Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπάρτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπάρτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα και η Παρερμηνεία

Όλες οι εποχές, όλοι οι πολιτισμοί και όλοι οι άνθρωποι, ασχολήθηκαν, ασχολούνται και θα ασχολούνται με τον Έρωτα.Έχουν δοθεί πάρα πολλοί ορισμοί, εξηγήσεις και ερμηνείες,σε τέτοιο βαθμό ώστε δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο καθένας ταυτίζει τον Έρωτα μ' αυτό που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι είναι.Όπως η Φιλοσοφία σε κάθε εποχή αναζητάει τόσο για τον Έρωτα όσο και για κάθε τι που σχετίζεται με την ζωή και την ύπαρξη, αυτό που πραγματικά είναι και όχι τις υποκειμενικές και σχετικές αντιλήψεις. Στόχος της εργασίας αυτής είναι να προσεγγίσει την άποψη για το Έρωτα όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από τη Φιλοσοφία της Κλασικής Ελληνικής Αρχαιότητας και ακόμα να συσχετίσει αυτή την άποψη με τις σημερινές αντιλήψεις περί σεξουαλικής διαστροφής στην Αρχαία Ελλάδα.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ

Ανάμεσα στις ιστορικές πηγές που μπορούμε να έχουμε γι' αυτό το θέμα,ξεχωρίζει ο διάλογος του Πλάτωνα «Συμπόσιο» ή «Περί Έρωτος Ηθικός».Σ' αυτό το διάλογο οι Φαίδρος, Ερυξίμαχος, Παυσανίας, Αριστοφάνης,Αγάθων, Σωκράτης και Αλκιβιάδης, θα μιλήσουν με τη σειρά και θα τοποθετηθούν πάνω στο θέμα του Έρωτα.Ο Φαίδρος λοιπόν, παρουσιάζει τον Έρωτα σαν ένα Θεό Μέγα, γεννημένο πρώτο απ' όλους τους Θεούς, ο οποίος προξενεί όλα τα αγαθά. Τη ντροπή για τα άσχημα και το φιλότιμο για τα ωραία. Προκαλεί ανδρεία, γιατί μόνο οι ερωτευμένοι είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν τη ζωή τους για το αγαπημένο τους πρόσωπο κι όχι μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες.Έπειτα ο Παυσανίας θα κάνει το διαχωρισμό ανάμεσα στον ουράνιο και τον πάνδημο Έρωτα ανάλογα με την ουράνια και την πάνδημο Αφροδίτη. Πάνδημος είναι αυτό του χυδαίου ανθρώπου με αντικείμενο περισσότερο τις γυναίκες παρά τα παιδιά. Οι εμπνευσμένοι από τον ουράνιο Έρωτα απέχουν από κάθε αδιαντροπιά. Τους αρέσει το αρσενικό επειδή έχει περισσότερη δύναμη σωματικά και πνευματικά. Αυτός ο Έρωτας γεννά στις ψυχές των πολιτών μεγάλα φρονήματα, δυνατές φιλίες και συντροφιές.
Ο Ερυξίμαχος θα προσθέσει ότι ο έρωτας αναφέρεται και στα ζώα και στα φυτά και αλλά και σε όλο το σύμπαν. Στα ανθρώπινα σώματα ο Ουράνιος Έρωτας προκαλεί υγεία ενώ ο Πάνδημος νοσηρότητα.Η Ιατρική συντελεί ώστε τα σώματα να υιοθετούν τον ωραίο έρωτα μέσα από τη συμφιλίωση των εχθρικών στοιχείων του σώματος.Αυτός ο δυαδισμός υπάρχει και για τη μουσική, ώστε υπάρχει αυτή που εξυψώνει ηθικά αλλά και αισθητικά, αλλά και αυτή που προκαλεί ακολασία. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα πράγματα ανθρώπινα και Θεία.Τέλος ο Ουράνιος Έρωτας είναι παντοδύναμος γιατί εγκαθιδρύει την φιλία μεταξύ ανθρώπων και Θεών, μέσα από τη χρήση της μαντικής επιστήμης.Ο Αριστοφάνης θα παρουσιάσει τον Έρωτα σαν τη τάση των ανθρώπων για ξανά-ολοκλήρωση, εφόσον σε κάποια παλαιότερη εποχή διχοτομήθηκαν από τους Θεούς.Αναλύει τη διαδικασία της επανένωσης, στην οποία τοποθετεί τον έρωτα για αρχηγό ο οποίος απαιτεί από τους ανθρώπους να έχουν σεβασμό προς τους Θεούς, για να επιτευχθεί η οριστική επανένωση του καθενός με το έτερο ήμισυ και ν' αποφευχθεί πιθανή δεύτερη διχοτόμηση.Ακολουθεί ο Αγαθών που παρουσιάζει τον Έρωτα σαν τον πιο ευτυχισμένο, ωραίο και άριστο από τους Θεούς. Είναι πάντα νέος,τρυφερός και ελαστικός. Ακόμα έχει τις αρετές της δικαιοσύνης, της φρόνησης και της ανδρείας. Πέρα από άριστος ποιητής είναι και μεγάλος σε κάθε τέχνη, εφ' όσον και οι Θεοί με τον έρωτα για οδηγό αποκτούν μαστοριά στις τέχνες τους. Έτσι πριν τον Έρωτα βασίλευε η Ανάγκη. Με
την γέννηση του έγιναν και όλα τα αγαθά στους θεούς και στους ανθρώπους.

Στη συνέχεια αναλαμβάνει ο Σωκράτης, που αποδεικνύει στο Αγάθωνα ότι ο Έρωτας δεν είναι ούτε όμορφος, ούτε αγαθός γιατί αυτά είναι που στερείται εφόσον πάντα τα αναζητάει. Ακολουθεί η διήγηση από το Σωκράτη της διδασκαλίας της Διοτίμας.Ο Έρωτας λοιπόν δεν είναι ωραίος όπως τους Θεούς αλλά ούτε και άσχημος.Είναι κάτι ανάμεσα, όπως η σωστή δοξασία μεταξύ της γνώσης και της άγνοιας. Είναι λοιπόν ανάμεσα στους ανθρώπους και στους Θεούς.Ένας δαίμονας μεσάζων και οι άνθρωποι επικοινωνούν με τους Θεούς μέσω αυτού, χρησιμοποιώντας την Ιερατική και τη Μαντική τέχνη.Ο Έρωτας είναι γιος του Πόρου και της Πενίας, που η σύλληψή του έγινε στα γενέθλια της Αφροδίτης. Έτσι είναι πάντα φτωχός, άσχημος και στερημένος. Κυνηγάει όμως τα ωραία και τα αγαθά με ορμή, ανδρεία και εξυπνάδα. Αγαπάει τη γνώση και είναι εφευρέτης της.Πάντα φιλοσοφεί.Το αντικείμενο του Έρωτα είναι η παντοτινή κατοχή του αγαθού και η αθανασία. Και η αθανασία αρχικά επιτυγχάνεται μέσα από την αναπαραγωγή των σωμάτων, που διαιωνίζει το είδος. Αυτός όμως που εγκυμονεί ψυχικά δηλαδή (φρόνηση, δικαιοσύνη,σωφροσύνη) αναζητάει μια όμορφη, έξυπνη και ευγενική ψυχή για να γεννήσει τις αρετές του. Στη συνέχεια το γεννημένο ανατρέφεται από κοινού και αυτό δημιουργεί ένα πιο σπουδαίο δεσμό από αυτό των παιδιών και μια πολύ πιο σταθερή φιλία.Αυτά βέβαια τα παιδιά (οι αρετές) είναι πιο ωραία και πιο αθάνατα ώστε καθένας θα προτιμούσε τέτοια να γεννήσει και όχι ανθρώπινα. Για παράδειγμα τα «παιδιά» του Λυκούργου σώζουν τη Σπάρτη και αυτά «νόμοι» του Σόλωνα σώζουν και γεννούν αρετή στην Αθήνα.

Γι' αυτά τα παιδιά τους έχουν τιμηθεί και τους έχουν αφιερωθεί πολλά ιερά.Στη συνέχεια σ' αυτό το λόγο η Διοτίμα διδάσκει στο Σωκράτη το σωστό δρόμο για τη μύηση στα «τέλεια και εποπτικά» μυστήρια του Έρωτα.Πρώτα λοιπόν πρέπει από νεαρή ηλικία κάποιος να πλησιάσει νέους με ωραία σώματα, να αγαπήσει κάποιον και σ' αυτόν να γεννήσει ωραίους λόγους, μετά να διευρύνει την αγάπη του προς όλα τα ωραία σώματα,ανακαλύπτοντας την ομορφιά του είδους, έπειτα ν' ανακαλύψει την ομορφιά των ψυχών που είναι ανώτερη από αυτή των σωμάτων και που εκδηλώνεται στους ωραίους τρόπους ζωής και στους νόμους.Στη συνέχεια αναζητώντας την ομορφιά των επιστημών, θα στρέψει το βλέμμα του στη μια και μοναδική επιστήμη. Την επιστήμη της ομορφιάς καθ' αυτής. Με αυτό λοιπόν το δρόμο της παιδεραστίας φτάνει κανείς ως τη θέση της ίδιας της ιδέας της ομορφιάς ώστε να μπορεί πια να γεννήσει όχι είδωλο αρετής παρά αληθινή αρετή. Έτσι θα γίνει αγαπημένος στους Θεούς και αθάνατους περισσότερο από κάθε άλλον.Ακολουθεί ο λόγος του Αλκιβιάδη που θα εγκωμιάσει τον ίδιο τον Σωκράτη.Αναφέρει ότι ο Σωκράτης ήταν ο μόνος που τον έκανε να ντραπεί, εκθειάζει την ανωτερότητα και τις αρετές της ανδρείας και της φρόνησης του Δαιμόνιου Σωκράτη, που όμοιος ούτε υπήρξε, ούτε υπάρχει.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Βλέπουμε λοιπόν ότι για τη Φιλοσοφία ο Έρωτας ταυτίζεται με τη δύναμη που τείνει στην ολοκλήρωση και στην κατάκτηση της αθανασίας. Σαν πρωταρχική ελκτική δύναμη ο Θεός Έρωτας είναι μια δύναμη ικανή να ταξινομεί και να δίνει ζωή στα πάντα. Πλάθει διαφορετικά σκαλοπάτια από ένα λεπτότατο ουρανό σε μια απτή γη, όπου σε κάθε επίπεδο υπάρχει και μια διαφορετική μορφή Έρωτα.Και για να φτάσουμε στην ουσία του Έρωτα, πρέπει να μάθουμε να ανακαλύπτουμε τη σκάλα ανάβασης ξεκινώντας από τη ομορφιά. Αυτή που υπάρχει στα σώματα, στις ψυχές, στις δράσεις, στους Νόμους της φύσης, στην Επιστήμη και στην Τέχνη και ακόμα πιο πέρα φτάνουμε στο Ωραίο καθ' αυτό, στην αγνή ιδέα, στην αφηρημένη ομορφιά καθαρή και άψογη, η οποία όμως συμπίπτει και με το Καλό, το Δίκαιο και το Αληθές.

