Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορφέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορφέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 10 Μαρτίου 2015
Αρισταίος ο Αγροτικός Θεός
Ο Αρισταίος ήταν γιος του Απόλλωνα και της Κυρήνης, εγγονής της Ναϊάδας Κρέουσας και του θεσσαλού θεού-ποταμού Πηνειού.Τον Αρισταίο ανέθρεψαν η προγιαγιά του Γαία και οι Ώρες ή ο Κένταυρος Χείρωνας κατ’ άλλους. Στη συνέχεαι ανέλαβαν την εκπαίδευσή του οι Μούσες. Κοντά τους έμαθε την τέχνη της ιατρικής και της μαντικής. Από τις Νύμφες έμαθε την καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς, πώς να φροντίζει τα μελίσσια, πώς να παρασκευάζει τυρί από το γάλα και πώς να μπολιάζει τις αγριελιές για να βγάζουν καρπό.Οι Μούσες του έδωσαν τρία ονόματα. Τον ονόμασαν Νόμιο, Αρισταίο και Αγρέα.
Σύμφωνα με τον Πλίνιο ο Αρισταίος ανακάλυψε το ελαιοπιεστήριο, ώστε να παίρνει λάδι από τον καρπό του ελαιόδεντρου.Επίσης του αποδίδονται και εφευρέσεις σχετικές με το κυνήγι, όπως οι λάκοι και τα δίχτυα.
Ο Αρισταίος, με τη σειρά του, φρόντισε όσα γνώριζε να γίνουν κτήμα των ανθρώπων.Νυμφεύτηκε την Αυτονόη, την κόρη του Κάδμου, και απέκτησε μαζί της τον Ακταίωνα.Ο Αρισταίος σχετίζεται και με τον κύκλο του Ορφέα. Σύμφωνα με το Βιργίλιο, η Ευρυδίκη, γυναίκα του Ορφέα, βρήκε τραγικό θάνατο, από δάγκωμα φιδιού, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τον Αρισταίο που την καταδίωκε. Οι θεοί οργίστηκαν από την πράξη του και έστειλαν επιδημία στις μέλισσές του. Εκείνος, για να μάθει την αιτία της συμφοράς του, ζήτησε τη βοήθεια της μητέρας του. Η Κυρήνη τον έστειλε στον Πρωτέα κι εκείνος του αποκάλυψε πώς οι θεοί τον τιμώρησαν για το θάνατο της Ευρυδίκης.
Όταν κάποτε ξέσπασε λοιμός στις Κυκλάδες, την εποχή του Σείριου, που έκανε πολλή ζέστη, οι κάτοικοι ζήτησαν τη βοήθεια του Αρισταίου για να απαλλαγούν από τη συμφορά. Ο Αρισταίος για να τους βοηθήσει εγκαταστάθηκε στην Κέα, όπου έχτισε μεγάλο βωμό στο Δία και πρόσφερε καθημερινές θυσίες στο Δία και στο Σείριο. Ο Δίας εισάκουσε τις προσευχές του κι έστειλε τα μελτέμια (τους δροσερούς ανέμους), για να αλλάξουν το κλίμα στο νησί. Από τότε τα μελτέμια πνέουν όταν κάνει πολλή ζέστη και καθαρίζουν την ατμόσφαιρα των Κυκλάδων.Τιμήθηκε στην Αρκαδία γιατί δίδαξε στους Αρκάδες τη μελισσοκομία, την κατεργασία του μαλλιού και την τέχνη του κυνηγιού.Επίσης τον τιμούσαν και στη Λιβύη όπου είχε φυτέψει το φυτό σίλφιον από το οποίο έπαιρναν κάποιο φάρμακο κι ένα καρύκευμα.Σύμφωνα με το Διόδωρο το Σικελιώτη ο Αρισταίος δίδαξε στη Σαρδηνία και στη Σικελία την καλλιέργεια της ελιάς. Εκεί λατρεύτηκε ως γεωργική θεότητα, προστάτης των ελαιοκαλλιεργητών.
πηγη
Δευτέρα 14 Απριλίου 2014
Η μουσική πρακτική της αρχαίας Ελλάδας
Τη μεγάλη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες στη μουσική φανερώνουν πλήθος ποιητικές αναφορές, παραστάσεις και μύθοι.Ο Ορφέας με την λύρα του γοήτευε τ' άγρια θηρία, οι πέτρες, γοητευμένες από το παίξιμο του Αμφίονα, πήγαιναν χορεύοντας και έμπαιναν μόνες τους στη θέση που έπρεπε όταν πρωτοκτιζόταν η Θήβα, και ο Αρίωνας γοήτευε με την κιθάρα του τα δελφίνια της θάλασσας. Οι μύθοι αυτοί φανερώνουν μια βαθιά πίστη στη δύναμη της τέχνης των ήχων και παραπέμπουν σε πεποιθήσεις για τις μαγικές ιδιότητες της μουσικής, κοινές σε όλους σχεδόν τους μουσικούς πολιτισμούς του κόσμου.Η αρχαία ελληνική μουσική ήταν μονοφωνική. Από τις σωζόμενες πηγές μαρτυρείται επίσης ένα είδος ετεροφωνίας, ενώ η πολυφωνία φαίνεται ότι δεν ήταν σε χρήση. Το αρχαιοελληνικό μέλος ταυτιζόταν απόλυτα με την ποίηση με τρόπο που ήχος και λόγος συνταιριάζονταν σε ένα αδιαίρετο σύνολο, όπου ο ρυθμικός στίχος υπαγόρευε το ρυθμό της μελωδίας (μέτρο) και δενόταν μαζί του. Γι' αυτό και τις περισσότερες φορές, ποιητής και συνθέτης ήταν το ίδιο πρόσωπο. Έτσι το μέτρο της ποίησης καθόριζε και το μέτρο της μουσικής που έφτασε σε μεγάλη ποικιλία, παρακολουθώντας την πλούσια ποιητική μετρική και τους τρόπους της απαγγελίας.
Την πρώτη μορφή έντεχνης ποίησης και μουσικής τη συναντάμε στην μορφή του ομηρικού έπους. Σε αυτά τα χρόνια οι αοιδοί (ποιητές και μουσικοί ταυτόχρονα) ιστορούσαν - άλλοτε σε συμπόσια και άλλοτε σε επίσημες γιορτές και αγώνες - πολεμικές δόξες και κατορθώματα, συνοδεύοντας την απαγγελία τους με τη λύρα ή την κιθάρα. Φήμιος, Θάμυρης, Δημόδοκος είναι ονόματα αοιδών που αναφέρει ο Όμηρος σαν τους πιο ξακουστούς της εποχής του.Στους ίδιους καιρούς ήταν γνωστά και διάφορα άλλα λαϊκά τραγούδια, όπως ο θρήνος και ο ιάλεμος (μοιρολόι), ο λίνος (θρηνητικό τραγούδι για τον αποχωρισμό θέρους και φθινοπώρου), ο υμέναιος (τραγούδι του γάμου), ο κώμος (που έκλεινε τα γλέντια) και άλλα.Σε αντίθεση με την επική, η λυρική ποίηση, που αναπτύχθηκε τον 7ο και 6ο αιώνα, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα του ποιητή. Με τις ωδές, τους παιάνες, τα επινίκια, τα παρθένεια, τα επιθαλάμια, ανάδειξαν την άφταστη τέχνη τους σειρά ολόκληρη από λυρικούς ποιητές ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέοντας, ο Πίνδαρος, η Κόριννα, ο Στησίχορος είναι οι πιο γνωστοί της εποχής εκείνης.
Ο 5ος π.Χ. αιώνας είναι ο αιώνας ακμής της αττικής τραγωδίας και κωμωδίας, που φαίνεται να έχει τις ρίζες της στη λατρεία του Διονύσου και ιδιαίτερα στο διθύραμβο και σε άλλα χορευτικά τραγούδια, όπως τα φαλλικά, με σκωπτικό και άσεμνο πολλές φορές περιεχόμενο. Το νέο αυτό δραματικό είδος έδενε αναπόσπαστα ποίηση, μουσική και χορό. Έτσι τα χορικά μέρη, τραγουδιόνταν με συνοδεία αυλού, ενώ οι μονόλογοι και οι διάλογοι γίνονταν με συνοδεία λύρας ή κιθάρας.Η ενόργανη μουσική (αυλητική και κιθαριστική τέχνη) αναπτύσσεται και αυτή σε πολύ μεγάλο βαθμό από το β' μισό του 5ου αι. π.Χ. Στους διάφορους μουσικούς αγώνες, που διοργανώνονταν, οι καλύτεροι αυλητές και κιθαρωδοί, έπαιρναν χρηματικά ή άλλου είδους βραβεία. Ανάμεσά τους ακουστός ο αυλητής Σακάδας, θριαμβευτής στους Δελφικούς αγώνες, και ο Τιμόθεος από τη Μίλητο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενόργανη αυτή συνοδεία του τραγουδιού, χρησιμοποιούσε, πολλές φορές, διάφορα μετρικά μελωδικά στολίδια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως αλλοιωνόταν έτσι, και ο μονόφωνος χαρακτήρας της μουσικής, αφού μοναδικός σκοπός του ενόργανου ήχου, ήταν η υπογράμμιση του ρυθμού, που λογαριαζόταν ως το βασικότερο στοιχείο της μουσικής.
Από τη μουσική πρακτική της αρχαίας Ελλάδας υπάρχουν σήμερα ελάχιστα δείγματα με τη μορφή σημειογραφίας, ανάμεσα στα οποία, ολοκληρωμένα είναι μόνο τα παρακάτω: δύο Δελφικοί Ύμνοι, τρεις Ύμνοι στον Απόλλωνα και μια επιτάφια πλάκα (Επιτάφιος του Σεικίλου), που πάνω της έχει χαραγμένο ένα «σκόλιον». Τα υπόλοιπα λείψανα είναι αρκετά αποσπασματικά.Μα αν τα λείψανα της αρχαίας ελληνικής μουσικής είναι πολύ λίγα, οι θεωρητικές πληροφορίες που έχουμε γι' αυτήν είναι πολύ περισσότερες, έτσι που να μπορούμε να σχηματίσουμε κάποια γνώση της θεωρίας της. Αυτές τις πληροφορίες τις βρίσκουμε διάσπαρτες στα συγγράμματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στα Αρμονικά του Αριστόξενου, στα συγγράμματα του Ευκλείδη, στο Περί Μουσικής του Πλούταρχου, στα συγγράμματα Βυζαντινών, Λατίνων συγγραφέων και αλλού. Από τις πηγές αυτές παίρνουμε διάφορες θεωρητικές πληροφορίες, όπως π.χ. για τα τετράχορδα, τα γένη τους (διατονικό, χρωματικό, εναρμόνιο), τους τρόπους, τις αρμονίες, και τα «ήθη» αυτών.
Τις βάσεις της μουσικής θεωρίας και της μουσικής ακουστικής θεωρείται ότι τις έθεσε ο Πυθαγόρας με τους μαθητές του. Αυτός καθόρισε τη σχέση ανάμεσα στο ύψος του ήχου και στο μήκος της χορδής, κάνοντας πειράματα πάνω στον λεγόμενο «κανόνα» ή «μονόχορδο του Πυθαγόρα». Όσο μεγαλώνει το μήκος της χορδής, τόσο χαμηλότερος (βαρύτερος) γίνεται ο ήχος που παράγεται από αυτήν και το αντίστροφο. Πέρα από τους Πυθαγόρειους ασχολήθηκαν και άλλοι με τη θεωρία της μουσικής, ο Αριστοτέλης, ο Αριστόξενος, ο Πλούταρχος κ.ά. Ο Αριστόξενος μάλιστα με τα έργα του Ρυθμικά στοιχεία και Αρμονικά άρχισε να δίνει βασική σημασία, όχι στις μαθηματικές αναζητήσεις, όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι, αλλά στην πραγματική ακουστική σχέση ανάμεσα στους ήχους, όπως αυτή προέκυπτε από τη μουσική πρακτική. Η αντίθεση αυτών των δύο θεωριών διατηρήθηκε και καθόρισε δύο διαφορετικές πορείες στις μουσικοθεωρητικές έρευνες. Την εποχή του Αριστόξενου διαμορφώθηκε και ο μουσικός τονισμός των φθόγγων και ο προσδιορισμός του με συμβατικά σημεία. Για να αποδώσουν τους μουσικούς φθόγγους οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν γράμματα του αλφαβήτου σε διάφορες θέσεις (όρθια, ανάποδα, πλάγια), ενώ άλλη σημειογραφία χρησιμοποιούσαν για την φωνητική μουσική και άλλη για την οργανική.Όσο για τα μουσικά τους όργανα, αυτά ήταν έγχορδα, κρουστά και πνευστά. Τα έγχορδα ήταν συνήθως του τύπου της λύρας, όπως χέλυς, βάρβιτος, κιθάρα, φόρμιγξ, ψαλτήρι κ.α. Στα τέλη τουλάχιστον του 7ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται η άρπας (τρίγωνον), ενώ από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. μαρτυρούνται οι αρχαίες πανδουρίδες (έγχορδα του τύπου του λαούτου), οι οποίες θεωρούνται πρόγονοι του σημερινού ταμπουρά και μπουζουκιού, τόσο κατασκευαστικά, όσο και ετυμολογικά.
Στα πνευστά συγκαταλέγονταν συνήθως οι αυλοί, μονοί ή διπλοί, με διπλή συνήθως γλωσσίδα, σαν τον σημερινό ζουρνά και οι σύριγγες, μονοκάλαμες ή πολυκάλαμες. Κλασικός στην ελληνική λογοτεχνία είχε γίνει ο συνδυασμός της λύρας (ή κιθάρας) με τον αυλό. Ένα ακόμη όργανο της εποχής αποτελεί και η ύδραυλις, το οποίο, λόγω της μεγάλης του ηχητικής έντασης, χρησιμοποιούνταν συχνά σε εορταστικά και αθλητικά γεγονότα (π.χ. ιπποδρομίες).Κρουστά ήταν τα κρόταλα ή κρέμβαλα, τα τύμπανα, τα κύμβαλα, καθώς και διάφορα σείστρα και κουδούνια (κώδωνες). Η χρησιμοποίηση του κρουστών δεν ήταν τόσο διαδεδομένη στα αρχαία ελληνικά μουσικά δρώμενα, όσο στις διονυσιακές τελετές οργιαστικού χαρακτήρα, όπου γινόταν χρήση κυρίως τυμπάνων, κυμβάλων και κουδουνιών.Στην ελληνιστική εποχή ο λόγος, η μουσική και ο χορός αρχίζουν να διαχωρίζονται σε ξεχωριστούς κλάδους και να μην αποτελούν σαν και πρώτα μια τέλεια ενότητα. Έτσι, ο διθύραμβος, από ομαδικό, λατρευτικό τραγούδι που ήταν, τώρα τραγουδιέται από ένα πρόσωπο για να φανερωθεί και να επιβληθεί, ένα πνεύμα δεξιοτεχνίας. Αρχίζει η εποχή των "βιρτουόζων", που είναι περιζήτητοι και πληρώνονται μεγάλα ποσά.
Την πρώτη μορφή έντεχνης ποίησης και μουσικής τη συναντάμε στην μορφή του ομηρικού έπους. Σε αυτά τα χρόνια οι αοιδοί (ποιητές και μουσικοί ταυτόχρονα) ιστορούσαν - άλλοτε σε συμπόσια και άλλοτε σε επίσημες γιορτές και αγώνες - πολεμικές δόξες και κατορθώματα, συνοδεύοντας την απαγγελία τους με τη λύρα ή την κιθάρα. Φήμιος, Θάμυρης, Δημόδοκος είναι ονόματα αοιδών που αναφέρει ο Όμηρος σαν τους πιο ξακουστούς της εποχής του.Στους ίδιους καιρούς ήταν γνωστά και διάφορα άλλα λαϊκά τραγούδια, όπως ο θρήνος και ο ιάλεμος (μοιρολόι), ο λίνος (θρηνητικό τραγούδι για τον αποχωρισμό θέρους και φθινοπώρου), ο υμέναιος (τραγούδι του γάμου), ο κώμος (που έκλεινε τα γλέντια) και άλλα.Σε αντίθεση με την επική, η λυρική ποίηση, που αναπτύχθηκε τον 7ο και 6ο αιώνα, εκφράζει υποκειμενικά συναισθήματα του ποιητή. Με τις ωδές, τους παιάνες, τα επινίκια, τα παρθένεια, τα επιθαλάμια, ανάδειξαν την άφταστη τέχνη τους σειρά ολόκληρη από λυρικούς ποιητές ο Αλκαίος, η Σαπφώ, ο Ανακρέοντας, ο Πίνδαρος, η Κόριννα, ο Στησίχορος είναι οι πιο γνωστοί της εποχής εκείνης.
Ο 5ος π.Χ. αιώνας είναι ο αιώνας ακμής της αττικής τραγωδίας και κωμωδίας, που φαίνεται να έχει τις ρίζες της στη λατρεία του Διονύσου και ιδιαίτερα στο διθύραμβο και σε άλλα χορευτικά τραγούδια, όπως τα φαλλικά, με σκωπτικό και άσεμνο πολλές φορές περιεχόμενο. Το νέο αυτό δραματικό είδος έδενε αναπόσπαστα ποίηση, μουσική και χορό. Έτσι τα χορικά μέρη, τραγουδιόνταν με συνοδεία αυλού, ενώ οι μονόλογοι και οι διάλογοι γίνονταν με συνοδεία λύρας ή κιθάρας.Η ενόργανη μουσική (αυλητική και κιθαριστική τέχνη) αναπτύσσεται και αυτή σε πολύ μεγάλο βαθμό από το β' μισό του 5ου αι. π.Χ. Στους διάφορους μουσικούς αγώνες, που διοργανώνονταν, οι καλύτεροι αυλητές και κιθαρωδοί, έπαιρναν χρηματικά ή άλλου είδους βραβεία. Ανάμεσά τους ακουστός ο αυλητής Σακάδας, θριαμβευτής στους Δελφικούς αγώνες, και ο Τιμόθεος από τη Μίλητο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενόργανη αυτή συνοδεία του τραγουδιού, χρησιμοποιούσε, πολλές φορές, διάφορα μετρικά μελωδικά στολίδια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως αλλοιωνόταν έτσι, και ο μονόφωνος χαρακτήρας της μουσικής, αφού μοναδικός σκοπός του ενόργανου ήχου, ήταν η υπογράμμιση του ρυθμού, που λογαριαζόταν ως το βασικότερο στοιχείο της μουσικής.
Από τη μουσική πρακτική της αρχαίας Ελλάδας υπάρχουν σήμερα ελάχιστα δείγματα με τη μορφή σημειογραφίας, ανάμεσα στα οποία, ολοκληρωμένα είναι μόνο τα παρακάτω: δύο Δελφικοί Ύμνοι, τρεις Ύμνοι στον Απόλλωνα και μια επιτάφια πλάκα (Επιτάφιος του Σεικίλου), που πάνω της έχει χαραγμένο ένα «σκόλιον». Τα υπόλοιπα λείψανα είναι αρκετά αποσπασματικά.Μα αν τα λείψανα της αρχαίας ελληνικής μουσικής είναι πολύ λίγα, οι θεωρητικές πληροφορίες που έχουμε γι' αυτήν είναι πολύ περισσότερες, έτσι που να μπορούμε να σχηματίσουμε κάποια γνώση της θεωρίας της. Αυτές τις πληροφορίες τις βρίσκουμε διάσπαρτες στα συγγράμματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στα Αρμονικά του Αριστόξενου, στα συγγράμματα του Ευκλείδη, στο Περί Μουσικής του Πλούταρχου, στα συγγράμματα Βυζαντινών, Λατίνων συγγραφέων και αλλού. Από τις πηγές αυτές παίρνουμε διάφορες θεωρητικές πληροφορίες, όπως π.χ. για τα τετράχορδα, τα γένη τους (διατονικό, χρωματικό, εναρμόνιο), τους τρόπους, τις αρμονίες, και τα «ήθη» αυτών.
