνα με μία παράδοση, τους νεκρούς τους μετέφεραν στον Κάτω Κόσμο τα δαιμονικά άλογα που είχε στους στάβλους του ο θεός.Για την αυστηρότητά του ονομαζόταν Αδάμας, Αδάμαστος, Άδμητος και Αμείλιχος και Νηλεύς (ανελέητος).
Επίσης τον ονόμαζαν Ίφθιμο, Κρατερό και Πελώριο, ενώ για το πλήθος των νεκρών που δεχόταν τον ονόμαζαν Αγησίλαο, Παγκοίτη, Πολυρέγμων και Πολυδέκτη.Ως χθόνια θεότητα ονομαζόταν Ζευς χθόνιος ή υποχθόνιος, Πλουτεύς ή Πλούτων, ο "πλούσιος", εξαιτίας του πλούτου που κρύβεται στη γη (καρποί - μέταλλα). Με το όνομα αυτό συνδέθηκε με το μύθο της Περσεφόνης και με την επίδραση των Ελευσίνιων Μυστηρίων έγινε ηπιότερος θεός και λατρεύτηκε σαν ο πάροχος του πλούτου που προέρχεται κάτω από τη γη. Συχνά παριστάνεται να κρατά το κέρας της αφθονίας, σύμβολο του πλούτου. Με αυτήν την επωνυμία είχε πολλά ιερά σε όλη την Ελλάδα.Στις απεικονίσεις μοιάζει με το Δία και τον Ποσειδώνα, εκτός από τα μαλλιά του που πέφτουν κάτω από το μέτωπό του. Σε παλαιότερες απεικονίσεις παρουσιάζεται ηλικιωμένος, με γενειάδα, φορώντας χιτώνα ή μανδύα, με διάδημα στα μαλλιά, να κρατάει σκήπτρο και να κάθεται πάνω σε θρόνο. Δίπλα στα πόδια του βρίσκονται ο κέρβερος και τα κλειδιά του Κάτω Κόσμου.
Κατά τους θεογονικούς μύθους, ο Δίας, με τον «σπαργανωμένον λίθον» της μητέρας του Ρέας διέφυγε την επιβουλή του πατέρα του Κρόνου.Επειτα με το «φάρμακο» της Μήτιδας ανάγκασε τον Κρόνο να «εξεμέσει» τους αδελφούς και τις αδελφές του και άρχισε τον πόλεμο κατά των Τιτάνων και του Κρόνου. Ο Δίας είχε με το μέρος του τους Κύκλωπες, οι οποίοι εφοδίασαν τον ίδιο με το πιο ακαταμάχητο όπλο, τον κεραυνό, και τον αδελφό του Ποσειδώνα με την τρίαινα. Ο τρίτος αδελφός, ο Άδης, πήρε από τους Κύκλωπες την «κυνέην», ένα κράνος ή σκούφια που έκανε αόρατο εκείνον που τη φορούσε, ενώ ο ίδιος έβλεπε τους άλλους. Οταν ο πόλεμος κατά των Τιτάνων τελείωσε, ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης μοιράστηκαν τον κόσμο με κλήρο και πήρε ο Δίας την έν ούρανώ δυναστείαν, ο Ποσειδώνας την έν θαλασσή και ο Άδης την κυριαρχία στον Κάτω Κόσμο. Ο Κάτω Κόσμος, τα εύρώεντα δώματα του Άδη, ήταν μεγάλη έκταση, περιφραγμένη, κάτω από τη γη, στην οποία έμπαινε κανείς από πύλη που τη φρουρούσε ο Κέρβερος επιτρέποντας μόνο την είσοδο, όχι και την έξοδο. Tα κλειδιά της πύλης έλεγαν πως ο Άδης τα εμπιστευόταν στον ήρωα Αιακό που ήταν ο ευσεβέστερος τωνσυγχρόνων του και ο μόνος που οι θεοί άκουγαν τις προσευχές του, όσο ο Αιακός βρισκόταν στη ζωή.
Στην πύλη του Άδη έφταναν οι νεκροί, αφού διέπλεαν με το άκάτιον του Χάρωνα τον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη. Ο ποταμός και η λίμνη ανήκαν στον Επάνω Κόσμο. Στον Κάτω Κόσμο υπήρχε ένα μόνο νερό που πήγαζε από βράχο, η Στυξ, στην οποία ορκίζονταν οι θεοί. Το όνομα της Στύγας προκαλούσε φόβο σε θεούς και ανθρώπους. Σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου υπήρχαν τα λεγόμενα «στόμια του Άδη», όπου γίνονταν ιεροπραξίες για την εξιλέωση των θεοτήτων του Κάτω Κόσμου, μπορούσαν όμως να ανακαλούνται στα ιερά που ιδρύονταν εκεί και ψυχές νεκρών. Μερικοί μύθοι διηγούνταν πως και ζωντανοί ήρωες μπόρεσαν να κατέβουν στον Άδη από τα στόμια αυτά, ιδίως του Ταινάρου, και να επανέλθουν κατόπιν στον Επάνω Κόσμο. Οι θεοί κατέβαιναν ευκολότερα, όπως ο Διόνυσος, που χρειάστηκε να αναγάγη τη μητέρα του Σεμέλη. Όταν την επανέφερε στον Επάνω Κόσμο, την ονόμασε Θυώνη και, ως θεός, την πήρε μαζί του στον ουρανό. Από τις καταβάσεις ηρώων, η πιο γνωστή ήταν του Ηρακλή, ο οποίος επιστρέφοντας έφερε μαζί του τον Κέρβερο για να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα. Έλεγαν πως ο Ηρακλής είχε χρησιμοποιήσει για την κάθοδο το στόμιο του Ταινάρου, και για την άνοδο το στόμιο της Ερμιόνης, που ήταν πλησιέστερα στην Τίρυνθα. Ο Άδης δεν αντιτάχθηκε στην επιχείρηση του Ηρακλή, γιατί πήρε τη διαβεβαίωση πως ο Κέρβερος δεν θα έλειπε για πολύ καιρό μακριά από το βασίλειο του Κάτω Κόσμου, αλλά και γιατί είχε προσωπική πείρα της μαχητικότητας του Ηρακλή: κατά την εκστρατεία του ήρωα εναντίον της μεσσηνιακής Πύλου, ο Άδης θέλησε να συμπαρασταθεί στους Πυλίους και πολεμούσε στο πλευρό τους, χτυπήθηκε όμως από τον Ηρακλή και κατέφυγε στο γιατρό των θεών Παιήονα για να περιποιηθεί τα τραύματα του. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ήρθε στο βασίλειο του και ζήτησε να πάρει το σκύλο του Άδη, ο Άδης τού έθεσε έναν μόνο όρο: να μη χρησιμοποιήσει κατά του Κέρβερου το ξίφος ή τα βέλη του, αλλά να τον καταπαλαίσει με τους βραχίονες και το σώμα του. Ο Ηρακλής σεβάστηκε την επιθυμία του ΄Αδη και αντιμετώπισε χωρίς όπλα τον Κέρβερο και τα φίδια της ουράς και των νώτων του. Τελικά το θηρίο υπέκυψε και ακολούθησε ειρηνικά τον Ηρακλή κατά την άνοδο στον Επάνω Κόσμο και κατά την επιστροφή.
Εξίσου γνωστή ήταν η κάθοδος του Ορφέα για την επαναφορά της Ευρυδίκης. Ο Άδης έδειξε και σ' αυτή την περίπτωση κατανόηση, έθεσε όμως πάλι έναν όρο στον Ορφέα: να προπορεύεται ο ίδιος οδηγώντας επάνω την Ευρυδίκη αλλά να μη γυρίσει να την αντικρίσει προτού φτάσει στο σπίτι του. Ο Ορφέας, όμως, από τη λαχτάρα του να δει τη γυναίκα του, δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί με τη σύσταση και έτσι η Ευρυδίκη ξαναγύρισε στον κόσμο των σκιών. Τρίτη κάθοδος ζωντανών ηρώων στον Άδη είναι του Θησέα και του Πειρίθου που είχε σκοπό την απαγωγή της Περσεφόνης, της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, που την ήθελε για γυναίκα του ο Πειρίθους. Οι δυο ήρωες έφτασαν στον Άδη, αλλά πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Αδης δεν φανέρωσε από την αρχή τις κακές προθέσεις του, αλλά προσποιήθηκε πως ετοίμασε γι' αυτούς ξενία. Τους έβαλε να καθίσουν στο θρόνο της Λήθης, όπου όμως προσδέθηκαν με σπείρες μεγάλων φιδιών. Εκεί θα έμεναν δεμένοι για να βασανίζονται αιώνια, χωρίς να πεθαίνουν. Οταν ο Ηρακλής κατέβηκε για τον Κέρβερο, έλυσε τον Θησέα, εμποδίστηκε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου, που ήταν ο κυριότερος ένοχος και που έμεινε εκεί δεμένος για πάντα. Η βασίλισσα, που την απαγωγή της σχεδίασαν οι δυο αυτοί ήρωες, δεν παρουσιάζεται από τους μύθους ως ύπαρξη του Κάτω Κόσμου, αλλά του Επάνω, από όπου την είχε απαγάγει ο Άδης. Η μητέρα της, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, πλανιόταν επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες χωρίς τροφή αναζητώντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Στο τέλος, με τη μεσολάβηση του Δία, πέτυχε να παραμείνει η Κόρη μόνο το ένα τρίτο του έτους με τον Άδη και τα υπόλοιπα δύο τρίτα με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και με τους ανθρώπους. Μετά τη συμφωνία, όταν ήρθε η στιγμή να φύγει για πρώτη φορά η Κόρη από τον ' Αδη και να επανέλθει στον Επάνω Κόσμο, ο Άδης τής έδωσε να φάει ένα σπυρί ρόδι, που θα την έκανε να εγκαταλείψει πάλι τη μητέρα της και να ξανάρθει στον άντρα της
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρακλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρακλής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013
Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012
Tο Nόημα Kαι H σημασία Tων Μύθων
Οι μυθολογικές παραδόσεις αναμφίβολα καταλαμβάνουν μία τεράστια έκταση από απόψεως περιεχομένου συμβολισμού και μηνυμάτων, στην αρχαία ελληνική πολιτιστική παρακαταθήκη. Παρά την επίδραση του χρόνου, αρκετές από αυτές παρέμειναν αναλλοίωτες, επιτρέποντας στο σύγχρονο ερευνητή ο οποίος θα προβεί στον αποσυμβολισμό τους, να σχηματίσει μία πλήρη εικόνα για το γνωστικό υπόβαθρο των αρχαίων προγόνων μας.Οι σύγχρονες κοινωνίες εκτιμούν εσφαλμένα το μύθο ως μία εξωπραγματική, δηλαδή ανυπόστατη διήγηση, χωρίς καμία πρακτική ωφέλεια.Ασφαλώς, η θεώρηση αυτή είναι όχι μόνο εσφαλμένη στη βάση της, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και μία αντίληψη,η οποία απέχει από την πραγματικότητα.Ο Μύθος, σε τελευταία ανάλυση, δε συνιστά μία φανταστική επινόηση. Αποτελεί μία έκφραση της Αλήθειας, ενδυομένης των συμβόλων και της αλληγορίας, είναι η συμπύκνωση και κωδικοποίηση της πραγματικότητας,προκειμένου αυτή να διασωθεί κατά τη μακραίωνη διαδρομή της ανθρωπότητας.Η διαπίστωση αυτή παρέχει πειστική εξήγηση στο γεγονός ότι, αφ' ενός οι Μύθοι προσέλαβαν μία διαχρονική θεώρηση, αφ'ετέρου ότι παραλλαγές τους εμφανίζονται σε παγκόσμια έκταση.Ο σταθερός άξονας προσανατολισμού των Ελληνικών Μύθων συνίσταται στο συμβολισμό είτε του Ήρωα, είτε του απλού θνητού, ο οποίος θέτει τον εαυτό του στην αναζήτηση της θεϊκής του υποστάσεως.Αναζητεί δηλαδή το «Θείον Αρχον», το οποίο εμφωλεύει στα μύχια της εσωτέρας του υπάρξεως. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίμονης όσο και επίπονης προσπάθειας ο αναζητητής υπόκειται σε μία σειρά από σκληρές δοκιμασίες, διέρχεται ανυπέρβλητες, για τα κοινά δεδομένα, αντιξοότητες, η υπέρβαση των οποίων τον οδηγεί στην επίτευξη του ευγενούς του σκοπού. Αυτές ακριβώς οι έμπρακτες δοκιμασίες τις οποίες βιώνει, αποκτούν το χαρακτήρα διαδοχικών προσωπικών μυήσεων, δοκιμασίες οι οποίες παρουσιάζονται ως κατορθώματα ή άθλοι.Οι επιτυχίες του ήρωα που βρίσκεται αντιμέτωπος με μυθικά τέρατα και γενικά με αρνητικές δυνάμεις δεν αλληγορούν τίποτε άλλο, παρά την τεράστια εκείνη προσπάθεια,η οποία έχει ως τελική απόληξη της την επανένωση του Ήρωα με τη θεϊκή πηγή.Οι μυθολογικές παραδόσεις, ωστόσο, επεκτείνονται και στον τομέα εκείνο που αφορά τα συμπαντικά δρώμενα. Σύμφωνα με τον Πελασγικό μύθο δημιουργίας, η Ευρυνόμη,η Θεά των πάντων, αναδύθηκε από το Χάος κι επιδόθηκε στο θαυμαστό έργο της Δημιουργίας. Συνευρισκόμενη με τον Οφίωνα εκκολάπτοντας το αυγό, συνετέλεσε στην ωρίμανση του και από τη διάρρηξη του εξήλθαν όλα όσα ενυπάρχουν στο Σύμπαν.
Έπεται ο Ολύμπιος Μύθος για την Κοσμογονική Δημιουργία, η οποία περιγράφεται λεπτομερώς στο έργο του Ησιόδου «Θεογονία», χωρίς βέβαια οι κοσμογονικές παραδόσεις να εξαντλούνται σε αυτή.
Η Ελληνική Μυθολογία συνιστά έναν αλληγορικό μυητικό μίτο της Αριάδνης κι αυτό γίνεται πληρέστερα κατανοητό όσο εμβαθύνουμε στις αθάνατες πηγές της. Οι πρόγονοι μας κάλυψαν όλες τις πτυχές της ζωής από εξαιρετικής σημασίας μύθους οι οποίοι εξηγούν τα πάντα εάν κατορθώσουμε να τους αποσυμβολίσουμε.Αρχής γενομένης από τον συμβολισμό των Θεών.Οπωσδήποτε, η αναγωγή των Ολυμπίων Θεών σε δώδεκα δεν ήταν τυχαία.Δώδεκα είναι και οι διαιρέσεις του ζωδιακού κύκλου, δώδεκα είναι και οι μήνες του έτους.Οι Θεοί δε συνιστούν παρά τις πολλαπλές
εκφράσεις εκδηλώσεως του Ενός, της μίας δηλαδή και μοναδικής αρχής, η οποία ενυπάρχει στο Σύμπαν. Οι φυσιογνωμίες των Θεοτήτων εκφράζουν απλά ενεργειακές δυνάμεις, δια των οποίων πραγματώνεται η εκδήλωση της μίας Αρχής. Άλλωστε, οι προγονοί μας είχαν εμπεδώσει την αρχή
«Εν το Παν», εκ της οποίας απορρέει και η προηγούμενη διαπίστωση.
Επιχειρώντας να κατατάξουμε τους μύθους, σύμφωνα πάντοτε με το θεματικό τους επίκεντρο, θα διακρίνουμε τις ακόλουθες μορφές παραδόσεων:
α) μύθοι με φιλοσοφικές αλληγορίες, με αντιπροσωπευτικότερη την Ησιόδεια Θεογονία,
β) μύθοι οι οποίοι εγκλείουν ηθικό περιεχόμενο,
γ) συναισθηματικοί μύθοι, καθώς κι εκείνοι με ηρωικό περιεχόμενο.
Ο κόσμος της Μυθολογίας είναι ένας κόσμος που διέπεται από την υπέρτατη αρχή δικαιοσύνης.
Γι' αυτό η Ελληνική φρόνηση κατέστησε τη Νέμεση θεματοφύλακα των υφισταμένων παραδόσεων δικαίου, ενώ οι αρχαιοέλληνες μύστες προνόησαν κι έπλασαν με τη δημιουργική σκέψη τους τις
Ερινύες, οι οποίες ήταν επιφορτισμένες με την απόδοση δικαιοσύνης και με την καταδίωξη των ενόχων συνειδήσεων στο διηνεκές του χρόνου. Σύμφωνα με τις μυθολογικές κοσμογονικές απόψεις, το ανθρώπινο είδος είχε από καταβολών κόσμου συγκεκριμένες δυνατότητες και δικαιοδοσίες. Η
υπέρβαση των θεμιτών ορίων και η διάπραξη ασεβών ενεργειών συνιστούσε την ύβρη,γεγονός που επέφερε ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση του νόμου της ανταποδοτικής δικαιοσύνης, έναντι των βέβηλων και των ασεβών.Δεν υπάρχει μυθική αφήγηση η οποία να μην εκπροσωπεί μία συμβολική απεικόνιση της πραγματικότητας. Κατά την αρχαιότητα, άλλωστε, κυριαρχούσε, και δικαίως, η αντίληψη ότι η Γνώση, με όλα τα επακόλουθα της, θα πρέπει να προσφέρεται μόνο στους άξιους, κατόπιν υποβολής τους σε πολυποίκιλες δοκιμασίες. Έτσι οι Μύθοι, οι οποίοι συνιστούσαν τη συγκεκαλυμμένη διαιώνιση της Αλήθειας, λειτουργούσαν σε δύο επίπεδα: Αυτό της κυριολεξίας, που απευθυνόταν τους αμύητους και οι οποίοι είχαν πρόσβαση μόνο στην επίφαση του Μύθου και σε εκείνο της Αλληγορίας, το οποίο υπερείχε καταφανώς και ανταποκρινόταν στους λίγους, στους μυημένους, οι οποίοι μέσα από τη μαθητεία τους στις φιλοσοφικές ατραπούς των μυστηριακών σχολών αποκτούσαν πρόσβαση στην ερμητικά «κλειστή» αλήθεια κι επετύγχαναν τη συνειδησιακή
διεύρυνση.
Ο πλήρης αποσυμβολισμός των όσων περιέκλειαν οι πανάρχαιοι μύθοι γινόταν στα πλαίσια των Μυστηρίων. Κατά τη διάρκεια των Ιερών μυσταγωγικών τελετών,επήρχετο η επεξήγηση του μεστού νοήματος των μύθων, όχι όμως δια λόγων, φραστικά,αλλά δια της χρήσεως καταλλήλων συμβόλων, προκειμένου να επιτευχθεί η διαισθητική αποσαφήνιση τους και το περιεχόμενο τους να εντυπωθεί στη διάνοια του μυουμένου.Επιγραμματικά, ο μύθος συνιστά μία συμπύκνωση και κωδικοποίηση
της πραγματικότητας. Υπό αυτήν την ερμηνεία, επόμενο ήταν να κατέχει μία σημαντική θέση εντός των αρχαίων μυστηρίων.Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Μυθολογία εμπεριέχει, κατά τρόπο συμπυκνωμένο, όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα.Ενδεικτικά θα αναφερθεί ότι η ανύψωση της ανθρωπότητας προς μία ανώτερη βαθμίδα γνώσεως περιγράφεται με ιδιαίτερα συμβολικό τρόπο από την Ελληνική Μυθολογία.Ο Προμηθέας, που ετυμολογικά σημαίνει «προνοητικός», προσέφερε στους ανθρώπους το δώρο της φωτιάς, κυριολεκτικά και αλληγορικά. Τους κατέστησε γνώστες του στοιχείου του πυρός, σε φυσικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα τους κατέστησε κοινωνούς του Γνωστικού Φωτός, σε επίπεδο συμβολικό.