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΠΟΨΗ ΚΑΙ Η ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ

Σήμερα αυτές οι αντιλήψεις σε μεγάλο βαθμό έχουν παρερμηνευθεί ολοκληρωτικά. Μέσα από ξένες αλλά και Ελληνικές επίσημες εκδόσεις ακόμα και από ντοκιμαντέρ πολιτιστικού περιεχομένου υιοθετείται και επαναλαμβάνεται η εσφαλμένη αντίληψη πως οι Αρχαίοι Έλληνες ασκούσαν την ομοφυλοφιλία και την παιδεραστία με την έννοια του σεξ στα πλαίσια ενός κοινωνικά και νομικά αναγνωρισμένου θεσμού.Έτσι, προσπαθούν να μας πείσουν ότι οι άνθρωποι αυτοί, που αναζητούσαν την αρετή, την ανδρεία, την τιμή, την αξιοπρέπεια, την υπευθυνότητα, τη δικαιοσύνη και που άφησαν για το μέλλον αθάνατα μνημεία πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς, δεν ήταν παρά κίναιδοι που με κάθε ελευθεριότητα επιδίδονταν σε κάθε είδος σεξουαλικές περιπτύξεις. Αλλά αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος.Η ουσία της παρερμηνείας εντοπίζεται κυρίως στη ύποπτα λανθασμένη απόδοση ορισμένων λέξεων που το νόημα και οι λέξεις οι σχετικές με το έρω, έρως, εραστής και παιδικά. Σχετικά γράφει ο Γιάννης Γιουδέλης στο βιβλίο του «η Ερωτική φιλία των Αρχαίων Ελλήνων», σελίδα 69-70 ότι:«Το έρω σημαίνει και: αγαπώ θερμά, κατ' έννοια απολύτως άσχετη προς το μεταξύ των φύλων έρωτα, περιβάλλω τινά διά θερμής αγάπης, αφοσιώσεως, λατρεύω, εμφαντικότερο του φιλώ» (Σταματάκου, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Δ.Δημητράκου). Εδώ κλείνεται και η έννοια της ερωτικής φιλίας, ενός αισθήματος ανώτατου που, αν και βρισκόταν τότε σε ακμή, τώρα έχει χαθεί τελείως από τη γλώσσα και τη καρδιά μας, και βέβαια βρίσκεται πέρα από τα όρια της αντίληψης των σημερινών ανθρώπων. Γι' αυτό και αδυνατώντας να ερμηνεύσουν μια σχέση που εγείρει και δεν διαφθείρει, παρερμήνευσαν εξωραΐζοντας το χυδαίο.

Η λέξη έρως, πέρα από τη γνωστή έννοια σημαίνει και: η μετά πάθους αφοσίωση, προσήλωση σε κάτι, αντικείμενο, πρόσωπο, ιδέα ( Μ.Λεξ. Δ.Δημητράκου ). Ειδικά όλον τον Πλάτωνα τι άλλο τον χαρακτηρίζει πέρα από τον έρωτα των ιδεών;Η λέξη εραστής, εκτός από τη σημασία που δίνουμε έχει και τις εξής: α)θαυμαστής, θιασώτης, λάτρης. β) μτφ.εν. αναφ. προς πράγμ., ενέργεια,κατάσταση, θεωρία κ.α., λίαν αγαπών τι, ο μετά πάθους ορεγόμενο, ο θιασώτης τινός. (Μ. Λεξ. Δ.Δημητράκου )
Παίδων εραστής = ο επιθυμών να έχει τέκνα και σε προέκταση η επιθυμία να φέρεις στον κόσμο παιδιά της ψυχής σου, ομοιώματα του ανώτερου σου εγώ και αυτό ήταν έρως όπως λέει ο Ιωάννης Συκούρτης στη σελ. 33.Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Ι. Συκουρτής, Ακαδημαϊκός, στην επανέκδοση του Συμποσίου του Πλάτωνα από την Ακαδημία των Αθηνών στα 1949 παραθέτει εισαγωγή με μελέτη και σχόλια 250 σελίδων (16 κεφάλαια όπου δημιουργεί μια πραγματική σύγχυση για το θέμα. Στο κεφ. 4 για π.χ.,σχετικά με τον παιδικό έρωτα στους Αρχαίους Έλληνες αναφέρει ότι: «ήτο θεσμός κοινωνικώς αναγνωρισμένης με τας συνήθειας και τους κανονισμούς του με την παράδοση και την τεχνική του, όπως ο ιπποτικός έρως εις το μεσαίωνα.» Ακόμα «το θέμα βέβαια είναι πολύ λεπτό. Αναφέρεται σε κάτι απολύτως ξένο προς τις συνήθειες και τις ηθικές αντιλήψεις της σημερινής κοινωνίας, αλλά αυτό δε μας απαλλάσσει από την υποχρέωση να το αντικρίσουμε με ψυχραιμία και αγνότητα ... Δι'εκείνους ο έρως ο παιδικός δεν θεωρείτο και δεν ήτο απλώς μια ηθική διαστροφή, διαδεδομένη και σήμερον περισσότερον απ' ότι ομολογούμε,την οποία προσπαθούμε για λόγους ηθικούς και αισθητικούς να ανακαλύψωμεν με ένα πέπλον σιγής αισχυντηλής...» με παρρησία και υπερηφάνεια τον ανέφεραν ως ένα σημείο ανωτερότητας από τους βάρβαρους λαούς, ως ένα κατ' εξοχήν δείγμα πολιτισμού. Ως θεσμόν κοινωνικών και όχι ως παρεκτροπήν, ιστορικώς και ψυχολογικώς, πρέπει να εξετάσωμεν αυτή τη συνήθεια. Να εισδύσωμεν δηλαδή εις τη νοοτροπίαν εκείνων και να την εννοήσομεν. Αυτή είναι η υποχρέωσή μας που δε θα είναι επιδοκιμασία αλλά ούτε και απδοκιμασία..αυτή η προσπάθεια κατανόησης εγκλείει πολύ μεγαλυτέρα δικαιοσύνην και σεβασμό προς τους πατέρας του ωραίου και του αληθινού, παρ' όσον η μονοκόμματος καταδίκη ή, το χειρότερον, η δήθεν ευλαβής και μηδέν λέγουσα, πολλά δε σημαίνουσα παρασιώπησις.»

Με τις αντίστοιχες παραπομπές στους αρχαίους συγγραφείς αναφέρει πως ήταν ένας θεσμός κυρίως των Δωριέων που επικρατούσε στην Ηλεία,Θεσσαλία, Βοιωτία, Σπάρτη και Κρήτη. Έπειτα επηρεασμένοι από τους Δωριείς τον υιοθέτησαν οι Ίωνες στην Εύβοια και στη Αθήνα.« Εις την Σπάρτην η σχέσις εράστου ( εισπλήνας ελέγετο ) προς τον (αϊταν τον ερωμένον) τόσο νόμιμος εθεωρείτο ώστε ο εραστής επείχε θέσιν ανεγνωρισμένου κηδεμόνος και ήτο υπεύθυνος απέναντι της πολιτείας δια τας παρεκτροπάς εκείνου. Δια την Κρήτη, την κοιτίδα του εθίμου μας προσφέρει ο Έφορος παρά Στράβωνι ( σελ.483 ) λεπτομερή περιγραφή της εθιμοτυπίας. Ο εραστής(φιλήτωρ ελέγετο)προανήγγελλε από τριών ημερών εις τους οικείου του νέου την εκλογήν του και εκείνοι έκριναν αν έπρεπε να επιτρέψουν τη σχέση αυτή.Κριτήριο ήταν όχι αν η σχέση αλλά αν ο εραστής ήταν αντάξιος του υιού τους.Αν προτιμούσαν άλλον εραστή φρόντιζαν να ματαιώσουν την αρπαγή, διαφορετικά η αρπαγή του νέου ήταν εικονική όπως και η αντίσταση των συγγενών. Το ζεύγος κατέφευγε στα βουνά όπου για δύο μήνες διδάσκονταν ο νέος τη σκληραγωγία, το κυνήγι και τη χρήση των όπλων, ιδιαίτερα των δύσκολων τεχνικών όπλων(τόξο,σφενδόνακτλ.)στα οποία διακρίνονταν στην αρχαιότητα οι Κρήτες. Έπειτα επέστρεφαν και ο εραστής χάριζε στο νέο μια πανοπλία, την πρώτη που θα φορούσε,ένα κύπελλο και ένα βόδι που θυσιάζονταν στο Δία. Ο νέος έπαιρνε τότε τοόνομα κληνός και απολάμβανε μεγάλες τιμές. Η μεγαλύτερη ντροπή για ένα νέο ήταν να μη βρεθεί γι' αυτόν ένας φιλήτωρ. Η σχέση εξακολουθούσε ειδικά στους πολέμους όπου ο ερωμένος λεγόταν περασταθένς δηλαδή παραστάτης.»