Τις βάσεις της μουσικής θεωρίας και της μουσικής ακουστικής θεωρείται ότι τις έθεσε ο Πυθαγόρας με τους μαθητές του. Αυτός καθόρισε τη σχέση ανάμεσα στο ύψος του ήχου και στο μήκος της χορδής, κάνοντας πειράματα πάνω στον λεγόμενο «κανόνα» ή «μονόχορδο του Πυθαγόρα». Όσο μεγαλώνει το μήκος της χορδής, τόσο χαμηλότερος (βαρύτερος) γίνεται ο ήχος που παράγεται από αυτήν και το αντίστροφο. Πέρα από τους Πυθαγόρειους ασχολήθηκαν και άλλοι με τη θεωρία της μουσικής, ο Αριστοτέλης, ο Αριστόξενος, ο Πλούταρχος κ.ά. Ο Αριστόξενος μάλιστα με τα έργα του Ρυθμικά στοιχεία και Αρμονικά άρχισε να δίνει βασική σημασία, όχι στις μαθηματικές αναζητήσεις, όπως έκαναν οι Πυθαγόρειοι, αλλά στην πραγματική ακουστική σχέση ανάμεσα στους ήχους, όπως αυτή προέκυπτε από τη μουσική πρακτική. Η αντίθεση αυτών των δύο θεωριών διατηρήθηκε και καθόρισε δύο διαφορετικές πορείες στις μουσικοθεωρητικές έρευνες. Την εποχή του Αριστόξενου διαμορφώθηκε και ο μουσικός τονισμός των φθόγγων και ο προσδιορισμός του με συμβατικά σημεία. Για να αποδώσουν τους μουσικούς φθόγγους οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν γράμματα του αλφαβήτου σε διάφορες θέσεις (όρθια, ανάποδα, πλάγια), ενώ άλλη σημειογραφία χρησιμοποιούσαν για την φωνητική μουσική και άλλη για την οργανική.Όσο για τα μουσικά τους όργανα, αυτά ήταν έγχορδα, κρουστά και πνευστά. Τα έγχορδα ήταν συνήθως του τύπου της λύρας, όπως χέλυς, βάρβιτος, κιθάρα, φόρμιγξ, ψαλτήρι κ.α. Στα τέλη τουλάχιστον του 7ου αιώνα π.Χ. χρονολογείται η άρπας (τρίγωνον), ενώ από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. μαρτυρούνται οι αρχαίες πανδουρίδες (έγχορδα του τύπου του λαούτου), οι οποίες θεωρούνται πρόγονοι του σημερινού ταμπουρά και μπουζουκιού, τόσο κατασκευαστικά, όσο και ετυμολογικά.
Στα πνευστά συγκαταλέγονταν συνήθως οι αυλοί, μονοί ή διπλοί, με διπλή συνήθως γλωσσίδα, σαν τον σημερινό ζουρνά και οι σύριγγες, μονοκάλαμες ή πολυκάλαμες. Κλασικός στην ελληνική λογοτεχνία είχε γίνει ο συνδυασμός της λύρας (ή κιθάρας) με τον αυλό. Ένα ακόμη όργανο της εποχής αποτελεί και η ύδραυλις, το οποίο, λόγω της μεγάλης του ηχητικής έντασης, χρησιμοποιούνταν συχνά σε εορταστικά και αθλητικά γεγονότα (π.χ. ιπποδρομίες).Κρουστά ήταν τα κρόταλα ή κρέμβαλα, τα τύμπανα, τα κύμβαλα, καθώς και διάφορα σείστρα και κουδούνια (κώδωνες). Η χρησιμοποίηση του κρουστών δεν ήταν τόσο διαδεδομένη στα αρχαία ελληνικά μουσικά δρώμενα, όσο στις διονυσιακές τελετές οργιαστικού χαρακτήρα, όπου γινόταν χρήση κυρίως τυμπάνων, κυμβάλων και κουδουνιών.Στην ελληνιστική εποχή ο λόγος, η μουσική και ο χορός αρχίζουν να διαχωρίζονται σε ξεχωριστούς κλάδους και να μην αποτελούν σαν και πρώτα μια τέλεια ενότητα. Έτσι, ο διθύραμβος, από ομαδικό, λατρευτικό τραγούδι που ήταν, τώρα τραγουδιέται από ένα πρόσωπο για να φανερωθεί και να επιβληθεί, ένα πνεύμα δεξιοτεχνίας. Αρχίζει η εποχή των "βιρτουόζων", που είναι περιζήτητοι και πληρώνονται μεγάλα ποσά.
Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013
Άδης ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο θεός του θανάτου και των νεκρών
Ο Άδης ήταν ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, ο θεός του θανάτου και των νεκρών.Οι άνθρωποι αποφεύγουν να πουν το όνομά του, από φόβο μήπως προκαλέσουν την οργή του. Για αυτό χρησιμοποιούσαν άλλες προσωνυμίες. Ονομαζόταν επίσης Άιδης (α στερητικό και ιδείν = αόρατος) και Αιδωνεύς. Οι αρχαίοι πίστευαν πως ο Άδης γινόταν αόρατος με την κυνή (περικεφαλαία) που φορούσε. Η κυνή τον έκανε αόρατο στα μάτια των θνητών αλλά και των θεών.Τον αποκαλούσαν ευφημιστικά Εύβουλο, Ευρύπυλο, Κλύμενο και Περίκλυτο.Ο Αισχύλος τον αποκαλεί πολυξενώτατον Ζήνα των κεκμηκότων, δηλαδή Δία που φιλοξενεί στο παλάτι του πλήθος νεκρούς. Επίσης ονομαζόταν και Κλυτόπωλος, γιατί σύμφωνα με μία παράδοση, τους νεκρούς τους μετέφεραν στον Κάτω Κόσμο τα δαιμονικά άλογα που είχε στους στάβλους του ο θεός.Για την αυστηρότητά του ονομαζόταν Αδάμας, Αδάμαστος, Άδμητος και Αμείλιχος και Νηλεύς (ανελέητος).
Επίσης τον ονόμαζαν Ίφθιμο, Κρατερό και Πελώριο, ενώ για το πλήθος των νεκρών που δεχόταν τον ονόμαζαν Αγησίλαο, Παγκοίτη, Πολυρέγμων και Πολυδέκτη.Ως χθόνια θεότητα ονομαζόταν Ζευς χθόνιος ή υποχθόνιος, Πλουτεύς ή Πλούτων, ο "πλούσιος", εξαιτίας του πλούτου που κρύβεται στη γη (καρποί - μέταλλα). Με το όνομα αυτό συνδέθηκε με το μύθο της Περσεφόνης και με την επίδραση των Ελευσίνιων Μυστηρίων έγινε ηπιότερος θεός και λατρεύτηκε σαν ο πάροχος του πλούτου που προέρχεται κάτω από τη γη. Συχνά παριστάνεται να κρατά το κέρας της αφθονίας, σύμβολο του πλούτου. Με αυτήν την επωνυμία είχε πολλά ιερά σε όλη την Ελλάδα.Στις απεικονίσεις μοιάζει με το Δία και τον Ποσειδώνα, εκτός από τα μαλλιά του που πέφτουν κάτω από το μέτωπό του. Σε παλαιότερες απεικονίσεις παρουσιάζεται ηλικιωμένος, με γενειάδα, φορώντας χιτώνα ή μανδύα, με διάδημα στα μαλλιά, να κρατάει σκήπτρο και να κάθεται πάνω σε θρόνο. Δίπλα στα πόδια του βρίσκονται ο κέρβερος και τα κλειδιά του Κάτω Κόσμου.
Κατά τους θεογονικούς μύθους, ο Δίας, με τον «σπαργανωμένον λίθον» της μητέρας του Ρέας διέφυγε την επιβουλή του πατέρα του Κρόνου.Επειτα με το «φάρμακο» της Μήτιδας ανάγκασε τον Κρόνο να «εξεμέσει» τους αδελφούς και τις αδελφές του και άρχισε τον πόλεμο κατά των Τιτάνων και του Κρόνου. Ο Δίας είχε με το μέρος του τους Κύκλωπες, οι οποίοι εφοδίασαν τον ίδιο με το πιο ακαταμάχητο όπλο, τον κεραυνό, και τον αδελφό του Ποσειδώνα με την τρίαινα. Ο τρίτος αδελφός, ο Άδης, πήρε από τους Κύκλωπες την «κυνέην», ένα κράνος ή σκούφια που έκανε αόρατο εκείνον που τη φορούσε, ενώ ο ίδιος έβλεπε τους άλλους. Οταν ο πόλεμος κατά των Τιτάνων τελείωσε, ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης μοιράστηκαν τον κόσμο με κλήρο και πήρε ο Δίας την έν ούρανώ δυναστείαν, ο Ποσειδώνας την έν θαλασσή και ο Άδης την κυριαρχία στον Κάτω Κόσμο. Ο Κάτω Κόσμος, τα εύρώεντα δώματα του Άδη, ήταν μεγάλη έκταση, περιφραγμένη, κάτω από τη γη, στην οποία έμπαινε κανείς από πύλη που τη φρουρούσε ο Κέρβερος επιτρέποντας μόνο την είσοδο, όχι και την έξοδο. Tα κλειδιά της πύλης έλεγαν πως ο Άδης τα εμπιστευόταν στον ήρωα Αιακό που ήταν ο ευσεβέστερος τωνσυγχρόνων του και ο μόνος που οι θεοί άκουγαν τις προσευχές του, όσο ο Αιακός βρισκόταν στη ζωή.
Στην πύλη του Άδη έφταναν οι νεκροί, αφού διέπλεαν με το άκάτιον του Χάρωνα τον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη. Ο ποταμός και η λίμνη ανήκαν στον Επάνω Κόσμο. Στον Κάτω Κόσμο υπήρχε ένα μόνο νερό που πήγαζε από βράχο, η Στυξ, στην οποία ορκίζονταν οι θεοί. Το όνομα της Στύγας προκαλούσε φόβο σε θεούς και ανθρώπους. Σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου υπήρχαν τα λεγόμενα «στόμια του Άδη», όπου γίνονταν ιεροπραξίες για την εξιλέωση των θεοτήτων του Κάτω Κόσμου, μπορούσαν όμως να ανακαλούνται στα ιερά που ιδρύονταν εκεί και ψυχές νεκρών. Μερικοί μύθοι διηγούνταν πως και ζωντανοί ήρωες μπόρεσαν να κατέβουν στον Άδη από τα στόμια αυτά, ιδίως του Ταινάρου, και να επανέλθουν κατόπιν στον Επάνω Κόσμο. Οι θεοί κατέβαιναν ευκολότερα, όπως ο Διόνυσος, που χρειάστηκε να αναγάγη τη μητέρα του Σεμέλη. Όταν την επανέφερε στον Επάνω Κόσμο, την ονόμασε Θυώνη και, ως θεός, την πήρε μαζί του στον ουρανό. Από τις καταβάσεις ηρώων, η πιο γνωστή ήταν του Ηρακλή, ο οποίος επιστρέφοντας έφερε μαζί του τον Κέρβερο για να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα. Έλεγαν πως ο Ηρακλής είχε χρησιμοποιήσει για την κάθοδο το στόμιο του Ταινάρου, και για την άνοδο το στόμιο της Ερμιόνης, που ήταν πλησιέστερα στην Τίρυνθα. Ο Άδης δεν αντιτάχθηκε στην επιχείρηση του Ηρακλή, γιατί πήρε τη διαβεβαίωση πως ο Κέρβερος δεν θα έλειπε για πολύ καιρό μακριά από το βασίλειο του Κάτω Κόσμου, αλλά και γιατί είχε προσωπική πείρα της μαχητικότητας του Ηρακλή: κατά την εκστρατεία του ήρωα εναντίον της μεσσηνιακής Πύλου, ο Άδης θέλησε να συμπαρασταθεί στους Πυλίους και πολεμούσε στο πλευρό τους, χτυπήθηκε όμως από τον Ηρακλή και κατέφυγε στο γιατρό των θεών Παιήονα για να περιποιηθεί τα τραύματα του. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ήρθε στο βασίλειο του και ζήτησε να πάρει το σκύλο του Άδη, ο Άδης τού έθεσε έναν μόνο όρο: να μη χρησιμοποιήσει κατά του Κέρβερου το ξίφος ή τα βέλη του, αλλά να τον καταπαλαίσει με τους βραχίονες και το σώμα του. Ο Ηρακλής σεβάστηκε την επιθυμία του ΄Αδη και αντιμετώπισε χωρίς όπλα τον Κέρβερο και τα φίδια της ουράς και των νώτων του. Τελικά το θηρίο υπέκυψε και ακολούθησε ειρηνικά τον Ηρακλή κατά την άνοδο στον Επάνω Κόσμο και κατά την επιστροφή.
Εξίσου γνωστή ήταν η κάθοδος του Ορφέα για την επαναφορά της Ευρυδίκης. Ο Άδης έδειξε και σ' αυτή την περίπτωση κατανόηση, έθεσε όμως πάλι έναν όρο στον Ορφέα: να προπορεύεται ο ίδιος οδηγώντας επάνω την Ευρυδίκη αλλά να μη γυρίσει να την αντικρίσει προτού φτάσει στο σπίτι του. Ο Ορφέας, όμως, από τη λαχτάρα του να δει τη γυναίκα του, δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί με τη σύσταση και έτσι η Ευρυδίκη ξαναγύρισε στον κόσμο των σκιών. Τρίτη κάθοδος ζωντανών ηρώων στον Άδη είναι του Θησέα και του Πειρίθου που είχε σκοπό την απαγωγή της Περσεφόνης, της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, που την ήθελε για γυναίκα του ο Πειρίθους. Οι δυο ήρωες έφτασαν στον Άδη, αλλά πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Αδης δεν φανέρωσε από την αρχή τις κακές προθέσεις του, αλλά προσποιήθηκε πως ετοίμασε γι' αυτούς ξενία. Τους έβαλε να καθίσουν στο θρόνο της Λήθης, όπου όμως προσδέθηκαν με σπείρες μεγάλων φιδιών. Εκεί θα έμεναν δεμένοι για να βασανίζονται αιώνια, χωρίς να πεθαίνουν. Οταν ο Ηρακλής κατέβηκε για τον Κέρβερο, έλυσε τον Θησέα, εμποδίστηκε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου, που ήταν ο κυριότερος ένοχος και που έμεινε εκεί δεμένος για πάντα. Η βασίλισσα, που την απαγωγή της σχεδίασαν οι δυο αυτοί ήρωες, δεν παρουσιάζεται από τους μύθους ως ύπαρξη του Κάτω Κόσμου, αλλά του Επάνω, από όπου την είχε απαγάγει ο Άδης. Η μητέρα της, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, πλανιόταν επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες χωρίς τροφή αναζητώντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Στο τέλος, με τη μεσολάβηση του Δία, πέτυχε να παραμείνει η Κόρη μόνο το ένα τρίτο του έτους με τον Άδη και τα υπόλοιπα δύο τρίτα με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και με τους ανθρώπους. Μετά τη συμφωνία, όταν ήρθε η στιγμή να φύγει για πρώτη φορά η Κόρη από τον ' Αδη και να επανέλθει στον Επάνω Κόσμο, ο Άδης τής έδωσε να φάει ένα σπυρί ρόδι, που θα την έκανε να εγκαταλείψει πάλι τη μητέρα της και να ξανάρθει στον άντρα της
Επίσης τον ονόμαζαν Ίφθιμο, Κρατερό και Πελώριο, ενώ για το πλήθος των νεκρών που δεχόταν τον ονόμαζαν Αγησίλαο, Παγκοίτη, Πολυρέγμων και Πολυδέκτη.Ως χθόνια θεότητα ονομαζόταν Ζευς χθόνιος ή υποχθόνιος, Πλουτεύς ή Πλούτων, ο "πλούσιος", εξαιτίας του πλούτου που κρύβεται στη γη (καρποί - μέταλλα). Με το όνομα αυτό συνδέθηκε με το μύθο της Περσεφόνης και με την επίδραση των Ελευσίνιων Μυστηρίων έγινε ηπιότερος θεός και λατρεύτηκε σαν ο πάροχος του πλούτου που προέρχεται κάτω από τη γη. Συχνά παριστάνεται να κρατά το κέρας της αφθονίας, σύμβολο του πλούτου. Με αυτήν την επωνυμία είχε πολλά ιερά σε όλη την Ελλάδα.Στις απεικονίσεις μοιάζει με το Δία και τον Ποσειδώνα, εκτός από τα μαλλιά του που πέφτουν κάτω από το μέτωπό του. Σε παλαιότερες απεικονίσεις παρουσιάζεται ηλικιωμένος, με γενειάδα, φορώντας χιτώνα ή μανδύα, με διάδημα στα μαλλιά, να κρατάει σκήπτρο και να κάθεται πάνω σε θρόνο. Δίπλα στα πόδια του βρίσκονται ο κέρβερος και τα κλειδιά του Κάτω Κόσμου.
Κατά τους θεογονικούς μύθους, ο Δίας, με τον «σπαργανωμένον λίθον» της μητέρας του Ρέας διέφυγε την επιβουλή του πατέρα του Κρόνου.Επειτα με το «φάρμακο» της Μήτιδας ανάγκασε τον Κρόνο να «εξεμέσει» τους αδελφούς και τις αδελφές του και άρχισε τον πόλεμο κατά των Τιτάνων και του Κρόνου. Ο Δίας είχε με το μέρος του τους Κύκλωπες, οι οποίοι εφοδίασαν τον ίδιο με το πιο ακαταμάχητο όπλο, τον κεραυνό, και τον αδελφό του Ποσειδώνα με την τρίαινα. Ο τρίτος αδελφός, ο Άδης, πήρε από τους Κύκλωπες την «κυνέην», ένα κράνος ή σκούφια που έκανε αόρατο εκείνον που τη φορούσε, ενώ ο ίδιος έβλεπε τους άλλους. Οταν ο πόλεμος κατά των Τιτάνων τελείωσε, ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Άδης μοιράστηκαν τον κόσμο με κλήρο και πήρε ο Δίας την έν ούρανώ δυναστείαν, ο Ποσειδώνας την έν θαλασσή και ο Άδης την κυριαρχία στον Κάτω Κόσμο. Ο Κάτω Κόσμος, τα εύρώεντα δώματα του Άδη, ήταν μεγάλη έκταση, περιφραγμένη, κάτω από τη γη, στην οποία έμπαινε κανείς από πύλη που τη φρουρούσε ο Κέρβερος επιτρέποντας μόνο την είσοδο, όχι και την έξοδο. Tα κλειδιά της πύλης έλεγαν πως ο Άδης τα εμπιστευόταν στον ήρωα Αιακό που ήταν ο ευσεβέστερος τωνσυγχρόνων του και ο μόνος που οι θεοί άκουγαν τις προσευχές του, όσο ο Αιακός βρισκόταν στη ζωή.