Ο Προμηθέας υπεβλήθη για την ύβρη που διέπραξε σε ένα διαρκές μαρτύριο, έως ότου απελευθερώθηκε από τον ημίθεο Ηρακλή.Το μαρτύριο του Προμηθέα ανταποκρίνεται στα χρέη που επωμίζεται ο άνθρωπος, στα πλαίσια της Ανταποδοτικής Δικαιοσύνης.Η λύτρωση του δε από τον Ηρακλή συμβολίζει τη δυνατότητα του εξαγνισμού και του απεγκλωβισμού από τα συσσωρευμένα
χρέη που βαρύνουν την ψυχική προσωπικότητα.Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παράδοση που αναφέρεται στους κατακλυσμούς. Πρώτον, καταγράφεται ο κατακλυσμός του Ωγύγου. Ο Ωγύγης, μυθικός βασιλιάς της Θήβας, ηγεμόνευσε αρκετές δεκαετίες π.Χ. Ακολούθως, ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος, αλληγορεί τις τεράστιες γεωλογικές αναστατώσεις και καταστροφές
οι οποίες επήλθαν στη γη 9.600 χρόνια π.Χ. και που ελάχιστα απείχαν από την εξάλειψη του ανθρωπίνου γένους, όταν βασιλιάς ήταν ο μυθικός Κραναός.Εν κατακλείδι, αναφέρουμε το μύθο της
Περσεφόνης. Η κάθοδος της στον Κάτω Κόσμο για έξι μήνες αλληγορεί την έλευση του Χειμώνα. Η άνοδος της και πάλι στη Γη αλληγορεί την έλευση της Ανοίξεως και γενικότερα την εναλλαγή των εποχών και συνακόλουθα την εναλλαγή της ζωής και του θανάτου.Κι αυτό διότι ο μύθος αντιπροσωπεύει μία μορφή επικοινωνίας, η πραγμάτωση της οποίας επιτυγχάνεται δια της χρήσεως των συμβόλων. Για τα μυστήρια, λοιπόν, η λειτουργία των οποίων στηρίζεται στα σύμβολα και τις αλληγορίες, ο μύθος αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο, προκειμένου να επιτευχθεί η μετάδοση κρυμμένων αληθειών στους μυούμενους.
Ο πυρήνας του μύθου ενέχει μία καλά κρυμμένη αλήθεια, η οποία απορρέει από την αρχέγονη παράδοση, παρέχοντας στον αναζητητή τη δυνατότητα της πορεύσεως σε μία ατραπό, διαμέσου της οποίας θα επιτύχει την επικοινωνία με το θεϊκό στοιχείο,στο οποίο άλλωστε ανάγεται και η προέλευση του.Ο μύθος στα Μυστήρια αναδεικνύεται σε ένα ηθικό πρότυπο, το οποίο ο μυούμενος θα πρέπει να εμπεδώσει, στην προσπάθεια του να επιτύχει την τελειοποίηση του χαρακτήρα του και να ανελιχθεί. Κατάμεστος από διάσπαρτους συμβολισμούς, ο μύθος έχει ανάγκη από μία ερμηνεία, προκειμένου να γίνει αντιληπτός, να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού και μελέτης. Η ερμηνεία του μύθου δινόταν μέσα από τις επεξηγήσεις που παρείχε το Ιερατείο των μυστηριακών θεσμών. Όταν, ωστόσο, η ερμηνεία του μύθου έπαυσε να γίνεται εντός των μυστηριακών Ναών και κατέπεσε στο επίπεδο της λαϊκής ερμηνείας, υπέστη μία πρωτοφανή κακοποίηση, με αποτέλεσμα η υποκειμενική θεώρηση των μυθολογικών στοιχείων να καταστήσει το μύθο, στα μάτια πάντοτε
των αμαθών, αναξιόπιστη πηγή και, κατ' επέκταση, ανάξια αναφοράς.
Οι στήλες του Ηρακλέους που αναφέρει η μυθολογική παράδοση, αποτελούν τις πρώτες μυστηριακές στήλες τις οποίες ανύψωσε ο ήρωας Ηρακλής. Ηρακλής ετυμολογικά σημαίνει το Κλέος της Ήρας, όπου εδώ η Ήρα ταυτίζεται με τη Δήμητρα. Ηρακλής,επομένως, σημαίνει το κλέος, η δόξα της Γης. Οι άθλοι τους οποίους επιτέλεσε συνιστούν τη μακρά κι εξελικτική εκείνη διαδρομή που διανύει ο άνθρωπος, προκειμένου να αποκτήσει τη γνώση, να καταστεί μυσταγωγός.Είναι γνωστό ότι ο Ηρακλής, πριν κατέλθει στο βασίλειο του Άδη, μυήθηκε στις προαιώνιες μυστηριακές παραδόσεις. Όλοι οι άθλοι του Ηρακλή ενέχουν το στοιχείο της αλληγορίας, όπως λ.χ. η κάθαρση του κόπρου του Αυγείου, η οποία συμβολίζει την αποκάθαρση από τους φυσικούς και νοητικούς εκείνους ρύπους, που εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία του νου και της οράσεως.
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012
Ηρακλής ο μέγιστος των Ελλήνων ηρώων
Ο Ηρακλής ήταν αρχαίος
μυθικός ήρωας, θεωρούμενος ως ο μέγιστος των Ελλήνων ηρώων. Γεννήθηκε
στη Θήβα και ήταν γιός του Δία και της Αλκμήνης, απόγονος του Περσέα.Η μητέρα του Αλκμήνη ήταν παντρέμενη με τον Αμφιτρύονα, με τον οποίον
κατέφυγαν στη Θήβα, επειδή ο Αμφιτρύωνας είχε δολοφονήσει τον
Ηλεκτρύωνα κατά λάθος (πατέρας της Αλκμήνης και γιος του Περσέα). Ο Δίας
πήρε τη μορφή του Αμφιτρύονα και κοιμήθηκε με την Αλκμήνη. Πριν
γεννηθεί ακόμα ο Ηρακλής, ο Δίας ανήγγειλε στους Θεούς ότι θα γεννηθεί
από την Αλκμήνη απόγονος του Περσέα, που θα βασιλεύσει στον Θρόνο των
Περσίδων. Όταν γεννήθηκε ο Ηρακλής, η Ήρα, η γυναίκα του Δία, που τον
ζήλευε για τις απιστίες του, έστειλε στην κούνια του δύο φίδια, αλλά το
βρέφος τα στραγγάλισε. Ο θετός πατέρας του Ηρακλή, ο Αμφιτρύονας, που
ανάλαβε να τον μεγαλώσει, τον δίδαξε την τέχνη του ηνιόχου, ο Κάστορας
του δίδαξε την οπλασκία, ο Αίλυκος την πάλη, ο Εύρυτος το τόξο, ο
κένταυρος Χείρωνας τις Επιστήμες και ο Λίνος τη Μουσική.
Ο μύθος που σώθηκε από τον Ξενοφώντα, μας διηγείται το περιστατικό εκείνο, που ο Ηρακλής καθισμένος σ' ένα σταυροδρόμι, είδε να περνούν από μπροστά του δύο πανέμορφες κοπέλες. Η μια του έδειξε έναν εύκολο δρόμο, φαρδύ και ίσιο, που αν τον ακολουθούσε, θα χαιρόταν τη ζωή, αλλά θα έκανε ένα σωρό κακές πράξεις που θα τον καταδίκαζαν στην κρίση των ανθρώπων. Αυτή ήταν η Κακία. Η άλλη κόρη, η Αρετή, του έδειξε ένα δύσκολο δρόμο, γεμάτο κοφτερές πέτρες και αγκάθια, στενό και δύσβατο, που θα τον βάδιζε δύσκολα, αλλά θα κέρδιζε στο τέλος του την αναγνώριση από τους συνανθρώπους του. Έτσι ο Ηρακλής ακολούθησε την Αρετή, προτιμώντας να υποφέρει για να διαβεί το δύσβατο δρόμο της, αλλά να γνωρίσει τη δόξα και την τιμή με τις καλές του πράξεις και την αρετή του.
Ως έφηβος προκάλεσε τον πόλεμο μεταξύ της Θήβας με το βασίλειο του Ορχομενού. Ως ανταμοιβή για τη νίκη του εναντίον του Ορχομενού, πήρε για γυναίκα του τη Μεγάρα, κόρη του βασιλιά της Θήβας, με την οποία απέκτησε τρία (κατ' άλλους περισσότερα) παιδιά. Η Ήρα όμως τον τρέλανε, με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Πήγε στο Μαντείο των Δελφών για να πάρει χρησμό, ώστε να εξαγνισθεί. Σύμφωνα με τον χρησμό έπρεπε να υπηρετήσει για δώδεκα χρόνια τον Ευρυσθέα, βασιλιά της Τίρυνθας, και να πραγματοποιήσει τους άθλους που του πρόσταζε εκείνος.
Στο πλαίσιο τών άθλων ο Ηρακλής
Ο πρώτος άθλος του Ηρακλή αφορά την εξόντωση του τρομερού λιονταριού
της Νεμέας, περιοχής κοντά στην Κόρινθο. Το λιοντάρι αυτό κατοικούσε σε
μια σπηλιά που είχε δυο ανοίγματα και επιπλέον δεν το έπιαναν τα βέλη
και τα ακόντια.Ο Ηρακλής ακολούθησε μια έξυπνη όσο και τολμηρή στρατηγική που ταίριαζε
στον ηρωισμό του. Έκλεισε το ένα άνοιγμα της σπηλιάς μ' ένα σωρό από
πέτρες, αφού πρώτα μπήκε μέσα στη σπηλιά. Κατόπιν ήρθε αντιμέτωπος με το
λιοντάρι. Πολύ γρήγορα τα όπλα του αποδείχτηκαν ανώφελα και έτσι
αποφάσισε να το αντιμετωπίσει με τα ίδια του τα χέρια. Το 'πιασε,
λοιπόν, στα μπράτσα του και το έπνιξε. Κατόπιν το έγδαρε χρησιμοποιώντας
τα δόντια του λιονταριού, μια και τα εργαλεία δεν το έπιαναν, το πήρε
στους ώμους του και το έφερε στις Μυκήνες και στον Ευρυσθέα, όπως,
άλλωστε, ήταν και η αποστολή του.Ο μύθος, λέει, πως ο Ευρυσθέας, τρόμαξε τόσο πολύ μόλις είδε το σώμα του
λιονταριού, που κρύφτηκε σ' ένα μεγάλο χάλκινο πιθάρι. Ύστερα απ' αυτό ο
Ηρακλής υποχρεώθηκε να μη φέρνει τα λάφυρα των άθλων του μέσα στην
πόλη.