Αυτός βέβαια ο δεσμός υπήρχε σε όλες τις πόλεις όπως και στην Αθήνα όπου ο εραστής με τη συγκατάθεση των γονέων προετοίμαζε τον νέο ώστε να μπορέσει να γίνει ικανός και άξιος πολίτης ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί σε κάθε υποχρέωση προς την πόλη και να μπορεί να έχει αξιοπρεπή ιδιωτική ζωή.Στην Αθήνα λοιπόν έχουμε εραστή και ερωμένο, στη Σπάρτη εισπλήνα και αϊτα, στην Κρήτη Φιλήτωρ και κληνόν ή παρασταθένς. Γιατί όμως θα πρέπει να δεχτούμε ότι στη σχέση αυτή μαθητείας απαραίτητο στοιχείο ήταν το σεξουαλικό; Και έχει θέση το σεξ σε μια τέτοια σχέση ανάμεσα σε άνδρες; Ο Γιάννης Γουδέλης μας δίνει τις έννοιες των λέξεων φιλήτωρ και κληνής ως εξής: «φιλήτως: φίλος της καρδιάς, καρδιακός φίλος=εραστής ,η έννοια της λέξης φαίνεται και στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο (18,55)‘Ιησούς δ' ανέκοψε φιλήτορι Πέτρον...' όπου ο Ιησούς αναφέρεται στο
φιλήτορα. Η λέξη Κληνής είναι λάθος, που σημαίνει αγαπητικός της κλήνης, ενώ η σωστή που θα έπρεπε να γράφεται είναι: κλεινός που σημαίνει ‘ ο πλήρης κλέους, ο ένδοξος, ο επιφανής .»Στο ίδιο βιβλίο σελ.35 διαβάζουμε: «Πώς μπορεί ένα παιδί να παράδινε τη νεανική του σάρκα για μια σειρά ετών, να άλλαζε ρόλο εραστή ερωμένου και να λαμβάνει αποστολή στην οικογένεια και στην κοινωνία; Δεν χρειάζονται πολλά χρόνια αρσενοκοιτίας για να παραμορφώσουν και να διαστρεβλώσουν πλήρως τη φύση. Έτσι που να μην επανορθώνεται σε καμιά περίπτωση...Αντίθετα, η περίπτωση της φιλίας, στη δυνατή μορφή της, που αναφέρεται με τις λέξεις εραστής και ερωμένος, αποσκοπούσε στη φήμη και όχι στη δυσφήμιση. Ήταν δεσμός δασκάλου, φροντιστή,καθοδηγητή και που μια αναλογία μπορούμε να βρούμε και σήμερα στις σχέσεις νονού-βαφτιστήρα.»

Στη σελίδα 52 γράφει: «Ο έρωτας των αρχαίων Ελλήνων πρέπει να έχει αντιπαρατεθεί στη περίπτωση της ερωτικής φιλίας με τη Χριστιανική αγάπη, με τους Γιόγκι ( δάσκαλος γκουρού και μαθητής ) και με κάθε δεσμό που το δόσιμο δένει τα άτομα. Τα δυναμώνει δεν τα εκφυλίζει.Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν αρκετές, σε όλους τους χώρους και όλους τους χρόνους. Πρόσφατο παράδειγμα οι σταυραδερφοί. Ακόμα να φέρνουμε στο νου τη χριστιανική αγάπη, το δεσμό λ.χ. Ιησού και Λαζάρου
και ειδικά τους πρώτους χριστιανούς, ακόμα και μοναχούς εκείνους, που τηρούσαν την αυστηρή και απαρέγκλιτη σχέση Γέροντα και νεοφώτιστου που θα τον διαδέχονταν...τη λέξη έρως έχει εγκολπωθεί και η εκκλησία και τη συναντάμε με δοξαστική έννοια σε πολλούς αίνους: ‘...πάντες οι των λόγων αυτών εραστές συνελθόντες ύμνοις τιμήσωμεν...'Ψάλλουν προς τους τρις Ιεράρχες οι χριστιανοί. Χρειάζεται σχόλιο; »

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΕΡΙ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Στις σελίδες 73,82, ο Γουδέλης παραθέτει αποσπάσματα από την νομοθεσία της Σπάρτης και της Αθήνας που είναι και πολύ διαφωτιστικά για το θέμα μας. Ενδεικτικά αναφέρουμε δυο αποσπάσματα.
« Όποιος παρακινεί σε ακολασία παιδιά ή γυναίκα ή άνδρα ελεύθερο ή δούλο, ή παρανομεί σε βάρος κάποιου από αυτούς, να καταγγέλλεται από οποιοδήποτε Αθηναίο έχει το δικαίωμα (επίτιμο δηλαδή ) στους θεσμοθέτες. Οι δε θεσμοθέτες μέσα σε τριάντα μέρες από την καταγγελία να εισάγουν προς δίκην τον τούτον ( τον ένοχον ) ετώπιον της Ηλιαίας, εάν οι δημόσιες ασχολίες το επιτρέπουν ( εάν δεν υπάρχει κάποιο δημόσιο κόλλημα ). Εδ' αλλιώς, όταν καταστεί δυνατόν. Αφού δε, δικαστεί πρώτα από την Ηλιαία, εάν κηρυχθεί ένοχος, καταδικάζεται πάραυτα σε φιλάκιση ή πρόστιμο. Αν δε, αποτιμηθεί η ύβρις με θάνατο, να παραδίδεται στους ένδεκα και να θανατώνεται αυθημερόν.» ‘Δημοσθένους, Κατά Μειδίου'«Εάν κάποιος αποδεικνυόταν ότι επιθυμούσε παιδικό σώμα, ο Λυκούργος το έκανε με νόμο στη Σπάρτη να είναι αισχρότατο, ώστε οι εραστές να αποφεύγουν τα παιδικά σώματα καθόλου λιγότερο απ' ότι οι γονείς τα παιδιά τους.»‘Ξεν. Λακαιδ. Πολιτ. //,13' Ακόμη ο Πλούταρχος στον ‘Ερωτικό' (769 α.β.) αναφέρει ότι: «...ο Σόλωνας στάθηκε εμπειρότατος νομοθέτης του γάμου, που όρισε να μη σμίγει λιγότερο από τρις φορές το μήνα ο άντρας με τη γυναίκα του, όχι βέβαια για τη σαρκική ηδονή, αλλά γιατί, όπως οι πόλεις ανανεώνουν ύστερα από
ορισμένο χρόνο τις συμμαχίες αναμεταξύ τους, έτσι ήθελε να ανανεώνεται ο γάμος από τη φθορά του κάθε φορά βυθώντας μέσα σε μια τέτοια ευχαρίστηση.»

Βλέπουμε λοιπόν ότι, τόσο ο Ι. Συκουρτής όσο και ο Άγγλος καθηγητής Κ.J.Dover,(βλ. «Η Ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα» Copyright 1978 by K.J.Dover,ελληνική έκδοση Π. Χιωτέλη, Αθήνα 1990) αλλά και τόσοι άλλοι σχολιαστές ήδη από τη Ρωμαϊκή εποχή, δεν επιθυμούν μια πραγματικά και αντικειμενική προσέγγιση της νοοτροπίας των Αρχαίων Ελλήνων όπως ισχυρίζονται εφ' όσον δεν λαμβάνουν υπ' όψιν τους ξεκάθαρα στοιχεία όπως τα παραπάνω.Νοοτροπία όμως πολύ ξεκάθαρη που εκφράζεται και8 μέσα από το γνωστό μύθο του Έρωτα και της Ψυχής ( Απουλήιου ‘Μεταμορφώσεις' ) όπου η Ψυχή μέσα από τη σχέση της με τον Έρωτα καταφέρνει να ξεπεράσει όλες εκείνες τις δοκιμασίες που θα της επιτρέψουν να γίνει δεκτή αθάνατη στον Όλυμπο Έναν άλλο μύθο μας διηγείται ο Αίσωπος.

ΑΙΣΩΠΟΥ ΕΠΩΔΟΣ ΖΕΥΣ ΚΑΙ ΑΙΣΧΥΝΗ
«Ο Ζευς πλάθοντας τους ανθρώπους, έβαλε μέσα τους διάφορες ψυχικές
αρετές και μόνο την ντροπή λησμόνησε να βάλει. Γι' αυτό, μη έχοντας άλλο
δρόμο να την τοποθετήσει, την πρόσταξε να μπει απ' τον πισινό των
ανθρώπων. Εκείνη αρχικά αρνήθηκε και διαμαρτυρήθηκε για τη
προσβολή. Επειδή όμως ο Ζευς τη ζόρισε πολύ, είπε: «Ας είναι, θα μπω,
υπό τον όρο ότι από κει δε θα μπει ο έρωτας. Γιατί αν τύχει και μπει, εγώ
θα βγω αμέσως». Από τότε συμβαίνει όλοι οι ανώμαλοι να είναι και
αδιάντροποι.' Ο μύθος σημαίνει ότι είναι αδιάντροποι όσοι κατέχονται από
ανώμαλες ερωτικές επιθυμίες.
(Αισώπου Μύθοι, Αρχαίο κείμενο, μετάφραση στη δημοτική Τάσου
Βουρνά, τομ. Ά, Εκδόσεις Αφών Τολίδη ).

Στα ‘Ορφικά', μετάφραση Ιωάννου Δ. Πασσά, Αθήναι, Εκδόσεις
Εγκυκλωπαίδειας του « ΗΛΙΟΥ» υπάρχει ένας ωραίος ύμνους για τον
Έρωτα, που έχει ως εξής:

ΕΡΩΤΟΣ θυμίαμα, αρώματα
Επικαλούμαι τον μεγάλον, τον αγνόν, τον
Περιπόθητον, τον γλυκύν Έρωτα,
Τον ισχυρόν τοξότη, τον φτερωτόν, που φλογίζει
Με  δύναμιν τους ανθρώπους, τον ταχύν
Και ορμητικό που παίζει με τους θεούς
και με τους θνητούς ανθρώπους
τον έξυπνον, τον εφευρετικόν, με των πάντων,
τα κλειδιά του επουράνιου αιθέρος,
της θαλάσσης και της γης,
και όσα πνεύματα που γεννούν εις
τους ανθρώπους,
τρέφει η θεά, παράγουσα χλωρούς καρπούς,
και όσα έχει ο ευρύς Τάρταρος και η θορυβώ-
δης θάλασσα
διότι μόνον εσύ κρατείς το πηδάλιον ( είσαι
κυρίαρχος ) όλων αυτών.
Αλλά ω μακάριε, με καθαρές διαθέσεις έλα
Μαζί με τους μύστας,
Και απομάκρυνε από αυτούς τις φαύλες και
Παράδοξες ορμές.