Στην πύλη του Άδη έφταναν οι νεκροί, αφού διέπλεαν με το άκάτιον του Χάρωνα τον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη. Ο ποταμός και η λίμνη ανήκαν στον Επάνω Κόσμο. Στον Κάτω Κόσμο υπήρχε ένα μόνο νερό που πήγαζε από βράχο, η Στυξ, στην οποία ορκίζονταν οι θεοί. Το όνομα της Στύγας προκαλούσε φόβο σε θεούς και ανθρώπους. Σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου υπήρχαν τα λεγόμενα «στόμια του Άδη», όπου γίνονταν ιεροπραξίες για την εξιλέωση των θεοτήτων του Κάτω Κόσμου, μπορούσαν όμως να ανακαλούνται στα ιερά που ιδρύονταν εκεί και ψυχές νεκρών. Μερικοί μύθοι διηγούνταν πως και ζωντανοί ήρωες μπόρεσαν να κατέβουν στον Άδη από τα στόμια αυτά, ιδίως του Ταινάρου, και να επανέλθουν κατόπιν στον Επάνω Κόσμο. Οι θεοί κατέβαιναν ευκολότερα, όπως ο Διόνυσος, που χρειάστηκε να αναγάγη τη μητέρα του Σεμέλη. Όταν την επανέφερε στον Επάνω Κόσμο, την ονόμασε Θυώνη και, ως θεός, την πήρε μαζί του στον ουρανό. Από τις καταβάσεις ηρώων, η πιο γνωστή ήταν του Ηρακλή, ο οποίος επιστρέφοντας έφερε μαζί του τον Κέρβερο για να τον παρουσιάσει στον Ευρυσθέα. Έλεγαν πως ο Ηρακλής είχε χρησιμοποιήσει για την κάθοδο το στόμιο του Ταινάρου, και για την άνοδο το στόμιο της Ερμιόνης, που ήταν πλησιέστερα στην Τίρυνθα. Ο Άδης δεν αντιτάχθηκε στην επιχείρηση του Ηρακλή, γιατί πήρε τη διαβεβαίωση πως ο Κέρβερος δεν θα έλειπε για πολύ καιρό μακριά από το βασίλειο του Κάτω Κόσμου, αλλά και γιατί είχε προσωπική πείρα της μαχητικότητας του Ηρακλή: κατά την εκστρατεία του ήρωα εναντίον της μεσσηνιακής Πύλου, ο Άδης θέλησε να συμπαρασταθεί στους Πυλίους και πολεμούσε στο πλευρό τους, χτυπήθηκε όμως από τον Ηρακλή και κατέφυγε στο γιατρό των θεών Παιήονα για να περιποιηθεί τα τραύματα του. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ήρθε στο βασίλειο του και ζήτησε να πάρει το σκύλο του Άδη, ο Άδης τού έθεσε έναν μόνο όρο: να μη χρησιμοποιήσει κατά του Κέρβερου το ξίφος ή τα βέλη του, αλλά να τον καταπαλαίσει με τους βραχίονες και το σώμα του. Ο Ηρακλής σεβάστηκε την επιθυμία του ΄Αδη και αντιμετώπισε χωρίς όπλα τον Κέρβερο και τα φίδια της ουράς και των νώτων του. Τελικά το θηρίο υπέκυψε και ακολούθησε ειρηνικά τον Ηρακλή κατά την άνοδο στον Επάνω Κόσμο και κατά την επιστροφή.
Εξίσου γνωστή ήταν η κάθοδος του Ορφέα για την επαναφορά της Ευρυδίκης. Ο Άδης έδειξε και σ' αυτή την περίπτωση κατανόηση, έθεσε όμως πάλι έναν όρο στον Ορφέα: να προπορεύεται ο ίδιος οδηγώντας επάνω την Ευρυδίκη αλλά να μη γυρίσει να την αντικρίσει προτού φτάσει στο σπίτι του. Ο Ορφέας, όμως, από τη λαχτάρα του να δει τη γυναίκα του, δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί με τη σύσταση και έτσι η Ευρυδίκη ξαναγύρισε στον κόσμο των σκιών. Τρίτη κάθοδος ζωντανών ηρώων στον Άδη είναι του Θησέα και του Πειρίθου που είχε σκοπό την απαγωγή της Περσεφόνης, της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, που την ήθελε για γυναίκα του ο Πειρίθους. Οι δυο ήρωες έφτασαν στον Άδη, αλλά πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο Αδης δεν φανέρωσε από την αρχή τις κακές προθέσεις του, αλλά προσποιήθηκε πως ετοίμασε γι' αυτούς ξενία. Τους έβαλε να καθίσουν στο θρόνο της Λήθης, όπου όμως προσδέθηκαν με σπείρες μεγάλων φιδιών. Εκεί θα έμεναν δεμένοι για να βασανίζονται αιώνια, χωρίς να πεθαίνουν. Οταν ο Ηρακλής κατέβηκε για τον Κέρβερο, έλυσε τον Θησέα, εμποδίστηκε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου, που ήταν ο κυριότερος ένοχος και που έμεινε εκεί δεμένος για πάντα. Η βασίλισσα, που την απαγωγή της σχεδίασαν οι δυο αυτοί ήρωες, δεν παρουσιάζεται από τους μύθους ως ύπαρξη του Κάτω Κόσμου, αλλά του Επάνω, από όπου την είχε απαγάγει ο Άδης. Η μητέρα της, η Δήμητρα, που δεν ήξερε την τύχη της κόρης της, πλανιόταν επί εννιά μέρες και εννιά νύχτες χωρίς τροφή αναζητώντας τα ίχνη της πάνω στη γη. Στο τέλος, με τη μεσολάβηση του Δία, πέτυχε να παραμείνει η Κόρη μόνο το ένα τρίτο του έτους με τον Άδη και τα υπόλοιπα δύο τρίτα με τους θεούς του Επάνω Κόσμου και με τους ανθρώπους. Μετά τη συμφωνία, όταν ήρθε η στιγμή να φύγει για πρώτη φορά η Κόρη από τον ' Αδη και να επανέλθει στον Επάνω Κόσμο, ο Άδης τής έδωσε να φάει ένα σπυρί ρόδι, που θα την έκανε να εγκαταλείψει πάλι τη μητέρα της και να ξανάρθει στον άντρα της
Κυριακή 5 Αυγούστου 2012
Ο Mυστηριώδης Θρακικός Πολιτισμός
Τα τελευταία χρόνια όλοι έχουμε διαβάσει ή έχουμε ακούσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σχετικά
με την ιστορία του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Την ιστορία του πολιτισμού που αποτέλεσε σημείο
αναφοράς για την δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Αλλά δεν νομίζω πως θα έχετε και έλλειψη
γνώσεων όσον αφορά τους επί μέρους πολιτισμούς που απαρτίζουνε αυτό που σήμερα ονομάζουμε
Ελληνικό πολιτισμό.Σίγουρα θα έχετε διαβάσει ορισμένα πράγματα για την αρχαία Μακεδονία, για τα μυστικά του Μινωικού πολιτισμού, τα θαύματα και τα επιτεύγματα του Μυκηναϊκού πολιτισμού, καθώς και τα διάφορα ιστορικά στοιχεία που έχουνε προκύψει τελευταία σχετικά με της Ελληνιστικής εποχής.Είναι όμως σίγουρο πως σχεδόν ποτέ δεν έχουμε ακούσει κάτι στοιχειώδες για τον πολιτισμό και την ιστορία της μυστηριώδους γης του Ορφέα και των Ηρώων, της κατά τον Όμηρο
«αμπελόεσσας» Θράκης.
Πριν από τρείς περίπου χιλιετίες άκμασε στην περιοχή αυτή ένας πολιτισμός χωρίς προηγούμενο,
αλλά και χωρίς μεγάλη συνέχεια. Μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα τα μοναδικά στοιχεία που
διαθέταμε γι’ αυτόν τον πολιτισμό δεν ήταν άλλα από τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων αλλά
και τις διηγήσεις της αρχαίας μυθολογίας, ενώ σε δεύτερη μοίρα υπήρχανε και ορισμένα όχι και
τόσο μεγάλης σημασίας αρχαιολογικά ευρήματα. Βέβαια οι περισσότεροι ερευνητές των
περασμένων αιώνων απέδιδαν τις όποιες μεγαλοπρεπείς αναφορές της μυθολογίας σχετικά με τον
πολιτισμό αυτό σε απλά ερεθίσματα της φαντασίας εκείνης της εποχής.Ωστόσο σαν να έπαίρνε «εκδίκηση» η ίδια η ιστορία, αυτές οι εκδοχές άρχισαν σταδιακά να διαψεύδονται από την ίδια την αρχαιολογική σκαπάνη αλλά και από μία μακρόχρονη και βαθιά ιστορική έρευνα. Αρχικά, τα ίχνη του πολιτισμού αυτού άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια με την ανακάλυψη διαφόρων τύμβων, ντολμέν, και ταφικών μνημείων σε διάφορα σημεία της οροσειράς της Ροδόπης, αλλά και παρά του ποταμού Έβρου και των πεδιάδων τις οποίες διασχίζει.
Αργότερα στον «κατάλογο» των μνημείων-δειγμάτων του μεγάλου αυτού πολιτισμού ήρθαν να
προστεθούν μεγαλύτερης σημασίας αρχαιολογικές ανακαλύψεις, όπως η Σευθέπολη του μεγάλου
βασιλιά των Οδρυσών, η κοιλάδα των Θρακών βασιλέων στην πεδιάδα της οροσειράς του Αίμου,
ιερά και κτίσματα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδέονται με την λατρεία και την ζωή του
ίδιου του Ορφέα, καθώς και ένας σημαντικός αριθμός βασιλικών τύμβων που σχετίζονται με
μεγάλος ηγεμόνες των αρχαίων Θρακών. Ο πολιτισμός αυτός ονομάστηκε διόλου τυχαία Θρακικός,
από το όνομα της περιοχής πάνω στην οποία εμφανίστηκε και διαδραμάτισε την μετέπειτα εξέλιξη
του.Τα ίχνη του πολιτισμού αυτού εντοπίζονται ακόμη και στην πρώιμη εποχή του σιδήρου, καθώς μία μεγάλη σειρά τάφων, ιερών, κογχών και γενικά κτισμάτων που έχουνε βγει στην επιφάνεια από την αρχαιολογική σκαπάνη, ανάγονται σε εκείνη την εποχή. Χαρακτηριστικός είναι ο τάφος που
βρέθηκε το 1965 στην κοιλάδα του ποταμού Άρδα στην σημερινή νοτιο-ανατολική Βουλγαρία, που
αποτελεί και ένα από τα κυριότερα δείγματα της αναπτυγμένης τεχνοτροπίας που
χρησιμοποιούσανε οι Θράκες. Ένα άλλο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της άποψης μας
σχετικά με την προχωρημένη τεχνογνωσία αυτού του πολιτισμού είναι και ο ιερός βράχος του
Διονύσου, που φαίνεται να ξεκινά την λειτουργία του ως ιερό μετά το τέλος της πρώιμης εποχής
του χαλκού. Αυτό όμως που κάνει εντύπωση σε όλους τους αρχαιολόγους και τους ερευνητές είναι
ο τρόπος με τον οποίο κατάφεραν οι τεχνίτες εκείνης της εποχής να λαξεύσουνε ένα τόσο
πολύπλοκο αρχιτεκτονικά ιερό, με έναν τόσο μεγάλο αριθμό αιθουσών, καθώς η κατασκευή ενός
αντίστοιχου κτίσματος, ακόμη και στην σύγχρονη εποχή όπου η τεχνολογία βρίσκεται στο ζενίθ
της ανάπτυξης της, δεν θα ήτανε και τόσο εύκολη.
Έχοντας λάβει υπόψη το ιδιαίτερο βάρος, αλλά και τον μοναδικό χαρακτήρα που κατέχει αυτός ο
ανεκτίμητος πολιτισμός της αρχαιότητας, θα προσπαθήσουμε μέσα από ορισμένες σελίδες να
παρουσιάσουμε περιληπτικά ορισμένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά που τον διέπουν. Αν και
οι αναλύσεις μαζί με τις αναφορές σχετικά με τον χαρακτήρα του θρακικού πολιτισμού, θα
μπορούσαν να αναλυθούν σε ολόκληρους τόμους, ωστόσο θα αρκεστούμε στο να δώσουμε στον
αναγνώστη μία σύντομη αλλά διαφωτιστική εικόνα γι’ αυτόν, όπως μας τον παρουσιάζουνε μέσα
από τις αναφορές τους οι ιστορικοί της Ελληνικής αρχαιότητες, αλλά και οι νεότεροι ερευνητές.
Σε όλο τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο η Θράκη ασκούσε μία ξεχωριστή γοητεία για τις πνευματικές
παραδόσεις με τις οποίες συνδεόταν. Αρκετοί είναι αυτοί που την θεωρούσανε ως τελευταίο
πέρασμα του Ελληνιστικού κόσμου και εν γένει του Ελληνικού πολιτισμού προς τον βορρά και τις
σκοτεινές του χώρες όπου κυριαρχούσανε δοξασίες και πρακτικές ιδιαίτερα αντίθετες προς τον
Ελληνικό τρόπο σκέψης, αλλά και προς την ανατολή όπου και εκεί οι πνευματικές παραδόσεις
θεωρούνταν ξένες προς τα Ελληνικά ήθη. Έτσι λοιπόν εφόσον η Θράκη αποτελούσε ένα
υποτυπώδης σύνορο μεταξύ των δύο αυτών «κόσμων» (του Ελληνιστικού και του Βαρβαρικού) δεν
θα μπορούσε να μην έχει κρατήσει και ορισμένα ξένα για τον Ελληνικό πολιτισμό γνωρίσματα, που
σε συνδιασμό με τις δικές της δοξασίες την κατέστησαν κάτι σαν κοιτίδα πνευματικών δοξασιών
που στα μάτια των υπόλοιπων Ελλήνων φάνταζε εξωτική, ή ακόμη και βαρβαρική.Βέβαια ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη ότι Θράκη κατά την περίοδο της αρχαιότητας όσον
αφορά την έκταση της δεν έφερε ουδεμία σχέση με την Θράκη που γνωρίζουμε εμείς σήμερα,
δηλαδή με τα βόρεια παράλια του αιγαίου που βρίσκονται μεταξύ του Έβρου και του Νέστου, και
από εκεί μέχρι τις αρχές της οροσειράς της Ροδόπης.
Η Θράκη εκτηνόταν κατά την περίοδο της Ελληνικής αρχαιότητας, δηλαδή κατά την προ-ομηρική
και Ομηρική εποχή, γενικά από τον ποταμό Πηνειό μέχρι τον Εύξεινο Πόντο και από τις ακτές του
Ίστρου (δηλ. του σημερινού Δούναβη) μέχρι τις ακτές του βορείου Αιγαίου πελάγους, ενώ στοιχεία
του Θρακικού πολιτισμού εντοπίζονται και αρκετά βορειότερα του Δούναβη. Βέβαια αυτό που
σήμερα δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως στην Θράκη συμπεριλαμβανόταν και η βόρεια
Θεσσαλία, δηλαδή η Περραιβία, η περιοχή που βρίσκεται γύρω από τον Όλυμπο, μέχρι και η νότια
Μακεδονία, δηλαδή η περιοχή της σημερινής Πιερίας.Αυτό βέβαια που μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση σήμερα είναι πως η Θράκη πάντα υπήρχε στο ενδιαφέρον των γνωστών λογίων της Ελληνικής αρχαιότητας, και εκτός αυτού – όπως θα δούμε στην συνέχεια – είχε και μία ιδιαίτερη σημασία για αρκετούς από αυτους. Εδώ γεννήθηκε η μουσική, η ιερή παράδοση του Ορφισμού, αλλά και τα μυστήρια, τα οποία λέγεται πως ο Ορφέας αποκάλυψε πρώτος στους ανθρώπους. Ο Όμηρος λοιπόν αποκαλεί την Θράκη «εριβώλακα» δηλαδή γόνιμη, ενώ ο Ξενοφών την χαρακτηρίζει τραχεία και ψυχρή αλλά παρ’ όλα αυτά δεν παραλείπει να αναφέρει και το χαρακτηριστικό των γόνιμων εδαφών της, λέγοντας συγκεκρημένα πως οι Θρακικές πόλεις του βασιλείου των Οδρυσών ήταν πάντοτε πλήρεις σε σίτο και σε οίνο.
Κατά τον Ηρόδοτο, το έθνος των αρχαίων Θρακών ήταν το μεγαλύτερο έθνος του τότε γνωστού
κόσμου μετά από τους Ινδούς. Και σύμφωνα πάντα με τον ίδιο συγγραφέα εάν είχε υπάρξει
κάποιος ικανός ηγεμόνας που θα μπορούσε να κυβερνήσει και να ενώσει όλες μαζί της Θρακικές
φυλές σε μία εννιέα δύναμη, τότε θα ήταν το ποιο ισχυρό απ’ όλα τα έθνη και κανείς δεν θα
μπορούσε να το νικήσει. Αλλά η ενότητα αυτή ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, και αυτός ήταν και ο
λόγος που οι Θράκες κατά την αρχαιότητα υπήρξαν στρατιωτικά και γεωπολιτικά αδύνατοι και
ανίσχυροι, με την περιοχή τους να μένει ουσιαστικά «ανοιχτή» μπροστά στο μένος των όποιων
κατακτητών.Παρόμοια άποψη φέρει και ο μεγάλος περιηγητής της Ελληνικής αρχαιότητας Παυσανίας, ο οποίος λέει πως κανένα άλλο έθνος αν το εξετάσουμε χωριστά δεν είναι πολυπληθέστερο από τους Θράκες, αν τους λάβουμε ως σύνολο, εκτός των Κελτών.Και πράγματι, στο σύνολο της η αρχαία ιστορία μας διδάσκει πως το θρακικό έθνος ήταν μέγιστο,
ισχυρότατο, μαχητικότατο και πολυπληθέστατο, και αυτό γίνεται ακόμη ποιο αντιληπτό εάν
λάβουμε υπόψη μας πως ουσιαστικά δεν αποτελούσε ένα εννοιέο και συμπαγές έθνος, αλλά
αποτελούνταν από είκοσι δύο φυλές που ζούσανε υπό την μορφή ημι-οργανομένων κοινωνιών.
Βέβαια, η ιδιοσυγκρασία και ο χαρακτήρας διαφοροποιούνταν ανάμεσα στα διάφορα φύλα των
Θρακών (για τα οποία θα μιλήσουμε αναλυτικά στην συνέχεια), καθώς τόσο ο γεωγραφικός τους
προσδιορισμός, όσο και οι κατά καιρούς επαφές τους με άλλους πολιτισμούς, ήτανε φυσικά αιτίες
που επιρρέαζαν άμεσα τον πολιτισμικό τους χαρακτήρα.
Βέβαια παρ’ όλο το πλήθος των ιστορικών στοιχείων που έχουμε σήμερα για τους Θράκες, ο
βαθύτερος χαρακτήρας του πολιτισμού τους παραμένει μέχρι σήμερα ουσιαστικά άγνωστος, και
φυσικά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο αντιστοιχεί η εικόνα που έχουμε σχηματίσει
σήμερα γι’ αυτούς μέσα από τις όποιες έρευνες στον πραγματικό χαρακτήρα του πολιτισμού τους.
Ένας από τους λόγους που δεν γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τον πολιτισμό τους είναι το
γεγονός ότι οι Θράκες ουδέποτε κατείχαν δική τους γραφή πριν παραλάβουν το Ελληνικό
αλφάβητο, γεγονός που φυσικά είχε ως αποτέλεσμα και την παντελή έλλειψη γραπτών κειμένων,
και έτσι οι όποιες πληροφορίες έχουν φτάσει σ’ εμάς σήμερα σχετικά με τους Θράκες ανάγονται
στους ιστορικούς και τους περιηγητές της Ελληνικής αρχαιότητας.Όμως παρ’ όλες του τις αδυναμίες και τα όποια γεοστρατιγικά του μειονεκτήματα ο Θρακικός πολιτισμός κατά τα χρόνια της αρχαιότητας ήταν μία πραγματική αυτοκρατορία. Έστω και μόνο γεωγραφικά. Κάτι τέτοιο άλλωστε γίνεται ακόμη ποιο αισθητό εάν λάβουμε υπόψη ότι τα γεωγραφικά όρια της Θράκης εκτινόταν από τον Βόσπορο μέχρι τους πρόποδες του Ολύμπου, και από τα βόρεια παράλια του Αιγαίου μέχρι την οροσειρά των Καρπαθίων.
Η πληθώρα οχυρωματικών κτισμάτων και η ποικιλία διαφορετικών όπλων που έχουνε εντοπιστεί
και ανάγονται στην εποχή των Θρακών, μαρτυρούν έναν λαό που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με
τον πόλεμο. Άλλωστε κάτι τέτοιο επαληθεύει και ο τρόπος κατασκευής και διαρύθμησης των
σημαντικότερων πόλεων τους, που είχαν περιφρουρηθεί κατά τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να
προστατεύονται από τις όποιες προθέσεις των κατακτητών που συνεχώς διασχίζανε την Θράκη.
Αλλά εκτός αυτού, δεν είναι λίγες και οι αναφορές των συγγραφέων της αρχαιότητας που θέλουνε
τους Θράκες να είναι από την φύση τους πολεμοχαρής λαός που εκτός από τις τακτικές επιθέσεις
που έκαναν στους γειτονικούς λαούς, δεν έλλειπαν και οι μεταξύ τους διαμάχες, όπου τα διάφορα
θρακικά έθνη συχνά πολεμούσαν το ένα εναντίον του άλλου, είτε για την κατάληψη ορισμένων
σημαντικών για την περιοχή οχυρών, είτε για την κυριαρχία επάνω σε αντίστοιχα εδάφη.