Γρήγορα διαπίστωσε ότι η αποστολή του δε θα ήταν καθόλου εύκολη. Μόλις έκοβε ένα κεφάλι της ύδρας στη θέση του φύτρωναν δύο. Παράλληλα η Ήρα δεν είχε καθήσει με σταυρωμένα τα χέρια. Έστειλε βοηθό του τέρατος έναν κάβουρα, ο οποίος παρενοχλούσε τον Ηρακλή, δαγκώνοντάς του το πόδι, κάθε φορά που ο ήρωας επιχειρούσε να κόψει ένα κεφάλι της ύδρας.Για να αντιμετωπίσει τον πολλαπλασιασμό των κεφαλιών της Λερναίας ύδρας, ο Ηρακλής ενέργησε έξυπνα. Έδωσε έναν αναμμένο δαυλό στον Ιόλαο και του είπε να καίει τις καινούριες κεφαλές και το σημείο όπου έκοβε το κεφάλι. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Ηρακλής έκοψε εκτός από τα οχτώ κεφάλια του τέρατος και το τελευταίο κεφάλι, που ήταν το κέντρο της ζωής του και σύμφωνα με το μύθο αθάνατο. Μόλις έκοψε το αθάνατο κεφάλι ο Ηρακλής, το έθαψε και το σκέπασε μ' ένα μεγάλο βράχο για να μην υπάρχει καμιά δυνατότητα ξαναζωντανέματός του. Με τη χολή του τέρατος ο Ηρακλής εμπότισε τα βέλη του κάνοντάς τα δηλητηριώδη.Παρά το μεγάλο άθλο ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ισχυριζόμενος ότι η συμβολή του Ιόλαου ήταν καθοριστική. Ο χρησμός έλεγε ότι έπρεπε μόνος του ο Ηρακλής να επιτελέσει όλους τους άθλους του. Ο ήρωας δικαιολόγησε την παρουσία του ανιψιού του με την εμφάνιση του κάβουρα. Ήταν μια μάχη δύο προς δύο.
Φυσικά δεν ανέφερε ότι ενεργούσε κατ' εντολή του Ευρυσθέα, ο οποίος του ανέθεσε την αποστολή για να την πραγματοποιήσει με τα ίδια του τα χέρια μέσα σε μια μέρα. Ο Αυγείας μη πολυπιστεύοντας ότι μπορεί να καθαριστεί η κοπριά του, δέχτηκε την πρόκληση του Ηρακλή και του υποσχέθηκε την αμοιβή που ζητούσε.Οι υπερφυσικές δυνάμεις του Ηρακλή τον έβγαλαν και πάλι ασπροπρόσωπο. Κατάφερε να εκτρέψει από την πορεία τους τους δύο μεγάλους ποταμούς της Πελοποννήσου, τον Αλφειό και τον Πηνειό, και με τα νερά τους να καθαρίσει την κόπρο του Αυγεία.
Μαθαίνοντας, όμως, ο Αυγείας ότι ο Ηρακλής ενεργεί στα πλαίσια των υπηρεσιών του προς τον Ευρυσθέα, αρνήθηκε να του δώσει τη συμφωνημένη αμοιβή, ακόμα και όταν διαιτητής έδωσε δίκιο στον Ηρακλή. Παράλληλα και ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον άθλο υποστηρίζοντας ότι ο Ηρακλής τον πραγματοποίησε έναντι πληρωμής και χρησιμοποιώντας το τέχνασμα των ποταμών και όχι με τα ίδια του τα χέρια. Ο Ηρακλής δεν ξέχασε τη συμπεριφορά του Αυγεία. Αργότερα συγκέντρωσε στρατό και εκστράτευσε εναντίον του για να τον τιμωρήσει. Πράγματι, ο Αυγείας σκοτώθηκε πληρώνοντας την έπαρσή του και την υπαναχώρησή του.
Ο Ηρακλής αφού πήρε και την άδεια του Μίνωα, ξεκίνησε με το ρόπαλό του και ένα σκοινί για να αιχμαλωτίσει τον ταύρο. Παλεύοντας μαζί του κατάφερε να τον πιάσει από τα κέρατα και να δέσει μαζί το ρύγχος με τα πόδια του έτσι ώστε να τον ακινητοποιήσει. Κατόπιν ανέβηκε στη ράχη του ζώου και μέσω της θάλασσας έφτασαν στην Αργολίδα.Εκεί ο Ευρυσθέας θέλησε να θυσιάσει τον ταύρο στην Ήρα, αλλά η θεά αρνήθηκε την προσφορά, μια και δεν ήθελε να δεχθεί έμμεσα δώρο από τον Ηρακλή. Έτσι ο ταύρος αφέθηκε ελεύθερος και αφού περιπλανήθηκε στην Πελοπόννησο πέρασε στην Αττική και τον Μαραθώνα. Είναι ο ίδιος ταύρος που εξόντωσε ο ήρωας της Αττικής, ο Θησέας.
Επιστρέφοντας, όμως, στην παραλία για να φύγουν βρήκαν καταφαγωμένο τον Αβδηρο από τα άγρια άλογα. Ο Ηρακλής τον έθαψε με τιμές και προς τιμή του ίδρυσε πόλη, τα Αβδηρα, στην οποία αργότερα γεννήθηκε ο μεγάλος φιλόσοφος Δημόκριτος. Ο Ηρακλής οδήγησε τα άλογα στις Μυκήνες, όπου ο Ευρυσθέας τα άφησε ελεύθερα. Αυτά μετά από περιπλάνηση έφτασαν μέχρι τον Όλυμπο, όπου κατασπαράχτηκαν από άγρια θηρία. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, τα άλογα τα αφιέρωσαν στην Ήρα. Αυτή τη φορά η θεά αποδέχτηκε την προσφορά του Ηρακλή. Από τα άλογα αυτά, λέει ο ίδιος μύθος προέρχονταν τα άλογα του Μ. Αλεξάνδρου.Η ίδια ιστορία εξιστορεί διαφορετικά τα γεγονότα που αφορούν τα όσα συνέβησαν στη χώρα των Βιστόνων: Ο Ηρακλής πήγε μόνος του και από την ξηρά στη Θράκη. Εκεί συνέλαβε τον Διομήδη και τον έριξε στο στάβλο των αλόγων του. Τα άγρια άλογα τον κατασπάραξαν και αμέσως τότε ημέρεψαν. Έτσι ήμερα ο Ηρακλής τα μετέφερε στις Μυκήνες. Καθώς ο Ηρακλής κατευθυνόταν προς τη Θράκη, πέρασε από τις Φέρες της Θεσσαλίας, όπου βασίλευε ο φίλος του Αδμητος. Εκεί συνάντησε μεγάλο πένθος, αφού ο φίλος του κήδευε τη γυναίκα του Αλκηστη, την πανέμορφη κόρη του Πελία.Η ιστορία της ήταν μια πράξη αγάπης και αυτοθυσίας. Ο Αδμητος στη διάρκεια του γάμου τους παρέλειψε να θυσιάσει στη θεά Αρτεμη. Η τιμωρία του ήταν να πεθάνει νέος. Μπορούσε όμως να πεθάνει κάποιος άλλος στη θέση του. Ο πατέρας του και η μητέρα του αρνήθηκαν. Παρουσιάστηκε όμως η Αλκηστη, που πρόσφερε εθελοντικά τη ζωή της για τη ζωή του άντρα της. Ο Ηρακλής συγκινήθηκε από την ιστορία και αποφάσισε να σώσει την όμορφη βασίλισσα. Προτίμησε να προλάβει την Αλκηστη προτού ο Χάροντας την κατεβάσει στον Κάτω Κόσμο, παρότι ήταν αποφασισμένος να κατέβει και εκεί αν χρειαζόταν. Πρόλαβε τον Χάροντα, πάλεψε μαζί του, τον νίκησε και έσωσε την Αλκηστη.
Στις Αμαζόνες βασίλευε μια όμορφη και πολεμόχαρη γυναίκα, κόρη του θεού Αρη, η Ιππολύτη. Αυτή κατείχε μια θαυμάσια ζώνη, δώρο του πατέρα της. Τη ζώνη αυτή έβαλε στο μάτι ο Ευρυσθέας και ζήτησε από τον Ηρακλή να του τη φέρει, για λογαριασμό της κόρης του Αδμήτης.O Ηρακλής εξόπλισε ένα πλοίο, μάζεψε αρκετούς ήρωες και κίνησαν για τον Εύξεινο Πόντο. Το ταξίδι ήταν μακρινό και επίπονο και στο δρόμο ο Ηρακλής και οι σύντροφοι του αντιμετώπισαν κινδύνους και περιπέτειες. Στο νησί της Πάρου, όπου προσάραξαν, οι ντόπιοι επιτέθηκαν και σκότωσαν δυο συντρόφους του Ηρακλή. Ο ήρωας θύμωσε πάρα πολύ, σκότωσε τα τέσσερα παιδιά του Μίνωα που κατοικούσαν στο νησί και κατόπιν έκλεισε τους Πάριους στα τείχη τους και τους πολιόρκησε. Οι πολιορκημένοι φυσικά δεν άντεξαν και πρότειναν ειρήνη στον Ηρακλή προθυμοποιούμενοι να αντικαταστήσουν τους δυο συντρόφους του με άλλους. Έτσι οι εγγονοί του Μίνωα, Σθένελος και Αλκαίος, ακολούθησαν τον Ηρακλή στην εκστρατεία του.Κατόπιν το πλοίο προσάραξε στην περιοχή της Μυσίας, στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου ο βασιλιάς τους Λύκος είχε πόλεμο με μια γειτονική φυλή. Ο Ηρακλής τον βοήθησε να κατατροπώσει τους εχθρούς του και προς τιμή του ήρωα, ο Λύκος, ονόμασε την κατακτημένη χώρα Ηράκλεια.Μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες, το καράβι του Ηρακλή προσορμίστηκε στο λιμάνι της Θεμίσκυρας, της πρωτεύουσας των Αμαζόνων.Η Ιππολύτη μαθαίνοντας την άφιξη των ξένων κατέβηκε στο λιμάνι μαζί με τις ακολούθους της για να μάθει τι έφερνε τους ξένους στα μέρη τους. Ο Ηρακλής, χωρίς να διστάσει, ζήτησε την περίφημη ζώνη. Η Ιππολύτη δεν είχε αντίρρηση.
Η Ήρα όμως δε θα άφηνε ήσυχο τον ήρωα. Μεταμορφωμένη σε Αμαζόνα αναμίχθηκε με τις άλλες και "λέγε-λέγε" τις έπεισε ότι οι ξένοι ήρθαν με δόλο να κυριεύσουν το βασίλειό τους. Έτσι επιτέθηκαν με αγριότητα στον Ηρακλή και τους συντρόφους του. Στη σφοδρή μάχη ο Ηρακλής σκότωσε πολλές περιώνυμες αμαζόνες και στο τέλος μονομάχησε με την ίδια την Ιππολύτη, την οποία μετά από σκληρό αγώνα σκότωσε και της πήρε την πολυπόθητη ζώνη. Ο Ηρακλής, όμως, δε σταμάτησε εδώ και εξόντωσε σχεδόν όλο το στρατό των Αμαζόνων.Αλλοι λένε ότι ο Ηρακλής κατάφερε να πάρει τη ζώνη αφού πρώτα συνέλαβε την αρχηγό του στρατού των Αμαζόνων, τη Μελανίππη, την οποία και αντάλλαξε με τη ζώνη.Αλλη εκδοχή, μεταγενέστερη, εμπλέκει και τον Θησέα στην εκστρατεία, ο οποίος παίρνει τη ζώνη και την παραδίδει στον Ηρακλή, ενώ κρατάει για τον εαυτό του και νυμφεύεται στην Αθήνα την αμαζόνα Αντιόπη.