Τι ήταν λοιπόν ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα; Σεξουαλικά διαστροφή ή σχέση μαθητείας που οδηγούσε προς την ηθική τελείωση και τον αυθεντικό άνθρωπο;Η απάντηση είναι ξεκάθαρα η δεύτερη αν πιστέψουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί προσπαθούσαν να ζουν σε αρμονία με τη φύση και τους νόμους της.Τελειώνοντας ας ευχηθούμε να είναι ο Έρωτας αυτός που θα απομακρύνει τους ανθρώπους από τις φαύλες και παράδοξες ερμηνείες της ζωής, της φιλοσοφίας και της ιστορίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
۰ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ. Κείμενο, μετάφραση και ερμηνεία υπό
Ιωάννου Συκουρτή «Εστία»
۰ Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Γιάννη Γουδέλη,
«ΔΙΦΡΟΣ» 1992
۰ ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΕΡΩΤΙΚΟΣ Μ.Γ. Μερακλής, « ΓΝΩΣΗ » 1985
۰ ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ Σ. Μαγγίνα, Ι. Δ. Πασσά Εγκυκλοπαίδεια του « ΗΛΙΟΥ »
۰ ΑΠΟΥΛΗΙΟΥ «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ»
۰ DELIA STEINBERG GUZMAN ‘ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ή
σεξουαλικός έρωτας' Περιοδικό Νέα Ακρόπολη Τεύχος 76

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Αλκιβιάδης ένα από τα ύψιστα πνεύματα του κόσμου μας

Στην ιστορία υπάρχουν εκείνοι που χαρακτηρίστηκαν "μεγάλοι" για τα σπουδαία κατορθώματά τους, για τις εντυπωσιακές κατακτήσεις, για την καθολική αποδοχή τους στην εποχή που έζησαν και έδρασαν. Και υπάρχουν και οι "παραλίγο μεγάλοι", εκείνοι που έφτασαν κοντά στο να γίνουν μεγάλοι, αλλά λόγω μιας (περισσότερο ή λιγότερο σημαντικής) λεπτομέρειας δεν τα κατάφεραν.Ο γιος του Κλεινία, Αλκιβιάδης, ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία, αν και βάσει της επίδρασής του στην εποχή που έζησε, έφθασε πολύ κοντά στο να περάσει στο πάνθεον των "μεγάλων" της ιστορίας. Ως χαρακτηριστικό δείγμα "διάνοιας δίχως αρχές" ο Αλκιβιάδης χαρακτηρίστηκε πάνω απ' όλα για τις ικανότητές του, τη διορατικότητα, την ευφυΐα, αλλά και τον άκρατο αμοραλισμό του και τυχοδιωκτισμό του.Όταν εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή της Αθήνας, όλοι κατάλαβαν ότι ο διάδοχος του Περικλή είχε βρεθεί. Αντίθετα όμως με τον συγγενή του (ήταν ξάδελφος της μητέρας του, της Δεινομάχης) σπουδαίο Αθηναίο πολιτικό, ο Αλκιβιάδης δεν χαρακτηριζόταν ούτε από σύνεση, ούτε από μετριοπάθεια αλλά και από πολύ πιο χαλαρή πίστη στην πατρίδα του και στα ιδανικά που αυτή αντιπροσώπευε. Οπότε αν και σε επίπεδο ικανοτήτων και ευφυΐας ο Αλκιβιάδης ήταν ίσως ανώτερος του Περικλή, όχι μόνο δεν ωφέλησε την πατρίδα του στο μέτρο που την ωφέλησε ο θείος του, αλλά επί της ουσίας σηματοδότησε την πορεία της προς την παρακμή.

ΜΙΑ ΤΑΡΑΧΩΔΗΣ ΖΩΗ

Το πρώτο γεγονός που σημάδεψε την ζωή του, ήταν ο θάνατος του πατέρα του στην μάχη της Κορώνειας (447 π.Χ.), μόλις τρία χρόνια μετά τη γέννηση του Αλκιβιάδη. Η μητέρα του και ο ανήλικος υιός, έγιναν προστατευόμενοι του ξαδέλφου της, του διάσημου πολιτικού και ηγέτη της Αθήνας Περικλή, τέκνου της περίφημης οικογένειας των Αλκμαιονιδών, ενός αριστοκρατικού οίκου που για αιώνες κυριαρχούσε στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας. Ο δεύτερος προστάτης του Αλκιβιάδη ήταν ο αδελφός του Περικλή, Αρείφων. Καθώς η οικογένεια της μητέρας του ήταν πλούσια και ισχυρή, ο μικρός Αλκιβιάδης έλαβε μιας πρώτης τάξεως εκπαίδευση, ενώ μεταξύ των δασκάλων του, τόσο στην παιδική του ηλικία όσο και στην εφηβεία του, ήταν μερικοί από τους διασημότερους φιλόσοφους και παιδαγωγούς της εποχής του.Αν και ο Αλκιβιάδης ήταν εν πολλοίς ένας τυπικός Αθηναίος, που προσωποποιούσε όλα τα θετικά (ευρύτητα πνεύματος, ευφυΐα, κοσμοπολιτισμό, δημοκρατικές ευαισθησίες, οξύνοια) και τα αρνητικά (υπέρμετρος εγωισμός, έπαρση, αλαζονεία) χαρακτηριστικά που απέδιδαν οι υπόλοιποι Έλληνες στους Αθηναίους, η οικογένεια του είχε στενές σχέσεις με την Σπάρτη. Μάλιστα, ο Αλκιβιάδης έλαβε και μία πιο "ήπια" μορφή της σπαρτιατικής "Αγωγής" ως εκπαίδευση. Η τροφός του ήταν μία Σπαρτιάτισσα, η Αμύκλα.

Καθώς μεγάλωνε ο Αλκιβιάδης απέκτησε δύο από τα χαρακτηριστικά για τα οποία είχε γίνει θρύλος ήδη στην εποχή του: το φυσικό του κάλλος και την απέραντη αλαζονεία του.Όσον αφορά στην ευμορφία του, οι βιογράφοι του δεν φείδονται χαρακτηρισμών. Ο Πλούταρχος στον βίο του Αλκιβιάδη παρατηρεί "όσον αφορά στο κάλλος του Αλκιβιάδη, δεν είναι ανάγκη να πούμε τίποτε άλλο, πέραν του ότι ήταν εξίσου εκπληκτικό όταν ήταν παιδί, έφηβος και άνδρας". Το δεύτερο χαρακτηριστικό του προκαλούσε ένα κράμα αποστροφής και έλξης στους Αθηναίους της εποχής, που αφενός έλκονταν από τις ισχυρές προσωπικότητες (και η αλαζονεία είναι μερικές φορές ένδειξη τέτοιας) αλλά ταυτόχρονα προκαλούν το δημόσιο αίσθημα με τις ενέργειές τους. Για τον Αλκιβιάδη μια σειρά από ιστορίες τον φέρουν να είναι ένας ιδιαίτερα αλαζόνας και κακότροπος άνθρωπος, που μάλιστα ως νέος ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου έναν δούλο (παραδίδεται από τον Αντιφόντα)
χτυπώντας τον με ένα ραβδί.

Χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Αλκιβιάδη είναι δύο περιστατικά που αναφέρει ο Πλούταρχος. Στο πρώτο στην παιδική του ηλικία ο Αλκιβιάδης βρισκόταν στην παλαίστρα και πάλευε με έναν συνομήλικό του. Όταν ο αντίπαλός του τον είχε φέρει σε δύσκολη θέση, αντί να παραιτηθεί, ο Αλκιβιάδης άρχισε να τον δαγκώνει! Στην παρατήρησή του "δαγκώνεις Αλκιβιάδη, σα γυναίκα", αυτός απάντησε με ετοιμότητα, "όχι, σαν λιοντάρι". Το δεύτερο περιστατικό είναι ακόμη πιο χαρακτηριστικό: ο Αλκιβιάδης έπαιζε κότσια μαζί με κάποια άλλα παιδιά σε έναν στενό δρόμο και ενώ ετοιμαζόταν να ρίξει με τη σειρά του, ένα φορτωμένο κάρο προσπάθησε να περάσει, εμποδίζοντάς τον να παίξει. Ο Αλκιβιάδης φώναξε στον οδηγό να σταματήσει, μέχρι να τελειώσει την ριξιά του και όταν αυτός έδειξε να τον αγνοεί, σηκώθηκε πάνω και πήγε και στάθηκε μπροστά στο κάρο, εμποδίζοντάς το να περάσει.

Μεγαλώνοντας, ο Αλκιβιάδης εξελίχτηκε - ήδη από την εφηβεία του - σε μία μόνιμη πηγή σκανδάλων, που αποτελούσαν αγαπημένο θέμα συζήτησης των κατώτερων τάξεων της Αθήνας του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα. Πέρα πάντως από την άστατη συμπεριφορά του, ο Αλκιβιάδης ήδη στην ηλικία των 18 ετών (το 432 π.Χ.) είχε την πρώτη του πολεμική εμπειρία, λαμβάνοντας μέρος στη μάχη της Ποτίδαιας. Εκεί βρέθηκε να πολεμάει στην αθηναϊκή φάλαγγα στο πλάι του μεγάλου φιλόσοφου Σωκράτη, ο οποίος μάλιστα του έσωσε τη ζωή. Από εκείνη τη μέρα μια στενή φιλική σχέση αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο ανδρών, μια σχέση που παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα δεν είχε καμία σεξουαλική πλευρά - έστω κι επειδή (σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές) ο Σωκράτης, παρά την εκτίμησή του για τον Αλκιβιάδη, "αρνούταν να ενδώσει στην νεανική του ευμορφία και ρώμη". Μόλις 8 χρόνια αργότερα σε μια άλλη μάχη, στο Δήλιο, ο Σωκράτης και ο Αλκιβιάδης βρέθηκαν πλάι-πλάι στην οπλιτική φάλαγγα και αυτή τη φορά ήταν η σειρά του νεαρού προστατευόμενου να σώσει τη ζωή του μεσήλικα φιλόσοφου. Η άστατη σεξουαλική ζωή του Αλκιβιάδη δεν τον εμπόδισε να παντρευτεί την κόρη ενός πλούσιου Αθηναίου, την Ιππαρέτη, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Η Ιππαρέτη προσπάθησε επανειλημμένα να τον χωρίσει, αγανακτισμένη από τις πάμπολλες απιστίες του.