Βέβαια, τα στοιχεία και οι πληροφορίες που θα μπορούσαμε να παραθέσουμε προς εξερεύνηση
είναι τόσα πολλά που η εξιστόρηση τους και μόνο θα χρειαζότανε ολόκληρες σελίδες.
με την ιστορία του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Την ιστορία του πολιτισμού που αποτέλεσε σημείο
αναφοράς για την δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Αλλά δεν νομίζω πως θα έχετε και έλλειψη
γνώσεων όσον αφορά τους επί μέρους πολιτισμούς που απαρτίζουνε αυτό που σήμερα ονομάζουμε
Ελληνικό πολιτισμό.Σίγουρα θα έχετε διαβάσει ορισμένα πράγματα για την αρχαία Μακεδονία, για τα μυστικά του Μινωικού πολιτισμού, τα θαύματα και τα επιτεύγματα του Μυκηναϊκού πολιτισμού, καθώς και τα διάφορα ιστορικά στοιχεία που έχουνε προκύψει τελευταία σχετικά με της Ελληνιστικής εποχής.Είναι όμως σίγουρο πως σχεδόν ποτέ δεν έχουμε ακούσει κάτι στοιχειώδες για τον πολιτισμό και την ιστορία της μυστηριώδους γης του Ορφέα και των Ηρώων, της κατά τον Όμηρο
«αμπελόεσσας» Θράκης.
Πριν από τρείς περίπου χιλιετίες άκμασε στην περιοχή αυτή ένας πολιτισμός χωρίς προηγούμενο,
αλλά και χωρίς μεγάλη συνέχεια. Μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα τα μοναδικά στοιχεία που
διαθέταμε γι’ αυτόν τον πολιτισμό δεν ήταν άλλα από τις αναφορές των αρχαίων συγγραφέων αλλά
και τις διηγήσεις της αρχαίας μυθολογίας, ενώ σε δεύτερη μοίρα υπήρχανε και ορισμένα όχι και
τόσο μεγάλης σημασίας αρχαιολογικά ευρήματα. Βέβαια οι περισσότεροι ερευνητές των
περασμένων αιώνων απέδιδαν τις όποιες μεγαλοπρεπείς αναφορές της μυθολογίας σχετικά με τον
πολιτισμό αυτό σε απλά ερεθίσματα της φαντασίας εκείνης της εποχής.Ωστόσο σαν να έπαίρνε «εκδίκηση» η ίδια η ιστορία, αυτές οι εκδοχές άρχισαν σταδιακά να διαψεύδονται από την ίδια την αρχαιολογική σκαπάνη αλλά και από μία μακρόχρονη και βαθιά ιστορική έρευνα. Αρχικά, τα ίχνη του πολιτισμού αυτού άρχισαν να έρχονται στην επιφάνεια με την ανακάλυψη διαφόρων τύμβων, ντολμέν, και ταφικών μνημείων σε διάφορα σημεία της οροσειράς της Ροδόπης, αλλά και παρά του ποταμού Έβρου και των πεδιάδων τις οποίες διασχίζει.
Αργότερα στον «κατάλογο» των μνημείων-δειγμάτων του μεγάλου αυτού πολιτισμού ήρθαν να
προστεθούν μεγαλύτερης σημασίας αρχαιολογικές ανακαλύψεις, όπως η Σευθέπολη του μεγάλου
βασιλιά των Οδρυσών, η κοιλάδα των Θρακών βασιλέων στην πεδιάδα της οροσειράς του Αίμου,
ιερά και κτίσματα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνδέονται με την λατρεία και την ζωή του
ίδιου του Ορφέα, καθώς και ένας σημαντικός αριθμός βασιλικών τύμβων που σχετίζονται με
μεγάλος ηγεμόνες των αρχαίων Θρακών. Ο πολιτισμός αυτός ονομάστηκε διόλου τυχαία Θρακικός,
από το όνομα της περιοχής πάνω στην οποία εμφανίστηκε και διαδραμάτισε την μετέπειτα εξέλιξη
του.Τα ίχνη του πολιτισμού αυτού εντοπίζονται ακόμη και στην πρώιμη εποχή του σιδήρου, καθώς μία μεγάλη σειρά τάφων, ιερών, κογχών και γενικά κτισμάτων που έχουνε βγει στην επιφάνεια από την αρχαιολογική σκαπάνη, ανάγονται σε εκείνη την εποχή. Χαρακτηριστικός είναι ο τάφος που
βρέθηκε το 1965 στην κοιλάδα του ποταμού Άρδα στην σημερινή νοτιο-ανατολική Βουλγαρία, που
αποτελεί και ένα από τα κυριότερα δείγματα της αναπτυγμένης τεχνοτροπίας που
χρησιμοποιούσανε οι Θράκες. Ένα άλλο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της άποψης μας
σχετικά με την προχωρημένη τεχνογνωσία αυτού του πολιτισμού είναι και ο ιερός βράχος του
Διονύσου, που φαίνεται να ξεκινά την λειτουργία του ως ιερό μετά το τέλος της πρώιμης εποχής
του χαλκού. Αυτό όμως που κάνει εντύπωση σε όλους τους αρχαιολόγους και τους ερευνητές είναι
ο τρόπος με τον οποίο κατάφεραν οι τεχνίτες εκείνης της εποχής να λαξεύσουνε ένα τόσο
πολύπλοκο αρχιτεκτονικά ιερό, με έναν τόσο μεγάλο αριθμό αιθουσών, καθώς η κατασκευή ενός
αντίστοιχου κτίσματος, ακόμη και στην σύγχρονη εποχή όπου η τεχνολογία βρίσκεται στο ζενίθ
της ανάπτυξης της, δεν θα ήτανε και τόσο εύκολη.
Έχοντας λάβει υπόψη το ιδιαίτερο βάρος, αλλά και τον μοναδικό χαρακτήρα που κατέχει αυτός ο
ανεκτίμητος πολιτισμός της αρχαιότητας, θα προσπαθήσουμε μέσα από ορισμένες σελίδες να
παρουσιάσουμε περιληπτικά ορισμένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά που τον διέπουν. Αν και
οι αναλύσεις μαζί με τις αναφορές σχετικά με τον χαρακτήρα του θρακικού πολιτισμού, θα
μπορούσαν να αναλυθούν σε ολόκληρους τόμους, ωστόσο θα αρκεστούμε στο να δώσουμε στον
αναγνώστη μία σύντομη αλλά διαφωτιστική εικόνα γι’ αυτόν, όπως μας τον παρουσιάζουνε μέσα
από τις αναφορές τους οι ιστορικοί της Ελληνικής αρχαιότητες, αλλά και οι νεότεροι ερευνητές.
Σε όλο τον αρχαίο Ελληνικό κόσμο η Θράκη ασκούσε μία ξεχωριστή γοητεία για τις πνευματικές
παραδόσεις με τις οποίες συνδεόταν. Αρκετοί είναι αυτοί που την θεωρούσανε ως τελευταίο
πέρασμα του Ελληνιστικού κόσμου και εν γένει του Ελληνικού πολιτισμού προς τον βορρά και τις
σκοτεινές του χώρες όπου κυριαρχούσανε δοξασίες και πρακτικές ιδιαίτερα αντίθετες προς τον
Ελληνικό τρόπο σκέψης, αλλά και προς την ανατολή όπου και εκεί οι πνευματικές παραδόσεις
θεωρούνταν ξένες προς τα Ελληνικά ήθη. Έτσι λοιπόν εφόσον η Θράκη αποτελούσε ένα
υποτυπώδης σύνορο μεταξύ των δύο αυτών «κόσμων» (του Ελληνιστικού και του Βαρβαρικού) δεν
θα μπορούσε να μην έχει κρατήσει και ορισμένα ξένα για τον Ελληνικό πολιτισμό γνωρίσματα, που
σε συνδιασμό με τις δικές της δοξασίες την κατέστησαν κάτι σαν κοιτίδα πνευματικών δοξασιών
που στα μάτια των υπόλοιπων Ελλήνων φάνταζε εξωτική, ή ακόμη και βαρβαρική.Βέβαια ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη ότι Θράκη κατά την περίοδο της αρχαιότητας όσον
αφορά την έκταση της δεν έφερε ουδεμία σχέση με την Θράκη που γνωρίζουμε εμείς σήμερα,
δηλαδή με τα βόρεια παράλια του αιγαίου που βρίσκονται μεταξύ του Έβρου και του Νέστου, και
από εκεί μέχρι τις αρχές της οροσειράς της Ροδόπης.
Η Θράκη εκτηνόταν κατά την περίοδο της Ελληνικής αρχαιότητας, δηλαδή κατά την προ-ομηρική
και Ομηρική εποχή, γενικά από τον ποταμό Πηνειό μέχρι τον Εύξεινο Πόντο και από τις ακτές του
Ίστρου (δηλ. του σημερινού Δούναβη) μέχρι τις ακτές του βορείου Αιγαίου πελάγους, ενώ στοιχεία
του Θρακικού πολιτισμού εντοπίζονται και αρκετά βορειότερα του Δούναβη. Βέβαια αυτό που
σήμερα δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως στην Θράκη συμπεριλαμβανόταν και η βόρεια
Θεσσαλία, δηλαδή η Περραιβία, η περιοχή που βρίσκεται γύρω από τον Όλυμπο, μέχρι και η νότια
Μακεδονία, δηλαδή η περιοχή της σημερινής Πιερίας.Αυτό βέβαια που μας κάνει ιδιαίτερη εντύπωση σήμερα είναι πως η Θράκη πάντα υπήρχε στο ενδιαφέρον των γνωστών λογίων της Ελληνικής αρχαιότητας, και εκτός αυτού – όπως θα δούμε στην συνέχεια – είχε και μία ιδιαίτερη σημασία για αρκετούς από αυτους. Εδώ γεννήθηκε η μουσική, η ιερή παράδοση του Ορφισμού, αλλά και τα μυστήρια, τα οποία λέγεται πως ο Ορφέας αποκάλυψε πρώτος στους ανθρώπους. Ο Όμηρος λοιπόν αποκαλεί την Θράκη «εριβώλακα» δηλαδή γόνιμη, ενώ ο Ξενοφών την χαρακτηρίζει τραχεία και ψυχρή αλλά παρ’ όλα αυτά δεν παραλείπει να αναφέρει και το χαρακτηριστικό των γόνιμων εδαφών της, λέγοντας συγκεκρημένα πως οι Θρακικές πόλεις του βασιλείου των Οδρυσών ήταν πάντοτε πλήρεις σε σίτο και σε οίνο.
Κατά τον Ηρόδοτο, το έθνος των αρχαίων Θρακών ήταν το μεγαλύτερο έθνος του τότε γνωστού
κόσμου μετά από τους Ινδούς. Και σύμφωνα πάντα με τον ίδιο συγγραφέα εάν είχε υπάρξει
κάποιος ικανός ηγεμόνας που θα μπορούσε να κυβερνήσει και να ενώσει όλες μαζί της Θρακικές
φυλές σε μία εννιέα δύναμη, τότε θα ήταν το ποιο ισχυρό απ’ όλα τα έθνη και κανείς δεν θα
μπορούσε να το νικήσει. Αλλά η ενότητα αυτή ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, και αυτός ήταν και ο
λόγος που οι Θράκες κατά την αρχαιότητα υπήρξαν στρατιωτικά και γεωπολιτικά αδύνατοι και
ανίσχυροι, με την περιοχή τους να μένει ουσιαστικά «ανοιχτή» μπροστά στο μένος των όποιων
κατακτητών.Παρόμοια άποψη φέρει και ο μεγάλος περιηγητής της Ελληνικής αρχαιότητας Παυσανίας, ο οποίος λέει πως κανένα άλλο έθνος αν το εξετάσουμε χωριστά δεν είναι πολυπληθέστερο από τους Θράκες, αν τους λάβουμε ως σύνολο, εκτός των Κελτών.Και πράγματι, στο σύνολο της η αρχαία ιστορία μας διδάσκει πως το θρακικό έθνος ήταν μέγιστο,
ισχυρότατο, μαχητικότατο και πολυπληθέστατο, και αυτό γίνεται ακόμη ποιο αντιληπτό εάν
λάβουμε υπόψη μας πως ουσιαστικά δεν αποτελούσε ένα εννοιέο και συμπαγές έθνος, αλλά
αποτελούνταν από είκοσι δύο φυλές που ζούσανε υπό την μορφή ημι-οργανομένων κοινωνιών.
Βέβαια, η ιδιοσυγκρασία και ο χαρακτήρας διαφοροποιούνταν ανάμεσα στα διάφορα φύλα των
Θρακών (για τα οποία θα μιλήσουμε αναλυτικά στην συνέχεια), καθώς τόσο ο γεωγραφικός τους
προσδιορισμός, όσο και οι κατά καιρούς επαφές τους με άλλους πολιτισμούς, ήτανε φυσικά αιτίες
που επιρρέαζαν άμεσα τον πολιτισμικό τους χαρακτήρα.
Βέβαια παρ’ όλο το πλήθος των ιστορικών στοιχείων που έχουμε σήμερα για τους Θράκες, ο
βαθύτερος χαρακτήρας του πολιτισμού τους παραμένει μέχρι σήμερα ουσιαστικά άγνωστος, και
φυσικά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε κατά πόσο αντιστοιχεί η εικόνα που έχουμε σχηματίσει
σήμερα γι’ αυτούς μέσα από τις όποιες έρευνες στον πραγματικό χαρακτήρα του πολιτισμού τους.
Ένας από τους λόγους που δεν γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για τον πολιτισμό τους είναι το
γεγονός ότι οι Θράκες ουδέποτε κατείχαν δική τους γραφή πριν παραλάβουν το Ελληνικό
αλφάβητο, γεγονός που φυσικά είχε ως αποτέλεσμα και την παντελή έλλειψη γραπτών κειμένων,
και έτσι οι όποιες πληροφορίες έχουν φτάσει σ’ εμάς σήμερα σχετικά με τους Θράκες ανάγονται
στους ιστορικούς και τους περιηγητές της Ελληνικής αρχαιότητας.Όμως παρ’ όλες του τις αδυναμίες και τα όποια γεοστρατιγικά του μειονεκτήματα ο Θρακικός πολιτισμός κατά τα χρόνια της αρχαιότητας ήταν μία πραγματική αυτοκρατορία. Έστω και μόνο γεωγραφικά. Κάτι τέτοιο άλλωστε γίνεται ακόμη ποιο αισθητό εάν λάβουμε υπόψη ότι τα γεωγραφικά όρια της Θράκης εκτινόταν από τον Βόσπορο μέχρι τους πρόποδες του Ολύμπου, και από τα βόρεια παράλια του Αιγαίου μέχρι την οροσειρά των Καρπαθίων.
Η πληθώρα οχυρωματικών κτισμάτων και η ποικιλία διαφορετικών όπλων που έχουνε εντοπιστεί
και ανάγονται στην εποχή των Θρακών, μαρτυρούν έναν λαό που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με
τον πόλεμο. Άλλωστε κάτι τέτοιο επαληθεύει και ο τρόπος κατασκευής και διαρύθμησης των
σημαντικότερων πόλεων τους, που είχαν περιφρουρηθεί κατά τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να
προστατεύονται από τις όποιες προθέσεις των κατακτητών που συνεχώς διασχίζανε την Θράκη.
Αλλά εκτός αυτού, δεν είναι λίγες και οι αναφορές των συγγραφέων της αρχαιότητας που θέλουνε
τους Θράκες να είναι από την φύση τους πολεμοχαρής λαός που εκτός από τις τακτικές επιθέσεις
που έκαναν στους γειτονικούς λαούς, δεν έλλειπαν και οι μεταξύ τους διαμάχες, όπου τα διάφορα
θρακικά έθνη συχνά πολεμούσαν το ένα εναντίον του άλλου, είτε για την κατάληψη ορισμένων
σημαντικών για την περιοχή οχυρών, είτε για την κυριαρχία επάνω σε αντίστοιχα εδάφη.
Βέβαια, τα στοιχεία και οι πληροφορίες που θα μπορούσαμε να παραθέσουμε προς εξερεύνηση
είναι τόσα πολλά που η εξιστόρηση τους και μόνο θα χρειαζότανε ολόκληρες σελίδες.
Σάββατο 2 Ιουνίου 2012
Ησιόδειο Χάος και Ορφικό Χάος
Το Ησιόδειο
Χάος δεν ταυτίζεται με το Ορφικό Χάος. Το Ησιόδειο Χάος είναι ο
Πλατωνικός Αιών, ενώ το Ορφικό Χάος είναι η μια από τις δύο υπερούσιες
Αρχές, η άλλη είναι ο Ορφικός Αιθέρας, που δημιουργήθηκαν από το
Παρμενίδειο Ένα ή Πλατωνικό Αγαθό.Ο Πρόκλος, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος Β’ », λέει πως «ο Πλωτίνος αντιλαμβάνεται το καθαυτό ζωντανό όν[αὐτοζῷον
] με δυο τρόπους, άλλοτε ως ανώτερο του Νου όπως στην «Εξέταση διαφόρων
θεμάτων», και άλλοτε υποδεέστερο, όπως στο «Περί αριθμών» έργο του,
όταν λέει ότι πρώτο είναι το όν, έπειτα ο Νους και έπειτα το καθαυτό
ζωντανό όν[αὐτοζῷον].
Ο δε Θεόδωρος, λέγοντας ότι καθένας από τους δημιουργούς έχει τριπλή
ύπαρξη, αξιώνει να λέμε να ονομάζουμε το τρίτο σε καθέναν καθαυτό
ζωντανό όν[αὐτοζῷον].
Πρέπει, λοιπόν, να πάρουμε και από τους δύο την αλήθεια, από τον
θαυμαστό Θεόδωρο το ότι αυτό έχει την Τρίτη θέση μέσα στα νοητά, και από
τον θειότατο Πλωτίνο ότι είναι υποδεέστερο από κάποιον νου και υπεράνω
κάποιου άλλου, και πρέπει να πούμε ότι, αφού φανερώθηκε στο πέρας των
νοητών από τη νοητή ζωή γεννά ολόκληρο τον αριθμό των νοητικών, των
υπερκόσμιων και των εγκόσμιων ζωντανών όντων [ζῴων]
από ψηλά μέχρι τα τελευταία, και συμπεριλαμβάνει τα πάντα, παραμένοντας
υπερβατικό πάνω από αυτά και έχοντας συμπεριλάβει εκ των προτέρων
ενιαία τις αιτίες τους. Γιατί παρόμοια υποδεικνύει για αυτό και ο Ορφέας
μιλώντας θεολογικά για τον Φάνη.