Ο Ηρακλής ξεκίνησε το ταξίδι του έχοντας μαζί του το δώρο του Ερμή, το Κέρας της Αμάλθειας, γεμάτο τρόφιμα για το ταξίδι, αλλά στα μισά του δρόμου εμφανίστηκε ο Ωκεανός, που προκάλεσε σφοδρή θαλασσοταραχή, η οποία δεν πτόησε τον ήρωα που απείλησε μάλιστα και τρόμαξε τον Ωκεανό με το τόξο του.Μόλις έφτασε στο νησί του Γηρυόνη, τον αντιλήφθηκε το σκυλί-τέρας, ο Όρθος. Ο Ηρακλής του 'σπασε και τα δυο κεφάλια με το ρόπαλό του και το σκότωσε. Μετά εξόντωσε και τον Ευρυτίωνα, ο οποίος ακούγοντας τα γαβγίσματα του Όρθου έτρεξε να τον βοηθήσει. Ο Ηρακλής πήρε τα βόδια και κίνησε να φύγει. Ένας βοσκός όμως, που στην ίδια περιοχή έβοσκε τα κοπάδια του Αδη, ειδοποίησε τον Γηρυόνη, που έτρεξε να σταματήσει τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής όμως με μια σαϊτιά του έκοψε το νήμα της ζωής.
Λένε ότι στην περιοχή που σκοτώθηκε ο Γηρυόνης φύτρωσε από το αίμα του ένα δέντρο με κόκκινους καρπούς.Στο δρόμο της επιστροφής, αφού παρέδωσε το κύπελλο στον Ήλιο, αντιμετώπισε πολλούς ληστές και λαούς που όλοι ήθελαν να του κλέψουν τα βόδια. Τελικά, στη Θράκη η Ήρα του σκόρπισε τα βόδια. Με όσα κατάφερε να μαζέψει γύρισε στις Μυκήνες και παρέδωσε τα βόδια στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα θυσίασε προς τιμή της Ήρας.Ένας αρχαίος συγγραφέας, ο Απολλόδωρος, λέει ότι οι άθλοι που έπρεπε να επιτελέσει ο Ηρακλής ήταν αρχικά δέκα και έτσι με τα βόδια του Γηρυόνη τελείωνε η οφειλή του προς τον Ευρυσθέα.
Ο ήρωας πέρασε απέναντι στην Αφρική και μετά από περιπέτειες, αφού σκότωσε στη Λιβύη το γίγαντα Ανταίο και στην Αίγυπτο το βασιλιά της Βούσιρη και το γιο του, πέρασε την Αραβία και πηγαίνοντας συνεχώς βόρεια έφτασε στον Καύκασο. Ο γίγαντας Ανταίος καλούσε όποιον ξένο περνούσε από τον τόπο του σε μονομαχία. Είχε όμως ανεξάντλητες δυνάμεις, οι οποίες πήγαζαν από την ίδια τη Γη, τη μητέρα του, όσο πατούσε σ' αυτή. Φυσικά εξόντωνε τους αντιπάλους του και τα κρανία τους τα χρησιμοποιούσε για να χτίσει ένα ναό προς τιμή του πατέρα του Ποσειδώνα. Ο Ηρακλής κλήθηκε να τον αντιμετωπίσει. Τον σήκωσε ψηλά ώστε να τον αποκόψει από την πηγή των δυνάμεών του και τον συνέθλιψε ανάμεσα στα φοβερά του μπράτσα.Στον Καύκασο ο Ηρακλής συνάντησε τον Προμηθέα, που ήταν δεμένος σ' ένα βράχο του βουνού και ένας αετός ερχόταν και του έτρωγε το συκώτι. Τον είχε τιμωρήσει ο πατέρας των θεών, ο Δίας, επειδή δεν πειθάρχησε και έδωσε τη φωτιά τους ανθρώπους, ένα πολύτιμο δώρο που άλλαξε τη ζωή τους. Ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απελευθέρωσε τον Προμηθέα. Ο τελευταίος σε αντάλλαγμα του υπέδειξε έναν τρόπο για να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων. Του είπε πως το καταλληλότερο πρόσωπο για μια τέτοια δουλειά ήταν ο αδερφός του, ο ’τλαντας, που βαστούσε στους ώμους του τον ουρανό. Τον συμβούλεψε να προσέχει γιατί ο Ατλας ήταν πονηρός και θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον ξεγελάσει.
Έτσι κι έγινε. Ο Ηρακλής βρήκε τον Ατλαντα να κρατάει στους ώμους του τις κολόνες του ουρανού και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να κόψει τα μήλα των Εσπερίδων. Ο Τιτάνας δέχτηκε με προθυμία, αλλά παρακάλεσε τον Ηρακλή να τον απαλλάξει για λίγο από το βάρος του μέχρι να κόψει τα μήλα και να τα φέρει. Ο Ηρακλής, αν και πονηρεύτηκε, μη μπορώντας να κάνει κι αλλιώς πήρε τις κολόνες του ουρανού στους ώμους του.
Ο Ατλας πήγε κατευθείαν στις Εσπερίδες και τους είπε να του δώσουν τα τρία χρυσά μήλα. Πρώτα, όμως, έπρεπε να εξουδετερωθεί ο Λάδωνας, το ακοίμητο φίδι-φύλακας των δέντρων. Οι Εσπερίδες κατασκεύασαν τότε ένα γλυκό ποτό στο οποίο έριξαν υπνωτικά βότανα. Μόλις ο Λάδωνας το ήπιε, έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έτσι ο Ατλαντας πήρε τα μήλα. Ο Τιτάνας σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να φορτώσει σε άλλον τα βάρη του ουρανού. Είπε, λοιπόν, στον Ηρακλή να κρατήσει ακόμα λίγο τα βάρη του μέχρις ότου εκείνος πάει τα μήλα στον Ευρυσθέα και επιστρέψει. Ο Ηρακλής συγκράτησε το θυμό του και επιστράτευσε την πονηριά του. Έκανε πως δέχεται, αλλά παρακάλεσε τον Ατλαντα, επειδή το βάρος του είχε κόψει τις πλάτες, να τον βοηθήσει να βάλει μια κουλούρα στις κολόνες του ουρανού, ώστε να μην ενοχλείται. Πράγματι, ο Ατλας άφησε κάτω τα μήλα και κράτησε τον ουρανό για να διευκολυνθεί ο Ηρακλής. Ο ήρωας όμως του έδωσε μια και τον έσπρωξε κάτω από τον ουρανό και αυτός ξεγλίστρησε και έφυγε.Έτσι τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων έφτασαν στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα χάρισε στον Ηρακλή. Ο τελευταίος δεν ήθελε να τα κρατήσει και τα δώρισε στη θεά Αθηνά. Η θεά τα επέστρεψε πίσω στον κήπο των θεών, μια και η κλοπή τους ήταν ανίερο πράγμα.
Ο Ηρακλής κίνησε για τον Κάτω Κόσμο και πέρασε σ' αυτόν από την είσοδό του, από το ακρωτήριο Ταίναρο στη Λακωνία. ’λλοι τοποθετούν την είσοδο αυτή σε διαφορετικά μέρη, όπως στη λίμνη Αχερουσία στη Θεσπρωτία και αλλού. Στο Ταίναρο υπήρχε ναός του Ποσειδώνα και από πίσω μια σπηλιά που οδηγούσε κάτω από τη θάλασσα, όπου ήταν το βασίλειο του Πλούτωνα και της γυναίκας του, της κόρης της Δήμητρας, Περσεφόνης. Για να περάσει στον Κάτω Κόσμο έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη βάρκα του Χάρωνα. Ο τελευταίος έφερνε δυσκολίες στον Ηρακλή, αλλά υπέκυψε μόλις ο ήρωας έχασε την ψυχραιμία του και απείλησε να του σπάσει το κεφάλι με το κουπί της βάρκας που μετέφερε τους νεκρούς στον άλλο κόσμο.
Μόλις οι ψυχές των νεκρών αντίκρισαν τον Ηρακλή σκόρπισαν τρομαγμένες, εκτός από αυτή του Μελέαγρου, τον οποίο ο Ηρακλής συμπόνεσε και του υποσχέθηκε να παντρευτεί την αδερφή του Δηιάνειρα. Κατόπιν συνάντησε τον Θησέα και τον Πειρίθου, που αποπειράθηκαν να αρπάξουν την Περσεφόνη. Ελευθέρωσε τον Θησέα, όχι όμως και τον Πειρίθου, που ήταν δεμένος σ' ένα βράχο υπό την απειλή φιδιών. Κάθε φορά που ο Ηρακλής επιχειρούσε να τον τραβήξει κουνιόταν η γη συθέμελα.Έτσι εγκατέλειψε την προσπάθεια.Ύστερα από όλες αυτές τις περιπέτειες, ο Ηρακλής παρουσιάστηκε στον Πλούτωνα και του ζήτησε την άδεια να πάρει μαζί του στον επάνω κόσμο τον Κέρβερο. Ο Πλούτωνας συγκατένευσε, αλλά με τον όρο να μη χρησιμοποιήσει ο ήρωας κανένα όπλο, ούτε ασπίδα, ούτε ρόπαλο, παρά μόνο τα χέρια του. Έτσι κι έγινε. Ο Ηρακλής φόρεσε μόνο τη λεοντή του και διαμόρφωσε κάποιες πέτρες κοφτερές στο ένα τους άκρο. Στην πύλη του Αχέροντα συνάντησε τον Κέρβερο και τον κατέβαλε με την τεράστια μυϊκή του δύναμη, πιάνοντας τα τρία σκυλίσια κεφάλια του ανάμεσα στα μπράτσα του. Ο Κέρβερος αντέδρασε στην αρχή χτυπώντας και δαγκώνοντας τον ήρωα με τη φιδίσια ουρά του, αλλά στο τέλος παραδόθηκε.Ο Πλούτωνας δεν πίστευε ότι ο Ηρακλής θα τα κατάφερνε. Έτσι μόλις αντιλήφθηκε την επιτυχία του, άρχισε να μασάει τα λόγια του και να αρνιέται να τηρήσει την υπόσχεσή του. Θυμωμένος ο Ηρακλής δε δίστασε να τον πείσει τραυματίζοντάς τον μ' ένα βέλος. Με τη βοήθεια της Αθηνάς πέρασε το ποτάμι του Κάτω Κόσμου, τη Στύγα, και έφτασε στην έξοδό του στην περιοχή της Τροιζήνας. Ο Κέρβερος ζαλισμένος από τον πολύ ήλιο δεν μπορούσε ν' αντιδράσει. Ο Ηρακλής τον έφερε στις Μυκήνες και μπροστά στη θέα του φριχτού τέρατος ο Ευρυσθέας βρήκε για μια ακόμα φορά καταφύγιο στο αγαπημένο του χάλκινο πιθάρι.