Καθώς ο Αλκιβιάδης περνούσε στο δεύτερο μισό της τρίτης δεκαετίας της ζωής του, είχε γίνει γνωστός ως ο πλέον έκλυτος και ακόλαστος Αθηναίος, αλλά ταυτόχρονα και ένας από τους γοητευτικότερους και δημοφιλείς. Ίσως η ζωή του "κακού παιδιού" της Αθήνας να μην τον γέμιζε πλέον, όταν αποφάσισε να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική - κάτι που ήταν άλλωστε και οικογενειακή παράδοση.Τοποθετούμενος, παρά την αριστοκρατική του καταγωγή, στην παράταξη των δημοκρατικών και μάλιστα στην ριζοσπαστική τους πτέρυγα, ο Αλκιβιάδης ήδη από τις πρώτες του εμφανίσεις στην Εκκλησία του Δήμου άρχισε να δημιουργεί μία πραγματική ακολουθία από οπαδούς, αλλά και να κάνει εχθρούς με ρυθμό και συχνότητα που κανείς άλλος δεν είχε πετύχει.Οι ομιλίες του, παρά το ότι δυσχεραίνονταν από ένα τραύλισμα, ήταν θυελλώδεις και συνέπαιρναν τους Αθηναίους, των οποίων έγινε γρήγορα το "αγαπημένο παιδί".

Ο Αλκιβιάδης περίμενε για την "μεγάλη ευκαιρία" για να αναρριχηθεί στα ύπατα αξιώματα της Πολιτείας και να κορέσει την απύθμενη φιλοδοξία του και αυτή δεν άργησε να έλθει: η λεγόμενη Ειρήνη του Νικία, που συνάφθηκε μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών, προκάλεσε ανάμικτα συναισθήματα στον αθηναϊκό Δήμο, που θεωρούσε ότι κακώς επιδιώχθηκε συμβιβασμός με τους Λάκωνες, όταν θα ήταν δυνατό να νικηθούν. Ο Αλκιβιάδης συνέλαβε τα μηνύματα των καιρών και έγινε ακόμη πιο ακραίος, υποδαυλίζοντας την δυσαρέσκεια του Δήμου και επιδιώκοντας να αναληφθεί αποφασιστική δράση κατά των Σπαρτιατών. Ο στόχος του ήταν, φυσικά, να ηγηθεί αυτός των σχετικών προσπαθειών, κερδίζοντας για τον εαυτό του δόξα και φήμη.

Ο Αλκιβιάδης χρησιμοποίησε την θρυλική ευγλωττία του για να πείσει μια αντιπροσωπεία Σπαρτιατών πρέσβεων να παραδεχτούν ενώπιον του αθηναϊκού Δήμου ότι δεν είχαν την έγκριση της Σπάρτης για να διαπραγματευτούν κάποια συνθήκη, κάτι που εκμεταλλεύτηκε στην συνέχεια ξεδιάντροπα για να τους γελοιοποιήσει και να στρέψει τον Δήμο εναντίον τους! Οι Σπαρτιάτες που τον είχαν εμπιστευτεί αφελώς, βρέθηκαν σε δεινή θέση και ο Δήμος αντάμειψε τον Αλκιβιάδη που... είχε ξεσκεπάσει τους διπρόσωπους Λακεδαιμόνιους με το αξίωμα του στρατηγού! Από τη θέση αυτή ο πανέξυπνος Αθηναίος ξεκίνησε ένα φιλόδοξο σχέδιο για να κερδίσει η Αθήνα τη διαμάχη με τη Σπάρτη, τη δημιουργία ενός ισχυρού αντιλακωνικού μετώπου μέσα στην ίδια την Πελοπόννησο. Το σχέδιο ως σύλληψη ήταν ιδιοφυές, αλλά πρακτικά ζητήματα επηρέασαν την εφαρμογή του ενώ η σπαρτιατική ισχύς στα όπλα έβαλε ταφόπλακα στο σχέδιο αυτό, μετά την ήττα της νεόκοπης συμμαχίας στη μάχη της Μαντινείας.

Παρά την αποτυχία ο Αλκιβιάδης συνέχισε να παίζει καθοριστικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Αθήνας, αποκρούοντας μάλιστα μία καλοστημένη προσπάθεια του αντίπαλού του Υπέρβολου να πετύχει τον εξοστρακισμό του. Αν και δεν ήταν πλέον κυρίαρχος των εξελίξεων, περίμενε τη μεγάλη ευκαιρία για να βάλει σε εφαρμογή τα φιλόδοξα σχέδιά του. Και η ευκαιρία αυτή ήλθε όταν μια αντιπροσωπεία από την σικελική πόλη της Εγέστας, έφθασε στην Αθήνα και ζήτησε την βοήθεια του Δήμου στην αντιμετώπιση της απειλής που αποτελούσε ο Σελινούντας.Ο Αλκιβιάδης υποστήριξε με θέρμη την αίτηση των Εγεσταίων για βοήθεια, διαβλέποντας μία μοναδική ευκαιρία για να πετύχει η Αθήνα να γίνει η κυρίαρχη της Σικελίας. Και τις προηγούμενες δεκαετίες οι Αθηναίοι είχαν επιχειρήσει κάτι τέτοιο, αλλά η ομοθυμία των κατοίκων του νησιού στην απόκρουσή των βλέψεών τους, δεν τους επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ωστόσο η πρόσκληση των Εγεσταίων ήταν μια μοναδική ευκαιρία και ο Αλκιβιάδης ήταν αρκετά ευφυής για να αντιληφθεί ότι η κυριαρχία της Σικελίας θα επέτρεπε στους Αθηναίους όχι μόνο να κερδίσουν τον πόλεμο ενάντια στη Σπάρτη, αλλά και να επεκτείνουν την αυτοκρατορία τους σε ολόκληρη τη μεσογειακή λεκάνη!

Ήταν ένα μεγαλεπήβολο όραμα, αντάξιο ενός οραματιστή ηγέτη - ή ενός αθεράπευτου αιθεροβάμονα αμοραλιστή. Μάλλον προς το πρώτο κλίνει όποιος διαβάζει τα λόγια που βάζει ο Θουκυδίδης στο στόμα του Αλκιβιάδη, σε μια μεταγενέστερη ομιλία του, όταν πλέον τα πράγματα είχαν αλλάξει - όπως και η πόλη στην οποία προσέφερε τις υπηρεσίες του: "Πήγαμε στη Σικελία για να υποτάξουμε πρώτα απ' όλα τους Σικελιώτες και μετά τους Ιταλιώτες και εν συνεχεία να δοκιμάσουμε να κατακτήσουμε την ηγεμονία των Καρχηδονίων και την ίδια την Καρχηδόνα. Και αν τα κατορθώναμε όλα αυτά ή τουλάχιστον τα περισσότερα, τότε είχαμε σκοπό να επιτεθούμε στην Πελοπόννησο, μεταφέροντας από εκεί όλες τις ελληνικές δυνάμεις που θα είχαν προστεθεί στις δικές μας, στρατολογώντας πολλούς μισθοφόρους, Ίβηρες και άλλους, όσοι θεωρούνται από τους εκεί βάρβαρους οι καλύτεροι πολεμιστές και ναυπηγώντας πολυάριθμα πολεμικά εκτός από τα δικά μας, αφού η Ιταλία έχει άφθονη ξυλεία. Με αυτά θα είχαμε αποκλείσει την Πελοπόννησο από παντού και ταυτόχρονα θα κάναμε επιθέσεις με το πεζικό ενάντια στης πόλεις, είτε για να τις κυριεύσουμε με έφοδο είτε για να τις αποκλείσουμε με τείχος και έτσι εύκολα να κατακτήσουμε την Πελοπόννησο. Μετά θα κυριαρχούσαμε σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο".

ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΡΙΑΜΒΟ

Με μια εντυπωσιακή αρμάδα από 140 τριήρεις, που μετέφεραν 5.100 οπλίτες και 1.300 μισθοφόρους τοξότες και σφενδονήτες και τον Αλκιβιάδη επικεφαλής ως "στρατηγό-αυτοκράτορα" (μαζί με τον αντίπαλό του Νικία και τον ικανό στρατηγό Λάμαχο) οι προοπτικές για την επιτυχία των Αθηναίων στην Σικελική Εκστρατεία ήταν εξαιρετικές.Ωστόσο η φιλόδοξη εκστρατεία υπονομεύτηκε εξ αρχής, καθώς πριν ακόμη ξεκινήσει η αρμάδα ξέσπασε το σκάνδαλο των ερμοκοπιδών, στο οποίο αναμίχθηκε το όνομα του Αλκιβιάδη. Οι αντίπαλοί του τον κατηγόρησαν ως έναν εκ των "Ερμοκοπιδών", όμως ο γιος του Κλεινία δεν ήταν εύκολο θύμα. Χρησιμοποιώντας την πειθώ και τις διασυνδέσεις του, κατόρθωσε να αναστρέψει το κλίμα και μάλιστα ζήτησε να δικαστεί άμεσα ώστε να καθαρίσει το όνομα του. Αν πήγαινε σε δίκη, κατά πάσα πιθανότητα θα αθωωνόταν. Η γοητεία που ασκούσε ο Αλκιβιάδης στην εκκλησία του Δήμου ήταν σχεδόν μεταφυσική και για να "επιβιώσει" μια κατηγορία της θυελλώδους αγόρευσης του μπροστά στους Αθηναίους θα έπρεπε να είναι θεμελιωμένη σε ατράνταχτα επιχειρήματα και στοιχεία.