Για παράδειγμα, κατά
τον Ορφέα, πρώτος ο θεός αυτός φέρει πολλά κεφάλια ζώων, «βγάζοντας
μουγκρητά ταυρίσια και αστραφτοβλέμματου λέοντα», και προέρχεται εκ του «πρωτογενοῦς ὠοῦ», μέσα στο οποίο βρίσκεται σπερματικά το ζωντανό ον [ζῷόν], πράγμα που γνωρίζει και ο Πλάτωνας και αποκάλεσε τούτον τον μέγιστο θεό καθαυτό ζωντανό όν [αὐτοζῷον]. Γιατί σε τι διαφέρει το να αποκαλούμε την απόκρυφη αιτία «Ωό» και αυτό που φανερώθηκε από εκείνη «ζωντανό Όν» [ζῷόν] ;; Γιατί τι από όλα θα μπορούσε να γεννηθεί από ένα ωό αν όχι ζωντανό Όν [ζῷόν] ;; Ήταν,
μάλιστα, εκείνο το Ωό γέννημα του Αιθέρα και του Χάους, εκ των οποίων ο
ένας είναι εδραιωμένος στο πέρα των νοητών και το άλλο στο άπειρο. Γιατί ο ένας είναι ρίζωμα των πάντων, ενώ στο άλλο «δεν υπάρχει κανένα πέρας» [οὐδὲν πεῖραρ ὑπῆν]
Ο Πρόκλος, στο «Εις τον Πλάτωνος Παρμενίδη, βιβλίο ς’, 1116.20 – 1124.36», μιλώντας περί της πρώτης νοητής τριάδας που δημιουργήθηκε από το Ένα ή Αγαθό αναφέρει εκτός των άλλων. Αν ανατρέξεις στην ίδια την πρωταρχική αρχή του απείρου γεννώντας την απόκρυφη αιτία όσων είναι καθ’ οιονδήποτε τρόπο άπειρα, και αφού ανατρέξεις, θα δεις ότι όλα είναι άπειρα ως προς την δύναμη από εκεί. Γιατί τέτοιο είναι το αυτοάπειρο. Τέτοιο είναι στον Ορφέα το Χάος, για το οποίο έχει πει εκείνος «δεν υπάρχει κανένα πέρας – οὐδὲν πεῖραρ ὑπῆν». Γιατί ο Αιώνας, «εἰ καὶ διὰ τὸ ἀεὶ ἄπειρος» (μολονότι είναι άπειρος δια της άπειρης “υπάρξεως” του), όμως ως μέτρο των αιωνίων είναι ασφαλώς και πέρας. Το χάος, όμως, είναι πρωταρχικά άπειρο και μόνο άπειρο και πηγή πάσης απειρίας, νοητής, νοητικής, ψυχικής, σωματικής και υλικής. Και πιο κάτω λέγει ότι πρέπει να εξετάσουμε από ψηλά τη σειρά του πέρατος η οποία προοδεύει μαζί με την σειρά του απείρου. Γιατί ο θεός παρήγαγε αυτές τις δυο αιτίες μαζί, το πέρας και το άπειρο, ή αν θέλεις να μιλήσουμε ορφικώς, τον αιθέρα και το χάος. Γιατί το άπειρο είναι χάος, επειδή χωρά κάθε δύναμη και κάθε άπειρο, και περιλαμβάνει τα υπόλοιπα, και είναι κάτι σαν το πιο άπειρο μέσα στα άπειρα. Το πέρας είναι ο αιθέρας, επειδή και τούτος ο ορατός αιθέρας περατώνει και μετρά τα πάντα. Πρώτα, λοιπόν, πέρας είναι το «αὐτόπερας», το οποίο αποτελεί την πηγή και βάση όλων των περάτων, νοητών, νοητικών, υπερκόσμιων και εγκόσμιων, και υπάρχει πριν από τα πάντα ως μέτρο και όριό τους.
Επίσης ο
Πρόκλος, στο «Εις Τίμαιο Πλάτωνος, βιβλίο Β»
αναφερόμενος περί της ύλης και πόθεν δημιουργείται λέγει εκτός των άλλων
ότι : ο Πλάτων δίνει υπόσταση στην ύλη από μια άλλη βαθμίδα που είναι
τοποθετημένη πριν τον δημιουργό του Πλατωνικού «Τίμαιου» (αυτός είναι ο
Ζήνας – Δίας. Γράφει, για παράδειγμα, ρητά στον «Φίλιβο, 23.c»: «Λέγαμε
ότι ό θεός έδειξε το πέρας και το άπειρο των όντων», από τα οποία
προέρχονται η σύσταση τόσο των σωμάτων όσο και όλων των πραγμάτων. Αν,
λοιπόν, και τα σώματα αποτελούνται από πέρας και απειρία, ποιο είναι το
πέρας σε αυτά και ποια η απειρία ;; Είναι φανερό ότι θα πούμε την ύλη
απειρία και το είδος πέρας. Αν λοιπόν όπως είπαμε ο θεός δίνει
υπόσταση σε κάθε απειρία, τότε δίνει υπόσταση και στην ύλη, η οποία
είναι η έσχατη απειρία. Και αυτή είναι η πρώτιστη και άρρητη αιτία της
ύλης. Και επειδή ο Πλάτωνας παντού δίνει στις ιδιότητες των αισθητών
υπόσταση από τις νοητές αιτίες, με τις οποίες είναι αντίστοιχες αυτές,
όπως για παράδειγμα στο εδώ ίσο από το «αὐτόϊσον», και παρομοίως σε όλα
τα εδώ ζώα και φυτά, κατά τον ίδιο τρόπο είναι φανερό ότι παράγει και
την εδώ απειρία από την πρώτη απειρία, όπως και το εδώ πέρας από το
πέρας που βρίσκεται εκεί. Έχει μάλιστα, αποδειχτεί στην «Στοιχείωση
θεολογική, 89 – 93» ότι την πρώτη απειρία, που υπάρχει πριν από τα
μικτά, την τοποθέτησε στην κορυφή των νοητών και από εκεί απλώνει τη
λάμψη της μέχρι τα τελευταία, ώστε κατά τον Πλάτωνα η ύλη προέρχεται από
το Ένα και από την απειρία που βρίσκεται πριν το Ένα όν, ή, και από το
Ένα όν, στον βαθμό που η ύλη είναι εν δυνάμει Ον. Για αυτό είναι κατά
κάποιο τρόπο αγαθή και άπειρη, έστω και αν αμυδρότερη, επειδή και το Ένα
και η απειρία υπάρχουν πριν από τα είδη και την εμφάνισή τους.
Αυτά
ακριβώς διδάσκει και ο Ορφέας . Γιατί όπως ακριβώς ο Πλάτωνας παρήγαγε δυο αιτίες από το Ένα, το πέρας και το
άπειρο, έτσι και ο Ορφέας έδωσε υπόσταση στον Αιθέρα και στο Χάος από
τον Χρόνο, με τον Αιθέρα να είναι παντού αίτιο του πέρατος και το Χάος
της απειρίας. Και από αυτές τις δύο αρχές τους θείους γεννά διάκοσμους
και τους εμφανείς, από την ανώτερη αρχή καθετί που είναι μόνιμο και
παρέχει την ταυτότητα, το μέτρο και τη συνοχή, και από την άλλη αρχή
κινητική, εταιροποιό και ανεξάλειπτη (ανέκλειπτη) πρόοδο, επίσης τη φύση
που ορίζεται από άλλα και συνέχεται από άλλα, και τελευταία την
κατώτατη απειρία, από την οποία περιέχεται και η ύλη.
Επίσης ο Πρόκλος, στο το «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος υπόμνημα, βιβλίο Β’», κάνοντας λόγο περί των εν ουρανώ 2*2 χασμάτων καθόδου και ανόδου των ψυχών, αναφέρει εκτός των άλλων πως : ο
θεολόγος Ορφέας με το όνομα Χάσμα χαρακτήριζε την πρωταρχική
δημιουργική μεταξύ των νοητών αιτία όλων των κινήσεων και των προόδων,
την οποία οι Πυθαγόρειοι αποκαλούσαν δυάδα νοητή και αόριστη : «ο Χρόνος ο αγέραστος, με τον νου τον άφθαρτο, γέννηση τον Αιθέρα, κι ένα μεγάλο χάσμα, πελώριο, από τις δύο μεριές - Αἰθέρα μὲν Χρόνος οὗτος ἀγήραος, ἀφθιτόμητις γείνατο καὶ μέγα χάσμα πελώριον ἔνθα καὶ ἔνθα». Και λίγο πιο κάτω : «Κάτω από το σκοτεινό χάσμα ράγισε ο νήνεμος αιθέρας όταν ξεπηδούσε ο Φάνης - χάσμα δ᾽ ὑπ᾽ ἠέριον καὶ νήνεμος ἐρράγη αἰθὴρ ὀρνυμένοιο Φάνητος».
Λέγει δε πως πράγματι το πρωταρχικό και νοητό χάσμα έχει αυτή την
δύναμη, να κινεί τα πάντα και να διεγείρει σε προόδους και κάθε λογής
διαχωρισμούς.
Ο δε Συμπλίκιος, στο «Υπόμνημα στο Α’ της Φυσικής Ακρόασης του Αριστοτέλη», σχολιάζοντας το Ησιόδειο «ἤτοι μὲν πρώτιστα χάος γένετο» αντικρούει τα όσα λέγει ο Αριστοτέλης και εξηγεί πως : «δηλοῖ δὲ οὐ χώραν ἀλλὰ τὴν ἀπειροειδῆ καὶ πεπληθυσμένην τῶν θεῶν αἰτίαν, ἣν Ὀρφεὺς “χάσμα πελώριον” ἐκάλεσε. μετὰ γὰρ τὴν μίαν τῶν πάντων ἀρχήν, ἣν Ὀρφεὺς χρόνον ἀνυμνεῖ ὡς μέτρον οὖσαν τῆς μυθικῆς τῶν θεῶν γενέσεως, αἰθέρα καὶ τὸ “πελώριον χάσμα” προελθεῖν φησι, τὸν μὲν τῆς περατοειδοῦς προόδου τῶν θεῶν αἴτιον, τὸ δὲ τῆς ἀπειροειδοῦς. καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ οὐδέ τι πεῖραρ ὑπῆν, οὐ πυθμήν, οὐδέ τις ἕδρα· καίτοι πῶς ἄν τις περὶ τόπου ταῦτα λέγοι τοῦ καὶ τἄλλα περαίνοντος καὶ ἑδράζοντος; ὁ μέντοι Ἡσίοδος τὴν πρώτην τῶν πάντων αἰτίαν σιγῇ τιμῶν ᾐνίξατο μόνον αὐτὴν διὰ τοῦ εἰπεῖν γενέσθαι τὸ χάος (παντὶ γὰρ γενομένῳ ὑπ᾽ αἰτίου τινὸς ἀνάγκη τὴν γένεσιν σχεῖν, ὡς ὁ Πλάτων φησί), τὴν δὲ πληθοειδῆ πρόοδον τῶν θεῶν ἐκφῆναι βουλόμενος διὰ τῆς ἀπειροειδοῦς συστοιχίας προήγαγε τὴν θεογονίαν τὸ χάος πρῶτον εἰπὼν καὶ μετ᾽ αὐτὸ γῆν».
Αν, λοιπόν, αυτό που προέρχεται πρώτο από το πέρας και το άπειρο είναι το πρώτο Ον [τὸ πρώτως ἐστὶν ὄν], τότε θα είναι ίδιο το ΟΝ του Πλάτωνα και το ορφικό ωό! Και, αν από αυτό προέρχεται ο Φάνης, ο οποίος αντιστοιχεί στο καθαυτό ζωντανό Ον [αὐτοζῷον], πρέπει να ψάξουμε τι ορφικό αντιστοιχεί στον Αιώνα, που κατά τον Πλάτωνα είναι ενδιάμεσος στο καθαυτό ζωντανό Ον [αὐτοζῷον] και στο Όν. Προς το παρόν πρέπει να κάνουμε σαφέστερο το ζήτημα σχετικά με τον Φάνη, αν αυτός είναι το καθαυτό ζωντανό Ον [=αὐτοζῷον], και να πούμε ότι το καθαυτό ζωντανό Όν [αὐτοζῷον] δεν είναι άλλο από τον Φάνη του θεολόγου. Γιατί, αν ο
Φάνης προέρχεται πρώτος και μόνος από το ωό, που στον Ορφέα δηλώνει τον
«πρώτιστο νοητό νου», και αν αυτό που προέρχεται πρώτο και μόνο από το
ωό, δεν είναι αναγκαστικά κανένα άλλο παρά το ζωντανό Όν [ζῷον] και, όπως έλεγε ο Πλάτωνας, το καθαυτό ζωντανό Ον [=αὐτοζῷον]. – «Τὸ αὐτοζῷον <Πλωτῖνος> μὲν διχῶς ὑποτίθεται, ποτὲ μὲν τοῦ νοῦ κρεῖττον, ὡς ἐν ταῖς <Διαφόροις Ἐπισκέψεσι> , ποτὲ δὲ καταδεέστερον, ὡς ἐν τῷ <Περὶ Ἀριθμῶν>, ὁπόταν λέγῃ πρῶτον εἶναι τὸ ὄν, εἶτα <τὸν> νοῦν, εἶτα τὸ αὐτοζῷον. <Θεόδωρος> δὲ ἕκαστον τῶν δημιουργῶν τριττὴν ἔχειν τὴν ὕπαρξιν λέγων τὸ ἐν ἑκάστῳ τρίτον αὐτοζῷον ἀξιοῖ προσαγορεύειν. ληπτέον δὴ παρ᾽ ἀμφοῖν τὸ ἀληθές, παρὰ μὲν τοῦ θαυμαστοῦ <Θεοδώρου> τὸ τρίτην αὐτὸ τάξιν ἔχειν ἐν τοῖς νοητοῖς, παρὰ δὲ τοῦ θειοτάτου <Πλωτίνου> τὸ τινὸς μὲν νοῦ καταδεέστερον εἶναι, τινὸς δὲ ἐπέκεινα, καὶ ῥητέον, ὅτι πρὸς τῷ πέρατι τῶν νοητῶν ἐκφανὲν ἀπὸ τῆς νοητῆς ζωῆς πάντα τὸν ἀριθμὸν ἀπογεννᾷ τῶν νοερῶν τε καὶ ὑπερκοσμίων καὶ ἐγκοσμίων ζῴων ἄνωθεν μέχρι τῶν τελευταίων, καὶ πάντων ἐστὶ περιληπτικόν, ἐξῃρημένον ἀπ᾽ αὐτῶν καὶ τὰς αἰτίας ἑνοειδῶς προειληφός· τοιαῦτα γὰρ περὶ αὐτοῦ καὶ ὁ <Ὀρφεὺς> ἐνδείκνυται περὶ τοῦ Φάνητος θεολογῶν. πρῶτος γοῦν ὁ θεὸς παρ᾽ αὐτῷ ζῴων κεφαλὰς φέρει πολλάς, <βρίμας ταυρείους ἀφιεὶ<ς> χαροποῦ τε λέοντος>, καὶ πρόεισιν ἀπὸ τοῦ <πρωτογενοῦς ὠοῦ>, ἐν ᾧ σπερματικῶς τὸ ζῷόν ἐστιν, ὃ καὶ ὁ Πλάτων συνιδὼν αὐτοζῷον προσηγόρευσε τὸν μέγιστον τοῦτον θεόν· τί γὰρ διαφέρει ἢ τὴν κρύφιον αἰτίαν ὠὸν καλεῖν ἢ τὸ ἐκφανὲν ἀπ᾽ ἐκείνης ζῷον; τί γὰρ ἂν ἐξ ὠοῦ γένοιτο τῶν πάντων πλὴν ζῴου; ἦν δὲ τὸὠὸν ἐκεῖνο τοῦ τε Αἰθέρος ἔγγονον καὶ τοῦ Χάους, ὧν ὃ μὲν κατὰ τὸ πέρας ἵδρυται τῶν νοητῶν, τὸ δὲ κατὰ τὸἄπειρον· ὃ μὲν γάρ ἐστι ῥίζωμα τῶν πάντων, τῷ δὲ <οὐδὲν πεῖραρ ὑπῆν>. εἰ οὖν τὸ πρῶτον ἐκ πέρατος καὶἀπείρου τὸ πρώτως ἐστὶν ὄν, εἴη ἂν ταὐτὸν τό τε Πλάτωνος ὂν καὶ τὸὈρφικὸν ὠόν. εἰ δὲ ἐκ τούτου ὁ Φάνης, κατὰ τὸ αὐτοζῷον τεταγμένος, δεῖ ζητεῖν τί τὸ κατὰ τὸν αἰῶνα παρὰ τῷ Ὀρφεῖ, μέσον ὄντα τοῦ αὐτοζῴου παρὰ Πλάτωνι καὶ τοῦ ὄντος. ἀλλὰ τοῦτο μὲν <ἐν ἄλλοις>. νυνὶ δὲ τὰ περὶ τοῦ Φάνητος, εἰ οὗτός ἐστι τὸ αὐτοζῷον, τρανέστερα ποιητέον καὶ λεκτέον, ὅτι τὸ αὐτοζῷον οὐκ ἄλλο τί ἐστιν ἢ ὁ παρὰ τῷ θεολόγῳ Φάνης· εἰ γὰρ πρῶτος καὶ μόνος ἀπὸ τοῦὠοῦ πρόεισιν, ὃ παρ᾽ἐκείνῳ δηλοῖ τὸν πρώτιστον νοητὸν νοῦν, τὸ δὲἐξ ὠοῦ προϊὸν πρῶτον καὶ μόνον οὐκ ἄλλο τίἐστιν ἐξ ἀνάγκης ἢ ζῷον, δῆλον, ὅτι καὶὁ μέγι στος Φάνης οὐκ ἄλλο τίἐστιν ἢ τὸ πρώτιστον ζῷον καί, ὡς ἂν φαίη ὁ Πλάτων, τὸ αὐτοζῷον.»
Ο Πρόκλος λοιπόν επισημαίνει ότι «ταὐτὸν τό τε Πλάτωνος ὂν καὶ τὸ Ὀρφικὸν ὠόν» που στον Ορφέα δηλώνει τον «πρώτιστο νοητό νου»,
ο οποίο και το οποίο προέκυψε από την ένωση των 2 υπερούσιων αρχών που
παρήγαγε το Ένα/Αγαθό : του Ορφικού Χάους και του Ορφικού Αιθέρα!
Έχουμε
λοιπόν : Παρμενίδειο Ένα/Πλατωνικό Αγαθό (ενάδα των ενάδων/πρώτος Θεός) ή
Ορφικός Χρόνος => Ορφικός Αιθέρας ή Πλατωνικό αυτοπέρας + Ορφικό
Χάος ή Πλατωνικό αυτοάπειρο => Ορφικό Ωο (ορφικός πρώτος νοητός νους)
ή Πλατωνικό πρώτο ΟΝ : αυτή η τριάδα, η 1η νοητή τριάδα των νοητών θεών, Πέρας – Άπειρο – Νοητό ΟΝ, αντιστοιχεί στο ΕΝ-ΟΝ των υποθέσεων του Πλατωνικού «Παρμενίδη.
Ο Πρόκλος,
στο «Σχόλια στον Κρατύλο, 115.10», έχει επισημαίνει ότι ό Ορφέας έχει
εκμεταλλευτεί στο έπακρον την αυθεντία των μύθων, και πάντα τα προ του
Ουρανού μέχρι της πρώτιστης αιτίας τα δήλωσε με ονόματα, «καὶ αὐτὸ τὸ ἄρρητον καὶ τῶν νοητῶν ἑνάδων ἐκβεβηκὸς Χρόνον προσείρηκεν», είτε επειδή προϋπάρχει ως αίτιο κάθε γένεσης είτε επειδή «τὰ ὄντως ὄντα γινόμενα»
παραδίδει, για να καταδείξει τη βαθμίδα τους και την υπεροχή των
καθολικότερων σε σχέση με τα επιμέρους. Με τον τρόπο αυτό το «κατά
χρόνο» ταυτίζεται με το «κατά αιτία» όπως η γένεση με την συντεταγμένη
πρόοδο. Ο Ησίοδος πάντως δείχνει μεγάλο σεβασμό με τη σιωπή του και
αποφεύγει εντελώς να ονομάσει το πρώτο. Ωστόσο το ότι το επόμενο του
προήλθε από κάτι άλλο το δηλώνει με τον στοίχο της «Θεογονίας, 116» : «ἧ τοι μὲν πρώτιστα Χάος γένετο ». Δεν είπε όμως ποιος έδωσε υπόσταση στο Χάος, «ἀμφοτέρους δὲ τοὺς πατέρας τῶν νοητῶν, τόν τε ἐξῃρημένον καὶ τὸν συντεταγμένον, σεσιώπηκεν· ἄρρητοι γάρ εἰσιν παντελῶς ». Αλλά
και όσο αφορά τα συνεχόμενα των δυο κατηγοριών. Τα συγγενικά με το Ένα
τα παραδίδει στην σιωπή, ενώ μόνο τα της αόριστης δυάδας φανερώνει μέσω
της γενεαλογίας τους. Και για αυτά έκρινε, στον «Κρατύλο»,
ο Πλάτων άξιο μνημόνευσης τον Ησίοδο, που προσπέρασε τα πριν από τον
Ουρανό ως άρρητα. Υπέδειξε πράγματι τους χρησμούς σχετικά με εκείνα, ως
θεωρούμενα άφθεγκτα, και πρόσθεσε το «σῖγ᾽ ἔχε, μύστα». Ο ίδιος άλλωστε στον «Φαίδρο» «τὴν νόησιν ἐκείνων μύησιν προσηγόρευσε καὶ ἐποπτείαν». Σε τούτα, μέγα μέρος του έργου, σχεδόν στο σύνολο, «ἄρρητον καὶ ἄγνωστόν ἐστιν».