Εκτός από τους άθλους ο Ηρακλής πραγματοποίησε και άλλα μυθικά κατορθώματα.
Τον Ηρακλή οι αρχαίοι Έλληνες τον παρίσταναν συνήθως ντυμένο με τη λεοντή, να κρατά ένα ρόπαλο στο χέρι, με παράστημα γίγαντα και σώμα δυνατό, νεανικό και εύρωστο.
Ο μύθος που σώθηκε από τον Ξενοφώντα, μας διηγείται το περιστατικό εκείνο, που ο Ηρακλής καθισμένος σ' ένα σταυροδρόμι, είδε να περνούν από μπροστά του δύο πανέμορφες κοπέλες. Η μια του έδειξε έναν εύκολο δρόμο, φαρδύ και ίσιο, που αν τον ακολουθούσε, θα χαιρόταν τη ζωή, αλλά θα έκανε ένα σωρό κακές πράξεις που θα τον καταδίκαζαν στην κρίση των ανθρώπων. Αυτή ήταν η Κακία. Η άλλη κόρη, η Αρετή, του έδειξε ένα δύσκολο δρόμο, γεμάτο κοφτερές πέτρες και αγκάθια, στενό και δύσβατο, που θα τον βάδιζε δύσκολα, αλλά θα κέρδιζε στο τέλος του την αναγνώριση από τους συνανθρώπους του. Έτσι ο Ηρακλής ακολούθησε την Αρετή, προτιμώντας να υποφέρει για να διαβεί το δύσβατο δρόμο της, αλλά να γνωρίσει τη δόξα και την τιμή με τις καλές του πράξεις και την αρετή του.
Ως έφηβος προκάλεσε τον πόλεμο μεταξύ της Θήβας με το βασίλειο του Ορχομενού. Ως ανταμοιβή για τη νίκη του εναντίον του Ορχομενού, πήρε για γυναίκα του τη Μεγάρα, κόρη του βασιλιά της Θήβας, με την οποία απέκτησε τρία (κατ' άλλους περισσότερα) παιδιά. Η Ήρα όμως τον τρέλανε, με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Πήγε στο Μαντείο των Δελφών για να πάρει χρησμό, ώστε να εξαγνισθεί. Σύμφωνα με τον χρησμό έπρεπε να υπηρετήσει για δώδεκα χρόνια τον Ευρυσθέα, βασιλιά της Τίρυνθας, και να πραγματοποιήσει τους άθλους που του πρόσταζε εκείνος.
Στο πλαίσιο τών άθλων ο Ηρακλής
- σκότωσε το λιοντάρι της Νεμέας,
- σκότωσε τη Λερναία Ύδρα,
Γρήγορα διαπίστωσε ότι η αποστολή του δε θα ήταν καθόλου εύκολη. Μόλις έκοβε ένα κεφάλι της ύδρας στη θέση του φύτρωναν δύο. Παράλληλα η Ήρα δεν είχε καθήσει με σταυρωμένα τα χέρια. Έστειλε βοηθό του τέρατος έναν κάβουρα, ο οποίος παρενοχλούσε τον Ηρακλή, δαγκώνοντάς του το πόδι, κάθε φορά που ο ήρωας επιχειρούσε να κόψει ένα κεφάλι της ύδρας.Για να αντιμετωπίσει τον πολλαπλασιασμό των κεφαλιών της Λερναίας ύδρας, ο Ηρακλής ενέργησε έξυπνα. Έδωσε έναν αναμμένο δαυλό στον Ιόλαο και του είπε να καίει τις καινούριες κεφαλές και το σημείο όπου έκοβε το κεφάλι. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Ηρακλής έκοψε εκτός από τα οχτώ κεφάλια του τέρατος και το τελευταίο κεφάλι, που ήταν το κέντρο της ζωής του και σύμφωνα με το μύθο αθάνατο. Μόλις έκοψε το αθάνατο κεφάλι ο Ηρακλής, το έθαψε και το σκέπασε μ' ένα μεγάλο βράχο για να μην υπάρχει καμιά δυνατότητα ξαναζωντανέματός του. Με τη χολή του τέρατος ο Ηρακλής εμπότισε τα βέλη του κάνοντάς τα δηλητηριώδη.Παρά το μεγάλο άθλο ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ισχυριζόμενος ότι η συμβολή του Ιόλαου ήταν καθοριστική. Ο χρησμός έλεγε ότι έπρεπε μόνος του ο Ηρακλής να επιτελέσει όλους τους άθλους του. Ο ήρωας δικαιολόγησε την παρουσία του ανιψιού του με την εμφάνιση του κάβουρα. Ήταν μια μάχη δύο προς δύο.
- έπιασε το γοργό ελάφι της Κερύνειας,
- σκότωσε τον Ερυμάνθιο Κάπρο,
- καθάρισε τους στάβλους του Αυγεία,
Φυσικά δεν ανέφερε ότι ενεργούσε κατ' εντολή του Ευρυσθέα, ο οποίος του ανέθεσε την αποστολή για να την πραγματοποιήσει με τα ίδια του τα χέρια μέσα σε μια μέρα. Ο Αυγείας μη πολυπιστεύοντας ότι μπορεί να καθαριστεί η κοπριά του, δέχτηκε την πρόκληση του Ηρακλή και του υποσχέθηκε την αμοιβή που ζητούσε.Οι υπερφυσικές δυνάμεις του Ηρακλή τον έβγαλαν και πάλι ασπροπρόσωπο. Κατάφερε να εκτρέψει από την πορεία τους τους δύο μεγάλους ποταμούς της Πελοποννήσου, τον Αλφειό και τον Πηνειό, και με τα νερά τους να καθαρίσει την κόπρο του Αυγεία.
Μαθαίνοντας, όμως, ο Αυγείας ότι ο Ηρακλής ενεργεί στα πλαίσια των υπηρεσιών του προς τον Ευρυσθέα, αρνήθηκε να του δώσει τη συμφωνημένη αμοιβή, ακόμα και όταν διαιτητής έδωσε δίκιο στον Ηρακλή. Παράλληλα και ο Ευρυσθέας αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον άθλο υποστηρίζοντας ότι ο Ηρακλής τον πραγματοποίησε έναντι πληρωμής και χρησιμοποιώντας το τέχνασμα των ποταμών και όχι με τα ίδια του τα χέρια. Ο Ηρακλής δεν ξέχασε τη συμπεριφορά του Αυγεία. Αργότερα συγκέντρωσε στρατό και εκστράτευσε εναντίον του για να τον τιμωρήσει. Πράγματι, ο Αυγείας σκοτώθηκε πληρώνοντας την έπαρσή του και την υπαναχώρησή του.
- σκότωσε τις Στυμφαλίδες Όρνιθες,
- έπιασε τον άγριο ταύρο της Κρήτης,
Ο Ηρακλής αφού πήρε και την άδεια του Μίνωα, ξεκίνησε με το ρόπαλό του και ένα σκοινί για να αιχμαλωτίσει τον ταύρο. Παλεύοντας μαζί του κατάφερε να τον πιάσει από τα κέρατα και να δέσει μαζί το ρύγχος με τα πόδια του έτσι ώστε να τον ακινητοποιήσει. Κατόπιν ανέβηκε στη ράχη του ζώου και μέσω της θάλασσας έφτασαν στην Αργολίδα.Εκεί ο Ευρυσθέας θέλησε να θυσιάσει τον ταύρο στην Ήρα, αλλά η θεά αρνήθηκε την προσφορά, μια και δεν ήθελε να δεχθεί έμμεσα δώρο από τον Ηρακλή. Έτσι ο ταύρος αφέθηκε ελεύθερος και αφού περιπλανήθηκε στην Πελοπόννησο πέρασε στην Αττική και τον Μαραθώνα. Είναι ο ίδιος ταύρος που εξόντωσε ο ήρωας της Αττικής, ο Θησέας.
- έκλεψε τα άγρια άλογα του Διομήδη,
Επιστρέφοντας, όμως, στην παραλία για να φύγουν βρήκαν καταφαγωμένο τον Αβδηρο από τα άγρια άλογα. Ο Ηρακλής τον έθαψε με τιμές και προς τιμή του ίδρυσε πόλη, τα Αβδηρα, στην οποία αργότερα γεννήθηκε ο μεγάλος φιλόσοφος Δημόκριτος. Ο Ηρακλής οδήγησε τα άλογα στις Μυκήνες, όπου ο Ευρυσθέας τα άφησε ελεύθερα. Αυτά μετά από περιπλάνηση έφτασαν μέχρι τον Όλυμπο, όπου κατασπαράχτηκαν από άγρια θηρία. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, τα άλογα τα αφιέρωσαν στην Ήρα. Αυτή τη φορά η θεά αποδέχτηκε την προσφορά του Ηρακλή. Από τα άλογα αυτά, λέει ο ίδιος μύθος προέρχονταν τα άλογα του Μ. Αλεξάνδρου.Η ίδια ιστορία εξιστορεί διαφορετικά τα γεγονότα που αφορούν τα όσα συνέβησαν στη χώρα των Βιστόνων: Ο Ηρακλής πήγε μόνος του και από την ξηρά στη Θράκη. Εκεί συνέλαβε τον Διομήδη και τον έριξε στο στάβλο των αλόγων του. Τα άγρια άλογα τον κατασπάραξαν και αμέσως τότε ημέρεψαν. Έτσι ήμερα ο Ηρακλής τα μετέφερε στις Μυκήνες. Καθώς ο Ηρακλής κατευθυνόταν προς τη Θράκη, πέρασε από τις Φέρες της Θεσσαλίας, όπου βασίλευε ο φίλος του Αδμητος. Εκεί συνάντησε μεγάλο πένθος, αφού ο φίλος του κήδευε τη γυναίκα του Αλκηστη, την πανέμορφη κόρη του Πελία.Η ιστορία της ήταν μια πράξη αγάπης και αυτοθυσίας. Ο Αδμητος στη διάρκεια του γάμου τους παρέλειψε να θυσιάσει στη θεά Αρτεμη. Η τιμωρία του ήταν να πεθάνει νέος. Μπορούσε όμως να πεθάνει κάποιος άλλος στη θέση του. Ο πατέρας του και η μητέρα του αρνήθηκαν. Παρουσιάστηκε όμως η Αλκηστη, που πρόσφερε εθελοντικά τη ζωή της για τη ζωή του άντρα της. Ο Ηρακλής συγκινήθηκε από την ιστορία και αποφάσισε να σώσει την όμορφη βασίλισσα. Προτίμησε να προλάβει την Αλκηστη προτού ο Χάροντας την κατεβάσει στον Κάτω Κόσμο, παρότι ήταν αποφασισμένος να κατέβει και εκεί αν χρειαζόταν. Πρόλαβε τον Χάροντα, πάλεψε μαζί του, τον νίκησε και έσωσε την Αλκηστη.