Αυτή, βεβαίως, δεν ήταν. Έτσι, οι κατήγοροι πέτυχαν να αναβάλλουν την λήψη απόφασης, προφασιζόμενοι ότι δεν θα ήταν καλό ενώ γίνονται οι ετοιμασίες για τη μεγαλύτερη υπερπόντια εκστρατεία που είχαν αναλάβει ποτέ οι Αθηναίοι, να γίνει μια δίκη που θα δημιουργούσε προβλήματα συνοχής του Δήμου. Η δίκη αναβλήθηκε για μετά την επιστροφή του εκστρατευτικού σώματος, το οποίο αναχώρησε μέσα σε μία παλλαϊκή γιορτή, που όμοια της δεν είχε ξαναδεί η Αθήνα.Όμως ήδη από την επομένη της αναχώρησης του Αλκιβιάδη, άρχισε να εξυφαίνεται ένας νέος ιστός συνωμοσίας από τους ολιγαρχικούς. Αφού απέτυχαν να τον συνδέσουν με την βεβήλωση των Ερμαϊκών Στηλών, τον κατηγόρησαν για βεβήλωση των Ελευσίνιων Μυστηρίων και για προσπάθεια να ανατρέψει τη Δημοκρατία και πείθοντας τον Δήμο για το έγκυρο των κατηγοριών τους, έστειλαν την ιερή τριήρη της πόλης, τη Σαλαμινία, να τον φέρει πίσω στην Αθήνα για να δικαστεί.Αν και ο Αλκιβιάδης είχε συλλάβει ένα περίπλοκο σχέδιο, συνδυασμό πολιτικών και στρατιωτικών κινήσεων, για να πετύχει την υποταγή των Συρακουσών και στη συνέχεια ολόκληρης της Σικελίας, το σχέδιο δεν έμελλε να ευοδωθεί. Καθοδόν προς την Αθήνα ο Αλκιβιάδης, που ήταν βέβαιος ότι θα καταδικαζόταν σε θάνατο, απέδρασε και μετά από κάποιες περιπλανήσεις, έφθασε στην Σπάρτη. Είχε ήδη προλάβει να σαμποτάρει την προσπάθεια των Αθηναίων να καταλάβουν τη Μεσσήνη με τη βοήθεια των δημοκρατικών κατοίκων της πόλης. Πλέον οι Αθηναίοι είχαν έναν τρομερό αντίπαλο στην Σικελία: τον ίδιο τον εμπνευστή της εκστρατείας τους!

"ΠΡΟΔΟΣΙΑ" ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΚΑΜΨΗ

Το πόσο τρομερός αντίπαλος ήταν, φάνηκε ξεκάθαρα από την μετέπειτα πορεία των γεγονότων. Ο Αλκιβιάδης φτάνοντας στην Σπάρτη κατόρθωσε να πείσει τους εφόρους και τον Δάμο ότι θα ήταν προς το συμφέρον των Λακεδαιμονίων να στείλουν έναν ικανό στρατηγό επικεφαλής μιας - μικρής, έστω - δύναμης, για να συντονίσει τον αγώνα των αντι-αθηναϊκών δυνάμεων στην Σικελία. Παράλληλα, τους έδωσε την εξίσου πολύτιμη ιδέα της οχύρωσης της Δεκέλειας, ώστε να αποκτήσουν οι Σπαρτιάτες μία βάση μέσα στην ίδια την Αττική και να παρενοχλούν συνεχώς τους Αθηναίους από εκεί. Για να πείσει τους Σπαρτιάτες, χρησιμοποίησε και το λογύδριο που αναφέραμε παραπάνω και το οποίο αναφέρεται στις αθηναϊκές φιλοδοξίες - αν και ακριβέστερα θα ήταν αν ο Αλκιβιάδης είχε χρησιμοποιήσει πρώτο πρόσωπο, μια και αυτές φαίνεται να ήταν οι δικές του φιλοδοξίες.

Τώρα ο θυελλώδης ανιψιός του Περικλή είχε όμως μια άλλη φιλοδοξία: να κάνει το μεγαλύτερο δυνατό κακό στην πόλη του, που τόσο άστοργα του είχε φερθεί. Πέρα από τις εύστοχες συμβουλές του, που έφεραν την κατάρρευση των Αθηναίων στην Σικελία και την παταγώδη αποτυχία της μεγαλεπήβολης εκστρατείας, ο Αλκιβιάδης δεν παρέλειψε να δράσει υπέρ της Σπάρτης ακόμη πιο ενεργά: κατόρθωσε, επικεφαλής ενός σπαρτιατικού στολίσκου, να πείσει αρκετές ιωνικές πόλεις που ανήκαν στην αθηναϊκή συμμαχία, να αποσκιρτήσουν, ενώ συνέχισε να δίνει χρήσιμες συμβουλές στους εχθρούς της πόλης που τον γέννησε.Παρέμενε βεβαίως πάντα ο έκλυτος και ασύστολος Αλκιβιάδης, με αποτέλεσμα ούτε και στην Σπάρτη να κατορθώσει να μακροημερεύσει. Ένα θυελλώδες ειδύλλιο του με την σύζυγο του ενός εκ των δύο βασιλέων της Σπάρτης Άγη, οδήγησε του Λακεδαίμονες στην άρση της εμπιστοσύνης τους προς το πρόσωπό του. Μάλιστα, πιθανότατα προσπάθησαν και να τον σκοτώσουν, αλλά ο ικανότατος Αλκιβιάδης τους ξέφυγε και βρήκε καταφύγιο στην αυλή του σατράπη Τισσαφέρνη.

Αλλάζοντας ξανά πλευρά, ο Αλκιβιάδης προσπάθησε και εν μέρει τα κατάφερε, να πείσει τον Τισσαφέρνη (που μέχρι τότε χρηματοδοτούσε αφειδώς τους Σπαρτιάτες) να σταματήσει να ενισχύει τους αντίπαλους της Αθήνας. Ο Αλκιβιάδης θεωρούσε ότι με τη βοήθεια του Τισσαφέρνη, θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αμνήστευση του στην Αθήνα - όπου είχε καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο - και να αποκτήσει ξανά τη δύναμη που είχε στερηθεί.Με τη δύναμη των λόγων του κατάφερε όχι μόνο να χειριστεί τον Τισσαφέρνη, αλλά και να προσεγγίσει τους Αθηναίους που βρισκόταν με το στόλο στη Σάμο, στους οποίους πρότεινε να τον επαναφέρουν στην Αθήνα, εγκαθιστώντας παράλληλα ένα "αριστοκρατικό" πολίτευμα ή μια "περιορισμένη" δημοκρατία στην πόλη. Τους υποσχέθηκε άφθονο χρυσάφι από τα θησαυροφυλάκια του Τισσαφέρνη και τον περσικό στόλο του Αιγαίου - 147 τριήρεις - αν πετύχαιναν την ανάκλησή του.

Παρά τις αντιδράσεις κάποιων Αθηναίων (πρωτοστατούντος του Φρύνιχου) ο Αλκιβιάδης κατόρθωσε να πετύχει να κερδίσει ξανά την εύνοια των συμπολιτών του, οι οποίοι βρισκόταν στα όρια της απελπισίας μετά την καταστροφή της Σικελίας και με ισχυρές δυνάμεις Πελοπονησίων να κατέχουν την Δεκέλεια. Ωστόσο απέτυχε να κερδίσει και την ενεργή υποστήριξη του Τισσαφέρνη, που προτίμησε να παραμείνει ουδέτερος στην συνέχεια της εμφύλιας σύγκρουσης των Ελλήνων.
Αυτό κλόνισε την εμπιστοσύνη των Αθηναίων που συνωμοτούσαν με τον Αλκιβιάδη, όμως δεν τους εμπόδισε από το να προχωρήσουν με το σχέδιο τους και να εγκαθιδρύσουν ένα ολιγαρχικό καθεστώς σε αντικατάσταση της δημοκρατίας. Οι πράξεις του Αλκιβιάδη είχαν δημιουργήσει μία νέα πραγματικότητα ξανά, ωστόσο ο ίδιος παρέμενε μακριά από την Αθήνα και καταδικασμένος σε θάνατο.

Ένας αντίπαλος των "400", του νέου ολιγαρχικού πολιτεύματος της πόλης της Παλλάδας, ο Θρασύβουλος, ήταν εκείνος που έπεισε το εκστρατευτικό σώμα της Αθήνας στη Σάμο - το οποίο παρέμενε πιστό στη Δημοκρατία - να ψηφίσει υπέρ της επιστροφής του Αλκιβιάδη στην πόλη του.Ο Αλκιβιάδης είχε πετύχει το μισό στόχο του, αφού ακόμη η πόλη της Παλλάδας ήταν κλειστή για εκείνον. Ωστόσο η διόλου ευκαταφρόνητη αθηναϊκή δύναμη στη Σάμο θα μπορούσε να του προσφέρει το "όχημα" που χρειαζόταν για να επιστρέψει μετά δόξης και τιμής, όπως επιθυμούσε. Σύντομα εκλέχτηκε στρατηγός και λίγο μετά οι "400" ανατράπηκαν και ο Αλκιβιάδης είχε επιτέλους την ευκαιρία να επιστρέψει ξανά στην Αθήνα και να προσπαθήσει να διασώσει ότι ήταν δυνατό - ήδη οι τύχες του πολέμου έγερναν στην πλευρά της πελοποννησιακής συμμαχίας.Η επιστροφή του Αλκιβιάδη στην Αθήνα, έγινε μόλις το 407 π.Χ. μετά από κάποιες στρατιωτικές επιτυχίες του ως επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου.

Ο ιδιοφυής πολιτικός είχε την ευκαιρία να δοξαστεί ξανά υπό τα αθηναϊκά όπλα. Στην Άβυδο και στη φερώνυμη ναυμαχία, ένα στρατήγημα του Αλκιβιάδη έφερε σε δεινή θέση τον πελοποννησιακό στόλο, που κατόρθωσε να αποφύγει την πλήρη καταστροφή μόνο χάρη στην βοήθεια ενός έτερου Πέρση σατράπη, του Φαρνάβαζου.Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Αλκιβιάδης κατόρθωνε να πείθει τους Αθηναίους για τη χρησιμότητα του, όχι τόσο ως στρατηγός, αλλά επειδή υποστήριζε ότι μπορείνα εξασφαλίσει βοήθεια από τους Πέρσες σατράπες της Μ.Ασίας. Ωστόσο κάποιοι μεταξύ των Αθηναίων άρχισαν να υποψιάζονται ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι, υποψία η οποία επαληθεύτηκε πανηγυρικά, όταν ο Τισσαφέρνης συνέλαβε τον Αλκιβιάδη που είχε πάει να τον συναντήσει για να εξασφαλίσει περσική υποστήριξη.