Έχοντας όμως
κατά νου ότι αφενός οι δύο πατέρες των νοητών είναι ο Αιθέρας και ο
Φάνης, άλλωστε συμφώνως με τον Πρόκλο, στο «Εις τον Τίμαιο Πλάτωνος,», «Πατήρ είναι ο
Αιθέρας, ο μεν πρώτος από του Ενός προελθών· Πατήρ-Ποιητής είναι ο κατά
υπόδειγμα Θεός, τον οποίο πρωτόγονον (=πρωτογέννητο) Φάνη αποκαλούν οι
μακάριοι Θεοί» , Ποιητής & Πατήρ είναι ο Ζευς, ο
οποίος αποκαλεί τώρα τον εαυτό του «ποιητή και πατέρα των έργων», όπως
θα έλεγαν οι Ορφικοί· Ποιητής μόνο είναι ο αίτιος της μεριστής
δημιουργίας, όπως θα έλεγαν οι ίδιοι, δηλ. ο Διόνυσος - λεγέσθω
δὲ συντόμως καὶ νῦν, ὅτι τέτταρά ἐστι ταῦτα, ὁ πατὴρ καὶ ὁ ποιητής, καὶ
τέτταρες οὗτοι <οἱ> τὴν ἀναλογίαν ταύτην σῴζοντές εἰσιν ἐφεξῆς·
πατὴρ μὲν ὁ πρῶ τος ἀπὸ τοῦ ἑνὸς προελθὼν Αἰθήρ. πατὴρ δὲ καὶ ποιητὴς ὁ
κατὰ παράδειγμα θεός, <ὅν τε Φάνητα πρωτόγονον μάκαρες κάλεον>.
ποιητὴς δὲ καὶ πατὴρ ὁ Ζεύς, ὃς καὶ νῦν λέγεται <δημιουργὸς> ὑφ᾽
ἑαυτοῦ <πατήρ τε ἔργων>, φαῖεν ἂν <οἱ Ὀρφικοί>. ποιητὴς δὲ
μόνως ὁ τῆς μεριστῆς ἐστι δημιουργίας αἴτιος,», και αφετέρου ότι συμφώνως με τον Πρόκλο, στο το «Εις τας Πολιτείας Πλάτωνος υπόμνημα, βιβλίο Β’ », το ορφικό Χάος ταυτίζεται με την Πυθαγόρεια νοητή και αόριστη δυάδα, κατανοούμε ότι η γενεαλογία του Ησιόδου αρχίζει μετά την 1η νοητή τριάδα.
Άρα το Ησιόδειο Χάος αντιστοιχεί το δίχως άλλο σε κάτι μετά την 1η τριάδα των νοητών.
Όπως δε μας αναφέρει ο Δαμάσκιος, στο «Περί Αρχών, 124», «ο
Ησίοδος ιστορώντας ότι πρώτο γεννήθηκε το Χάος, έχει ονομάσει Χάος την
ακατάληπτη και εντελώς ενιαία φύση του νοητού και από εκεί παράγει τη
Γαία σαν κάποια αρχή της όλης γενιάς των θεών. Και αν δεν αναφέρει το
Χάος ως τη δεύτερη από τις αρχές, αναφέρει τη Γαία και τον Τάρταρο και
τον Έρωτα ως τα τρία νοητά, με τον Έρωτα ως τρίτο, σαν να έχουμε
αντίστροφή της πορείας (αυτό ονομάζει έτσι και ο Ορφέας στις ραψωδίες του),…..στις
θεωρούμενες ορφικές ραψωδίες, η θεολογική άποψη για το νοητό είναι
παρόμοια με αυτή που εξηγούν οι φιλόσοφοι βάζοντας στη θέση της μιας
αρχής των όλων τον “Χρόνο”, στη θέση των δύο τον “Αιθέρα” και το “Χάος”
και θεωρώντας ότι στη θέση του Όντος είναι γενικά το ”Ωό”, κάνοντας αυτή
πρώτη τριάδα. Στη
δεύτερη ότι φέρνει το ”Ωό”, που κυοφορεί και κυοφορείται τον θεό ή τον
“λαμπρό χιτώνα” ή την “Νεφέλη”, γιατί από αυτά ξεπηδά ο Φάνης – διότι
θεωρούν ως μεσαίο πότε το ένα και πότε το άλλο…… στην τρίτη ανήκει ο
“Μήτις” ως Νους, ο “Ηρικεπαίος” ως δύναμη και ο ίδιος ο Φάνης ως πατέρας…… Κάπως έτσι είναι η γνωστή Ορφική θεολογία. Την
δε τάξη, που έχουμε δώσει στο σφαίρομα, είναι, όπως λένε οι Ορφικοί,
παραπλήσια με εκείνη του Ωού. Όποια σχέση έχει το κέλυφος με το Ωό την
ίδια έχει ο ουρανός με το σύμπαν, και όπως εξηρτάται κυκλοτερώς του
ουρανού ο αιθέρας, έτσι η μεμβράνη από το κέλυφος. – Ἡσίοδος δέ μοι δοκεῖ πρῶτον γενέσθαι τὸ Χάος ἱστορῶν τὴν ἀκατάληπτον τοῦ νοητοῦ καὶ ἡνωμένην παντελῶς φύσιν κεκληκέναι Χάος, τὴν δὲ Γῆν [πρώτην] ἐκεῖθεν παράγειν ὥς τινα ἀρχὴν τῆς ὅλης γενεᾶς τῶν θεῶν. εἰ μὴ ἄρα Χάος μὲν τὴν δευτέραν τῶν δυεῖν ἀρχῶν, Γῆν δὲ καὶ Τάρταρον καὶ Ἔρωτα τὸ τριπλοῦν νοητόν, τὸν μὲν Ἔρωτα ἀντὶ τοῦ τρίτου, ὡς κατὰ ἐπιστροφὴν θεωρούμενον (τοῦτο γὰρ οὕτως ὀνομάζει καὶ Ὀρφεὺς ἐν ταῖς Ῥα ψωιδίαις) ἐν μὲν τοίνυν ταῖς φερομέναις ταύταις Ῥαψωιδίαις Ὀρφικαῖς ἡ θεολογία ἥδε τίς ἐστιν ἡ περὶ τὸ νοητόν, ἣν καὶ οἱ φιλόσοφοι διερμηνεύουσιν, ἀντὶ μὲν τῆς μιᾶς τῶν ὅλων ἀρχῆς τὸν <Χρόνον> τιθέντες, ἀντὶ δὲ τοῖν δυεῖν <Αἰθέρα> καὶ <Χάος>, ἀντὶ δὲ τοῦὄντος ἁπλῶς τὸὠιὸν ἀπολογιζόμενοι, καὶ τριάδα ταύτην πρώτην ποιοῦντες· εἰς δὲ τὴν δευτέραν τελεῖν ἤτοι τὸ κυούμενον καὶ τὸ κύον <ὠιὸν> τὸν θεὸν ἢ τὸν <ἀργῆτα χιτῶνα> ἢ τὴν <νεφέλην,> ὅτι ἐκ τούτων ἐκθρώσκει ὁ Φάνης· ἄλλοτε γὰρ ἄλλα περὶ τοῦ μέσου φιλοσοφοῦσιν … τὴν δὲ τρίτην τὸν <Μῆτιν> ὡς νοῦν, τὸν <Ἠρικεπαῖον> ὡς δύναμιν, τὸν <Φάνητα> αὐτὸν ὡς πατέρα … τοιαύτη μὲν ἡ συνήθης Ὀρφικὴ θεολογία.τὴν δὲ τάξιν, ἣν δεδώκαμεν τῶι σφαιρώματι, οἱὈρφικοὶ λέγουσι παραπλησίαν εἶναι τῆι ἐν τοῖς ὠιοῖς· ὃν γὰρ ἔχει λόγον τὸ λέπυρον ἐν τῶι ὠιῶι, τοῦτον ἐν τῶι παντὶὁ οὐρανός, καὶὡς ἐξήρτηται τοῦ οὐρανοῦ κυκλοτερῶς ὁ αἰθήρ, οὕτως τοῦ λεπύρου ὁὑμήν.».
Με άλλα
λόγια οι Ορφικοί ονόμαζαν την άρρητο Αρχή και Χρόνο, τις δύο επόμενες
Αρχές Αιθέρα και Χάος, ενώ για το ΌΝ έδωσαν το όνομα Ωό. Στην 2η θέση έβαζαν το κυοφορούμενο και κύον Ωό τον θεό ή τον λαμπρό χιτώνα ή την νεφέλη, εκ τούτων ξεπηδά ο Φάνης.
Tο Ησιόδειο Χάος είναι η 2η Νοητή τριάδα. Δηλαδή το Ησιόδειο Χάος είναι ο Πλατωνικός Αιώνας!
Άλλωστε η
τριαδική δομή πέρας/ύπαρξη – άπειρο/δύναμη – μικτό/νους υπάρχει τόσο
οριζόντια όσο και κάθετα. Τουτέστιν οριζόντια έχουμε τριαδικά τα εξής :Πέρας – άπειρο – Νοητό Ον, Πέρας – άπειρο – Νοητή ζωή, Πέρας – άπειρο – Νοητός Νους. Οριζόντια την κάθε τριάδα την χαρακτηρίζει το τρίτο μέλος, έτσι την 1η τριάδα, οριζόντια, την χαρακτηρίζει το ΟΝ, την 2η νοητή ζωή και την 3η ο νους. Η πρώτη, οριζόντια, καλείτε ΕΝ ΟΝ, η δεύτερη Όλον και η 3η
Παν ή παντελές πλήθος- εξ ου και ο Φάνης (Βλ. υποθέσεις του Παρμενίδη).
Στην πρώτη βαθμίδα τοποθετείται το ΟΝ, στην δεύτερη βαθμίδα των νοητών
θεών τοποθετείται ο Αιών(ας), που είναι η νοητή ζωή. Στην τρίτη βαθμίδα
των νοητών θεών τοποθετείται το “αὐτοζῷον”,
ήτοι το καθ’ αυτό ζωντανό όν ή παντελές ζώο ήτοι τέλειο ζωντανό ΟΝ, που
οι ορφικοί ονόμαζαν Φάνη και ο οποίος εμπεριέχει τα 4 νοητά είδη των
4ων στοιχείων ήτοι πυρ, αήρ, ύδωρ και γη.
Επίσης τριαδικά και κάθετα έχουμε τα εξής :
- Πέρας (=1η τριάδα, ήτοι ορφικώς Αιθήρ (πέρας/ ύπαρξη) – Χάος (άπειρο/ δύναμη) – Ωό (μικτό/νους) με το τελευταίο να είναι το ΟΝ του Πλάτωνα ή ο πρώτος νοητός νους).
- Άπειρο ( = η 2η τριάδα ή ο Πλατωνικός Αιώνας, ήτοι «τὸ κυούμενον καὶ τὸ κύον <ὠιὸν> τὸν θεὸν ἢ τὸν <ἀργῆτα χιτῶνα> ἢ τὴν <νεφέλην>».
- Νους (=3η ορφική τριάδα, Φάνης (πέρας/ Είναι) – Ηρικεπαίος (άπειρο/ δύναμη) – Μήτις (νους/ μικτό))
Κάθετα την κάθε τριάδα την χαρακτηρίζει το πρώτο μέλος, έτσι την 1η τριάδα, κάθετα, την χαρακτηρίζει ο Αιθέρας (Πατέρας ή Πέρας/ Είναι), την 2η «τὸ κυούμενον καὶ τὸ κύον <ὠιὸν> τὸν θεὸν ἢ τὸν <ἀργῆτα χιτῶνα> ἢ τὴν <νεφέλην>» (Άπειρο/ δύναμη) και την 3η ο Φάνης (Νους/ Μικτό).
Εξ ου και ο Πρόκλο, στο «Εις τον Τίμαιον Πλάτωνος, 3.208.30 – 3.209.14», λέγει πως «Πατήρ
είναι ο Αιθέρας, ο μεν πρώτος από του Ενός προελθών· Πατήρ-Ποιητής
είναι ο κατά υπόδειγμα Θεός, τον οποίο πρωτόγονον (πρωτογέννητο) Φάνη
αποκαλούν οι μακάριοι Θεοί» Και εξ ου και στο Ορφικό απ. Νο.55 διαβάζουμε ότι «Και
ο Ορφέας παρομοιάζει το Χάος με το Ωό, στο οποίο υπήρχε η έλλειψη
διαχωρισμού των πρώτων στοιχείων. Ο Ησίοδος θεωρεί Χάος αυτό ακριβώς που
ο Ορφέας λέει γεννημένο Ωό».Και λέει
ξεκάθαρα ότι στο Ορφικό Ωο που αντιστοιχεί το Ησιόδειο Χάος υπάρχει
έλλειψη διαχωρισμού των πρώτων στοιχείο, τουτέστι το Χάος του Ησιόδου
είναι ΟΛΟΤΗΤΑ – Όλον!! Όμως αυτό μας παραπέμπει το δίχως άλλο στην 2
νοητή τριάδα Πέρας – άπειρο – Νοητή ζωή που λέγεται Αιώνας.
Τετάρτη 2 Μαΐου 2012
Η Διαχρονικοτητα Της Ηλιακης Δοξασιας
Τα ηλιακά σύμβολα είναι άπειρα σε παραστάσεις, ανάγονται δε στο απώτατο παρελθόν. Τουλάχιστον από την εποχή του Σιδήρου, αλλά και παλαιότερα, χρησιμοποιείται η εικόνα του ηλιακού δίσκου,ως απεικόνιση του φυσικού και πνευματικού φωτός.Ο συμβολισμός των ηλιακών παραστάσεων είναι αρκετά πλούσιος σε νοήματα και ερμηνείες.Υποδηλώνει την απαστράπτουσα δύναμη και κατ' επέκταση την προσήλωση στη Νίκη, έχει προστατευτική ισχύ, ιδίως όταν χρησιμοποιείται σε κοσμήματα και σε φυλακτά, εκφράζει τέλος την ίδια τη ζωή, αλλά και τη γονιμότητα. Γνωστότατος ηλιακός συμβολισμός είναι εκείνος του ρόδου, αλλά και της σβάστικας.Σύμφωνα με τον Ορφικό Ύμνο προς τον Ήλιο, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «Κράσιν έχων Ωρών τετραβάμοσι ποσσί χορεύειν». Δηλαδή εμφανίζεται ο Ήλιος να χορεύει με τέσσερα πόδια. Πρόκειται, δίχως άλλο, για τα τέσσερα φτερωτά άλογα που εμφανίζονται σε ηλιακές παραστάσεις ή για τη σβάστικα με τις τέσσερις κεκαμμένες άκρες της, οι οποίες δηλώνουν την περιστροφική κίνηση.Ιδιαιτέρως επεξηγηματικά ως προς τα νοήματα που κρύβουν οι ηλιακοί συμβολισμοί,είναι οι φυσικές εορτές των Ηλιοστασίων,τα οποία δεν είναι παρά τελετουργικά δρώμενα που συμβολίζουν την πορεία του Ήλιου μέσα στο έτος.Τεράστια η σημασία του Ηλίου, ως συμβόλου διαφάνειας, καθάρσεως και δικαιοσύνης.Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Ηλιαία, το δικαστήριο των Αθηναίων, συνεδρίαζε σε χώρο ασκεπή, στο λόφο του Αρδηττού και οι λειτουργοί που απένεμαν τη δικαιοσύνη, ονομάζονταν Ηλιαστές, καθ' ότι τελούσαν υπό την επήρεια και την αρωγή του Ηλίου.Ο Θεός Ήλιος, στην Ελληνική Παράδοση, φέρεται να επικυρώνει, ως υπέρτατος μάρτυς, τους ανθρώπινους όρκους. Στην τραγωδία «Οιδίπους επί Κολωνώ» του Σοφοκλή,παρουσιάζεται ο Κρέων να απομακρύνει το γαμπρό του από την οικία του,προκειμένου ο Ήλιος να μην αντικρύσει αυτό το άθλιο πλάσμα. Η δε Κασσάνδρα, στον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, καλεί τον Ήλιο να προβεί σε εκδίκηση και τιμωρία των δολοφόνων της. Στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ροδίου, όπως άλλωστε και στην «Ιλιάδα», δίδονται όρκοι επ' ονόματι της ηλιακής θεότητος.
Από πότε όμως παρουσιάζεται στην ελληνική πραγματικότητα η ηλιακή λατρεία; Η λατρεία του Ηλίου ανάγεται σε εποχές ιστορικά απροσπέλαστες. Ο περιηγητής Παυσανίας,στο έργο του «Ελλάδος Περιήγησις»,αναφέρει ότι συνάντησε ανά τον ελλαδικό χώρο πολυάριθμους βωμούς, αφιερωμένους στο Θεό Ήλιο. Επ' αυτού ο Πλάτων ακόμη αναφέρει ότι οι Έλληνες, από την προϊστορική ήδη εποχή, ορκίζονταν πίστη στον Ανατέλλοντα και στο δύοντα Ήλιο. Όπως επιμαρτυρεί ο Παυσανίας (II 3,2), στην αγορά της πόλεως της Κορίνθου η οποία έφερε και την ονομασία Ηλιούπολις, υφίσταντο προπύλαια στα οποία ορθώνονταν δύο επίχρυσα άρματα: Το ένα απεικόνιζε τον ηλιακό υιό,τον Φαέθοντα, ενώ το άλλο παρουσίαζε τον ίδιο τον Ήλιο.Σημαντικό κέντρο ηλιακής λατρείας ήταν επίσης η νήσος της Ρόδου.Ο Κολοσσός της Ρόδου, άγαλμα τεραστίων διαστάσεων που συγκαταλεγόταν στα επτά θαύματα του κόσμου και ο οποίος κοσμούσε την είσοδο του λιμένος των Ροδίων, δεν ήταν παρά μία απεικόνιση του Θεού Ήλιου.Στην Κρήτη η ηλιακή λατρεία επικεντρώθηκε στην απόδοση τιμών προς την ηλιακή θεότητα του Τάλου.Ένας άλλος Ηλιακός Θεός ήταν ο Διόνυσος.Στο έργο του «Σατουρνάλια», ο Μακρόβιος αναφέρει δύο ορφικά αποσπάσματα ιδιαίτερα διαφωτιστικά επ' αυτού: «Ακούμε πως στη Θράκη, επίσης, ο Ήλιος και ο Διόνυσος θεωρούνται ταυτόσημοι με εκείνον τον οποίο Σαβάζιο αποκαλούν και λατρεύουν με λαμπρή λατρεία.
Καθώς γράφει ο Αλέξανδρος,στο λόφο του Ζιλμισού υπάρχει ναός αφιερωμένος σε τούτον το θεό, το σχήμα του είναι κυκλικό και η στέγη του είναι ανοικτή στο κέντρο. Ο κύκλος συμβολίζει το σχήμα του άστρου.Το φως εισέρχεται μέσα από την κορυφή της στέγης, ώστε να δείχνει πως ο ήλιος,
λάμποντας από την ανώτατη κορυφή, εξαγνίζει όλα τα πράγματα με το φως του και όταν ανατέλλει μπορεί να δει κανείς το σύμπαν... ».Και επίσης: «Διαλύοντας τον φωτεινό, ακίνητο αιθέρα, εμφανίσθηκε όραμα στους Θεούς υπέροχο, αυτός που τώρα ονομάζουν Φάνη και Διόνυσο και Ευβουλέα βασιλιά και Ανταύγη φωτεινό. Άλλοι δε από τους θνητούς διαφορετικά τον ονομάζουν. Καθώς πρώτος ήλθε στο φως, Διόνυσος ονομάστηκε, επειδή περιστρέφεται γύρω από το άπειρο εύρος του Ολύμπου. Πήρε το όνομα του από την κίνηση και διάφορα προσωνύμια,ανάλογα με την ώρα, στο διάβα του χρόνου.Ονόμασε τον Ήλιο Φάνη, από το φως και φανερός, επειδή είναι ορατός σε όλους και βλέπει τα πάντα. Το Διόνυσος, όπως λέει ο ίδιος ο Προφήτης, προέρχεται από το
δινείσθαι και περιφέρεσθαι, επειδή περιφέρεται κυκλικά. Ο Κλεάνθης γράφει πως έλαβε τούτη την προσωνυμία από το διανύσαι,επειδή στην καθημερινή του περιφορά, από ανατολή σε δύση, διανύει τον κύκλο των ουρανών και φέρνει τη νύχτα και την ημέρα.Τον ονόμασαν οι φυσικοί Διόνυσο,πνεύμα
του Δία, γιατί ο ήλιος είναι το πνεύμα του κόσμου. Ο κόσμος, όμως, ονομάζεται ουρανός,τον οποίο Δία αποκαλούν».