- πήρε τη ζώνη της Ιππολύτης,
Στις Αμαζόνες βασίλευε μια όμορφη και πολεμόχαρη γυναίκα, κόρη του θεού Αρη, η Ιππολύτη. Αυτή κατείχε μια θαυμάσια ζώνη, δώρο του πατέρα της. Τη ζώνη αυτή έβαλε στο μάτι ο Ευρυσθέας και ζήτησε από τον Ηρακλή να του τη φέρει, για λογαριασμό της κόρης του Αδμήτης.O Ηρακλής εξόπλισε ένα πλοίο, μάζεψε αρκετούς ήρωες και κίνησαν για τον Εύξεινο Πόντο. Το ταξίδι ήταν μακρινό και επίπονο και στο δρόμο ο Ηρακλής και οι σύντροφοι του αντιμετώπισαν κινδύνους και περιπέτειες. Στο νησί της Πάρου, όπου προσάραξαν, οι ντόπιοι επιτέθηκαν και σκότωσαν δυο συντρόφους του Ηρακλή. Ο ήρωας θύμωσε πάρα πολύ, σκότωσε τα τέσσερα παιδιά του Μίνωα που κατοικούσαν στο νησί και κατόπιν έκλεισε τους Πάριους στα τείχη τους και τους πολιόρκησε. Οι πολιορκημένοι φυσικά δεν άντεξαν και πρότειναν ειρήνη στον Ηρακλή προθυμοποιούμενοι να αντικαταστήσουν τους δυο συντρόφους του με άλλους. Έτσι οι εγγονοί του Μίνωα, Σθένελος και Αλκαίος, ακολούθησαν τον Ηρακλή στην εκστρατεία του.Κατόπιν το πλοίο προσάραξε στην περιοχή της Μυσίας, στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου ο βασιλιάς τους Λύκος είχε πόλεμο με μια γειτονική φυλή. Ο Ηρακλής τον βοήθησε να κατατροπώσει τους εχθρούς του και προς τιμή του ήρωα, ο Λύκος, ονόμασε την κατακτημένη χώρα Ηράκλεια.Μετά από όλες αυτές τις περιπέτειες, το καράβι του Ηρακλή προσορμίστηκε στο λιμάνι της Θεμίσκυρας, της πρωτεύουσας των Αμαζόνων.Η Ιππολύτη μαθαίνοντας την άφιξη των ξένων κατέβηκε στο λιμάνι μαζί με τις ακολούθους της για να μάθει τι έφερνε τους ξένους στα μέρη τους. Ο Ηρακλής, χωρίς να διστάσει, ζήτησε την περίφημη ζώνη. Η Ιππολύτη δεν είχε αντίρρηση.
Η Ήρα όμως δε θα άφηνε ήσυχο τον ήρωα. Μεταμορφωμένη σε Αμαζόνα αναμίχθηκε με τις άλλες και "λέγε-λέγε" τις έπεισε ότι οι ξένοι ήρθαν με δόλο να κυριεύσουν το βασίλειό τους. Έτσι επιτέθηκαν με αγριότητα στον Ηρακλή και τους συντρόφους του. Στη σφοδρή μάχη ο Ηρακλής σκότωσε πολλές περιώνυμες αμαζόνες και στο τέλος μονομάχησε με την ίδια την Ιππολύτη, την οποία μετά από σκληρό αγώνα σκότωσε και της πήρε την πολυπόθητη ζώνη. Ο Ηρακλής, όμως, δε σταμάτησε εδώ και εξόντωσε σχεδόν όλο το στρατό των Αμαζόνων.Αλλοι λένε ότι ο Ηρακλής κατάφερε να πάρει τη ζώνη αφού πρώτα συνέλαβε την αρχηγό του στρατού των Αμαζόνων, τη Μελανίππη, την οποία και αντάλλαξε με τη ζώνη.Αλλη εκδοχή, μεταγενέστερη, εμπλέκει και τον Θησέα στην εκστρατεία, ο οποίος παίρνει τη ζώνη και την παραδίδει στον Ηρακλή, ενώ κρατάει για τον εαυτό του και νυμφεύεται στην Αθήνα την αμαζόνα Αντιόπη.
- έφερε τα βόδια του Γηρυόνη στον Ευρυσθέα,
Ο Ηρακλής ξεκίνησε το ταξίδι του έχοντας μαζί του το δώρο του Ερμή, το Κέρας της Αμάλθειας, γεμάτο τρόφιμα για το ταξίδι, αλλά στα μισά του δρόμου εμφανίστηκε ο Ωκεανός, που προκάλεσε σφοδρή θαλασσοταραχή, η οποία δεν πτόησε τον ήρωα που απείλησε μάλιστα και τρόμαξε τον Ωκεανό με το τόξο του.Μόλις έφτασε στο νησί του Γηρυόνη, τον αντιλήφθηκε το σκυλί-τέρας, ο Όρθος. Ο Ηρακλής του 'σπασε και τα δυο κεφάλια με το ρόπαλό του και το σκότωσε. Μετά εξόντωσε και τον Ευρυτίωνα, ο οποίος ακούγοντας τα γαβγίσματα του Όρθου έτρεξε να τον βοηθήσει. Ο Ηρακλής πήρε τα βόδια και κίνησε να φύγει. Ένας βοσκός όμως, που στην ίδια περιοχή έβοσκε τα κοπάδια του Αδη, ειδοποίησε τον Γηρυόνη, που έτρεξε να σταματήσει τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής όμως με μια σαϊτιά του έκοψε το νήμα της ζωής.
Λένε ότι στην περιοχή που σκοτώθηκε ο Γηρυόνης φύτρωσε από το αίμα του ένα δέντρο με κόκκινους καρπούς.Στο δρόμο της επιστροφής, αφού παρέδωσε το κύπελλο στον Ήλιο, αντιμετώπισε πολλούς ληστές και λαούς που όλοι ήθελαν να του κλέψουν τα βόδια. Τελικά, στη Θράκη η Ήρα του σκόρπισε τα βόδια. Με όσα κατάφερε να μαζέψει γύρισε στις Μυκήνες και παρέδωσε τα βόδια στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα θυσίασε προς τιμή της Ήρας.Ένας αρχαίος συγγραφέας, ο Απολλόδωρος, λέει ότι οι άθλοι που έπρεπε να επιτελέσει ο Ηρακλής ήταν αρχικά δέκα και έτσι με τα βόδια του Γηρυόνη τελείωνε η οφειλή του προς τον Ευρυσθέα.
- άρπαξε τα μήλα των Εσπερίδων,
Ο ήρωας πέρασε απέναντι στην Αφρική και μετά από περιπέτειες, αφού σκότωσε στη Λιβύη το γίγαντα Ανταίο και στην Αίγυπτο το βασιλιά της Βούσιρη και το γιο του, πέρασε την Αραβία και πηγαίνοντας συνεχώς βόρεια έφτασε στον Καύκασο. Ο γίγαντας Ανταίος καλούσε όποιον ξένο περνούσε από τον τόπο του σε μονομαχία. Είχε όμως ανεξάντλητες δυνάμεις, οι οποίες πήγαζαν από την ίδια τη Γη, τη μητέρα του, όσο πατούσε σ' αυτή. Φυσικά εξόντωνε τους αντιπάλους του και τα κρανία τους τα χρησιμοποιούσε για να χτίσει ένα ναό προς τιμή του πατέρα του Ποσειδώνα. Ο Ηρακλής κλήθηκε να τον αντιμετωπίσει. Τον σήκωσε ψηλά ώστε να τον αποκόψει από την πηγή των δυνάμεών του και τον συνέθλιψε ανάμεσα στα φοβερά του μπράτσα.Στον Καύκασο ο Ηρακλής συνάντησε τον Προμηθέα, που ήταν δεμένος σ' ένα βράχο του βουνού και ένας αετός ερχόταν και του έτρωγε το συκώτι. Τον είχε τιμωρήσει ο πατέρας των θεών, ο Δίας, επειδή δεν πειθάρχησε και έδωσε τη φωτιά τους ανθρώπους, ένα πολύτιμο δώρο που άλλαξε τη ζωή τους. Ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απελευθέρωσε τον Προμηθέα. Ο τελευταίος σε αντάλλαγμα του υπέδειξε έναν τρόπο για να πάρει τα μήλα των Εσπερίδων. Του είπε πως το καταλληλότερο πρόσωπο για μια τέτοια δουλειά ήταν ο αδερφός του, ο ’τλαντας, που βαστούσε στους ώμους του τον ουρανό. Τον συμβούλεψε να προσέχει γιατί ο Ατλας ήταν πονηρός και θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τον ξεγελάσει.
Έτσι κι έγινε. Ο Ηρακλής βρήκε τον Ατλαντα να κρατάει στους ώμους του τις κολόνες του ουρανού και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να κόψει τα μήλα των Εσπερίδων. Ο Τιτάνας δέχτηκε με προθυμία, αλλά παρακάλεσε τον Ηρακλή να τον απαλλάξει για λίγο από το βάρος του μέχρι να κόψει τα μήλα και να τα φέρει. Ο Ηρακλής, αν και πονηρεύτηκε, μη μπορώντας να κάνει κι αλλιώς πήρε τις κολόνες του ουρανού στους ώμους του.