Ο Αλκιβιάδης σύντομα απέδρασε, ωστόσο η θέση του πλέον ήταν επισφαλής. Η επόμενη νίκη του ήταν στην Κύζικο, όπου ένα ακόμη ευφυές στρατήγημά του παρέσυρε τον σπαρτιατικό στόλο σε ναυμαχία την οποία οι Αθηναίοι κέρδισαν πανηγυρικά, καταστρέφοντας το σύνολο σχεδόν του σπαρτιατικού στόλου. Σε αυτό το σημείο οι Σπαρτιάτες έσπευσαν να ζητήσουν ειρήνη από τους Αθηναίους, την οποία οι τελευταίοι αλαζονικά απέρριψαν. Θεωρούσαν ότι πλέον οι τύχες του πολέμου είχαν ξανά αλλάξει - έκαναν όμως τραγικό λάθος.


ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Οι στρατιωτικές και πολιτικές επιτυχίες του Αλκιβιάδη συνεχίζονταν. Στην Σελύμβρια κατόρθωσε να επιβάλλει ένα φιλοαθηναϊκό καθεστώς και να εντάξει στην πόλη στην αθηναϊκή συμμαχία, ενώ παρόμοια ήταν και η τύχη του Βυζαντίου. Μετά και από αυτήν την επιτυχία, που έδειχνε να σταθεροποιεί την αθηναϊκή κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή του Ελλησπόντου όπου είχε μεταφερθεί το θέατρο των επιχειρήσεων της εμφύλιας διαμάχης, ο Αλκιβιάδης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου έγινε δεκτός με τιμές από τους συμπολίτες του που λίγα χρόνια πριν τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο.

Ότι είχε όμως χτίσει με τόση προσοχή και σωρεία νικών, γκρεμίστηκε εν μία νυκτί από την αποκοτιά του ύπαρχου του, του Αντίοχου, τον οποίο ο Αλκιβιάδης είχε αφήσει ως επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου στη θέση του ενώ εκείνος προσπαθούσε να βοηθήσει στην πολιορκία της Φώκαιας. Στο Νότιο, ο Αντίοχος παρά τις ρητές διαταγές του Αλκιβιάδη, προσπάθησε να αντιμετωπίσει τον στόλο των Σπαρτιατών, που τώρα είχαν επικεφαλής τον ικανότατο Λύσανδρο. Ο Αντίοχος απέτυχε παταγωδώς, οι Αθηναίοι υπέστησαν πανωλεθρία, την οποία χρεώθηκε άδικα ο Αλκιβιάδης, που βρέθηκε για μία ακόμη φορά κατηγορούμενος. Οι Αθηναίοι αισθάνονταν προδομένοι, μάλλον από τις ίδιες τους τις προσδοκίες παρά από τον αμφίθυμο συμπατριώτη τους και του αφαίρεσαν την στρατηγία. Μαζί με τον Αλκιβιάδη εξέπεσαν των αξιωμάτων τους και οι τρεις ικανότεροι στρατιωτικοί διοικητές που διέθετε η Αθήνα, οι Θρασύβουλος, Κριτίας και Θηραμένης.

Ο Αλκιβιάδης δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει στην Αθήνα. Μετέβη στην Θράκη, όπου κατοίκησε μόνιμα. Θα είχε μία τελευταία ευκαιρία να επανακάμψει, όταν ο αθηναϊκός στόλος ναυλοχούσε στην περιοχή Αιγός Ποταμοί. Προσέφερε τη βοήθεια του, δυνάμεις Θρακών (είχε παντρευτεί την κόρη ενός Θράκα ηγεμόνα) και σύστησε στους Αθηναίους στρατηγούς να βρουν ένα ασφαλέστερο αγκυροβόλιο, στη Σηστό. Οι προτάσεις του απορρίφθηκαν και λίγες μέρες αργότερα ο στόλος του Λύσανδρου θα κατέστρεφε τον αθηναϊκό και ουσιαστικά θα τερμάτιζε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Φοβούμενος ξανά για την ζωή του και ποθώντας ακόμη και σε αυτήν την ώρα να παίξει κυρίαρχο ρόλο στα ελληνικά πράγματα, ο Αλκιβιάδης κατέφυγε στον σατράπη Αρταξέρξη, τη βοήθεια του οποίου προσπάθησε να εξασφαλίσει ενάντια στην Σπάρτη. Οι Λακεδαίμονες όμως είχαν το νου τους και ήλθαν σε επαφή με τον Φαρνάβαζο, ο οποίος έστειλε δολοφόνους εναντίον του. Ενώ προετοιμαζόταν για να επισκεφθεί την αυλή του ίδιου του Μεγάλου Βασιλιά και να θέσει τις ρητορικές του ικανότητες στην υπέρτατη δοκιμασία τους, ο Αλκιβιάδης δολοφονήθηκε από τους άνδρες του Φαρνάβαζου.

Ήταν ένας άδοξος θάνατος για την πιο αινιγματική προσωπικότητα του αρχαίου κόσμου, έναν άνθρωπο που επηρέασε την αρχαία ιστορία όσο ελάχιστοι άλλοι.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

H υπερσύγχρονη διάνοια της Σπάρτης

ANTON POWELL, καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Κλασικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Ουαλίας (Αγγλία)


Ποια κοινότητα ήταν το σχολείο της κλασικής Ελλάδας;». Ο κάθε μορφωμένος άνθρωπος νομίζει ότι ξέρει: «Η Αθήνα, φυσικά». Αλλά, και προς τιμήν τους, οι αρχαίοι Αθηναίοι δεν ήταν τόσο σίγουροι. Γνώριζαν κάποια άλλη ελληνική πόλη, πολύ μικρότερη, της οποίας η διάνοια επισκίαζε τα αθηναϊκά όνειρα. Ο Περικλής έκανε ό,τι μπορούσε για να εξυψώσει την Αθήνα και να υποβαθμίσει τη Σπάρτη. Ο Θουκυδίδης τον κατέγραψε να ισχυρίζεται, στον Επιτάφιο του το 431/30 π.Χ., ότι η Αθήνα παρείχε της Ελλάδος παίδευσιν. Ήταν σίγουρο ότι ο Περι­κλής εννοούσε ότι η Αθήνα με τους φιλοσόφους της και τους περίπλοκα ομιλούντες δημόσιους άνδρες ήταν το σχολείο της Ελλάδας; Χωρίς αμφιβολία θα είχε ευχαρίστως ισχυριστεί αυτό, αν ήταν η αλήθεια. Αλλά δεν το κάνει. Η Αθήνα, σύμφωνα μ’ αυτόν, παρείχε όχι το εκπαιδευτικό πρότυπο στην Ελλάδα, αλλά ένα εκπαιδευτικό πρότυπο (όχι την παίδευσιν αλλά απλά παίδευσιν). Ο λόγος της περιοριστικής διατύπωσης του Περικλή είναι ότι η Σπάρτη επίσης χρησίμευε ως πρότυπο, και πιθανά πιο χαρισματικός. Οι παίδες της Σπάρτης, αντίθετα με εκείνους της Αθήνας, μορφώνονταν συστηματικά από την πολιτεία. Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τη Σπάρτη, αργότερα παραδέχτηκε διστακτικά ότι τιμούσε τη Σπάρτη που δεν ε­μπιστευόταν την εκπαίδευση στη γονική επιλογή, δηλαδή στην τύχη. Οι άλλοι Έλληνες, κατά κάποιο τρόπο, διαισθάνονταν ότι η επιτυχία των αραιοκα­τοικημένων, ανοχύρωτων χωριών οφειλόταν σε εκείνη την εκπαίδευση. Όμως το πώς ακριβώς η εκπαίδευση επέτρεπε στη Σπάρτη να είναι η μοναδι­κή υπερδύναμη της Ελλάδας ήταν για τους σύγχρονους σκεπτικιστές αντικείμενο αμφισβήτησης και μυστηρίου. Ποιες ήταν αυτές, οι άξιες μίμησης, τεχνικές της Σπάρτης; Η Σπάρτη χαιρόταν που έμενε μυστήριο. Οι ικανότητες της θα παρέμεναν κρυφές. Δεν είχε καμιά επιθυμία να γίνει ο δάσκαλος της Ελλάδας, αν μπορούσε να το αποφύγει. Μαθαίνουμε για ένα Σπαρτιάτη Βασιλιά, τον Αγησίλαο, που επικρίνε­ται από ένα συμπολίτη του ou πολεμάει πολύ συ­χνά εναντίον των Θηβών και έτσι «δίδασκε τους Θηβαίους πώς να πολεμούν». Ακόμη και το γεγονός της σπαρτιατικής διάνοιας έπρεπε να μείνει κρυφό. Ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος καυ­χιόταν ότι ο λαός του εκπαιδευόταν να έχει έλλειψη κριτικής αντίληψης. Μέχρι πρόσφατα Ευρωπαίοι μελετητές αποδέχονταν αυτή τη σπαρτιατική προπαγάνδα. Ο Tζορτζ Φόρεστ (George Forrest), καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας στην Οξφόρδη στο τέλος του 20ού αιώνα, έγραψε: «Ένας πολύ ευφυής Σπαρτιάτης; Υπήρχε τέτοιο πράγμα; Αν όχι…». Όμως νέα έρευνα, βασισμένη σε διορατικές αναφορές των αρχαίων Ελλήνων, φέρνει στο φως τώρα τη σπαρτιατική διάνοια. Και τα ευρήματα μαρτυρούν ou, κατά αξιοσημείωτο τρόπο, η Σπάρτη προκατέλαβε τις σύγχρονες μεθόδους.