Τελειώνοντας ο Μακρόβιος, αναφέρει ότι ο Ήλιος συνιστά την υπέρτατη κοσμική δύναμη. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, παραθέτει ένα άλλο ορφικό απόσπασμα, στο οποίο περιέχονται τα ακόλουθα: «Οι θεολόγοι πιστεύουν γενικά πως η δύναμη του ήλιου είναι το αποκορύφωμα όλων των άλλων δυνάμεων, και τούτο το αποδεικνύουν οι ιερές τελετές τους με την παρακάτω σύντομη προσευχή: Ήλιε Παντοδύναμε, πνεύμα και ορμή του κόσμου, φως του σύμπαντος».Ο δε μύστης Ορφέας, περί του Ηλίου αναφέρει τα ακόλουθα: «Άκου εσύ που περιστρέφεις αιώνια τον ακτινοβόλο κύκλο της μακρινής κίνησης που περιτρέχει τους ουράνιους στροβίλους, λαμπρέ Ζευ, Διόνυσε, Πατέρα της θάλασσας, Πατέρα της γης, ήλιε παγγενήτορα, αεικίνητε, χρυσόλαμπρε».Σύμφωνα με την ορφική αντίληψη, η ουράνια δύναμη η οποία κινεί την εξώτατη σφαίρα, περιτρέχει και όλες τις άλλες σφαίρες του ουρανού. Η ουράνια αυτή δύναμη ταυτίζεται με τις ιδιότητες του Διός, του Διονύσου και του Ηλίου. Η κοσμολογία αυτή πρεσβεύει την αντίληψη ότι ο Ήλιος περικλείει ολόκληρο το έναστρο
στερέωμα, όπως ακριβώς περιγράφεται από την επίκληση του Αυτοκράτορος Ιουλιανού προς τον βασιλέα Ήλιο.
Ο Ήλιος απεικονίζεται στην ελληνική πλαστική τέχνη στις δύο ακόλουθες περιπτώσεις: Στο ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνος,καθώς και στο αέτωμα του ναού των Δελφών, όπως επιμαρτυρεί ο Παυσανίας (Χ, 19.4). Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι, ακόμη και ο μυσταγωγός Σωκράτης, όπως αναφέρεται στους «Νόμους» του Πλάτωνος (10,3), επικαλείται σ' ένα είδος προσευχής,τον Ανατέλλοντα Ήλιο.Ο Ήλιος, στην αρχαιοελληνική παράδοση,συμβολίζεται με τις μορφές του Αετού, του γερακιού, του αλέκτωρος. Στον Ήλιο,επίσης, ανήκε και ένα κοπάδι από βόδια (Οδύσσεια, Μ, 260-419).Ο Θωμάς Καμπανέλλα (1568-1639), μυημένος στην πλατωνική και στη στωική φιλοσοφία,εξέθεσε τις ηλιολατρικές αντιλήψεις,μέσα από τη δημοσιοποίηση του έργου του «Η Πόλη του Ήλιου» (1623). Πρόκειται για ένα σύγγραμμα στο οποίο πολλοί μελετητές διακρίνουν ουτοπιστικές προεκτάσεις και που μέσα από τις σελίδες του παρουσιάζεται η λειτουργία μίας ορθά, αρμονικά,οργανωμένης Πολιτείας με ολύμπια αίγλη. Η πόλη του Καμπανέλλα, ιδεατή με σαφείς ουράνιες-μεταφυσικές προεκτάσεις,είναι σαφώς δομημένη σύμφωνα με το πλανητικό μας σύστημα,κυβερνάται δε από τον ανώτατο Αρχιερέα του Ηλίου,ο οποίος ονομάζεται Σολ. Αξίζει να επισημανθεί ότι και στην οκτάβα του πυθαγόρειου μονόχορδου, που διέπει κατά τρόπο καθοριστικό κάθε έκφανση εξελίξεως και δημιουργίας και το οποίο βρίσκει απόλυτη αντιστοιχία στην κλίμακα των μουσικών νοτών, το σολ ανταποκρίνεται στον πέμπτο μουσικό φθόγγο,στο πέμπτο στοιχείο, που είναι ο Ήλιος...
Συγγραφέας Ιωάννης Χαραλαμποπουλος
Συγγραφέας Ιωάννης Χαραλαμποπουλος
Δευτέρα 30 Απριλίου 2012
Ο Πάπυρος Του Δερβενίου
Δυόμισι χιλιόμετρα νότια από ένα πέρασμα που ενώνει την κεντρική με την
ανατολική Μακεδονία, και εννιάμισι χιλιόμετρα βόρεια από τη σημερινή
Θεσσαλονίκη, κοντά στο Δερβένι, ανακαλύφθηκε τον Ιανουάριο του 1962 μια
ομάδα εφτά τάφων που χρονολογούνται στα τέλη του 4ου και στις αρχές του
3ου αι. π.Χ. Οι τάφοι, πέντε από τους οποίους ήταν ασύλητοι και
περιείχαν κτερίσματα εξαιρετικής τέχνης, βρίσκονται αρκετά μακριά από το
νεκροταφείο της αρχαίας Λητής (στα βόρεια του περάσματος), κοντά σε ένα
ιερό της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Ο Πέτρος Θέμελης, ο αρχαιολόγος
που επιστατούσε στις σωστικές ανασκαφές, αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι ένα από
τα κάρβουνα της νεκρικής πυράς του τάφου Α΄ (εκεί όπου είχε καεί η
σoρός ενός πλούσιου πολεμιστή που ίσως καταγόταν από τη Θεσσαλία) ήταν
στην πραγματικότητα ο πρώτος παπύρινος κύλινδρος που ανακαλυπτόταν σε
ελληνικό έδαφος. Αντίθετα με τη στεγνή άμμο της Αιγύπτου, το υγρό χώμα
της Ελλάδας δεν προσφέρεται για τη διάσωση αντικειμένων από φυτικές
ύλες, και ο πάπυρος διατηρήθηκε ανέπαφος για είκοσι τρεις αιώνες ακριβώς
επειδή είχε μετατραπεί σε μια συμπαγή, απανθρακωμένη μάζα.
Ο κύλινδρος μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, όπου δέχτηκε την ειδική φροντίδα ενός αυστριακού συντηρητή, που κατάφερε να σταθεροποιήσει το εύθραυστο υλικό και να αποκολλήσει τα στρώματα του παπύρου. Σώθηκαν 266 κομμάτια, το μέγεθος των οποίων κυμαίνεται από αυτό ενός μεγάλου γραμματοσήμου έως αυτό μιας φακής, τα οποία στη συνέχεια τοποθετήθηκαν ανάμεσα σε γυαλιά περιμένοντας την ανασύνθεσή τους. Η ανασύνταξη του βιβλίου υπήρξε επίπονη και χρονοβόρα: τα εύθρυπτα σπαράγματα δεν ήταν δυνατόν να αγγιχτούν και να τοποθετηθούν το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ η τελική εικόνα που θα ερχόταν στο φως ήταν εντελώς άγνωστη. Τελικά, τα περισσότερα από αυτά τοποθετήθηκαν στη σωστή τους θέση, δημιουργώντας έναν κύλινδρο μήκους περίπου τριών μέτρων και μέγιστου ύψους 9,5 εκατοστών που περιείχε 26 στήλες κειμένου. Το επόμενο έργο των ερευνητών ήταν να διαβάσουν τα σωζόμενα σπαράγματα, να συμπληρώσουν τα χάσματα και να ερμηνεύσουν το κείμενο. Από τον κύλινδρο όμως έχει σωθεί μόνο το επάνω μισό, και έτσι το κείμενο προχωρεί με συνεχή άλματα, που συχνά προκαλούν αμηχανία στον αναγνώστη: από κάθε στήλη σώζονται περίπου 15 γραμμές (σπάνια πλήρεις), ενώ σχεδόν άλλες τόσες μοιάζει να περιλάμβανε το χαμένο κάτω τμήμα της.
Η γλώσσα του κειμένου (η ιωνική διάλεκτος με ισχυρές δόσεις της αττικής, ή το αντίστροφο), το ύφος και το περιεχόμενο χρονολογούν τον συγγραφέα του έργου στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., δηλαδή περίπου την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και του ώριμου Σωκράτη. Η γραφή του παπύρου χρονολογεί τον γραφέα που το αντέγραψε στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ., δηλαδή περίπου την εποχή του θανάτου του Αριστοτέλη και του Μ. Αλεξάνδρου και πολύ κοντά στη χρονολογία της καύσης του βιβλίου στην πυρά του τάφου Α΄. Η παλαιογραφική χρονολόγηση του κυλίνδρου τον καθιστά τον αρχαιότερο πάπυρο με ελληνικό φιλολογικό κείμενο, πράγμα που σημαίνει ότι είναι και το αρχαιότερο σωζόμενο ευρωπαϊκό βιβλίο. Ακόμη πιο σημαντικό όμως είναι το περιεχόμενό του. Για τα νέα στοιχεία που μας παρέχει σχετικά με τον Ορφισμό και άγνωστες πτυχές της προσωκρατικής φιλοσοφίας, έχει χαρακτηριστεί «η σημαντικότερη νέα μαρτυρία για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και θρησκεία που εμφανίστηκε από την εποχή της Αναγέννησης», αλλά παράλληλα και «η πιο δύσκολη στην κατανόησή της».
Οι πρώτες εφτά στήλες, που δυστυχώς σώζονται πολύ αποσπασματικά, μας εισάγουν στον κόσμο των οπαδών μυστικιστικών δοξασιών και λατρειών (των μυστών) αλλά και του περσικού ιερατείου (των μάγων). Ο συγγραφέας αναφέρεται σε όσους δεν πιστεύουν στα δεινά που πρόκειται να αντιμετωπίσουν μετά τον θάνατό τους και περιγράφει θυσίες και σπονδές που γίνονται στις Ερινύες και τις Ευμενίδες, που γι’ αυτόν δεν είναι θεότητες αλλά οι αναρίθμητες ψυχές των νεκρών. Οι οντότητες αυτές δεν τιμωρούν μόνο τα ανομήματα των ανθρώπων αλλά και κάθε παράβαση των φυσικών νόμων του σύμπαντος. «Ο ήλιος», υποστηρίζει ο Ηράκλειτος, τον οποίο παραθέτει ο συγγραφέας, «έχει εύρος ενός ανθρώπινου ποδιού και δεν επιτρέπεται να το υπερβεί. Αν το κάνει, θα τον ανακαλύψουν οι Ερινύες, οι βοηθοί της Δίκης, και θα τιμωρήσουν την υπέρβασή του».
Όπως μας πληροφορεί στη συνέχεια το κείμενο, ο Ορφέας είχε συνθέσει ύμνους για να τους ψάλλουν οι ιερείς κατά τη διάρκεια των θυσιών, ύμνους όμως που απευθύνονται στους μυημένους και είναι γραμμένοι με τέτοιον αινιγματικό τρόπο που γίνονται αντιληπτοί μόνο σε όσους διαθέτουν σύνεση και ικανότητα να αντιληφθούν το κρυμμένο νόημά τους. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας αρχίζει την ερμηνεία ενός τέτοιου ορφικού ύμνου, μιας θεογονίας που αρχίζει με τη φράση «Απευθύνομαι σε όσους αντιλαμβάνονται, οι αμύητοι να βάλουν πόρτες στ’ αφτιά τους» και που διαφέρει σε πολλά σημεία από τη θεογονία του Ησιόδου, σαν να επρόκειτο για έναν μυστικό κώδικα που μόνο ο ίδιος μπορεί να αποκρυπτογραφήσει.
Από τους διάσπαρτους στίχους που παραθέτει ο συγγραφέας μπορούμε να αποκαταστήσουμε ένα μεγάλο μέρος αυτού του ορφικού ύμνου, που δεν μας ήταν γνωστός μέχρι τώρα παρά μόνο από μεταγενέστερες παραλλαγές του. Ο Δίας παίρνει τη βασιλεία από τον πατέρα του Κρόνο, που κι αυτός την είχε πάρει εξίσου βίαια από τον δικό του πατέρα, τον Ουρανό. Απόλυτος πλέον άρχοντας, ο Δίας καταπίνει το σύμπαν, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων θεών, για να το εξεμέσει στη συνέχεια αναδημιουργώντας το στη μορφή που έχει σήμερα. Γεννά/δημιουργεί τους θεούς, τη γη, τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα, και τέλος επιθυμεί να σμίξει με την ίδια του τη μητέρα. Εδώ τελειώνει το κείμενο του παπύρου, αλλά ο ύμνος πρέπει να συνέχιζε με άλλα κατορθώματα του Δία (όπως τη γέννηση της Περσεφόνης και του Διόνυσου και τη δημιουργία του γένους των ανθρώπων) που τα γνωρίζουμε από υστερότερες πηγές. Για τον συγγραφέα όλα αυτά δεν είναι παρά αλληγορικές αλήθειες κρυμμένες πίσω από ένα παραπέτασμα λέξεων την πραγματική έννοια των οποίων μόνο ο ίδιος αντιλαμβάνεται και, με πλήρη αυτοπεποίθηση, ερμηνεύει και αποκαλύπτει προκειμένου να προφυλάξει τους μύστες από τσαρλατάνους και αγύρτες που κοροϊδεύουν τον κόσμο με ακατανόητες τελετές και μυστήρια. Επηρεασμένος από τη σκέψη διάφορων προσωκρατικών φιλοσόφων, όπως του Εμπεδοκλή και του Δημόκριτου, αλλά κυρίως του Αναξαγόρα και του Διογένη του Απολλωνιάτη, ερμηνεύει ευφάνταστα τον ορφικό ύμνο στον Δία, τον κυβερνήτη των πάντων, ως αλληγορία της εξέλιξης του σύμπαντος από μιαν αρχική υπέρθερμη και χαοτική κατάσταση σε έναν κόσμο, με την αρχαία σημασία της λέξης, δηλαδή σε ένα εύτακτο σύστημα. Όλα όσα υπάρχουν στο σύμπαν όπως το ξέρουμε σήμερα απαρτίζονται από μικροσκοπικά σωματίδια (τα όντα, δηλαδή «αυτά που υπάρχουν»), τα οποία δεν δημιουργήθηκαν σε κάποια δεδομένη στιγμή από κάποιον δημιουργό αλλά υπήρχαν πάντοτε. Αρχικά όλα αυτά τα όντα ήταν αναμεμειγμένα και αιωρούνταν μέσα στον αέρα που τα περιέκλειε, έναν αέρα όμως που διέθετε νόηση (γι’ αυτό και ο συγγραφέας τον ονομάζει Νουν) και που όρισε πώς πρέπει να δημιουργηθεί το παρόν σύμπαν. Αντιλαμβανόμενος ότι η θερμότητα είναι αυτή που δεν αφήνει τα όντα να συσταθούν και να συμπαγούν, ο νοήμων αήρ απομάκρυνε έναν μεγάλο αριθμό πύρινων σωματιδίων, δημιουργώντας έτσι τον ήλιο. Τότε τα υπόλοιπα σωματίδια άρχισαν να συγκρούονται το ένα με το άλλο, έως ότου οι συνεχείς συγκρούσεις έφεραν σε επαφή όμοια όντα και προκάλεσαν τη συνένωσή τους, δημιουργώντας έτσι τα νυν όντα, δηλαδή όλα όσα βλέπουμε στο τωρινό σύμπαν.
Ο συγγραφέας δεν έχει καμία αμφιβολία ότι αυτό ακριβώς διηγείται ο Ορφέας. Σε ένα κείμενο που αποτελεί την αρχαιότερη σωζόμενη αλληγορική ερμηνεία ενός ποιήματος, μας εξηγεί ότι οι διαδοχικές βασιλείες των θεών δεν είναι παρά τα διαδοχικά στάδια της δημιουργίας του παρόντος κόσμου. Έτσι, όταν ο Ορφέας αναφέρει τον Ουρανό, εννοεί τον Νου που ορίζει τη δημιουργία - Κρόνος είναι και πάλι ο Νους που κρούει τα όντα - Αφροδίτη και Αρμονία δεν είναι παρά ονόματα για τη συνεύρεση και τη συναρμογή των όντων - δεν υπάρχουν θεότητες όπως η Γη, η Μήτηρ, η Δήμητρα, η Ρέα, η Ήρα: όλα αυτά είναι ονόματα του αέρα, της μητέρας από την οποία έρευσαν τα πάντα, του Νου που οι άνθρωποι ονόμασαν Δία, και γι' αυτό νόμισαν ότι κάποτε γεννήθηκε. Ο αήρ/Νους όμως ποτέ δεν γεννήθηκε αλλά υπήρχε πάντοτε, όπως πάντοτε υπήρχαν, και θα υπάρχουν εσαεί, τα όντα που βρίσκονται μέσα του και των οποίων είναι ο απόλυτος κυρίαρχος. Αυτή την επιστημονική αλήθεια εκφράζει και ο Ορφέας όταν λέει, λόγου χάρη, ότι «ο Δίας είναι κεφαλή, ο Δίας είναι μέση, όλα δημιουργήθηκαν από τον Δία». Έτσι, ο Δίας που καταπίνει το σύμπαν δεν είναι παρά ο αέρας που περικλείει τα πάντα, ο ίδιος αέρας που με τη φρόνησή του προχώρησε στη δημιουργία του παρόντος κόσμου.Ο πάπυρος, ως προς το περιεχόμενο του, μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μέρη. Το πρώτο αποτελούν οι στήλες 1-6, που είναι και οι περισσότερο αποσπασματικές. Περιέχουν αναφορές στις Ερινύες (1,4), σε δαίμονες που είναι «θεών υπηρέται» (2,3), σε μαντεία και χρησμούς (5), σε θυσίες (6), ενώ στη στήλη 4 μας σώζεται ένα άγνωστο απόσπασμα του Ηράκλειτου.
ΠΑΠΥΡΟΣ ΤΟΥ ΔΕΡΒΕΝΙΟΥ
Για τους συνετούς θα τραγουδήσω -στους βέβηλους
κλείστε τις θύρες-
του παντοκράτορα Διός, του άνακτα, τα έξοχα έργα,
όσα με τις συμβουλές της μέλαινας Νυκτός εκτέλεσε,
και των νεώτερων μακάριων το γένος, θεών παντοτινών
που απ' τον Δία γεννήθηκαν τον ισχυρό βασιλέα.
Γιατί ο Δίας απ' τον πατέρα του έχοντας θεία εξουσία,
στα χέρια έμελλε να πάρει ένδοξο σκήπτρο.
Και τα εξήγησε πολύ καλά όλα όσα απ' το άδυτο η θεά του είπε,
η μάντισσα όλων. Νύκτα που με αμβροσία τρέφει τους θεούς.
Αυτή του τα φανέρωσε όλα όσα ήταν θεμιτό να γίνουν, καθώς
βασίλευε στο όμορφο παλάτι του χιονοσκέπαστου Ολύμπου.
Κι αφού ο Ζεύς απ' τη θεά άκουσε τους χρησμούς τους άρρητους,
έλαβε δύναμη στα χέρια και του θεού καταβρόχθισε το λαμπρό
φαλλό, του θεού που πρώτος στον αιθέρα πρόβαλε.