Ο Ατλας πήγε κατευθείαν στις Εσπερίδες και τους είπε να του δώσουν τα τρία χρυσά μήλα. Πρώτα, όμως, έπρεπε να εξουδετερωθεί ο Λάδωνας, το ακοίμητο φίδι-φύλακας των δέντρων. Οι Εσπερίδες κατασκεύασαν τότε ένα γλυκό ποτό στο οποίο έριξαν υπνωτικά βότανα. Μόλις ο Λάδωνας το ήπιε, έπεσε σε βαθύ ύπνο. Έτσι ο Ατλαντας πήρε τα μήλα. Ο Τιτάνας σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να φορτώσει σε άλλον τα βάρη του ουρανού. Είπε, λοιπόν, στον Ηρακλή να κρατήσει ακόμα λίγο τα βάρη του μέχρις ότου εκείνος πάει τα μήλα στον Ευρυσθέα και επιστρέψει. Ο Ηρακλής συγκράτησε το θυμό του και επιστράτευσε την πονηριά του. Έκανε πως δέχεται, αλλά παρακάλεσε τον Ατλαντα, επειδή το βάρος του είχε κόψει τις πλάτες, να τον βοηθήσει να βάλει μια κουλούρα στις κολόνες του ουρανού, ώστε να μην ενοχλείται. Πράγματι, ο Ατλας άφησε κάτω τα μήλα και κράτησε τον ουρανό για να διευκολυνθεί ο Ηρακλής. Ο ήρωας όμως του έδωσε μια και τον έσπρωξε κάτω από τον ουρανό και αυτός ξεγλίστρησε και έφυγε.Έτσι τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων έφτασαν στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα χάρισε στον Ηρακλή. Ο τελευταίος δεν ήθελε να τα κρατήσει και τα δώρισε στη θεά Αθηνά. Η θεά τα επέστρεψε πίσω στον κήπο των θεών, μια και η κλοπή τους ήταν ανίερο πράγμα.
- έφερε τον Κέρβερο από τον Άδη
Ο Ηρακλής κίνησε για τον Κάτω Κόσμο και πέρασε σ' αυτόν από την είσοδό του, από το ακρωτήριο Ταίναρο στη Λακωνία. ’λλοι τοποθετούν την είσοδο αυτή σε διαφορετικά μέρη, όπως στη λίμνη Αχερουσία στη Θεσπρωτία και αλλού. Στο Ταίναρο υπήρχε ναός του Ποσειδώνα και από πίσω μια σπηλιά που οδηγούσε κάτω από τη θάλασσα, όπου ήταν το βασίλειο του Πλούτωνα και της γυναίκας του, της κόρης της Δήμητρας, Περσεφόνης. Για να περάσει στον Κάτω Κόσμο έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη βάρκα του Χάρωνα. Ο τελευταίος έφερνε δυσκολίες στον Ηρακλή, αλλά υπέκυψε μόλις ο ήρωας έχασε την ψυχραιμία του και απείλησε να του σπάσει το κεφάλι με το κουπί της βάρκας που μετέφερε τους νεκρούς στον άλλο κόσμο.
Μόλις οι ψυχές των νεκρών αντίκρισαν τον Ηρακλή σκόρπισαν τρομαγμένες, εκτός από αυτή του Μελέαγρου, τον οποίο ο Ηρακλής συμπόνεσε και του υποσχέθηκε να παντρευτεί την αδερφή του Δηιάνειρα. Κατόπιν συνάντησε τον Θησέα και τον Πειρίθου, που αποπειράθηκαν να αρπάξουν την Περσεφόνη. Ελευθέρωσε τον Θησέα, όχι όμως και τον Πειρίθου, που ήταν δεμένος σ' ένα βράχο υπό την απειλή φιδιών. Κάθε φορά που ο Ηρακλής επιχειρούσε να τον τραβήξει κουνιόταν η γη συθέμελα.Έτσι εγκατέλειψε την προσπάθεια.Ύστερα από όλες αυτές τις περιπέτειες, ο Ηρακλής παρουσιάστηκε στον Πλούτωνα και του ζήτησε την άδεια να πάρει μαζί του στον επάνω κόσμο τον Κέρβερο. Ο Πλούτωνας συγκατένευσε, αλλά με τον όρο να μη χρησιμοποιήσει ο ήρωας κανένα όπλο, ούτε ασπίδα, ούτε ρόπαλο, παρά μόνο τα χέρια του. Έτσι κι έγινε. Ο Ηρακλής φόρεσε μόνο τη λεοντή του και διαμόρφωσε κάποιες πέτρες κοφτερές στο ένα τους άκρο. Στην πύλη του Αχέροντα συνάντησε τον Κέρβερο και τον κατέβαλε με την τεράστια μυϊκή του δύναμη, πιάνοντας τα τρία σκυλίσια κεφάλια του ανάμεσα στα μπράτσα του. Ο Κέρβερος αντέδρασε στην αρχή χτυπώντας και δαγκώνοντας τον ήρωα με τη φιδίσια ουρά του, αλλά στο τέλος παραδόθηκε.Ο Πλούτωνας δεν πίστευε ότι ο Ηρακλής θα τα κατάφερνε. Έτσι μόλις αντιλήφθηκε την επιτυχία του, άρχισε να μασάει τα λόγια του και να αρνιέται να τηρήσει την υπόσχεσή του. Θυμωμένος ο Ηρακλής δε δίστασε να τον πείσει τραυματίζοντάς τον μ' ένα βέλος. Με τη βοήθεια της Αθηνάς πέρασε το ποτάμι του Κάτω Κόσμου, τη Στύγα, και έφτασε στην έξοδό του στην περιοχή της Τροιζήνας. Ο Κέρβερος ζαλισμένος από τον πολύ ήλιο δεν μπορούσε ν' αντιδράσει. Ο Ηρακλής τον έφερε στις Μυκήνες και μπροστά στη θέα του φριχτού τέρατος ο Ευρυσθέας βρήκε για μια ακόμα φορά καταφύγιο στο αγαπημένο του χάλκινο πιθάρι.
Εκτός από τους άθλους ο Ηρακλής πραγματοποίησε και άλλα μυθικά κατορθώματα.- Πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία και ελευθέρωσε την Ησιόνη, κόρη του Τρώα βασιλιά Λαομέδοντα, από ένα θαλάσσιο τέρας. Δεν συνέχισε όμως μέχρι τέλους την εκστρατεία, γιατί ήταν πολύ βαρύς και η Αργώ, το πλοίο των Αργοναυτών, δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος του.
- Στη Λιβύη νίκησε το γίγαντα Ανταίο, γιο του Ποσειδώνα και της Γης, που ήταν πολύ δυνατός, επειδή έπαιρνε δύναμη πατώντας τη Γη, το κορμί της μητέρας του. Ο Ηρακλής, καταλαβαίνοντας πού οφειλόταν η δύναμή του, τον σήκωσε ψηλά με τα δυνατά μπράτσα του και τον έπνιξε χωρίς δυσκολία. Ύστερα από αυτό το κατόρθωμα, ο Ηρακλής κουρασμένος, έπεσε να κοιμηθεί. Τότε οι Πυγμαίοι, ένας λαός νάνων, τον αλυσόδεσαν και τον κάρφωσαν στη γη. Όταν ξύπνησε ο Ηρακλής, τινάχτηκε επάνω και αρπάζοντάς τους στη χούφτα του, τους τύλιξε όλους στο τομάρι του λέοντα της Νεμέας που φορούσε.
- Ο Ηρακλής ελευθέρωσε ακόμα και τον Προμηθέα, που τον είχε δέσει ο Δίας στον Καύκασο για να τον τιμωρήσει επειδή είχε χαρίσει στους ανθρώπους το μυστικό της φωτιάς.
- Αυτός έφερε την Άλκηστη από τον Άδη, αφού πάλεψε με τον Χάρο και την ελευθέρωσε. Η Άλκηστη ήταν γυναίκα του βασιλιά των Φερών Αδμήτου, που, για να σώσει τον άντρα της, δέχτηκε να πεθάνει αντί γι' αυτόν. Ο Ηρακλής έτυχε να περνά εκείνες τις μέρες από τις Φερές και πέρασε να επισκεφτεί το φίλο του το βασιλιά. Μαθαίνοντας τη μεγάλη συμφορά που είχε βρει το παλάτι του, έτρεξε και, προλαβαίνοντας το Χάρο, πάλεψε μαζί του και έφερε στη ζωή ξανά την όμορφη Άλκηστη.
- Ο Ηρακλής σκότωσε ακόμα, για να απαλλάξει τους ανθρώπους από την τυραννία, τον αιμοβόρο τύραννο της Αιγύπτου Βούσιρι.
- Ελευθέρωσε τον Θησέα από τη φυλακή του βασιλιά των Μολοσσών στην Ήπειρο.
- Το τελευταίο κατόρθωμα του Ηρακλή ήταν ο φόνος του κενταύρου Νέσσου, που προσπάθησε να κλέψει τη γυναίκα του ήρωα, την όμορφη Δηιάνειρα. Τη στιγμή που ο Νέσσος πέθαινε από τα δηλητηριασμένα βέλη του Ηρακλή εκμυστηρεύθηκε στη Δηιάνειρα ότι ο σύζυγός της δεν την αγαπούσε πια και ότι για να ξανακερδίσει την αγάπη του, έπρεπε να του δώσει να φορέσει ένα χιτώνα, αφού τον βουτήξει πρώτα μέσα στο αίμα του πεθαμένου κενταύρου. Η Δηιάνειρα, που δεν ήξερε ότι το αίμα του Νέσσου ήταν δηλητηριασμένο από τα βέλη, έδωσε το χιτώνα στον ήρωα. Οι πόνοι του Ηρακλή ήταν τόσο φριχτοί, ώστε τρελάθηκε και, ανάβοντας φωτιά πάνω στην κορφή του βουνού Οίτη, κάηκε ζωντανός. Ακόμα και σήμερα, η υψηλότερη κορυφή αυτού του βουνού ονομάζεται Πυρά.
Τον Ηρακλή οι αρχαίοι Έλληνες τον παρίσταναν συνήθως ντυμένο με τη λεοντή, να κρατά ένα ρόπαλο στο χέρι, με παράστημα γίγαντα και σώμα δυνατό, νεανικό και εύρωστο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