Σε βαθμό μοναδικό στην Ελλάδα, οι Σπαρτιάτες χρησιμοποίησαν την εξειδίκευση. Ο Περικλής το διαισθάνθηκε αυτό. Περιέγραψε με λαμπρά χρώ­ματα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που έκαναν την Αθήνα διαφορετική από τη μεγάλη αντίπαλο της. Οι περιγραφές αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποκαλύψουν τη μορφή της σκιάς της Σπάρτης. Εμείς οι Αθηναίοι, περηφανεύθηκε ο Περικλής, είμαστε ασυνήθιστα πολυτάλαντοι. Οι πολίτες μας μπορούν να στρέψουν με επιτυχία τα χέρια τους σε τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα. Με άλλα λόγια, οι Σπαρτιάτες ήταν περιορισμένοι ή, με τη δική μας, θετική φρασεολογία, εξειδικευμένοι. Οι Αθηναίοι ήξεραν πώς να αυτοσχεδιάσουν, είπε ο Περικλής, ενώ οι Σπαρτιάτες ήταν κοπιαστικά εκπαιδευμένοι. Μ’ άλλα λόγια, οι Σπαρτιάτες ήταν υψηλά εκπαιδευμένοι. Σαν τους σημερινούς ειδι­κευμένους σ’ ένα αντικείμενο, οι Σπαρτιάτες μπορεί να ήταν υπερβολικά αδαείς όταν βρίσκονταν έξω από το αντικείμενο τους. Οι μη Σπαρτιάτες κατεδείκνυαν με ευθυμία τις συνέπειες. Οι γυναίκες της Σπάρτης, όταν ήρθαν αντιμέτωπες με μια εχθρική εισβολή το 370 π.Χ., δεν φάνηκαν χρήσιμες, όπως θα έκαναν άλλες Ελληνίδες. Αντίθετα, είπε ο Αριστοτέλης, δημιούργησαν μεγαλύτερη σύγχυση από τον εχθρό. Αλλά οι γυναίκες της Σπάρτης δεν είχαν εκπαιδευτεί για να βοηθούν στη μάχη. Ήταν αθλητικά εκπαιδευμένες για να είναι δυνατές στην ανατροφή των παιδιών και για να εν­θαρρύνουν την πολεμική αρετή. Και σ’ αυτούς τους εξειδικευμένους ρόλους είχαν τη φήμη των καλύτερων γυναικών στην Ελλάδα.

Η σύγχρονη ανάλυση εξειδικευμένων αθλητών εστιάζει στην επιλογή του κατάλληλου χρόνου (timing), δηλαδή σε ποια χρονική στιγμή της κούρσας δίνει ο αθλητής όλες τις δυνάμεις του. Παρομοίως, ισχύει για τους εξειδικευμένους πολιτικούς και τη διαχείριση των μέσων ενημέρωσης: η επιλογή του σωστού χρόνου είναι το παν -έχουν μάθει να δημοσιοποιούν τις άσχημες ειδήσεις όταν το κοινό είναι απορροφημένο από κάτι άλλο. Όπως για τους αθλητές του πολέμου και για τους πολιτικούς, η χρήση του «timing» από τη Σπάρτη ήταν πειθαρχημένη σε βαθμό αξεπέραστο ακόμη και σήμερα. Πρόσφατη ανάλυση έχει εξετάσει το «timing» όλων των περιπτώσεων κατά τον 5ο αιώνα που η Σπάρτη άνοιξε ή σκόπευε ν’ ανοίξει έναν επιθετικό πόλεμο κατά της Αθήνας. Το αποτέλεσμα δημιουργεί μια εντυπωσιακή αντίληψη της σπαρτιατικής στρατηγικής ικανότητας. Όταν η Αθήνα είχε κάποια δυσκολία, για παράδειγμα όταν τα στρατεύματα έπρεπε να καταπνίξουν μια εξέγερση στην αυτοκρατορία της, η Σπάρτη συστηματικά εκμεταλλευόταν την ευκαιρία.

Κάθε φορά που η Αθήνα εί­χε μια αδυναμία κατάλληλη για εκμετάλλευση σε εποχή ειρήνης, η Σπάρτη εκμεταλλευόταν την ευκαιρία και προσπαθούσε ν’ ανοίξει πόλεμο. Η εχθρότητα της Σπάρτης κατά της Αθήνας με άλλα λόγια ήταν διαρκής. Αλλά, δεδομένης εκείνης της εχθρότητας, η αυτοπειθαρχία της Σπάρτης αποδεικνύεται τώρα πέρα για πέρα αξιοσημείωτη. Οι Σπαρτιάτες ποτέ δεν επιτέθηκαν απλώς επειδή ήταν θυμωμένοι, αλλά ως εκπαιδευμένοι ειδικοί, πάντοτε περίμεναν συστηματικά την ευκαιρία. Η σπαρτιατική πολιτική είχε μια δική της κομψότητα.

Στη Σπάρτη φαινομενικά δεν υπήρχε μέρος για βιβλία. Ακόμη και τα μεγάλα επιχειρήματα που παραδίδονταν προφορικά απορρίπτονταν λόγω αρχής. Μια ομιλία που έγινε από Σαμιώτες επικρίθηκε περιφρονητικά σύμφωνα με τον Ηρόδοτο: «Έχουμε ξεχάσει την αρχή της και δεν καταλαβαί­νουμε το υπόλοιπο». Αλλά η άγνοια αυτή, που χωρίς αμφιβολία διογκωνόταν από τους Σπαρτιάτες, δεν προερχόταν από ηλιθιότητα. Ήταν, και αυτή, η αντίστροφη πλευρά μιας εξειδίκευσης. Μέτριοι στα μεγάλα επιχειρήματα, οι Σπαρτιάτες παραμένουν παγκοσμίως γνωστοί για τα μικρά επιχειρήματα: λακωνική σοφία. Σήμερα, με την τηλεόραση να έ­χει κάνει τον κόσμο μας λιγότερο μορφωμένο και περισσότερο οπτικό, ο σπαρτιατικός τρόπος ομιλίας έχετε έρθει στην επικαιρότητα με ένα καινούργιο όνομα, «ο ήχος που δαγκώνει». Αλλά παράλληλα με τα αποφθέγματα τους, οι Σπαρτιάτες είχαν έναν άλλο τύπο πειθούς, έναν τύπο εμφανώς πιο σύγχρονο: το οπτικό σχήμα λόγου. Ο στρατός της Σπάρτης ήταν σκηνοθετημένος με την επιδεξιότητα του Χόλιγουντ. Η εντυπωσιακή κόμη των στρατιωτών υπήρχε για να τρομοκρατεί, έλεγε ο Ξενοφών. Ο ευδιάκριτος κόκκινος μανδύας τραβούσε την προσοχή του εχθροί. Το μήνυμα του μανδύα ήταν ένα μήνυμα εκφοβισμού και αυτοπε­ποίθησης: «Αυτός δεν είναι απλά ο ενωμένος πελοποννησιακός στρατός, είναι ένας στρατός που οδηγείται από τους Σπαρτιάτες. Και οι Σπαρτιάτες δεν κρύβουν τη θέση τους. θέλουν να ξέρεις που ακριβώς είναι». 

Προχωρώντας προς τη μάχη υπό τον ήχο των αυλών, ο στρατός της Σπάρτης εντυπωσίαζε σαν αστραφτερή μηχανή. Ακόμη και πριν φύγουν για τη μάχη, οι Σπαρτιάτες δημιουργούσαν ένα οπτικό σκηνικό σχεδιασμένο για να εντυπωσιάζει. Ο Ξενοφών έγραψε γι’ αυτό το απόλυτο θέαμα: «Από αυτό που μπορούσες να δεις καθώς οι στρατιώτες της Σπάρτης γυμνάζονταν και προετοίμαζαν τις πανοπλίες, αληθινά πίστευες ότι η πόλη είναι ένα πολεμικό εργαστήρι». Αιώνες αργότερα, όταν η Σπάρτη είχε γίνει μια μικροσκοπική μονάδα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τα οπτικά μαθήματα συνεχίστηκαν. Τουρίστες έρχονταν, για να παρακολουθήσουν τα αγόρια της Σπάρτης να υποφέρουν σιωπηρά, πολλές φορές να πεθαίνουν από το μαστίγωμα στον ιερό χώρο της Ορθίας Αρτέμιδος. Το πλέον αξιομνημόνευτο επιχείρημα των Σπαρτιατών παρέμενε το δικό τους σώμα, έντεχνα παρουσιαζόμενο.

Παράλληλα με την επιδέξια οπτική προπαγάνδα πήγαινε και μια άλλη πολύ γνωστή σε όλους σύγχρονη τεχνική. Το μεγάλο ψέμα: πιθανά όλες οι κοινωνίες παράγουν ψεύδη. Αλλά οι απάτες της Σπάρτης οργανώνονταν με ολοκληρωτική διάνοια. Σήμερα μελετώνται από τους λογίους σαν μια μορφή τέχνης. Δύο φορές πριν από τη μάχη Σπαρτιάτες αρχηγοί είχαν πάρει ειδήσεις για μια ήττα κάπου αλλού. Αλλά δεν έλεγαν την αλήθεια στους στρατιώτες. Αντίθετα. διέταζαν έναν «αγγελιαφόρο» να έρθει στεφανωμένος, για να φέρει τα νέα για μια «νίκη». Γίνονταν θυσίες για να ευχαριστήσουν τους θεούς. Πίστευαν ότι οι στρατιώτες ενθαρρυμένοι με ψεύτικα νέα θα πολεμούσαν καλύτερα. Ο Ξενοφών, ένας θαυμαστής της Σπάρτης, αρεσκόταν να πιστεύει ότι τον καιρό της ειρήνης η Σπάρτη ήταν αυστηρά τίμια στη διπλωματία της. «Αλλά ένας Σπαρτιάτης βασιλιάς», έγραφε περήφανα ο Ξενοφών, «απ’ τη στιγμή που κηρυσσόταν ο πόλεμος, και η εξαπάτηση γινόταν αποδεκτή στη θρησκεία, υπερτε­ρούσε εξ ολοκλήρου του εχθρού του σε δόλο».

Παραδοσιακά, η μελέτη της Σπάρτης έχει νο­σηρά διαχωριστεί μεταξύ αντιπάλων Ζηλωτών. Οι υποστηρικτές των δικτατοριών του 20ού αιώνα θαύμαζαν τη Σπάρτη για την ήπια κυριαρχία της, τη σύνθλιψη του ακατάλληλου ατόμου. Οι εραστές της ελευθερίας ένιωθαν φρίκη με τις μεθό­δους της. Καμία πλευρά δεν μπόρεσε να ερευνήσει ήρεμα την ικανότητα της Σπάρτης να πετυχαίνει τους σκοπούς της. Ιοως μόνο τώρα, σε μια καλλιεργημένη αλλά όλο πιο πολύ οπτική κοινωνία, να μπορέσουμε να κοιτάξουμε πιο βαθιά, με κατανόηση αλλά όχι πλήρη θαυμασμό, το σκοτεινό πλανήτη που επισκίασε τον αθηναϊκό ήλιο.