Εκείνος βέβαια γέννησε τη Γαία και τον πλατύ Ουρανό
ενώ η πελώρια Γαία τον Κρόνο έκανε που μεγάλο κακό έπραξε
στον Ουρανό Ευφρονίδη, που πρώτιστος βασίλευσε.
Απ' αυτόν έπειτα ο Κρόνος κι ύστερα ο συνετός Δίας,
κατέχοντας σοφία και βασιλική τιμή ανάμεσα στους μακάριους.
Και τότε λοιπόν του θεού καταβρόχθισε, όπως ήταν θεμιτό,
το φαλλό του Πρωτογόνου βασιλιά. Και εξαιτίας αυτού, όλοι
οι αθάνατοι γεννήθηκαν, θεοί μακάριοι και θεές και
ποταμοί κι όμορφες πηγές και όλα τα άλλα, όσα τότε έγιναν,
ενώ ο ίδιος είναι μονογενής. Βασιλέας των όλων είναι τώρα,
μα κι έπειτα θα είναι. Ο Ζεύς πρώτος γεννήθηκε, ο Ζεύς
ο ύστατος Αστραποβρόντης. Ο Ζεύς είναι η κεφαλή,
ο Ζεύς η μέση, απ' τον Δία όλα πλάστηκαν. Ο Δίας ο ίδιος
ορίζει το τέλος όλων η κραταιή μοίρα είναι ο Δίας. Ο Ζεύς
είναι βασιλιάς, ο αστραποβρόντης Δίας είναι ο άρχοντας όλων.
Γιατί αφού τα έκρυβε όλα, στο χαρωπό φως
πάλι απ' την ιερή καρδιά έβγαλε, εκπληρώνοντας δύσκολα έργα.
Και πρώτη βέβαια απ' τους θεούς στη χρυσή Αφροδίτη,
τη χαρωπή Ουρανία, έφτιαξε θρόνο
κι αμέσως έπειτα στην Αρμονία και στην εράσμια Πειθώ.
Τη γη έφτιαξε και τον πλατύ Ουρανό ψηλά
και τη δύναμη έδωσε του μεγάλου Ωκεανού που ρέει πλατιά
και βάθυνε τις ρίζες του αργυροστρόβιλου Αχελώου.
Έφτιαξε κι άλλη γη απέραντη, που Σελήνη
οι αθάνατοι ονομάζουν και Μήνη οι κάτοικοι της γης,
που πολλά βουνά έχει, πολλές πόλεις και πολλά μέλαθρα
και στη μέση είναι, σε ίση απόσταση από όλα,
που και ανθρώπους πολλούς φωτίζει στην απέραντη γη.
Μα και το μέγα ήλιο έφτιαξε, πολύ ωφέλιμο για τους θνητούς,
και τα λαμπρά άστρα με τα οποία ο ουρανός στεφανώνεται.
Ορφικό Κείμενο
Είναι ένα παράξενο κείμενο καθώς θα διαβάσατε, που προφανώς περιέχει κωδικοποιημένη γνώση και δεν είναι ολόκληρο. Άγνωστο είναι αν έχουν σωθεί και άλλα τμήματά του. Κάτω από αυτό το κείμενο υπάρχουν δύο ακατανόητοι στίχοι οι οποίοι προφανώς είναι νόθοι και εμβόλιμοι.
Οι στίχοι είναι οι εξής:
Και όλα αυτά επινόησε κι έφτιαξε ο σοφός Δίας,
γιατί ερωτικά ήθελε με τη μητέρα του να σμίξει.
Ο κύλινδρος μεταφέρθηκε στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης, όπου δέχτηκε την ειδική φροντίδα ενός αυστριακού συντηρητή, που κατάφερε να σταθεροποιήσει το εύθραυστο υλικό και να αποκολλήσει τα στρώματα του παπύρου. Σώθηκαν 266 κομμάτια, το μέγεθος των οποίων κυμαίνεται από αυτό ενός μεγάλου γραμματοσήμου έως αυτό μιας φακής, τα οποία στη συνέχεια τοποθετήθηκαν ανάμεσα σε γυαλιά περιμένοντας την ανασύνθεσή τους. Η ανασύνταξη του βιβλίου υπήρξε επίπονη και χρονοβόρα: τα εύθρυπτα σπαράγματα δεν ήταν δυνατόν να αγγιχτούν και να τοποθετηθούν το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ η τελική εικόνα που θα ερχόταν στο φως ήταν εντελώς άγνωστη. Τελικά, τα περισσότερα από αυτά τοποθετήθηκαν στη σωστή τους θέση, δημιουργώντας έναν κύλινδρο μήκους περίπου τριών μέτρων και μέγιστου ύψους 9,5 εκατοστών που περιείχε 26 στήλες κειμένου. Το επόμενο έργο των ερευνητών ήταν να διαβάσουν τα σωζόμενα σπαράγματα, να συμπληρώσουν τα χάσματα και να ερμηνεύσουν το κείμενο. Από τον κύλινδρο όμως έχει σωθεί μόνο το επάνω μισό, και έτσι το κείμενο προχωρεί με συνεχή άλματα, που συχνά προκαλούν αμηχανία στον αναγνώστη: από κάθε στήλη σώζονται περίπου 15 γραμμές (σπάνια πλήρεις), ενώ σχεδόν άλλες τόσες μοιάζει να περιλάμβανε το χαμένο κάτω τμήμα της.
Η γλώσσα του κειμένου (η ιωνική διάλεκτος με ισχυρές δόσεις της αττικής, ή το αντίστροφο), το ύφος και το περιεχόμενο χρονολογούν τον συγγραφέα του έργου στα τέλη του 5ου αι. π.Χ., δηλαδή περίπου την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και του ώριμου Σωκράτη. Η γραφή του παπύρου χρονολογεί τον γραφέα που το αντέγραψε στο τελευταίο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ., δηλαδή περίπου την εποχή του θανάτου του Αριστοτέλη και του Μ. Αλεξάνδρου και πολύ κοντά στη χρονολογία της καύσης του βιβλίου στην πυρά του τάφου Α΄. Η παλαιογραφική χρονολόγηση του κυλίνδρου τον καθιστά τον αρχαιότερο πάπυρο με ελληνικό φιλολογικό κείμενο, πράγμα που σημαίνει ότι είναι και το αρχαιότερο σωζόμενο ευρωπαϊκό βιβλίο. Ακόμη πιο σημαντικό όμως είναι το περιεχόμενό του. Για τα νέα στοιχεία που μας παρέχει σχετικά με τον Ορφισμό και άγνωστες πτυχές της προσωκρατικής φιλοσοφίας, έχει χαρακτηριστεί «η σημαντικότερη νέα μαρτυρία για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και θρησκεία που εμφανίστηκε από την εποχή της Αναγέννησης», αλλά παράλληλα και «η πιο δύσκολη στην κατανόησή της».
Οι πρώτες εφτά στήλες, που δυστυχώς σώζονται πολύ αποσπασματικά, μας εισάγουν στον κόσμο των οπαδών μυστικιστικών δοξασιών και λατρειών (των μυστών) αλλά και του περσικού ιερατείου (των μάγων). Ο συγγραφέας αναφέρεται σε όσους δεν πιστεύουν στα δεινά που πρόκειται να αντιμετωπίσουν μετά τον θάνατό τους και περιγράφει θυσίες και σπονδές που γίνονται στις Ερινύες και τις Ευμενίδες, που γι’ αυτόν δεν είναι θεότητες αλλά οι αναρίθμητες ψυχές των νεκρών. Οι οντότητες αυτές δεν τιμωρούν μόνο τα ανομήματα των ανθρώπων αλλά και κάθε παράβαση των φυσικών νόμων του σύμπαντος. «Ο ήλιος», υποστηρίζει ο Ηράκλειτος, τον οποίο παραθέτει ο συγγραφέας, «έχει εύρος ενός ανθρώπινου ποδιού και δεν επιτρέπεται να το υπερβεί. Αν το κάνει, θα τον ανακαλύψουν οι Ερινύες, οι βοηθοί της Δίκης, και θα τιμωρήσουν την υπέρβασή του».
Όπως μας πληροφορεί στη συνέχεια το κείμενο, ο Ορφέας είχε συνθέσει ύμνους για να τους ψάλλουν οι ιερείς κατά τη διάρκεια των θυσιών, ύμνους όμως που απευθύνονται στους μυημένους και είναι γραμμένοι με τέτοιον αινιγματικό τρόπο που γίνονται αντιληπτοί μόνο σε όσους διαθέτουν σύνεση και ικανότητα να αντιληφθούν το κρυμμένο νόημά τους. Στο σημείο αυτό ο συγγραφέας αρχίζει την ερμηνεία ενός τέτοιου ορφικού ύμνου, μιας θεογονίας που αρχίζει με τη φράση «Απευθύνομαι σε όσους αντιλαμβάνονται, οι αμύητοι να βάλουν πόρτες στ’ αφτιά τους» και που διαφέρει σε πολλά σημεία από τη θεογονία του Ησιόδου, σαν να επρόκειτο για έναν μυστικό κώδικα που μόνο ο ίδιος μπορεί να αποκρυπτογραφήσει.
Από τους διάσπαρτους στίχους που παραθέτει ο συγγραφέας μπορούμε να αποκαταστήσουμε ένα μεγάλο μέρος αυτού του ορφικού ύμνου, που δεν μας ήταν γνωστός μέχρι τώρα παρά μόνο από μεταγενέστερες παραλλαγές του. Ο Δίας παίρνει τη βασιλεία από τον πατέρα του Κρόνο, που κι αυτός την είχε πάρει εξίσου βίαια από τον δικό του πατέρα, τον Ουρανό. Απόλυτος πλέον άρχοντας, ο Δίας καταπίνει το σύμπαν, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων θεών, για να το εξεμέσει στη συνέχεια αναδημιουργώντας το στη μορφή που έχει σήμερα. Γεννά/δημιουργεί τους θεούς, τη γη, τον ήλιο, τη σελήνη και τα άστρα, και τέλος επιθυμεί να σμίξει με την ίδια του τη μητέρα. Εδώ τελειώνει το κείμενο του παπύρου, αλλά ο ύμνος πρέπει να συνέχιζε με άλλα κατορθώματα του Δία (όπως τη γέννηση της Περσεφόνης και του Διόνυσου και τη δημιουργία του γένους των ανθρώπων) που τα γνωρίζουμε από υστερότερες πηγές. Για τον συγγραφέα όλα αυτά δεν είναι παρά αλληγορικές αλήθειες κρυμμένες πίσω από ένα παραπέτασμα λέξεων την πραγματική έννοια των οποίων μόνο ο ίδιος αντιλαμβάνεται και, με πλήρη αυτοπεποίθηση, ερμηνεύει και αποκαλύπτει προκειμένου να προφυλάξει τους μύστες από τσαρλατάνους και αγύρτες που κοροϊδεύουν τον κόσμο με ακατανόητες τελετές και μυστήρια. Επηρεασμένος από τη σκέψη διάφορων προσωκρατικών φιλοσόφων, όπως του Εμπεδοκλή και του Δημόκριτου, αλλά κυρίως του Αναξαγόρα και του Διογένη του Απολλωνιάτη, ερμηνεύει ευφάνταστα τον ορφικό ύμνο στον Δία, τον κυβερνήτη των πάντων, ως αλληγορία της εξέλιξης του σύμπαντος από μιαν αρχική υπέρθερμη και χαοτική κατάσταση σε έναν κόσμο, με την αρχαία σημασία της λέξης, δηλαδή σε ένα εύτακτο σύστημα. Όλα όσα υπάρχουν στο σύμπαν όπως το ξέρουμε σήμερα απαρτίζονται από μικροσκοπικά σωματίδια (τα όντα, δηλαδή «αυτά που υπάρχουν»), τα οποία δεν δημιουργήθηκαν σε κάποια δεδομένη στιγμή από κάποιον δημιουργό αλλά υπήρχαν πάντοτε. Αρχικά όλα αυτά τα όντα ήταν αναμεμειγμένα και αιωρούνταν μέσα στον αέρα που τα περιέκλειε, έναν αέρα όμως που διέθετε νόηση (γι’ αυτό και ο συγγραφέας τον ονομάζει Νουν) και που όρισε πώς πρέπει να δημιουργηθεί το παρόν σύμπαν. Αντιλαμβανόμενος ότι η θερμότητα είναι αυτή που δεν αφήνει τα όντα να συσταθούν και να συμπαγούν, ο νοήμων αήρ απομάκρυνε έναν μεγάλο αριθμό πύρινων σωματιδίων, δημιουργώντας έτσι τον ήλιο. Τότε τα υπόλοιπα σωματίδια άρχισαν να συγκρούονται το ένα με το άλλο, έως ότου οι συνεχείς συγκρούσεις έφεραν σε επαφή όμοια όντα και προκάλεσαν τη συνένωσή τους, δημιουργώντας έτσι τα νυν όντα, δηλαδή όλα όσα βλέπουμε στο τωρινό σύμπαν.
Ο συγγραφέας δεν έχει καμία αμφιβολία ότι αυτό ακριβώς διηγείται ο Ορφέας. Σε ένα κείμενο που αποτελεί την αρχαιότερη σωζόμενη αλληγορική ερμηνεία ενός ποιήματος, μας εξηγεί ότι οι διαδοχικές βασιλείες των θεών δεν είναι παρά τα διαδοχικά στάδια της δημιουργίας του παρόντος κόσμου. Έτσι, όταν ο Ορφέας αναφέρει τον Ουρανό, εννοεί τον Νου που ορίζει τη δημιουργία - Κρόνος είναι και πάλι ο Νους που κρούει τα όντα - Αφροδίτη και Αρμονία δεν είναι παρά ονόματα για τη συνεύρεση και τη συναρμογή των όντων - δεν υπάρχουν θεότητες όπως η Γη, η Μήτηρ, η Δήμητρα, η Ρέα, η Ήρα: όλα αυτά είναι ονόματα του αέρα, της μητέρας από την οποία έρευσαν τα πάντα, του Νου που οι άνθρωποι ονόμασαν Δία, και γι' αυτό νόμισαν ότι κάποτε γεννήθηκε. Ο αήρ/Νους όμως ποτέ δεν γεννήθηκε αλλά υπήρχε πάντοτε, όπως πάντοτε υπήρχαν, και θα υπάρχουν εσαεί, τα όντα που βρίσκονται μέσα του και των οποίων είναι ο απόλυτος κυρίαρχος. Αυτή την επιστημονική αλήθεια εκφράζει και ο Ορφέας όταν λέει, λόγου χάρη, ότι «ο Δίας είναι κεφαλή, ο Δίας είναι μέση, όλα δημιουργήθηκαν από τον Δία». Έτσι, ο Δίας που καταπίνει το σύμπαν δεν είναι παρά ο αέρας που περικλείει τα πάντα, ο ίδιος αέρας που με τη φρόνησή του προχώρησε στη δημιουργία του παρόντος κόσμου.Ο πάπυρος, ως προς το περιεχόμενο του, μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μέρη. Το πρώτο αποτελούν οι στήλες 1-6, που είναι και οι περισσότερο αποσπασματικές. Περιέχουν αναφορές στις Ερινύες (1,4), σε δαίμονες που είναι «θεών υπηρέται» (2,3), σε μαντεία και χρησμούς (5), σε θυσίες (6), ενώ στη στήλη 4 μας σώζεται ένα άγνωστο απόσπασμα του Ηράκλειτου.
ΠΑΠΥΡΟΣ ΤΟΥ ΔΕΡΒΕΝΙΟΥ
Για τους συνετούς θα τραγουδήσω -στους βέβηλους
κλείστε τις θύρες-
του παντοκράτορα Διός, του άνακτα, τα έξοχα έργα,
όσα με τις συμβουλές της μέλαινας Νυκτός εκτέλεσε,
και των νεώτερων μακάριων το γένος, θεών παντοτινών
που απ' τον Δία γεννήθηκαν τον ισχυρό βασιλέα.
Γιατί ο Δίας απ' τον πατέρα του έχοντας θεία εξουσία,
στα χέρια έμελλε να πάρει ένδοξο σκήπτρο.
Και τα εξήγησε πολύ καλά όλα όσα απ' το άδυτο η θεά του είπε,
η μάντισσα όλων. Νύκτα που με αμβροσία τρέφει τους θεούς.
Αυτή του τα φανέρωσε όλα όσα ήταν θεμιτό να γίνουν, καθώς
βασίλευε στο όμορφο παλάτι του χιονοσκέπαστου Ολύμπου.
Κι αφού ο Ζεύς απ' τη θεά άκουσε τους χρησμούς τους άρρητους,
έλαβε δύναμη στα χέρια και του θεού καταβρόχθισε το λαμπρό
φαλλό, του θεού που πρώτος στον αιθέρα πρόβαλε.
Εκείνος βέβαια γέννησε τη Γαία και τον πλατύ Ουρανό
ενώ η πελώρια Γαία τον Κρόνο έκανε που μεγάλο κακό έπραξε
στον Ουρανό Ευφρονίδη, που πρώτιστος βασίλευσε.
Απ' αυτόν έπειτα ο Κρόνος κι ύστερα ο συνετός Δίας,
κατέχοντας σοφία και βασιλική τιμή ανάμεσα στους μακάριους.
Και τότε λοιπόν του θεού καταβρόχθισε, όπως ήταν θεμιτό,
το φαλλό του Πρωτογόνου βασιλιά. Και εξαιτίας αυτού, όλοι
οι αθάνατοι γεννήθηκαν, θεοί μακάριοι και θεές και
ποταμοί κι όμορφες πηγές και όλα τα άλλα, όσα τότε έγιναν,
ενώ ο ίδιος είναι μονογενής. Βασιλέας των όλων είναι τώρα,
μα κι έπειτα θα είναι. Ο Ζεύς πρώτος γεννήθηκε, ο Ζεύς
ο ύστατος Αστραποβρόντης. Ο Ζεύς είναι η κεφαλή,
ο Ζεύς η μέση, απ' τον Δία όλα πλάστηκαν. Ο Δίας ο ίδιος
ορίζει το τέλος όλων η κραταιή μοίρα είναι ο Δίας. Ο Ζεύς
είναι βασιλιάς, ο αστραποβρόντης Δίας είναι ο άρχοντας όλων.
Γιατί αφού τα έκρυβε όλα, στο χαρωπό φως
πάλι απ' την ιερή καρδιά έβγαλε, εκπληρώνοντας δύσκολα έργα.
Και πρώτη βέβαια απ' τους θεούς στη χρυσή Αφροδίτη,
τη χαρωπή Ουρανία, έφτιαξε θρόνο
κι αμέσως έπειτα στην Αρμονία και στην εράσμια Πειθώ.
Τη γη έφτιαξε και τον πλατύ Ουρανό ψηλά
και τη δύναμη έδωσε του μεγάλου Ωκεανού που ρέει πλατιά
και βάθυνε τις ρίζες του αργυροστρόβιλου Αχελώου.
Έφτιαξε κι άλλη γη απέραντη, που Σελήνη
οι αθάνατοι ονομάζουν και Μήνη οι κάτοικοι της γης,
που πολλά βουνά έχει, πολλές πόλεις και πολλά μέλαθρα
και στη μέση είναι, σε ίση απόσταση από όλα,
που και ανθρώπους πολλούς φωτίζει στην απέραντη γη.
Μα και το μέγα ήλιο έφτιαξε, πολύ ωφέλιμο για τους θνητούς,
και τα λαμπρά άστρα με τα οποία ο ουρανός στεφανώνεται.
Ορφικό Κείμενο
Είναι ένα παράξενο κείμενο καθώς θα διαβάσατε, που προφανώς περιέχει κωδικοποιημένη γνώση και δεν είναι ολόκληρο. Άγνωστο είναι αν έχουν σωθεί και άλλα τμήματά του. Κάτω από αυτό το κείμενο υπάρχουν δύο ακατανόητοι στίχοι οι οποίοι προφανώς είναι νόθοι και εμβόλιμοι.
Οι στίχοι είναι οι εξής:
Και όλα αυτά επινόησε κι έφτιαξε ο σοφός Δίας,
γιατί ερωτικά ήθελε με τη μητέρα του να σμίξει.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





